Το 1943 ο Λίβανος αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος από τον αρχηγό της εξόριστης γαλλικής κυβέρνησης, Στρατηγό Ντε Γκωλ. Η “Εθνική Συμφωνία”, μια άγραφη εθνική συνεννόηση που σκοπό είχε να εγγυηθεί την πολιτική ενοποίηση και την εδαφική ακεραιότητα της νέας εθνικής επικράτειας, προέβλεπε την ίση κατανομή της εξουσίας ανάμεσα στις κύριες θρησκευτικές ομάδες των χριστιανών Μαρωνιτών και των Σουνιτών μουσουλμάνων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής που έγινε το 1932, οι Μαρωνίτες αποτελούσαν το 30% του πληθυσμού, ενώ το ποσοστό των σουνιτών έφτανε κοντά στο 23%. Με βάση τους καταστατικούς όρους της Συμφωνίας, οι χριστιανοί θα αποκτούσαν το δικαίωμα να εκλέγουν απο τους κόλπους της κοινότητας τους τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ στους σουνίτες μουσουλμάνους παραχωρήθηκε το επίσης σημαντικό θεσμικό αξίωμα του πρωθυπουργού του νεοπαγούς κράτους. Η σιιτική μειονότητα του Λιβάνου, με ποσοστό περίπου 19%, δεν βρήκε τη θέση που της αναλογούσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Οι σιίτες θεωρήθηκε ότι δεν αποτελούσαν παρά μια αμελητέα υποδιαίρεση του κυρίαρχου, ορθόδοξου σουνιτικού μουσουλμανικού στοιχείου. Δεν διέθεταν σημαντική παρουσία στις μορφωμένες μεσαίες τάξεις που συγκεντρώθηκαν για να καθορίσουν την μελλοντική μορφή του κράτους που τους είχε παραχωρήσει η γαλλική αποικιοκρατία. Η συντριπτική πλειοψηφία των σιιτών ήταν γεωργοί και εργάτες γης που κατοικούσαν στις παραδοσιακές αγροτικές κοινότητες του νοτίου Λιβάνου. Αποτελούσαν ένα άτυπο αγροτικό προλεταριάτο που ήταν προορισμένο να καταλάβει μια υποδεέστερη θέση στις τυπικές και άτυπες ιεραρχίες του λιβανικού κοινωνικού σχηματισμού.

Στους “άξεστους” σιίτες δόθηκε το δικαίωμα να εκλέγουν τον Πρόεδρο της Βουλής, ένα αξίωμα που ήταν μάλλον ταπεινό και επί της ουσίας είχε διαδικαστικό χαρακτήρα. Παρ’ όλα αυτά, τη θέση αυτή μονοπωλούσαν τρεις, τέσσερις εύπορες οικογένειες που είχαν μετατρέψει την πολιτική σε προσοδοφόρο επάγγελμα. Οι οικογένειες αυτές είχαν αναλάβει να διαχειρίζονται κατ’ αποκλειστικότητα τους πενιχρούς πόρους που αναλογούσαν στη σιιτική κοινότητα, με βάση τη διανομή που γινόταν ανάμεσα στα πελατειακά δίκτυα που συνιστούσαν τη ραχοκοκαλιά του πολιτικού κατεστημένου της χώρας. Έπαιζαν τον ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στις σιιτικές κοινότητες της υπαίθρου και σε μια κρατική διοίκηση που οι φτωχοί αγρότες αντιλαμβάνονταν σαν ξένη και εχθρική προς τα συμφέροντα τους. Όπως γράφει ο ισλαμολόγος Ζιλ Κεπέλ (Gilles Kepel), αυτές οι οικογένειες των σιιτών προυχόντων ήταν ταξικά και “πολιτισμικά αποκομμένες από τη ζωή της μάζας των ομόθρησκων τους”.

