Για μια πολιτική οικονομία της ρωσικής εισβολής

“Κανένα είδος φιλοσοφίας της ιστορίας, είτε Σλαβόφιλη ή Δυτικόφιλη, δεν έχει λύσει ακόμα το αίνιγμα πώς ένας λαός που είναι τόσο εχθρικός προς την κρατική αρχή δημιούργησε ένα τόσο τεράστιο και ισχυρό κράτος, γιατί ένας τόσο αναρχικός λαός είναι τόσο πειθήνιος στην γραφειοκρατία, γιατί ένας λαός με ελεύθερο πνεύμα δεν επιθυμεί μιαν ελεύθερη ζωή;”.

N.A. Berdyaev, Η Ψυχή της Ρωσίας

Όλοι γνωρίζουμε ότι την δεκαετία του 90 η ρωσική κοινωνία υποβλήθηκε σ’ ένα ιδιαίτερα οδυνηρό κοινωνικό πείραμα. Εκεί, μετά το συστηματικό ξήλωμα από-τα-πάνω της υποδομής πάνω στην οποία είχε οικοδομήσει την πνιγηρή κυριαρχία του το σοβιετικό κράτος, δημιουργήθηκε μια πρωτόλεια “φυσική κατάσταση” της κοινωνίας. Μια νεοφιλελεύθερη φαντασίωση όπου οι άνθρωποι απαλλάχτηκαν από την ασφυκτική κηδεμονία της κρατικής γραφειοκρατίας, μόνο και μόνο για να ριχτούν σε έναν ανελέητο αγώνα για την επιβίωση, ο ένας ενάντια στον άλλον. Σύμφωνα με τους κανόνες της μεταφυσικής του νεοφιλελευθερισμού, δεν άργησαν να εμφανιστούν επιτήδειοι που μέσα σε μια νύχτα ίδρυσαν ιδιωτικές επιχειρήσεις, τράπεζες και τηλεοπτικά κανάλια και αποτέλεσαν το πρόπλασμα της νέας μεγαλοκαπιταλιστικής τάξης της Ρωσίας. Οι άνθρωποι αυτοί αρέσκονται να εξηγούν την μετεωρική άνοδο τους στις νεοσύστατες κοινωνικές ιεραρχίες του καπιταλισμού , κάνοντας λόγο για τα “ιδιαίτερα χαρίσματα” τους. Την ανώτερη ευφυΐα τους σε σύγκριση με τις αξιολύπητες “μάζες” και την δημιουργική ανησυχία που τους χαρακτηρίζει, η οποία τους επέτρεψε να αναδειχτούν σε ηγετικές φυσιογνωμίες της μετάβασης απ’ το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο.i

Πολλοί από αυτούς εξαγόρασαν για ψίχουλα γιγάντια εργοστασιακά συμπλέγματα που προηγουμένως ανήκαν στο κράτος. Τα εργοστάσια αυτά συνέχιζαν να παράγουν έναν τεράστιο όγκο βιομηχανικών πρώτων υλών (π.χ. χάλυβας, αλουμίνιο, κλπ) χωρίς να έχουν πια που να τις διαθέσουν , ενώ οι χιλιάδες εργάτες δεν γνώριζαν πότε και από ποιον θα λάβουν τον επόμενο μισθό τους. Η μόνη δέσμευση που ανέλαβαν οι καινούριοι αινιγματικοί ιδιοκτήτες ήταν η συνέχιση της παραγωγής που ιδανικά θα σήμαινε και την διατήρηση των θέσεων εργασίας. Ωστόσο, αυτή ήταν μια υπόσχεση που γρήγορα λησμόνησαν, όταν προχώρησαν σε μαζικές απολύσεις και μειώσεις μισθών για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα των εργοστασίων “τους”. Κάποιοι άλλοι “αυτοδημιούργητοι επιχειρηματίες” έστησαν περίτεχνα κόλπα για να εξαπατήσουν τον μέσο Ρώσο και να σφετεριστούν το ατομικό μερίδιο ονομαστικού πλούτου που του/της αναλογούσε μετά την διαδικασία βίαιης απαλλοτρίωσης της σοβιετικής κρατικής περιουσίας από τους ιδιώτες που εγκαινίασε ο υπουργός οικονομικών Τσουμπάις.

