Τα λιμενεργατικά της Καλαμάτας το 1934 σφραγίζουν μια περίοδο έντασης των κοινωνικών αγώνων και ανόδου του εργατικού κινήματος. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, οι εργατικές κινητοποιήσεις σημαδεύονται από βίαιες συγκρούσεις και επιθέσεις κατά των απεργών. Οι εργάτες στήνουν οδοφράγματα στο Παρίσι και σημειώνονται εκτεταμένες συγκρούσεις, στη Βιέννη και το Λιντς φασίστες πυροβολούν εναντίον των εργατών και τους χτυπάνε με πρωτοφανή αγριότητα, οι μεταλλωρύχοι της Αστούρια ξεσηκώνονται παίρνοντας τα όπλα.

Στην Ελλάδα οι πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις παίρνουν μεγάλες διαστάσεις καθώς κατεβαίνουν σε 24ωρη απεργία οι εργάτες σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά, Βόλο, Λάρισα, Πάτρα, Καλαμάτα, Σέρρες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην Καλαμάτα για πρώτη φορά γίνεται κοινός γιορτασμός των τριών εργατικών οργανώσεων και η συγκέντρωση ήταν ογκώδης. Εκείνη την εποχή υπήρχε το Εργατικό Κέντρο Καλαμάτας που ελεγχόταν από τους αρχειομαρξιστές, το Πανεργατικό Κέντρο που δεχόταν βολές ως εργοδοτικό και τα Ταξικά Επαναστατικά Συνδικάτα που βρίσκονταν την επιρροή του ΚΚΕ.

Η ΚΡΙΣΗ

Η τοπική οικονομία της Μεσσηνίας περνάει σοβαρότατη κρίση, γιατί έχοντας στηριχθεί στη σταφιδοκαλλιέργεια, εμφανίζει σημάδια κατάρρευσης, καθώς η κρίση της σταφίδας μεταφέρεται στη βιομηχανία που συνδέεται στενά με αυτήν.

Το λιμάνι της Καλαμάτας αποτελεί την καρδιά της «βιομηχανικής περιοχής», η οποία έχει αναπτυχθεί γύρω από αυτό. Πρόσφυγες οι περισσότεροι εργάτες του λιμανιού, αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης καθώς η ανεργία έχει αρχίσει να παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Το λιμάνι αποτελεί ένα σταυροδρόμι ανθρώπων και ιδεών, τα ιδεολογικά ρεύματα που διατρέχουν το εργατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο βρίσκουν πρόσφορο έδαφος.

Οι συγκρούσεις ήδη από τον Οκτώβριο του 1932 ήταν βίαιες και ξεκίνησαν με την απεργία των φορτοεκφορτωτών, οι οποίοι έθεταν ένα αίτημα το οποίο σήμερα μπορεί να ξαφνιάζει: ζητούσαν να εργάζονται εκ περιτροπής, έτσι ώστε να μη μένουν χωρίς μεροκάματο δεκάδες συνάδελφοί τους. Αίτημα που απορρίφθηκε από τους εργολάβους του λιμανιού και οδήγησε σε απεργία. Ακολούθησαν συμπλοκές, όταν επιχειρήθηκε να σπάσει η απεργία με τη χρησιμοποίηση ελεύθερων εργατών, οι κινητοποιήσεις γενικεύθηκαν και συνοδεύθηκαν από μαχαιρώματα και άγριους ξυλοδαρμούς απεργών από την Αστυνομία και τους απεργοσπάστες. Οι ιδιοκτήτες φορτηγίδων κήρυξαν λοκ άουτ, το λιμάνι νέκρωσε για ένα μήνα, όσο κράτησαν δηλαδή οι συγκρούσεις. Από τις αρχές του 1933 άρχισε απεργία των λιμενεργατών που ζητούσαν να μη λειτουργήσει το σιλό των κυλινδρόμυλων «Ευαγγελίστρια», για να μη μείνουν χωρίς δουλειά ή να αποζημιωθούν αυτοί που θα απολυθούν. Η εκφόρτωση ενός καραβιού το Σεπτέμβριο του 1933 γίνεται αντικείμενο σκληρών συγκρούσεων ανάμεσα στους εργάτες του λιμανιού και τους ιδιοκτήτες φορτηγίδων που οδήγησαν σε φόνο: στη διάρκεια διαμάχης, ο πρόεδρος της Ενωσης Φορτοεκφορτωτών Λιμένος Απ. Διαμαντόπουλος πυροβολεί και σκοτώνει τον ιδιοκτήτη φορτηγίδας Κ. Καλογεράκο. Στις 26 Απριλίου 1934 γίνεται σύσκεψη με την παρουσία εκπροσώπου του υπουργείου Εργασίας, στην οποία συζητείται ένα σχέδιο μείωσης των λιμενεργατών, από 340 άτομα σε περίπου 140, με την ίδρυση ταμείου σύνταξης για εκείνους που ήταν μεγαλύτεροι των 40 χρόνων και θα αποχωρούσαν.