Και όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, οι δοξασίες περί της υποτιθέμενης πολιτισμικής κατωτερότητας των σιιτών που διαπερνούσαν πέρα ως πέρα την κυρίαρχη κρατική ιδεολογία, μετατράπηκαν σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία και βρήκαν την υλική τους αντανάκλαση στην ταξική υποβάθμιση των σιιτών με όρους κοινωνικής ομάδας. Αυτό επί της ουσίας σήμαινε ότι μόνο ορισμένα επαγγέλματα ήταν προσβάσιμα για τις υποτελείς μάζες των σιιτών φτωχών και η κοινωνική κινητικότητα που έδινε τη δυνατότητα για μια ανέλιξη στην κοινωνική διαστρωμάτωση μέσω της ατομικής προσπάθειας ήταν εν πολλοίς ανύπαρκτη. Για τους νεαρούς Λιβανέζους σιιτικού θρησκεύματος, ο προορισμός στη ζωή ήταν είτε η σκληρή καθημερινή εργασία στους αγρούς του Νότου και της κοιλάδας Μπεκάα (Beqaa), ή η εσωτερική μετανάστευση σε εξίσου άπορους συγγενείς στην μητρόπολη της Βηρυτού. Εκεί εντάσσονταν στις τάξεις ενός επισφαλούς προλεταριάτου που συνωστιζόταν στις φτωχογειτονιές του ανατολικού κομματιού της πρωτεύουσας. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που οι σιίτες υπερεκπροσωπούνταν ως κοινωνική ομάδα στις τάξεις του λιβανικού προλεταριάτου και είχαν την μεγαλύτερη συμμετοχή απ’ όλες τις θρησκευτικές κοινότητες στις πολιτικές οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς, οι οποίες απαιτούσαν την κατάργηση του θρησκειοκεντρικού συστήματος εξουσίας και τη συνδικαλιστική οργάνωση του κόσμου της εργασίας μακριά απο θεολογικούς προσδιορισμούς. Ούτε βέβαια είναι περιέργο που όταν οι απάτριδες Παλαιστίνιοι κομάντος της ΟΑΠ (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) κατέφτασαν στα τέλη του 1970 στα χωριά του Νότου κι έστησαν τις βάσεις τους για να εξαπολύσουν μια εκστρατεία ανταρτοπολέμου εναντίον του Ισραήλ, οι περιφρονημένοι σιίτες ταυτίστηκαν μαζί τους. Είδαν σε αυτούς εναν φυσικό σύμμαχο που θα τους βοηθούσε να αποκτήσουν κι αυτοί μια αληθινή πατρίδα, μιας και το επίσημο κράτος του Λιβάνου τους είχε γυρίσει την πλάτη.

Ο “Μεγάλος Σεισμός”

Το 1979 η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν κατόρθωσε να ανατρέψει την μισητή μοναρχία του Σάχη Παχλαβί (Pahlavi). Ο Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί (Ruhollah Khomeini), ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης των σιιτών του Ιράν, βρέθηκε επικεφαλής του νεοσύστατου καθεστώτος. Για τους απανταχού μουσουλμάνους, και όχι μόνο για τους σιίτες, το γεγονός αυτό ισοδυναμούσε με έναν “Μεγάλο Σεισμό”, ο οποίος άλλαξε ριζικά τόσο τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν τον ρόλο της θρησκείας στην κοινωνία, όσο και το ιδεολογικό υπόβαθρο του πολιτικού ριζοσπαστισμού στις μουσουλμανικές χώρες. Στα χρόνια της εξορίας του (1964-1979), ο Χομεϊνί είχε επεξεργαστεί την ολική ιδεολογική αναθεώρηση της ηττοπαθούς σιιτικής κοσμοθεωρίας. Είχε οδηγήσει το σιιτικό δόγμα της επίγνωσης της αδικίας στη λογική του κατάληξη, την εξέγερση και την κοινωνική επανάσταση. Όριζε το Ισλάμ σαν τη θρησκεία “εκείνων που είναι αφοσιωμένοι στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Είναι η θρησκεία εκείνων που επιθυμούν ελευθερία και ανεξαρτησία. Είναι το σχολείο για όσους μάχονται ενάντια στον ιμπεριαλισμό”. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του, οι μουσουλμανικές κοινωνίες όφειλαν να αναδιοργανωθούν εκ βάθρων στα πρότυπα της θεωρίας του Velayat-e-Faqih, μιας νεο-πλατωνικής διακυβέρνησης κάτω από την εποπτεία των “φωτισμένων” νομομαθών, προκειμένου να εκδιώξουν τους διεφθαρμένους ηγεμόνες τους και να διαρρήξουν τις σχέσεις εξάρτησης με τον ιμπεριαλισμό. Για τον Χομεϊνί, το Ισλάμ ήταν ένα πλήρες σύστημα που περιείχε συγκεκριμένες απαντήσεις αναφορικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας των μουσουλμάνων σε όλες τις εκφάνσεις του συλλογικού της βίου. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά σε μια από τις διαλέξεις που έδωσε στην εξορία, στο Κοράνι οι στίχοι που πραγματεύονται ζητήματα μιας γενικότερης ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων υπερτετρούν με μια αναλογία 100 προς 1 εκείνων των στίχων που έχουν απλώς στενό θρησκευτικό περιεχόμενο και αναφέρονται σε θέματα οργάνωσης της ισλαμικής λατρείας.