Εν ολίγοις, οι αδίστακτοι αυτοί ήρωες του νεοφιλελευθερισμού (Μπερεζόφσκι, Γκουζίνσκι, Τσερνόυ, Χοντορκόφκι, Αμπράμοβιτς, κλπ) έφτιαξαν τις αμύθητες περιουσίες τους πατώντας πάνω στον λαιμό των μισθωτών και των συνταξιούχων της ρωσικής κοινωνίας. Και φυσικά, η θεσμοποίηση του κοινωνικού κανιβαλισμού στην Ρωσία χρηματοδοτήθηκε παρασκηνιακά απ’ το δυτικό τραπεζιτικό κεφάλαιο, που σε ανύποπτο χρόνο και υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, ενέκρινε με διαδικασίες fast-track τα πρώτα δάνεια για τους ένδοξους σαλταδόρους-καπιταλιστές της Ρωσίας.ii Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι στην Ρωσία, μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, επικράτησε αυτό που ο μπαρμπα-Μπακούνιν είχε περιγράψει σαν την πιο πλήρη “αναρχία” του laissez faire. Εκείνη την κίβδηλη αναρχία της αστικής τάξης που συνιστούσε ολόκληρη την “κοινωνική της οικονομία”, την “πραγματική βάση της πολιτικής της ύπαρξης”. Η αστική τάξη όμως “αγαπά την αναρχία αυτή μόνο για τον εαυτό της και υπό τον όρο ότι οι μάζες, ‘που παραείναι αμαθείς για να την χαρούν δίχως να της κάνουν κατάχρηση’, θα μένουν υποταγμένες στην πιο στυγνή πειθαρχία του κράτους”.iii

Η κλοπή της δημόσιας περιουσίας συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς και μετά την συντριβή του αντιμεταρρυθμιστικού μαζικού κινήματος του 1993 από τον στρατό που υποστήριξε το προεδρικό πραξικόπημα του Γέλτσιν.iv Στο τέλος αυτής της διαδικασίας το 75% μιας από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου βρέθηκε να είναι ιδιοκτησία ενός κλειστού κλαμπ εκατό πάνω κάτω, πανίσχυρων μεγαλοκαπιταλιστών που ανέλαβαν να επανεκκινήσουν την οικονομία της οποίας τα δίκτυα παραγωγής και διανομής είχαν υποστεί ολοκληρωτική καθίζηση. Από την μεριά τους, οι ολιγάρχες πραγματοποίησαν γρήγορα την μετάβαση από το βιομηχανικό στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Με τον πλούτο που συσσώρευσαν από τα κλεμμένα εργοστάσια ίδρυσαν ιδιωτικές τράπεζες κι έγιναν πιστωτές της κυβέρνησης, εξασφαλίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι η πολιτική εξουσία θα συνέχιζε να υπηρετεί με δουλοπρέπεια τα οικονομικά και ταξικά συμφέροντα τους. Την ώρα που οι πλουτοκράτες αγόραζαν πολυτελή ακίνητα στο κέντρο του Λονδίνου κι έκαναν τις διακοπές τους στο Μονακό, σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Ρωσίας ζούσε κάτω απ’ το όριο της φτώχειας, από 2% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό την σοβιετική περίοδο. Οι τιμές βασικών διατροφικών προϊόντων είχαν σημειώσει κερδοσκοπική άνοδο μέχρι και 300% και το φάσμα της πείνας ελλόχευε απειλητικό για μια μεγάλη μερίδα των Ρώσων προλετάριων.v

Έχοντας γνωρίσει ταπεινωτική ήττα κατά τη διάρκεια του πρώτου πολέμου της ανεξαρτησίας της Τσετσενίας και μπροστά στη γενικευμένη κοινωνική αποσύνθεση, με τους ιδιωτικούς στρατούς των κεφαλαιούχων και του οργανωμένου εγκλήματος (αν έχουν κάποια διαφορά μεταξύ τους) να ανταγωνίζονται ανοιχτά την αστυνομία στους δρόμους για το μονοπώλιο της βίας, η πολιτική ελίτ κατάλαβε ότι είχε απελευθερώσει δυνάμεις τις οποίες δεν μπορούσε να ελέγξει και απειλούσαν να παρασύρουν και την ίδια στην αυτοκαταστροφική τους περιδίνηση. Η θέση μου είναι ότι ο πουτινισμός αποτέλεσε εν μέρει την συντονισμένη αντίδραση που εκδήλωσαν τα κέντρα της θεσμισμένης πολιτικής εξουσίας στην καρκινωματική επίδραση των ολιγαρχών, τόσο ως προς τις κοινωνικές ομάδες που λειτουργούν σαν υλική βάση υποστήριξης της κρατικής μορφής, όσο και στην επιθετική διεκδίκηση από μέρους των κλεπτοκρατών ενός ολοένα μεγαλύτερου μεριδίου αυτής της εξουσίας.

