Του Julián Vadillo Muñoz

Ο συνδικαλισμός, νοούμενος ως ομάδα αντίστασης στο κεφάλαιο και υπεράσπισης των εργατικών συμφερόντων, είχε πολλές εκδηλώσεις και μορφές οργάνωσης. Ένας από τους πιο διαδεδομένους ήταν ο επαναστατικός συνδικαλισμός, ο οποίος, αν και το επίκεντρό του βρισκόταν στη Γαλλία το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, είχε σημαντική διάδοση σε πολλές χώρες, με την Ισπανία να είναι μια από τις θεμελιώδεις. Επιπλέον, στη βάση αυτού του επαναστατικού συνδικαλισμού, θα πραγματοποιηθεί η ανάπτυξη του αναρχοσυνδικαλισμού, η βάση του ισπανικού εργατικού κινήματος και άλλων ευρωπαϊκών περιβαλλόντων.

Η εμφάνιση αυτού του συνδικαλιστικού μοντέλου στη Γαλλία δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις συνέπειες της αποτυχίας και της καταστολής της Παρισινής Κομμούνας. Η δίωξη που υπέβαλε αρχικά η Γαλλική Τρίτη Δημοκρατία με οργανωμένο τρόπο απέτρεψε κάθε υπαινιγμό επαναστατικής αναδιοργάνωσης. Ακόμα κι έτσι, αυτό το εργατικό κίνημα συνέχισε να είναι παρόν σε διάφορες διατυπώσεις όπως το Γαλλικό Εργατικό Κόμμα (Parti Ouvrier Français) των Guesde και Lafargue, το Círculo de la Unión Sindical Obrera του Jean Barberet ή οι διαφορετικές ομάδες του μαρξισμού και του αναρχισμού που συνέχισαν να είναι παρώντες στη γαλλική κοινωνία μετά την Κομμούνα του Παρισιού.

Ωστόσο, η σταδιακή εδραίωση του γαλλικού δημοκρατικού μοντέλου συνοδεύτηκε από σοσιαλιστικές απαντήσεις στο καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο και τη γέννηση ενός νέου συνδικαλιστικού μοντέλου. Σε αυτό το πλαίσιο στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και της δεκαετίας του 1890, η φιγούρα του Fernand Pelloutier και η παρόρμηση της Ομοσπονδίας των Υποτροφιών  Εργασίας εμφανίστηκαν με δύναμη. Παρά το γεγονός ότι το μοντέλο οργάνωσης των Bourses du Travail ξεκίνησε στις ημέρες της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 και είχε μεταγενέστερες εκδηλώσεις όπως τα έργα De Molinari το 1845 ή εκείνα του Decoux κατά την Επανάσταση του 1848, θα ήταν η έργα που γεννήθηκαν στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα που κατάφεραν να εδραιωθούν.

Οι Bourses du Travail που προωθούνται από τον Pelloutier θα έχουν το βασικό χαρακτηριστικό της ανάπτυξης ενός συνδικαλιστικού μοντέλου ανεξάρτητου από οποιαδήποτε πολιτική οργάνωση, εμπεριέχοντας την επαναστατική παράδοση του γαλλικού εργατικού κινήματος, ειδικά του αναρχισμού στα δόγματά του. Αν και δεν δήλωναν ελευθεριακοί ως τέτοιοι, πολλά από τα μέλη και τους υποστηρικτές του υπερασπίστηκαν το ελευθεριακό μοντέλο ως στόχο. Επιπλέον, επέκριναν τον συνδικαλιστικό τρόπο που προωθήθηκε από κόμματα όπως το POF και την Ομοσπονδία Συνδικάτων και Εταιρικών Ομίλων της Γαλλίας.

Αν και η προέλευσή του κινήθηκε μεταξύ της επίσημης ομπρέλας και της εναλλακτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης, ο Pelloutier κατάφερε να δώσει στηνεργατική οργάνωση ένα οργανωτικό στοιχείο που σύντομα θα ήταν η πλειοψηφία στη γαλλική εργατική τάξη. Η δυναμική της ομοσπονδιακής οργάνωσης, όπου τα διάφορα τμήματα σε όλη την επικράτεια είχαν την αυτονομία τους, προσδίδοντας στον οργανισμό τους έναν φεντεραλισμό με ρίζες στον Προυντονισμό που ήταν πάντα πολύ στο γούστο των Γάλλων εργατών. Επιπλέον, η στρατηγική του για μια γενική απεργία βασιζόταν στις συνεισφορές προσωπικοτήτων όπως ο Tortelier, ο οποίος εισήγαγε επίσης στοιχεία όπως ο αγώνας για αξιοπρεπή στέγαση ή η κριτική του πατριωτισμού στον αγώνα.