Ο θρίαμβος της θεοκρατίας στο Ιράν έβαλε φωτιά στη φαντασία των νεαρών Λιβανέζων ουλεμάδων (μορφωμένοι θρησκευτικοί λειτουργοί) που εκείνη την περίοδο επέστρεφαν μαζικά στον Λίβανο για να γλιτώσουν από τις διώξεις που είχε εξαπολύσει η στρατιωτική δικτατορία του Ιράκ εναντίον της ισλαμικής διανόησης. Το 1961 είχε επιστρέψει ο επιφανέστερος εκπρόσωπος αυτής της γενιάς των μεταρρυθμιστών κληρικών, ο Μούσα Σαντρ (Musa Sadr), για να αναλάβει τις τύχες της σιιτικής μειονότητας και να πετύχει την κοινωνική και πολιτισμική αναβάθμιση των ομοθρήσκων του. Οι υψηλοί δείκτες αναπαραγωγής των σιιτικών αγροτικών κοινοτήτων και η δημογραφική παρακμή των αστικοποιημένων σουνιτών, είχαν οδηγήσει στη ραγδαία δημογραφική αύξηση του σιιτικού πληθυσμού, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ανέτρεψε τις δημογραφικές ισορροπίες, προσπέρασε τους σουνίτες κι έγινε η κύρια συνιστώσα του μουσουλμανικού στοιχείου στον Λίβανο (ποσοστό περίπου 29%). Ο Μούσα βέβαια δεν ήταν οπαδός του Χομεϊνί. Περισσότερο επιθυμούσε να εκσυγχρονίσει τις παραδοσιοκρατικές δομές των υποβαθμισμένων σιιτικών κοινοτήτων της πόλης και της υπαίθρου. Ήθελε να εξαναγκάσει το λιβανέζικο κράτος να διαθέσει πόρους για την οικονομική ανάπτυξη των σιιτικών περιοχών και να διασφαλίσει ότι θα είχαν ισότιμη πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες όπως η δημόσια υγεία, η εκπαίδευση, κλπ. μέσα από μια διαδικασία συλλογικής κινητοποίησης των σιιτών που θα τους καθιστούσε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Ωστόσο, ο απώτερος στόχος του Σαντρ ήταν η μετατροπή του σιιτικού πληθυσμού σε σύγχρονους υπηκόους του Λιβανέζικου κράτους , όχι μια επαναστατική ρήξη με το σύστημα εξουσίας της χώρας.

Όταν ξέσπασε η Ισλαμική Επανάσταση, οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες του Σαντρ για μια ομαλή ενσωμάτωση των σιιτών προλετάριων στον λιβανέζικο κοινωνικό σχηματισμό είχαν ήδη αρχίσει να φανερώνουν τα όρια τους. Οι πόροι που διέθεσε το κράτος για την οικονομική ανάπτυξη του Νότου διοχετεύτηκαν μέσα από τα παραδοσιακά πελατειακά δίκτυα των εύπορων σιιτικών οικογενειών που εξακολουθούσαν να κατέχουν το μονοπώλιο της θεσμικής πολιτικής εκπροσώπησης. Το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων αντί να τροφοδοτήσει τον εκσυγχρονισμό της γεωργικής υποδομής των σιιτικών περιοχών, κατέληξε να γεμίσει τις τσέπες των τοπικών προυχόντων. Αλλά ούτε και στο πολιτικό επίπεδο μπόρεσε το κίνημα του Σαντρ να επιβάλει μια ουσιαστική αλλαγή. Οι εκατοντάδες χιλιάδες σιίτες οικονομικοί μετανάστες που κατέκλυζαν τις φτωχογειτονιές της πρωτεύουσας ήταν υποχρεωμένοι βάσει του σεχταριστικού εκλογικού νόμου να επιστρέφουν κάθε φορά στον τόπο καταγωγής τους προκειμένου να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα.