Το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα στην Ρωσία

Οι ορκισμένοι εχθροί του ρωσικού καθεστώτος βέβαια αμφισβητούν ότι η άνοδος του Πούτιν στην εξουσία σηματοδοτεί κάποια ρήξη με την περίοδο διακυβέρνησης του Γιέλτσιν. Διατείνονται ότι ο πουτινισμός δεν είναι παρά η πολιτική έκφραση του ισχυρού κράτους για το οποίο μιλά ο Μπακούνιν στο απόσπασμα που παρέθεσα προηγουμένως. Συμβολίζει την οπλισμένη μέχρι τα δόντια μπουρζουαζία που περιφρουρεί τα ταξικά προνόμια της και παγιώνει τη θέση της στις κοινωνικές ιεραρχίες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του χάους που επικράτησε στη δεκαετία του 90.vi Έχω την άποψη ότι με αυτό το θεωρητικό σχήμα, οι χορτασμένοι γκουρού της ακαδημαϊκής αριστεράς στην Δύση κάνουν ότι μπορούν για να δώσουν άφεση στις εργαζόμενες μάζες της Ρωσίας για τα “αμαρτήματα” τους. Πείθουν τον εαυτό τους ότι οι πληβείοι δεν γίνεται να στηρίζουν τον μιλιταρισμό του καθεστώτος, ούτε φέρουν κάποια ευθύνη για την έλευση του “τέρατος” στην εξουσία. Στην πραγματικότητα, οι αριθμοί αφηγούνται μια πολύ διαφορετική ιστορία.

Από το 40% στα μέσα της καταστροφικής δεκαετίας του ’90 και το 30% στις αρχές του 2000, το ποσοστό της φτώχειας στην Ρωσία σήμερα βρίσκεται στο 13%, ενώ τα ποσοστά της ακραίας φτώχειας είναι σχεδόν μηδενικά. Μια εξέλιξη που υποχρέωσε ακόμα και μια συντηρητική δεξαμενή σκέψης στις ΗΠΑ, το ινστιτούτο Brokins, να συμπεράνει ότι σε ότι αφορά την ρωσική περίπτωση “η ανάπτυξη πράγματι μειώνει την φτώχεια”.vii Εκτός λοιπόν από την διατήρηση των κεκτημένων της νεοαστικής τάξης, ο πουτινισμός είχε σαν αποτέλεσμα την μερική βελτίωση των συνθηκών ζωής μιας υπολογίσιμης μερίδας των πληβειακών στρωμάτων, κάτι που έγινε δυνατό μέσα από την μεγαλύτερη ανάμειξη του κράτους στη σφαίρα της οικονομίας και της παραγωγής. Πάρθηκαν μέτρα για την επιβολή προστατευτικών δασμών σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, ενώ στο εσωτερικό δρομολογήθηκε η σταδιακή συγκέντρωση της παραγωγής με την ενσωμάτωση εκατοντάδων μεμονωμένων και διάσπαρτων ιδιωτικών επιχειρήσεων σε καθετοποιημένες κρατικές δομές που μπόρεσαν με αυτόν τον τρόπο να καθορίσουν το συνολικό επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας σε στρατηγικής σημασίας παραγωγικούς κλάδους. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο βιομηχανικός γίγαντας Rostec που δημιουργήθηκε το 2007, μέσα από μια από-τα-πάνω συντονισμένη διαδικασία συγχωνεύσεων κι εξαγορών πολλών μικρότερων επιχειρήσεων (ο συνολικός αριθμός είναι κοντά στις 500!), οι οποίες σε γενικές γραμμές δραστηριοποιούνταν σε τομείς που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την αμυντική βιομηχανία της χώρας (από την αεροδιαστημική και τις τηλεπικοινωνίες, μέχρι τα καλάσνικοφ και τα φορτηγά Kamaz).viii Η εταιρεία που δημιουργήθηκε ουσιαστικά διευθύνει μονοπωλιακά τον τομέα της βιομηχανίας όπλων στην Ρωσία και απασχολεί κοντά στα δυόμιση εκατομμύρια εργαζόμενους, οι οποίοι αποτελούν μια από τις πιο αφοσιωμένες και σταθερές κοινωνικές βάσεις υποστήριξης του καθεστώτος. Το ανησυχητικό σε αυτή την καισαρική μορφή διαχείρισης της κρατικής μηχανής είναι ότι οι εργαζόμενοι π.χ. στην βιομηχανία όπλων, δεν χρησιμοποιούν τα συνδικαλιστικά τους όργανα για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα τους, αλλά προσβλέπουν σε μια απευθείας, αδιαμεσολάβητη σχέση με τον εκάστοτε διευθυντή της μίας ή της άλλης κρατικής επιχείρησης , ο οποίος μέσα σε αυτό το σύστημα πατρωνίας θεωρείται πως είναι “προσωπικά” υπεύθυνος για την ευημερία των υπαλλήλων “του”. Σε άλλους τομείς της οικονομίας βέβαια, π.χ. εκείνους που ασχολούνται με την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, οι τυπικές δομές της ελεύθερης αγοράς παραμένουν ανέπαφες και η ανάμειξη του κράτους περιορίζεται στον ρόλο του εγγυητή του θεσμικού πλαισίου, όπως ορίζουν τα γενικότερα πρότυπα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Αυτό είναι το νόημα που έχει η “μεικτή οικονομία” στην Ρωσία σήμερα.