Σημειώνεται σοβαρή διαφωνία για το ποσόν αποζημίωσης που ζητούσαν οι λιμενεργάτες αναδρομικά από το 1928, λόγω λειτουργίας του σιλό: ζητούσαν 8 δρχ. για κάθε κιλό σιταριού που ξεφορτωνόταν, ενώ οι κυλινδρόμυλοι έδιναν μόνο 5 δρχ.

Οι ημέρες περνούν και φθάνουμε στις 8 Μαΐου όταν η Παραλία νεκρώνει από την απεργία που έχει κηρυχθεί από τους εργάτες του λιμανιού και στην οποία συμμετέχουν οι επαγγελματίες, κλείνοντας τα καταστήματα. Αντιπροσωπεία συνδικαλιστών στην Αθήνα συμφωνεί με την πρόταση σχετικά με τη λειτουργία του σιλό, αλλά όταν φθάνει στην Καλαμάτα διαπιστώνεται η πλήρης διάσταση με το αίσθημα των λιμενεργατών: η γενική συνέλευση απορρίπτει τη συμφωνία και αποκηρύσσει τους συνδικαλιστές. Δίνεται η εντολή από τον υφυπουργό Εργασίας Στεφανόπουλο να λειτουργήσει το σιλό και κινητοποιούνται ισχυρές δυνάμεις της Αστυνομίας και του στρατού για να το προστατεύσουν. Δημιουργούνται ζώνες μπροστά από το Τελωνείο και στήνεται ακόμη και οπλοπολυβόλο.

Το μεσημέρι εμφανίζεται έξω από το λιμάνι το πλοίο «Λίμνη» και λίγο αργότερα μπαίνει στο λιμάνι και πλευρίζει στους κυλινδρόμυλους.

Η απόπειρα των λιμενεργατών να σπάσουν τον κλοιό, που έχει σχηματιστεί από αστυνομικούς και στρατιώτες, αποτυγχάνει και μέχρι τα μεσάνυχτα συνεχίζονται οι αψιμαχίες.

ΣΤΟ ΨΑΧΝΟ

Τα γεγονότα της 9ης Μαΐου περιγράφει η αθηναϊκή εφημερίδα «Ανεξάρτητος» σε ανταπόκριση από την Καλαμάτα που δημοσιεύεται στο φύλλο της 10ης Μαΐου: «Η χθεσινή ημέρα ανέτειλε υπό το καθεστώς αυτό της απίστευτης στρατοκρατίας και τρομοκρατίας, διά να βαφή με το αίμα αθώων εργατών, βληθέντων δολίως και ατίμως υπό των ατυχών στρατιωτών οι οποίοι διετάχθησαν να ρίψουν στο ψαχνό!

Αυτήν την όψιν παρουσίαζον αι Καλάμαι, όψιν πόλεως τελούσης εις κατάστασιν πραγματικής επαναστάσεως, με τους λιμενεργάτας και μυλεργάτας από το ένα μέρος εις απεργίαν ευνοουμένην από ολόκληρον τον λαόν, και από το άλλο μέρος τον στρατόν και την χωροφυλακήν επιτιθεμένην και τρομοκρατούσαν…

…Η πρώτη αιματηρά συμπλοκή εγένετο την 9ην πρωινήν. Κατ’ εκείνην την ώραν πολυάριθμος ομάς απεργών λιμενεργατών επεχείρησεν έφοδον εις τον λιμένα διά να παρεμποδίση την λειτουργίαν του απορροφητικού μηχανήματος, το οποίον είχε τεθεί εις κίνησιν. Συγχρόνως τμήμα της ομάδος αυτής επέβη λέμβου και επροχώρησεν προς το ατμόπλοιον “Λίμνη” προς τον αυτόν σκοπόν.