Οι άνθρωποι αυτοί, στην μεγάλη πλειοψηφία τους, δούλευαν είτε ως εργάτες στην μεγάλη βιομηχανία της χώρας (π.χ. καπνοβιομηχανία), ή σαν “μαύρο” εργατικό δυναμικό για τις μικρές, ημι-νόμιμες βιοτεχνίες (χαλιά, υποδήματα) που διατηρούσε στις φτωχογειτονιές το σουνιτικό κεφάλαιο. Το οικονομικό τους συμφέρον, καθώς και οι ανάγκες της καθημερινότητας, τους ωθούσαν να αναζητήσουν τρόπους για να εκπροσωπηθούν πολιτικά στη Βηρυτό, εκεί όπου βρίσκονταν όλα τα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Παρ’ όλα αυτά, το θρησκειοκεντρικό πολιτικό σύστημα τους υποχρέωνε να ταξιδέψουν δεκάδες χιλιόμετρα για να πάνε να ρίξουν την ψήφο τους υπέρ της μιας, ή της άλλης οικογένειας προυχόντων του Νότου, οι οποίοι δεν είχαν καμία επαφή με τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ψηφοφόρων της πρωτεύουσας. Οι περισσότεροι κάτοικοι του γκέτο άλλωστε, λόγω έλλειψης πόρων αλλά κι επειδή γνώριζαν από πρώτο χέρι τον αναποτελεσματικό χαρακτήρα της πολιτικής αντιπροσώπευσης, δεν έμπαιναν καν στον κόπο να πραγματοποιήσουν το μάταιο τούτο ταξίδι. Το αποκορύφωμα όμως της αποτυχίας του μεταρρυθμιστικού κινήματος του Σαντρ στάθηκε ένα δραματικό επεισόδιο που έλαβε χώρα στην Βηρυτό το 1976, δύο χρόνια πριν την πρώτη μαζική εισβολή του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο.

Ναμπάα

Το 1975 ξέσπασαν στον Λίβανο οι πρώτες εχθροπραξίες που σηματοδότησαν την έναρξη ενός πολυετούς και δολοφονικού εμφυλίου πολέμου. Από την μία πλευρά είχαν συνασπιστεί η ημι-φασιστική πολιτοφυλακή των χριστιανών Φαλαγγιτών και ο όχι και τόσο αξιόμαχος, τακτικός κυβερνητικός στρατός, που ελεγχόταν από την σουνιτική μειονότητα. Από την άλλη, είχαμε μια ετερόκλητη συμμαχία των φτωχών, που οι μετέπειτα ιστορικοί αποκάλεσαν “ισλαμο-προοδευτικό τόξο”. Σε αυτήν συμμετείχαν το ισχυρό ΚΚ Λιβάνου που πάλευε για την ολοσχερή κατάργηση του σεχταριστικού συστήματος και τον εκσυγχρονισμό των κρατικών θεσμών σε μια ενιαία εξισωτική βάση. Συμμετείχαν ακόμα οι πολυάριθμες, αλλά διασπασμένες ομάδες των οπαδών του παναραβικού σοσιαλισμού (Νασερικοί) και οι Παλαιστίνιοι μαχητές της ΟΑΠ που είχαν σημαντική παρουσία τόσο στον Νότο, όσο και στα γκέτο της Βηρυτού, όπου αναμειγνύονταν ελεύθερα με τους σιίτες προλετάριους. Η ΟΑΠ ήθελε να αποφύγει μια επανάληψη της καταστροφής του Μαύρου Σεπτέμβρη του 1970, όταν η συμφωνία που είχαν συνάψει με την μοναρχία για ουδετερότητα των Παλαιστίνιων στις ταξικές συγκρούσεις στο εσωτερικό της Ιορδανίας, οδήγησε την οργάνωση σε πολιτική απομόνωση και τελικά στον σφαγιασμό των μαχητών της από τον Βασιλιά Χουσεϊν.

Το Κίνημα των Στερημένων (Harakat al-Mahrumin) του Μούσα Σαντρ , ήταν ο τέταρτος πόλος του επαναστατικού συνασπισμού , αν και με κάποιον δισταγμό από πλευράς του σιίτη κληρικού, ο οποίος δεν εμπιστευόταν τους κομμουνιστές. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο Σαντρ βρέθηκε να παλεύει πλάι, πλάι με τους κομμουνιστές σχεδόν παρά τη θέληση του. Η ένταξη του στο “τόξο” ήταν πιο πολύ το αποτέλεσμα του αδιεξόδου στο οποίο είχαν περιέλθει οι προσπάθειες του να πετύχει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της σιιτικής μειονότητας με συμβατικά μέσα και λιγότερο είχε να κάνει με μια αφοσίωση από μέρους του στο ιδανικό της κοινωνικής χειραφέτησης που υποστήριζαν οι κομμουνιστές και οι Παλαιστίνιοι. Η παραδοσιακή αλληλεγγύη που έτρεφαν οι σιίτες για τους Παλαιστίνιους ήταν ένας ακόμη παράγοντας , που όμως αντισταθμιζόταν από τον φόβο του Σαντρ για τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να είχε μια άνευ όρων αλληλεγγύη με την ΟΑΠ για τον ευρύτερο πληθυσμό των ομοθρήσκων του.