Συνηθίζουμε να λέμε ότι το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα είναι υπεύθυνο για τους πολέμους που εξαπολύουν οι ΗΠΑ ανά τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να κάνουμε ποτέ τον κόπο να διασαφηνίζουμε το νόημα αυτής της διαπίστωσης. Προς αυτή την κατεύθυνση, αρκεί νομίζω να παρατηρήσουμε ότι το σύνολο της “αμυντικής” βιομηχανίας στις ΗΠΑ είναι ιδιωτική, επομένως ο πόλεμος δεν εκλαμβάνεται ως μια καταστροφή που το κράτος θα έπρεπε να προσπαθεί να αποφύγει, αλλά μια μεθοριακή κατάσταση που πρέπει να υφίσταται σε μόνιμη βάση, ώστε η ζήτηση για τα προϊόντα των μεγάλων κατασκευαστών όπλων να παραμένει πάντα σε υψηλά επίπεδα. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος στις διεθνείς αγορές όπλων, με πωλήσεις που φτάνουν το δυσθεώρητο ποσό των 103 δισ. δολαρίων, ο μεγαλύτερος χρηματοδότης και πελάτης της βιομηχανίας όπλων είναι παρ’ όλα αυτά το ίδιο το Πεντάγωνο, με παραγγελίες και αναθέσεις ύψους 182 δισ.!ix Για να το πούμε διαφορετικά, το αμερικανικό κράτος είναι αναγκασμένο να διεξάγει αδιάκοπα πολεμικές επιχειρήσεις για να εξασφαλίζει ζωτικότητα και ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης για αυτό το τεράστιο και νευραλγικής σημασίας κομμάτι του αμερικανικού καπιταλισμού.

Από την άλλη, οι παραγγελίες από τρίτες χώρες και οι πωλήσεις στις διεθνείς αγορές εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια πηγή εισοδημάτων για την ρωσική πολεμική βιομηχανία (15 δισ.). Είναι γεγονός ότι πριν απ’ τον πόλεμο, η ρωσική κυβέρνηση είχε ανακοινώσει την έναρξη ενός προγράμματος κρατικών επενδύσεων ύψους 700 δισ. ρουβλίων (περίπου 11 δισ δολάρια) σε βάθος δέκα χρόνων, με σκοπό τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων οπλικών συστημάτων και την επέκταση της παραγωγής σε νέους τομείς έρευνας και στρατιωτικής τεχνολογίας.x Εντούτοις, αν αυτές οι μακροχρόνιες πιστώσεις θα μπορούσαν να είναι ο προάγγελος για τη δημιουργία μιας οικονομίας πολέμου στην Ρωσία, η πολιτική αυτή εμπεριέχει μια αντίφαση, στον βαθμό που το ρωσικό κράτος χάνει τεράστια εισοδήματα απ’ τον ίδιο τον πόλεμο, εφόσον οι τόνοι πολεμικού υλικού που ξοδεύονται στην Ουκρανία θα μπορούσαν να είχαν πουληθεί σε τρίτες χώρες γεμίζοντας τα κρατικά ταμεία με δισεκατομμύρια δολάρια. Από αυτή την άποψη, ο πόλεμος δεν φαίνεται να μπορεί να λειτουργήσει σε μια μόνιμη βάση ως ατμομηχανή για την ανάπτυξη του ρωσικού καπιταλισμού. Είναι απλώς “bad business”, όπως θα έλεγαν και οι πρώτοι διδάξαντες Αμερικανοί. Και φυσικά, το εγχείρημα της δημιουργίας μιας πολεμικής καπιταλιστικής οικονομίας φαντάζει ακόμα πιο εύθραυστο, από την στιγμή που χιλιάδες νεαροί προλετάριοι επιστρατεύτηκαν για να σταλούν στα αιματοβαμμένα πεδία μαχών της Ουκρανίας, όπου κάθε μέρα κινδυνεύουν να σφαγιαστούν.