Το μοντέλο των Bourses du Travail κατάφερε να τραβήξει την προσοχή του γαλλικού εργατικού κινήματος και σταδιακά κατέλαβε ισχυρούς εργατικούς τομείς, απορροφώντας ακόμη και την Ομοσπονδία Συνδικάτων και Εταιρικών Ομίλων της Γαλλίας. Αν το 1895 το μοντέλο Pelloutier είχε 34 τμήματα και 606 συνδικάτα, το 1900 υπήρχαν ήδη 57 τμήματα και 1065 συνδικάτα.

Παράλληλα με τη στρατηγική της εργατικής πάλης στους τομείς της εμφυτευτικής εργασίας, τα  Bourses du Travail ασχολήθηκαν και με την οδηγία του εργάτη, δημιουργώντας ένα Γραφείο Τοποθέτησης και Στατιστικής (ο κατάλογος των μελών του προσφέρθηκαν για να προσλάβουν οι εργοδότες συνδικαλιστικό προσωπικό) και η έννοια της αλληλεγγύης αναπτύχθηκε μέσω αντιστασιακών ταμείων που μπορούσαν να διατηρήσουν τις εργατικές διεκδικήσεις για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Ο συνεταιρισμός επίσης δεν πέρασε απαρατήρητος και ανέπτυξαν ένα μοντέλο συνεργασίας βασισμένο στην αλληλεγγύη πολύ μακριά από τον ρεφορμισμό άλλων προηγούμενων εργατών όπως ο Barberet.

Ωστόσο, οι πίνακες εργασίας είχαν μια πιο τοπική βάση, παρά την Ομοσπονδία με την οποία είχαν προικιστεί. Οι υπερασπιστές του επαναστατικού συνδικαλισμού θεώρησαν ότι ήταν απαραίτητο να αναπτυχθεί ένας γενικός οργανισμός σε όλη τη γαλλική επικράτεια. Σε αυτές τις γραμμές, και ακολουθώντας τις αρχές που είχε ήδη αναπτύξει ο Pelloutier, άνθρωποι πρώτης κατηγορίας όπως ο Émile Pouget ή ο George Yvetot άρχισαν να ξεχωρίζουν. Για αυτούς τους θεωρητικούς και τους ακτιβιστές του συνδικαλισμού, η βάση της οργάνωσης ήταν το σωματείο και από εκεί έπρεπε να αναπτύξουν την εργατική και επαναστατική τους αντίληψη. Η βάση αυτού του συνδικαλισμού έπρεπε να είναι απολιτική, αν και κάθε εργάτης μπορούσε να έχει τις ιδέες που του άρεσαν. Σε καμία περίπτωση η συνδικαλιστική δομή δεν έπρεπε να βρίσκεται υπό την εποπτεία ή τον έλεγχο ενός πολιτικού κόμματος, ακόμη κι αν ήταν σοσιαλιστικό.

Ο Émile Pouget περιέγραψε τις αρχές στις οποίες βασίστηκε ο επαναστατικός συνδικαλισμός:

α) Άμεση δράση: Εννοείται ως το αντίθετο της κατ’ εξουσιοδότηση δράσης, όπου οι εργαζόμενοι θα ασκούσαν απευθείας την εκπροσώπησή τους σε περίπτωση διαπραγμάτευσης με τον εργοδότη. Βασιζόταν στην αρχή της Πρώτης Διεθνούς «η χειραφέτηση των εργατών θα είναι έργο των ίδιων των εργατών».

β) Η απεργία: νοείται ως το καλύτερο όπλο των εργαζομένων. Η διακοπή της παραγωγής έδειχνε τη δύναμη του εργάτη και ήταν το καλύτερο μέτρο πίεσης κατά των εργοδοτών. Η απεργία ήταν η καλύτερη έκφραση της πάλης κεφαλαίου-εργασίας.

γ) Μποϊκοτάζ και ετικέτα: Όσες εταιρείες δεν συμμορφώνονταν με τις ελάχιστες προϋποθέσεις των εργασιακών δικαιωμάτων μπορούσαν να μποϊκοτάρονται ενώ όσες το έκαναν, μπορούσαν να επισημάνουν την συμμόρφωσή τους στα προϊόντα (ετικέτα) ώστε οι εργαζόμενοι να πάνε σε αυτήν.

δ) Σαμποτάζ: «Κακή αμοιβή, κακή δουλειά». Εάν το αφεντικό δεν ήταν σε θέση να εισαγάγει μέτρα βελτίωσης στους αγωνιζόμενους εργάτες, η παραγωγή θα μπορούσε να υπονομευτεί ως μέτρο πίεσης.

Με βάση αυτό το συνδικαλιστικό μοντέλο, η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας (CGT) γεννήθηκε στο συνέδριο της Λιμόζ το 1895, η οποία είχε μόνιμη επαφή και συμβίωση με την  Federación de Bolsas de Trabajo.