Τότε ο στρατός, κατόπιν διαταγής των ανωτέρων του, ήρχισε να βάλλη πυρά ομαδόν. Εναντίον της λέμβου και των εις τον λιμένα εργατών εχρησιμοποιήθη και οπλοπολυβόλον. Η συμπλοκή σκληρά και πεισματώδης, διήρκεσε περί τα 20’ της ώρας με αποτελέσματα απεριγράπτως τραγικά. Εκ των εργατών εφονεύθησαν πέντε και ετραυματίσθησαν δέκα… ο αριθμός των ριφθέντων πυροβολισμών δι’ όπλων και οπλοπολυβόλου είναι αδύνατον να καθορισθή…

…Ευθύς ως κατέπαυσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί, οι εργάται εν εξάλλω καταστάσει παρέλαβον τα πτώματα των φονευθέντων συναδέλφων των και ήρχισαν να τα περιφέρουν ανά τας οδούς της Παραλίας και τας κεντρικάς πλατείας, κραυγάζοντες και καταρώμενοι τους δολοφόνους… αι γυναίκαι των εργατών αγνοούσαι τα ονόματα των θυμάτων έσπευδον εν αλλοφροσύνη πλησίον των νεκρών…

…Οι ζωηρότεροι των απεργών συνεννοηθέντες με άλλους εργάτας και πολίτας, αντί να πτοηθούν από τα ενταθέντα νέα έκτακτα στρατιωτικά μέτρα εγένοντο μαχητικώτεροι και ήρχοντο εις νέαν σύγκρουσιν περί την 10.30 εξ ίσου αιματηράν με την πρώτην, τα αποτελέσματα της οποίας ήσαν και πάλιν να αφήσουν επί του πεδίου της μάχης δύο νεκρούς και τρεις σοβαρώς τραυματισμένους.
…Οι εργάται έχοντες δύο πτώματα φονευθέντων, ανεχώρησαν εκ της Παραλίας και διά της οδού Αριστομένους ανήρχοντο προς την πόλιν. Καθ’ οδόν ελιθοβόλησαν την Τράπεζαν Αθηνών και κατόπιν ομάς εξ αυτών ανελθούσα εις την οικίαν του κυριωτέρου μετόχου του Κυλινδρόμυλου, κ. Πάστρα, έθραυσε τα εν αυτή έπιπλα και παν ό,τι ευρίσκετο εντός. Εν συνεχεία εσταμάτησαν ένα τραμ, του οποίου έσπασαν με ξύλα τα τζάμια. Επετέθησαν και κατά του ανθυπολοχαγού κ. Παναγιωτάκου και της φρουράς που ήτο επικεφαλής, τραυματίσαντες τινάς εξ αυτών. Κατόπιν τεράστια διαδήλωσις από εργάτας και πολίτας σχηματισθείσα μετά την δεύτερη συμπλοκή επεχείρησε να περιέλθη τας οδούς αλλά ημποδίσθη και διελύθη παρ’ εφίππου χωροφυλακής και στρατού. Μεταξύ των νεκρών της 10.30 π.μ. συγκαταλέγεται και μία γυναίκα φονευθείσα εντός του περιπτέρου του συζύγου της ονομαζομένου Γ. Γκριζέπη. …Λέγεται ότι εις λοχίας και δύο στρατιώται έρριψαν τα όπλα αρνηθέντες να πυροβολήσουν.

Αι αλλεπάλληλαι συμπλοκαί έληξαν περί την 12.30. Από της 1 μ.μ. ήρχισε να επικρατεί σχετική ησυχία χωρίς να σταματήση η έξαψις…

Εν τω μεταξύ τα πτώματα παρέμειναν εκτεθειμένα εις τους δρόμους, απηγορεύθη δε να παραληφθούν…».

Και ο ανταποκριτής συνεχίζει:

«Ο λαός έχει ταχθή εις το πλευρόν των απεργών, τα αιτήματα των οποίων αναγνωρίζει ως δίκαια. Οι επαγγελματίες της Παραλίας από της Τρίτης το απόγευμα έκλεισαν τα καταστήματα εις ένδειξιν αλληλεγγύης. Επίσης σήμερον Τετάρτην ο Δικηγορικός Σύλλογος κυκλοφόρησε 2.000 προκηρύξεις διά των οποίων καταγγέλλει τας στρατιωτικάς αρχάς ως υπαιτίους των σκηνών.