Όπως και να’ χει, η δομική ανάγκη που προέκυψε για την αναστροφή των χαοτικών ιδιωτικοποιήσεων και την ανάκτηση ενός μέρους της δημόσιας περιουσίας που είχαν κλέψει οι ολιγάρχες, έλαβε την ρωσική οικονομία σε φορά αντίθετη προς την κατεύθυνση που κινούνταν το σύστημα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στους κόλπους της υπερεθνικής ελίτ. Κάτι που αποτυπώθηκε και στην αγανάκτηση με την οποία αντέδρασαν τα μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης στα νέα της φυλάκισης του διεφθαρμένου διευθύνοντα συμβούλου της εταιρείας πετρελαίου Yucos, Χοντορκόσφκι. Έφτασαν μάλιστα να κατηγορήσουν την νέα κυβέρνηση για “αντισημιτισμό”, λες κι ένας μεγαλοκαπιταλιστής δεν θα πρέπει να πληρώνει φόρους αν τυχαίνει να είναι εβραϊκής καταγωγής.xi

Τα όρια της διεθνοποίησης

Ο άλλος παράγοντας που έβαλε την Ρωσία σε τροχιά σύγκρουσης με τον δυτικό καπιταλισμό είναι η αδυναμία της ρωσικής ελίτ να χρησιμοποιήσει τους πόρους που συγκέντρωσε μέσα απ’ την άγρια πρωταρχική συσσώρευση της δεκαετίας του ’90, ως όπλο για να ανταπεξέλθει στον ανελέητο ανταγωνισμό του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η νέα καπιταλιστική Ρωσία αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως μια χώρα που έχασε τον πόλεμο και λιγότερο σαν μια κοινωνία με την οποία οι καπιταλιστικές μητροπόλεις θα μπορούσαν να συνεργαστούν και να συνυπάρξουν ειρηνικά. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι στην περίπτωση της μετασοβιετικής Ρωσίας , οι νεοφιλελεύθερες ελίτ της Ε.Ε. πέταξαν στα σκουπίδια ολόκληρη την οικονομιστική μυθολογία πάνω στην οποία έχουν χτίσει την κοσμοθεωρία τους. Πράγματι, το δόγμα της “απεξάρτησης” από το ρωσικό φυσικό αέριο, που έλκει την καταγωγή του από κέντρα εξουσίας τα οποία βρίσκονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι ανορθολογικό με τη στενή τεχνοοικονομική έννοια, εφόσον η πρόσβαση σε φτηνή ενέργεια σημαίνει καλύτερες προϋποθέσεις για “ανάπτυξη” για τις καπιταλιστικές οικονομίες της Ευρώπης.

Εκτός αυτού, η επιλογή μιας σκληρής, συγκρουσιακής γραμμής με την Ρωσία είναι αντίθετη προς το πιο θεμελιώδες αξίωμα του πολιτικού φαντασιακού της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Την αντίληψη ότι το εμπόριο και η σύσφιξη των οικονομικών σχέσεων συγκροτούν την υλική βάση για μια διαρκή ειρήνη μεταξύ των κρατών. Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν στην διαπίστωση ότι ο ρωσικός καπιταλισμός έχει εξοστρακιστεί οριστικά από τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς και δεν μπορεί να υπολογίζει στην προστασία των βασικών θεσμών της υπερεθνικής, καπιταλιστικής διακυβέρνησης για την μακροημέρευση του (ΔΝΤ, ΠΟΕ, ΕΕ, G7). Η κυβέρνηση του Πούτιν έχρισε το κρατικό μονοπώλιο φυσικού αερίου (Gazprom) ως ατμομηχανή του εξωστρεφούς μοντέλου ανάπτυξης της Ρωσίας, όμως προτού μπορέσει να δρέψει τους καρπούς αυτής της οικονομικής στρατηγικής, η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές ενέργειας απαγορεύτηκε στον ρωσικό γίγαντα.