Αρχικά, η επαναστατική συμμαχία κατήγαγε ορισμένες σημαντικές νίκες κι έμοιαζε ικανή να καταλάβει την εξουσία. Ωστόσο, το ορατό ενδεχόμενο αυτής της επικράτησης ενεργοποίησε τα συντηρητικά αντανακλαστικά του γίγαντα που καιροφυλακτούσε στα ανατολικά, της Συρίας. Το δικτατορικό καθεστώς του Χάφεζ αλ-Άσαντ δεν έβλεπε με καλό μάτι την ίδρυση μιας επαναστατικής δημοκρατίας στα σύνορα του. Μετά από μια τυπική “έκκληση” του Μαρωνίτη Προέδρου του Λιβάνου, Σουλειμάν Φράντζι (Suleiman Frangieh), τον Ιούνιο του 1976, 12.000 Σύροι στρατιώτες καθώς και μηχανοκίνητες μονάδες αναπτύχθηκαν μέσα στο έδαφος του Λιβάνου και ξεκίνησαν να επιχειρούν εναντίον των ακροαριστερών πολιτοφυλακών, την ίδια στιγμή που τα συριακά αεροσκάφη βομβάρδιζαν τις βάσεις της ΟΑΠ. Όταν οι χριστιανοί Φαλαγγίτες απέκτησαν και πάλι το πάνω χέρι μετά την επέμβαση της Συρίας, διέβλεψαν την ευκαιρία να λογαριαστούν μια και καλή με τους Παλαιστίνιους “ταραξίες” , που είχαν συμμαχήσει με τους κομμουνιστές και τώρα απειλούσαν να ανατρέψουν το σεχταριστικό οικοδόμημα που τόσο καλά τους είχε υπηρετήσει για χρόνια.

Στην Βηρυτό, οι Φαλαγγίτες ανέλαβαν να ενεργήσουν σαν εφεδρία στο έδαφος της συριακής αεροπορίας, η οποία στο μεταξύ σφυροκοπούσε τις περιοχές όπου διέμεναν οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες. Το καλοκαίρι του 1976, οι χριστιανοί περικύκλωσαν την παραγκούπολη της Ναμπάα, όπου οι μάζες των σιιτών ζούσαν ανακατεμένοι με τους πρόσφυγες και τους μαχητές της ΟΑΠ. Οι σιίτες που δεν διέθεταν ένοπλες ομάδες ή τον δικό τους μηχανισμό αυτοάμυνας, βρέθηκαν παγιδευμένοι και ανυπεράσπιστοι ανάμεσα σε δύο εμπόλεμες παρατάξεις. Μονάχα το ατομικό κύρος και οι αγωνιώδεις διπλωματικές προσπάθειες του Ιμάμη Σαντρ μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την ασφαλή διέλευση για τον άμαχο σιιτικό πληθυσμό. Οι Φαλαγγίτες επέτρεψαν στους σιίτες να διαφύγουν προτού το πυροβολικό τους, με τη συνδρομή των συριακών μαχητικών, κάνει σκόνη τη συνοικία τους και σφαγιάσει μέχρις ενός τους Παλαιστίνιους που έμειναν για ν’ αντισταθούν.