Ο Εισαγγελεύς των Πρωτοδικών καλέσας παρ’ αυτώ τον διοικητήν του Συντάγματος Καλαμών, συνταγματάρχην Α. Παναγόπουλον, του έκαμε δριμείας παρατηρήσεις…

…Προς κατευνασμόν των πνευμάτων, διετάχθη η απομάκρυνσις του σιτοφορτίου ανασταλείσης της λειτουργίας του σιλό… ενώ ο Φρούραρχος Καλαμών εζήτησε στρατιωτικάς ενισχύσεις από τας φρουράς Ναυπλίου και Τριπόλεως.

…Εις το υπουργείον των Στρατιωτικών ελήφθη τηλεγράφημα του συνταγματάρχου Καλαμών Παναγοπούλου. Εις αυτό αναφέρει ότι, επειδή η Χωροφυλακή δεν διέθετεν επαρκή δύναμιν διά την τήρησιν της τάξεως εν Καλάμαις, διετέθη προς ενίσχυσιν δύναμις 120 ανδρών εξ ων οι 30 ήσαν παλαιοί στρατιώται και οι 90 νεοσύλλεκτοι. Το τηλεγράφημα προσθέτει ότι ο επικεφαλής της Στρατιωτικής δυνάμεως ανθυπασπιστής Παπαδόπουλος ετραυματίσθη διά λίθου εις την κεφαλήν…».

Στον τόπο των συγκρούσεων σκοτώθηκαν οι λιμενεργάτες Αντώνης Μαραγκουδάκης, Ανδρέας Σπάλας, Παναγιώτης Μπλίκος, Γιάννης Κολιτσιδάκης και Βασίλης Γιαρετσινός. Τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε αργότερα ο Βασίλης Καπετανέας.

Τραυματίστηκαν οι Δ. Καρβέλας, Ανδρέας Πετρόπουλος, Αναστάσιος Μπάμπος, Σταύρος Πολίτης, Θανάσης Ελιάς, Μιλτιάδης Μπαμπούκας, Αναστάσιος Γιαννιτζόγλου, Λούλα Μπασούρου, Θανάσης Γαϊτάνος, Ιωάννης Σαρακηνός, Μιχάλης Φουρίδης, Μαρία Κριτσέπη, Γιάννης Γαμπαρόλης.

ΟΙ ΕΥΘΥΝΕΣ

Η καλαματιανή εφημερίδα «Θάρρος» επιτίθεται σκληρά κατά των υπευθύνων και αποτυπώνει την αίσθηση στην κοινή γνώμη της πόλης.

«Μετά τον πρώτον συγκλονισμόν εκ των προχθεσινών κανιβαλισμών της Παραλίας η κοινή γνώμη δοκιμάζει ήδη την μεγαλυτέραν κατάπληξιν. Οι δήμιοι του άοπλου λαού, που αιματοκύλισαν την πόλιν και έβαψαν τους δρόμους της με το τιμημένο αίμα του πολυπαθούς εργατικού και προσφυγικού στοιχείου, σε αποστολή του “ηθικού ρυθμού” δεν δεικνύουν ούτε αισθήματα εντροπής ούτε καν συναισθήσεως. Και με κυνισμόν που υπερβαίνει τα τολμηρότερα όρια διακηρύσσουν με εντατικά έργα και με αναίσχυντους λόγους ότι κατόρθωσαν να επιβάλουν την τάξιν. Και είναι ήσυχοι δι’ αυτό. Είναι ήσυχοι διότι πιστεύουν πιθανώς ότι η εργατική μάζα κατόπιν του αιματηρού μαθήματος δεν θα τολμήση πλέον να ενοχλήση τας υψηλάς των προσωπικότητας και να παρέχη πράγματα εις τας εξοχότητάς των. Αλλά λοιπόν η τραγωδία ετελείωσεν εκεί; Το ζήτημα συνεκαλύφθη μετά τας αρειμανίους περιπόλους που εξαπέλυσαν εις τους δρόμους και με τα μυδραλιοβόλα που έστησαν εις τα πλουτοκρατικά προπύργιά των; Τίνος λοιπόν είναι αι ευθύναι; Ποιος είναι ο υπαίτιος του τερατώδους αιματοκυλίσματος της Παραλίας; Αλλά εις το σημείον αυτό οι κήνσορες της μετριοπαθείας -ζητούν μετριοπάθειαν από τους εργάτας ενώ στρέφουν τα πυρά εις τας σάρκας των- αισθάνονται ότι κάπου πρέπει να δώσουν λόγον. Αν όχι εις την κυβέρνησίν των του “ηθικού ρυθμού”, κάπου όμως αλλού εις έναν αιώνιον ηθικόν νόμον τιμωρόν, που ίσταται υπέρ τας εποχάς και τα καθεστώτα. Και συζητούν περί ευθυνών. Και παριστάμεθα εις το αηδιαστικόν θέαμα της από χθες την πρωίαν καταβαλλομένης προσπαθείας της αποσπάσεως των συντριπτικών ευθυνών από των ιδίων ώμων. Δεν πταίει ο κύριος Νομάρχης, ο οποίος εν τούτοις δεν εδίσταζε προχθές να διαδηλοί ότι θα στρώση την πόλιν με πτώματα – διότι έλαβεν εντολάς αντιθέτους προς τας συστάσεις του.