Ομολογώ ότι δεν πιστεύω στην ύπαρξη ενός, δύο ή πολλών καπιταλισμών που αναπτύσσονται με διαφορετικό τρόπο και μπορούν να συνυπάρξουν ειρηνικά για καιρό ο ένας δίπλα με τον άλλον, σαν σε δύο παράλληλα σύμπαντα. Ότι βρίσκεται στην περιφέρεια του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς υπόκειται στην αδιαφιλονίκητη βαρυτική έλξη των θεσμών του μεγαλύτερου μηχανισμού παραγωγής πλούτου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να απορροφηθεί κι ετεροκαθορίζεται από αυτόν. Και όποια οικονομία βρίσκεται μέσα σε αυτό το σύστημα, παίρνει μοιρολατρικά τη θέση που της αναλογεί στον διεθνοποιημένο καταμερισμό της εργασίας που επιβάλουν οι άτυπες ιεραρχίες της παγκοσμιοποίησης. Μια αναδρομή στην ταξική εμπειρία των προλετάριων στον ελλαδικό χώρο την ταραχώδη περίοδο 2010-2015, θα μας πείσει ότι καμία παρέκκλιση δεν είναι δυνατή και καμία ανυπακοή δεν θα γίνει ανεκτή μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του υφιστάμενου πολιτικοοικονομικού συστήματος. Αργά ή γρήγορα , αυτοί που ενδημούν στις παρυφές της παγκόσμιας οικονομίας θα αισθανθούν την συντριπτική πίεση για να ενταχτούν σε ένα σύστημα μέσα στο οποίο η υπερεθνική ελίτ των ανεπτυγμένων οικονομιών της Δύσης έχει εγκαταστήσει ένα ουσιαστικό μονοπώλιο ισχύος, ιδιαίτερα στους τομείς της εταιρικής διακυβέρνησης, της τεχνογνωσίας, της εφαρμοσμένης έρευνας και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Ρωτήστε καλύτερα τον Καντάφι που τη δεκαετία του ’60 ξεκίνησε να φτιάξει έναν σοσιαλιστικό παράδεισο στην Λιβύη με τα λεφτά απ’ το πετρέλαιο, αλλά τελικά βρέθηκε ανασκολοπισμένος και με κομμένο το αυτί του, που διακόσμησε θαυμάσια το γιαταγάνι ενός απ’ τους φανατικούς ισλαμιστές που τον δολοφόνησαν έξω απ’ την πόλη της Σίρτης.xii Ή τον Άσαντ που διαμαρτύρεται για την εξέγερση που “υποδαύλισαν οι ιμπεριαλιστές εναντίον του”, ενώ η αλήθεια είναι πως το έδαφος για τις εξεγερσιακές διαδικασίες μέσα στη Συρία στρώθηκε από τη στροφή που πραγματοποίησε τα τελευταία χρόνια το ίδιο το καθεστώς, στην προσπάθεια του να προσελκύσει “επενδύσεις”.xiii Η αποκοπή της Ρωσίας απ’ τις διεθνείς αγορές την υποχρεώνει να επανακάμψει σε μια εθνοκεντρική καπιταλιστική οικονομία και από αυτό το γεγονός εκπορεύεται και η ανάγκη για ανασύσταση μιας σφαίρας επιρροής για τα συμφέροντα των Ρώσων καπιταλιστών. Στην προηγούμενη φάση διεθνοποίησης και ανοίγματος της ρωσικής οικονομίας, η Gazprom βρέθηκε στην εμπροσθοφυλακή της αναπτυξιακής στρατηγικής του καθεστώτος. Στην φάση που βρισκόμαστε σήμερα, αυτός ο ρόλος της εμπροσθοφυλακής του ρωσικού καπιταλισμού έχει ανατεθεί στην Wagner PMC. Αρκεί εδώ να παρατηρήσουμε ότι ο εταιρικός στρατός της Wagner δεν πολεμάει μόνο στην Ουκρανία. Έχει παρουσία τόσο στην Συρία και την Λιβύη, όπου βοήθησε να αποκρουστεί η άνοδος των ισλαμικών πολιτοφυλακών στην εξουσία, όσο και στην κεντρική Αφρική, όπου αποτελεί την αιχμή του δόρατος της γεωπολιτικής επιρροής που αρχίζει να εδραιώνει το ρωσικό κράτος στην περιοχή σε βάρος της παλιάς αποικιοκρατικής δύναμης , Γαλλίας.xiv

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επέμβαση των Ρώσων αλεξιπτωτιστών στο Καζακστάν με σκοπό την ανόρθωση της εξουσίας ενός καθεστώτος που παρέπαιε κάτω απ’ την πίεση της λαϊκής δυσαρέσκειας, εντάσσεται στην γενικότερη αυτή στρατηγική της ανασύστασης του ρωσικού στρατηγικού χώρου που εκφράζεται μέσα από το πρόταγμα ενός ευρασιατικού μεγαλοϊδεατισμού. Στην περίπτωση αυτή όμως, η Ρωσία προβάλλει ως η εγγυήτρια δύναμη για τη συνέχιση μιας διαδικασίας περαιτέρω υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών στρωμάτων της χώρας. Από αυτή την άποψη, το ευρασιατικό ιδεολόγημα του ρωσικού καθεστώτος εμπεριέχει στον πυρήνα του φαντασιακές σημασίες αντίθετες από αυτές που ασπάζεται ο πουτινισμός στο εσωτερικό της Ρωσίας, αποτελεί τον έτερο πόλο της διαλεκτικής του εξέλιξης.