Ο Pouget, ο Yvetot, ο Griffuelhes ή ο Berth ήταν μερικοί από τους υποστηρικτές του. Ένας χαρακτήρας όπως ο George Sorel έδωσε επίσης δογματικές συνεισφορές σε αυτό το μοντέλο της ένωσης.

Η επιτυχία που επρόκειτο να αναπτυχθεί ο επαναστατικός συνδικαλισμός τα επόμενα χρόνια οδήγησε πολλούς πολιτικούς ηγέτες να ενταχθούν στις δομές του, κάτι που έγινε κατανοητό από πολλούς ως προσπάθεια ελέγχου της συνδικαλιστικής δομής από τα εργατικά κόμματα. Με βάση αυτό το ερώτημα, το Συνέδριο της Αμιένης του 1906 οδήγησε στη δημοσίευση ενός μανιφέστου, του Χάρτη της Αμιένης, το οποίο επικύρωνε τις βασικές αρχές αυτού του επαναστατικού συνδικαλισμού, αποστασιοποιώντας τη συνδικαλιστική δομή από κάθε πολιτική αστάθεια. Δεν απαγορευόταν η ένταξη μελών πολιτικών κομμάτων στις δομές του, αλλά απαγορευόταν η προσπάθειά τους να συμπαρασύρουν το σωματείο στην πολιτική.

Η CGT έγινε εκείνα τα χρόνια το συνδικαλιστικό μοντέλο που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η επιρροή τους προήλθε από τη γαλλική εργατική παράδοση αλλά και από τα δοχεία επικοινωνίας που είχαν μεταξύ άλλων με το ισπανικό εργατικό κίνημα. Από την πλευρά του, αυτό το επαναστατικό συνδικαλιστικό μοντέλο από την Αμιένη χρησίμευσε ως βάση για την ίδρυση στη Βαρκελώνη το 1907 της Solidaridad Obrera, του εμβρύου της μελλοντικής CNT.

Αν και η CGT διατήρησε αυτά τα ζητήματα για πολλά χρόνια, η αλήθεια είναι ότι οι δομές της άλλαξαν σταδιακά και τα διαφορετικά πολιτικά δόγματα προκαλούσαν νέες εσωτερικές συζητήσεις μέχρι την πλήρη κατάρρευση αυτού του οργάνου. Αν και η CGT παρέμενε, αλλά από τη δεκαετία του 1920 συνδέθηκε με το SFIO (Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς – το Σοσιαλιστικό Κόμμα -), στον πυρετό της Ρωσικής Επανάστασης και των συζητήσεων της Τρίτης Διεθνούς ανέδειξε την CGTU (Γενική Συνομοσπονδία Ενιαίας Εργασίας ). Η ελευθεριακή βάση, στην οποία γεννήθηκε η CGT το 1895, συνεχίστηκε με την ανάπτυξη του CGT-SR (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – Επαναστατικός Συνδικαλισμός) που είχε έναν από τους κύριους εκπροσώπους του στον Πιερ Μπεσνάρ κατά τη δεκαετία του 1930.

Ο επαναστατικός συνδικαλισμός ήταν η βάση πολλών έργων της εποχής, αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Αν και η βάση αυτού του συνδικαλιστικού μοντέλου πρέπει να αναζητηθεί στο ελευθεριακό όραμα της εργατικής τάξης, στην πραγματικότητα οι οργανώσεις του δεν δήλωναν αναρχικοί, παρά το γεγονός ότι πολλά από τα μέλη τους ήταν. Για το λόγο αυτό, ο επαναστατικός συνδικαλισμός πρέπει να διακρίνεται από τα άλλα συνδικαλιστικά μοντέλα. Ο αναρχοσυνδικαλισμός, για παράδειγμα, γεννήθηκε ή αναπτύχθηκε χρόνια αργότερα, και στην οργανωτική βάση αυτού του επαναστατικού συνδικαλισμού έθεσε το έργο των συνδικάτων ως στόχο σε μια ελευθεριακή κοινωνία. Η CNT ήταν η τέλεια εξέλιξη από τον επαναστατικό συνδικαλισμό στον αναρχοσυνδικαλισμό. Από την πλευρά του, πολύ πιο δογματικός ήταν ο αναρχικός συνδικαλισμός, όπου σε ομοσπονδιακή βάση, η συμμετοχή περιοριζόταν σε εργαζόμενους με ελευθεριακές ιδέες. Το καλύτερο παράδειγμα αυτού του συνδικαλιστικού μοντέλου ήταν η FORA (Περιφερειακή Ομοσπονδία Εργαζομένων Αργεντινής), η οποία διατήρησε έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1930.

πηγή: https://kaosenlared.net/el-sindicalismo-revolucionario/


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