“Λόγια τρανά αν δεν ξέρω, συμπαθάς, κι ας γίνω εδώ στους άλλους περιγέλιο,

το πάθος μου θα σου ‘φερνε το γέλιο, αν δεν είχες ξεμάθει να γελάς.

Γι’ άστρα και ήλιους δεν ξέρω να αραδιάζω, πως τυραννιούνται οι άνθρωποι κοιτάζω”.

Μεφιστοφελής στον Κύριο, Πρόλογος στον Ουρανό

Γκέτε, Φάουστ

Από τον χριστιανισμό μάθαμε να δίνουμε στο θύμα την αξία που του αναλογεί, να προσεγγίζουμε την διήγηση της ιστορίας από τη δική του/της πλευρά. Ο Αμερικανός συγγραφέας Chris Hedges έγραψε ότι από την μαρτυρική εμπειρία της δουλείας των νέγρων στον Αμερικάνικο Νότο, γεννήθηκε η πιο θεσπέσια λαϊκή μουσική και μια ολόκληρη αφροαμερικάνικη κουλτούρα αμφισβήτησης, η οποία ακόμα χρησιμεύει σαν σημείο αναφοράς και σαν ιδεολογικός φάρος ελπίδας για τους καταπιεσμένους λαούς αυτού του κόσμου.i Μια κουλτούρα που είχε για ήρωα και πρωταγωνιστή την τραγική φιγούρα του υπόδουλου Αφρικανού και όχι εκείνη των πλουσιότερων και ισχυρότερων αφεντικών του. Η εξιστόρηση του συλλογικού τους μαρτυρίου όσο και η προσμονή για ένα καλύτερο αύριο, εκφράστηκε από τις κοινότητες των νέγρων εν πολλοίς με διανοητικά και συναισθηματικά εργαλεία που έλκουν την πνευματική γενεαλογία τους από τις ιδιαίτερες παραδόσεις του μαύρου χριστιανισμού των σκλάβων. Αυτός είναι και ο λόγος που, σύμφωνα με τον Hedges, ο συντηρητικός χριστιανισμός των προνομιούχων λευκών δεν μπορεί να είναι τίποτα διαφορετικό από μια νικηφόρα αίρεση. Το “αυθεντικό” μήνυμα του χριστιανισμού μπορεί να βρεθεί μόνο μέσα στην αποσιωπημένη ιστορία των μαύρων σκλάβων αλλά και στο αποκαρδιωτικό παρόν τους. Στα πνιγηρά διαμερίσματα-φυλακές του γκέτο, στα βρώμικα στενά όπου η μαύρη νεολαία αυτοκτονεί μαζικά από τις ουσίες και τα ναρκωτικά, στους κακοφωτισμένους δρόμους όπου οι Αφροαμερικάνοι πολεμάνε κάθε μέρα μεταξύ τους αντί να στρέφουν τα όπλα τους στην τάξη των λευκών επικυρίαρχων που τους κρατάει υποταγμένους.