Οι σιίτες είχαν διασώσει τις ζωές, αλλά όχι τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Σαν να μην έφτανε αυτό, είχαν υποχρεωθεί να “πουλήσουν” τους Παλαιστίνιους συμμάχους τους και να τους αφήσουν να γίνουν κρέας για τα κανόνια της Φάλαγγας και της Συρίας. Η οδυνηρή εμπειρία της Ναμπάα έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην απόφαση που πήρε ο Σαντρ να συγκροτήσει το πρώτο ένοπλο σώμα που αποτελούνταν αποκλειστικά από σιίτες μαχητές κι έφερε την ονομασία ¨Αμάλ” (Ελπίδα, στα Αραβικά). Επέφερε όμως και την πρώτη ρήξη στο εσωτερικό του σιιτικού κινήματος διαμαρτυρίας ανάμεσα στους μετριοπαθείς, που υποστήριξαν την απόφαση του Σαντρ να αποχωρήσει από την πολιορκημένη Ναμπάα, και τους ανένδοτους φιλο-Παλαιστίνιους, που θεώρησαν την πράξη αυτή σαν προδοσία και σαν το πρώτο βήμα της ηγεσίας προς μια οριστική αποχώρηση από τον ισλαμο-προοδευτικό συνασπισμό. Για τον Σαντρ και τους οπαδούς του, οι Παλαιστίνιοι ήταν αναγκασμένοι από τις περιστάσεις να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Να νικήσουν ή να πεθάνουν, εφόσον ήταν ένας λαός χωρίς σπίτι, χωρίς πατρίδα που δεν είχε τίποτε δικό του. Οι σιίτες από την άλλη πλευρά, δεν είχαν λόγο να εγκλωβιστούν σε αυτό το υπαρξιακό δίλημμα του “όλα ή τίποτα”. Εκείνοι είχαν ένα κράτος και αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να διαχωρίσουν τις τύχες τους από αυτές των Παλαιστίνιων και να προσπαθήσουν να βελτιώσουν τη θέση τους μέσα σε αυτό.

Αντίθετα, για την νέα γενιά των κληρικών όπως ο Χουσείν Φαντλαλά (Hussein Fadlallah), ή ο μετέπειτα γενικός γραμματέας της Χεζμπολά, Αμπάς αλ-Μουζαουί (Abbas al-Musawi), το πρόβλημα δεν ήταν οι Παλαιστίνιοι και η δράση τους στα σύνορα με το Ισραήλ. Η παρουσία των εκτοπισμένων Παλαιστίνιων ήταν μόνο το σύμπτωμα ενός γενικότερου προβλήματος που δεν ήταν άλλο από την ύπαρξη του φιλοπόλεμου και επεκτατικού Εβραϊκού κράτους στα νότια σύνορα του Λιβάνου. Αν οι σιίτες επέλεγαν να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με τους Παλαιστίνιους προκειμένου να γίνουν αρεστοί στο Ισραήλ, το μόνο που θα κατάφερναν θα ήταν να χάσουν έναν πολύτιμο σύμμαχο για τον μελλοντικό πόλεμο εναντίον των Σιωνιστών που ήταν σίγουρο ότι θα ξεσπούσε. Το Ισραήλ εποφθαλμιούσε τις εύκρατες εκτάσεις του Νότου, έγραφε τότε ο Φαντλαλά. Η εκδήλωση μιας γενικής ισραηλινής επίθεσης με στόχο την προσάρτηση τους ήταν απλώς θέμα χρόνου. Επιπλέον, γι’ αυτή την νέα φρουρά ισλαμιστών διανοουμένων, η αφοσίωση στον Παλαιστινιακό αγώνα δεν ήταν μόνο θέμα μιας αφηρημένης θρησκευτικής αλληλεγγύης. Για τους περισσότερους τα αισθήματα αδελφοσύνης είχαν βιωματικό υπόβαθρο. Ο Μουζαουί στα 16 του, ταξίδεψε στην Συρία για να εκπαιδευτεί στις τεχνικές του ανταρτοπολέμου σε μια από τις βάσεις που διατηρούσε η ένοπλη παλαιστινιακή οργάνωση Φατάχ (Fatah) στη χώρα, ενώ ο Ιμάντ Μουγκνίγιε (Imad Mughniyeh), ένας από τους ικανότερους στρατηγούς που είχε ποτέ η Χεζμπολά στην τέχνη του ασύμμετρου πολέμου, απέκτησε τις πρώτες εμπειρίες του στο αντάρτικο όταν υπηρετούσε ως μέλος της προσωπικής φρουράς του Αραφάτ στον Λίβανο. Πριν ακόμα κι από την ανοιχτή διακήρυξη του στόχου της ίδρυσης ενός ισλαμικού κράτους, η αλληλεγγύη προς τους Παλαιστίνιους αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ιδεολογίας της ισλαμικής αντίστασης στον Λίβανο.

Αρχική εικόνα: Ο βομβαρδισμός της Βηρυττού απο τον ισραηλινό στρατό κατοχής, καλοκαίρι του 1982


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