Κι εξηγούμαστε: Το κοινωνικό μπλοκ που έφερε τον πουτινισμό στην εξουσία είχε σαν σημείο αναφοράς για τη συγκρότηση της πολιτικής του ταυτότητας, την αποφυγή των καπιταλιστικών υπερβάσεων της δεκαετίας του ’90. Αυτό σήμαινε ότι ο πουτινισμός θα επωμιζόταν το καθήκον να διασφαλίσει τις συνθήκες για την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος της οικονομίας της αγοράς στην μετασοβιετική εποχή, αλλά παράλληλα θα έπαιρνε μέτρα για την άμβλυνση των ανισοτήτων και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής γενικότερα. Με άλλα λόγια, όπως είδαμε και στην προηγούμενη ενότητα, έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα ιδιαίτερο μοντέλο μεικτής οικονομίας με σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία που προϋποθέτει, σε τελική ανάλυση, την κοινωνική συνθηκολόγηση, μια διαρκή ειρήνευση ανάμεσα στις τάξεις. Σε αυτή την περίπτωση, ο κοινωνικός ανταγωνισμός, που αποτελεί δομικό στοιχείο για όλες τις ετερόνομες κοινωνικές ολότητες, αναστέλλεται επ’ αόριστο με αντάλλαγμα κάποιες μικρές παραχωρήσεις για τα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα. Τα συλλογικά όργανα και οι φαντασιακές σημασίες της ταξικής αυτοδιάθεσης του προλεταριάτου εξαϋλώνονται και υποχωρούν μπροστά σε ένα αφηρημένο “γενικό καλό”, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι καπιταλιστές και όπου ο καθένας γνωρίζει τη θέση του κι εκπληρώνει πρόθυμα τον ρόλο που έχει στην κοινωνική ιεραρχία.

Παρ’ όλα αυτά, η λυκοσυμμαχία αυτή ανάμεσα σε Κράτος και κεφάλαιο είναι υποχρεωμένη πάντοτε να ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί. Αν το Κράτος βαρύνει υπερβολικά τους καπιταλιστές με κανονισμούς για την προστασία του περιβάλλοντος, της εργασίας και φόρους υπέρ των αδυνάτων, τότε διατρέχει τον κίνδυνο να βρεθεί μπροστά σε μια άτακτη φυγή κεφαλαίου, ή να προκαλέσει την εμφάνιση στασιμοπληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία. Από την άλλη, αν δεν κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά, αργά ή γρήγορα η πολιτική εξουσία θα χάσει το όποιο στοιχείο αυτονομίας έχει έναντι της οικονομικής και θα καταλήξει εντελώς υποταγμένη σ’ αυτήν. Η μόνη διέξοδος απ’ αυτήν την δομική αντινομία είναι η φυγή προς τα εμπρός διαμέσου μιας πολιτικής επέκτασης της γεωπολιτικής ισχύος του Κράτους. Με αυτόν τον τρόπο, οι αντιφάσεις του ρωσικού καπιταλισμού μεταφυτεύονται στις υποτελείς οικονομίες της περιφέρειας, την ώρα που στην μητροπολιτική Ρωσία το μοντέλο συσσώρευσης παραμένει ίδιο. Η οικονομία μπορεί να κινείται με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, χωρίς παράλληλα να πλήττονται οι μηχανισμοί που συντελούν στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εντός των ορίων του ρωσικού κράτους.

Σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση, ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της ρωσικής εκστρατείας στην Ουκρανία εμφανίζεται μάλλον ως αυτονόητος. Εντούτοις εδώ υπάρχει ένα ζήτημα. Ο νεο-ιμπεριαλισμός προϋποθέτει μια θεσμικά κατοχυρωμένη ετερογένεια ανάμεσα στο καθεστώς που ισχύει στην μητρόπολη από την μία, και τις περιοχές της περιφέρειας, από την άλλη. Προϋποθέτει δηλαδή διαφορετικές βαθμίδες οικονομικής εκμετάλλευσης των προλετάριων, που με τη σειρά τους αντικατοπτρίζονται στους διακριτούς θεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης και τους νομικούς μηχανισμούς που “αντικειμενοποιούν” τις ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις και συνθέτουν το ετερόνομο κοινωνικό παράδειγμα στις κατακτημένες περιοχές. Παρ’ όλα αυτά , στην Ουκρανία η κυβέρνηση εφαρμόζει μια πολιτική προσάρτησης και άμεσης ενσωμάτωσης των κατακτημένων / απελευθερωμένων εδαφών στην πολιτειακή δομή της μητροπολιτικής Ρωσίας. Από τις πρώτες φροντίδες της προσωρινής ρωσικής διοίκησης ήταν η εναρμόνιση των νόμων στις τέσσερις νέες επαρχίες με το εθνικό δίκαιο της Ρωσίας, η νομισματική ένωση με μια σταδιακή μετάβαση στο ρούβλι και η διασύνδεση της τοπικής παραγωγικής δομής με τις αγορές στην ρωσική ενδοχώρα. Από τα παραπάνω συμπεραίνει κανείς ότι οι περιοχές αυτές δεν προορίζονται να λειτουργήσουν ως ζώνες αποκλειστικής οικονομικής εκμετάλλευσης, μια καπιταλιστική παιδική χαρά όπου το ρωσικό κεφάλαιο θα δρα ανεξέλεγκτο, αλλά θα τους αποδοθεί το στάτους διοικητικών περιφερειών με δικαιώματα και υποχρεώσεις όμοια με αυτά των άλλων περιφερειών της “ομοσπονδίας”.

Όπως και να ‘χει, η στρατιωτικοποίηση της κοινωνικής ζωής που αναπόφευκτα επέρχεται με τον πόλεμο δεν προμηνύει τίποτα καλό για τους προλετάριους στην Ρωσία και την Ουκρανία. Οι τάσεις που επικρατούν και στις δύο κοινωνίες θα αποτελέσουν το θέμα ενός επόμενου άρθρου. Προς το παρόν, θα αρκεστώ να παρατηρήσω ότι η ιστορία έχει δείξει ότι η ήττα στον πόλεμο είναι εκείνος ο αποφασιστικός παράγοντας που επιτρέπει στις προλεταριακές μάζες να σπάσουν τις αλυσίδες του φιλοπόλεμου εθνικιστικού φαντασιακού και να εξεγερθούν ενάντια στις ελίτ που τις οδήγησαν στη σφαγή.

Ο πίνακας στην αρχή της σελίδας:
Konstantin Makovsky, A Boyar Wedding Feast, 1883.

i Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο χωρίς καμία ντροπή περιγράφουν οι ολιγάρχες την άνοδο τους σε προσωπικές συνεντεύξεις στο αξιόλογο ντοκυμαντέρ, The Rise of Putin & the Fall of the Russian Oligarchs, https://www.youtube.com/watch?v=oay8GsSxU4Y.

ii A. Aslund, Russia and the International Financial Institutions, https://carnegieendowment.org/2000/01/18/russia-and-international-financial-institutions-pub-406.

iii Μ. Μπακούνιν, Θεός & Κράτος (Κατσάνος), σελ. 76.

iv Η 18η Μπρυμαίρ του Καπιταλισμού στην Ρωσία, https://www.alerta.gr/archives/7019.

v J. Stiglitz, The Ruin of Russia, https://www.theguardian.com/world/2003/apr/09/russia.artsandhumanities.

vi V. Nikitin, How Russia’s Liberals Scapegoat the Working-Class for Putin’s War, https://jacobin.com/2022/08/russia-liberals-scapegoat-working-class-vladimir-putin-war-ukraine.

vii Can Russia halve poverty by 2024?, https://www.brookings.edu/blog/future-development/2019/05/09/can-russia-halve-poverty-by-2024/.

viii P. Luzin, The Inner Workings of Russia’s Military Industrial Behemoth, https://ridl.io/the-inner-workings-of-russia-s-military-industrial-behemoth/.

ix https://en.wikipedia.org/wiki/Military%E2%80%93industrial_complex.

x P. Luzin, στο ίδιο.

xi Russia is Returning to its Old Anti-Semitic Ways, https://mosaicmagazine.com/picks/politics-current-affairs/2022/08/russia-is-returning-to-its-old-anti-semitic-ways/.

xii Death of a Dictator, https://www.hrw.org/report/2012/10/16/death-dictator/bloody-vengeance-sirte.

xiii Syria’s uprising came from its neglected suburbs, now Assad wants to rebuild them, https://www.thenationalnews.com/world/mena/syria-s-uprising-came-from-its-neglected-suburbs-now-assad-wants-to-rebuild-them-1.741483.

xivR. Baroud, The Other Russia-West War, https://www.blackagendareport.com/other-russia-west-war-why-some-african-countries-are-abandoning-paris-joining-moscow.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