Έχουν λοιπόν δίκαιο οι θεολόγοι όταν εξηγούν την αντίφαση της ύπαρξης του κακού σε έναν κόσμο που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε από έναν πανίσχυρο και πανάγαθο θεό, επειδή μέσα από την έκθεση των ανθρώπων στα δεινά τίθεται σε κίνηση το αίσθημα της αλληλεγγύης και εγείρονται μέσα τους οι πιο ευγενείς και αλτρουιστικές παρορμήσεις τους; Είναι αλήθεια ότι η αλληλεγγύη ως ψυχική κατάσταση προϋποθέτει την έκθεση του ανθρώπου σε μια δυσάρεστη συνθήκη. Τα μεγάλα επαναστατικά κινήματα της νεωτερικότητας διδάχτηκαν από τα κηρύγματα του χριστιανισμού για τη σημασία της καταπατημένης ανθρώπινης αξιοπρέπειας κι εμπνεύστηκαν από την ιστορική του εμπειρία συσπείρωσης σε μια παγκόσμια κοινότητα των απανταχού απόκληρων και καταπιεσμένων. Έμαθαν να βλέπουν τον κόσμο με τα μάτια του σκλάβου, τον οποίο η αρχαία γραμματεία αγνοούσε επιδεικτικά, ή όταν αποφάσιζε να ασχοληθεί μαζί του, τον περιέγραφε αλαζονικά σαν ένα ον λιγότερο από άνθρωπο που του άρμοζε η αιχμαλωσία του.ii Όμως, κάπου εδώ το χρέος των επαναστατών προς τον χριστιανισμό σταματά και ξεκινάει η μεγάλη αντιμαχία εναντίον του. Γιατί αν ο χριστιανισμός μας έμαθε να κοιτάμε μέσα από τα μάτια των απόκληρων, εντούτοις δεν έκανε απολύτως τίποτα για να βοηθήσει τους απόκληρους να αποτινάξουν τον ζυγό της κυριαρχίας που τους ετεροκαθορίζει και να ανακτήσουν την αξιοπρέπεια τους. Αντίθετα, ενσωματώθηκε και ο ίδιος στις ιεραρχικές δομές της ετερόνομης κοινωνίας και συνεργάστηκε αρμονικά με τις θεσμισμένες πολιτικές εξουσίες, όταν δεν προσπάθησε κυνικά να τις υποκαταστήσει με τους Πάπες-αυτοκράτορες του. Μέσα σε τρεις αιώνες, από λαϊκό κίνημα μετατράπηκε σε αναγνωρισμένο κρατικό θεσμό και οι “πνευματικοί” ταγοί του, που υποτίθεται ότι βάσιζαν την εξουσία τους σε αυτό που ο Βέμπερ αποκαλούσε αβίαστο “χάρισμα”, μεταμορφώθηκαν σε μια αδίστακτη κάστα επαγγελματιών κληρικών, που δεν δίσταζε να σουβλίσει ανθρώπους ζωντανούς, όποτε χρειάστηκε να υπερασπίσει τα προνόμια της.

Η εκκλησία χρησιμοποίησε τη βιβλική ρήση “ου γαρ οίδασι τι ποιούσι” για να προσφέρει αφειδώς ιδεολογική νομιμοποίηση στην εξουσία των ηγεμόνων. Θεμελίωσε το αξίωμα της ανωτερότητας τους στο γεγονός ότι οι υπήκοοι τους ήταν ανίδεοι από τη φύση τους και γι’ αυτό ανίκανοι να αυτοκυβερνηθούν. Έπειτα δίδαξε αντεστραμμένο τον “λόγο του Θεού” στους φτωχούς, ενθαρρύνοντας τους να υπομένουν καρτερικά τα δεινά τους και αθωώνοντας τους δυνατούς για τα εγκλήματα τους, αφού τελικά ούτε εκείνοι ήταν πραγματικά σε θέση να γνωρίζουν τι ακριβώς έπρατταν. Εξάλλου, αν ο θεός είχε επιλέξει τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους για να υποφέρουν, αυτό συνέβαινε διότι μόνο μέσα απ’ το μαρτύριο της σάρκας, μέσα από την υποβάθμιση του φυσικού κόσμου, ήταν δυνατό να φτάσει κανείς στην αιθέρια αρετή. Μόνο μέσα από την αποποίηση των αναγκών που ανήκουν στη βιολογική μας υπόσταση, μπορούσε κανείς να γνωρίσει το μεγαλείο της “θείας χάρης”. Ο πιστός έπρεπε να πεθάνει πρώτα για να γεννηθεί ξανά και να απαρνηθεί τις εγκόσμιες απολαύσεις για να έρθει πιο κοντά στην “πραγματική” φύση της θεότητας. Αλλά επειδή η εγκατάλειψη των εγκόσμιων αναγκών μας δεν μπορεί παρά να επισύρει βαρύ τίμημα και να επιφέρει πόνο σωματικό και ταλαιπωρίες ανείπωτες, δεν έμεινε άλλη επιλογή στη χριστιανική θεολογία από το να εξυμνήσει το μαρτύριο, να αποζητά την κακουχία, να γυρεύει επίμονα ακόμα και τον ίδιο τον θάνατο. Μήπως ο ίδιος ο Ιησούς δεν δίδαξε δια του παραδείγματος του ότι έπρεπε να πεθάνει κανείς στον όνομα της νέας θρησκείας προκειμένου να κερδίσει την ατομική του λύτρωση; Άλλωστε, αν κανείς πιστεύει σε μια ζωή μετά τον θάνατο και στην αιώνια ευδαιμονία που τον περιμένει σαν αντάλλαγμα για τις ασχήμιες που υπόμεινε κατά τη διάρκεια της εφήμερης βιολογικής ύπαρξης του, τότε είναι μάλλον λογικό κι επόμενο αυτός να υποδέχεται τον θάνατο με ενθουσιασμό, ακόμη και ανυπομονησία. Εξού και το σύνθημα “Ζήτω ο Θάνατος!” (“Viva la Muerte!”) που επινόησε ο κληρικοφασίστας στρατηγός Μιλιάν-Αστράι, για να συνεγείρει τον φανατισμό των ευσεβών μπουρζουάδων στον πόλεμο που είχαν κηρύξει ενάντια στους πληβείους της Ισπανίας.

Οι πνευματικές συγγένειες των επαναστατών με τον χριστιανισμό γίνονται ξανά εμφανείς αν φέρουμε στο μυαλό μας τη θεωρία του Ρουσσώ γύρω από την “έμφυτη αρετή” του φτωχού χωρικού, ο οποίος παραμένει φρόνιμος κι εγκρατής και κατορθώνει να διατηρήσει την φυσική αθωότητα του, ζώντας μακριά από τις πόλεις, αυτά τα κέντρα διαφθοράς της αριστοκρατικής κοινωνίας της εποχής του φιλόσοφου. Το ίδιο ισχύει αν αναλογιστούμε την αναγωγή από τον Μαρξ του βιομηχανικού εργάτη στην κατηγορία του “αντικειμενικά” επαναστατικού προλεταριάτου, επιφορτισμένου με την ιστορική αποστολή της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τα καθηλωτικά δεσμά της υλικής ανάγκης. Ο χυδαίος μαρξισμός της εποχής που μεσουρανούσε ο σταλινισμός, έφτασε να αποδίδει στους προλετάριους ιδιότητες μυθικές και προτερήματα που υπήρχαν μόνο μέσα στο μυαλό του πιο ονειροπαρμένου γραφειοκράτη. Όπως άλλωστε έχει γράψει και ο Bertrand Russell, ασκώντας κριτική σε αυτές τις παιδαριώδεις ιδεοληψίες, “[…] αν η αρετή είναι το υψηλότερο αγαθό, κι αν η υποταγή κάνει τους ανθρώπους ενάρετους, θα ήταν ευγενές από μέρους μας να αρνηθούμε να δώσουμε [στα καταπιεσμένους] την εξουσία, εφόσον η εξουσία θα κατέστρεφε την αρετή τους. [Και] αν είναι δύσκολο για έναν πλούσιο άνθρωπο να εισέλθει στο βασίλειο των ουρανών, θα ήταν μια ευγενική πράξη από την πλευρά του να κρατήσει τον πλούτο του κι έτσι να βάλει σε κίνδυνο την αιώνια ευτυχία που του αναλογεί, παραχωρώντας την με αυτόν τον τρόπο στους φτωχότερους αδερφούς του”.iii Η διαφορά ωστόσο ανάμεσα στα κοσμικά προτάγματα που αποβλέπουν στην κοινωνική χειραφέτηση και στον χριστιανισμό είναι ότι τα απελευθερωτικά κινήματα είναι υποχρεωμένα κάθε μέρα να αναμετρούνται και να πληρώνουν το τίμημα για τις ιστορικές αποτυχίες τους. Αντίθετα, ο χριστιανισμός δεν έχει παρά να στρέψει την ματιά του στο επέκεινα και να κάνει επίκληση στην μυθική νέα ζωή που μας περιμένει.

iCh. Hedges, The Heresy of White Christianity, https://www.truthdig.com/articles/the-heresy-of-white-christianity/.

iiΧ. Άρεντ, Η Ανθρώπινη Κατάσταση (Γνώση), σελ. 57.

iiiB. Russell, Unpopular Essays (Routledge), σελ. 61.