Δεν πταίει ο κύριος Λιμενάρχης διότι και αυτός έλαβεν εντολάς και διότι δεν προέβλεψεν την έκτασιν των ενδεχομένων συρράξεων. Δεν πταίει ο κύριος Παναγόπουλος ο οποίος διέταξε μεν τα πολυβόλα να βάλουν και έστρεψεν τας κάννας των τυφεκίων κατά του λαού, αλλά πιθανώς δεν υπελόγιζεν τας συνεπείας. Πταίει λοιπόν ποίος; Οι εργάται οι οποίοι προσεφέρθησαν βορά εις τας καννιβαλικάς ασχημοσύνας… Η άσκησις των κοινών είναι λειτουργία ιερά και δεν ημπορούν πλέον να ασκούν λειτουργίαν παρομοίαν με τας χείρας αιματοβαμμένας…».

Στη Βουλή γίνεται συζήτηση εκτός ημερήσιας διάταξης και η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη δέχεται σκληρές επικρίσεις.

«Τα γεγονότα των Καλαμών προξενούν και θλίψιν και έκπληξιν και αγανάκτησιν» δηλώνει ο Αλ. Παπαναστασίου, ενώ ο Γ. Παπανδρέου ζητεί «η ποινή η οποία θα υποβληθεί στους υπευθύνους πρέπει να είναι αληθώς αμείλικτος». Ο Μυλωνάς καταγγέλλει ότι «διά πρώτην φοράν γεγονότα οία των Καλαμών, εμφανίζονται εις την ιστορίαν του τόπου. Η κυβέρνησις εμφανίζεται προστατεύουσα συμφέροντα της βιομηχανίας, με αιματηράν δύναμιν, ενώ μόνον εν εσχάτη ανάγκη επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται όπλα, τοιαύτη όμως ανάγκη δεν υπήρξεν επί του προκειμένου». Και ο Τσιάρας του Αγροτικού Κόμματος καταγγέλλει: «Εκείνο που ευθύνεται περισσότερον διά τα μέχρι σήμερον εγκλήματα, ας το πούμε καθαρά και ειλικρινά, αν θέλουμε να θίξουμε την ουσία, είναι το καπιταλιστικό καθεστώς. Είναι το καθεστώς της αδικίας». Η ΓΣΕΕ με ανακοίνωση καταγγέλλει την κυβέρνηση Τσαλδάρη ως κύριο υπεύθυνο για τη δολοφονία των εργατών και οργανώνει στάση εργασίας.

Η ΔΙΚΗ

Παρ’ όλ’ αυτά στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθονται οι εργάτες τον Ιανουάριο του 1935. Ο νεαρός τότε δικηγόρος Σταύρος Κανελλόπουλος, που έφθασε από την Αθήνα απεσταλμένος της Εργατικής Αλληλεγγύης, αποτύπωσε με την πολύ χαρακτηριστική φράση την εξέλιξη: «Αντί να είναι κατηγορούμενοι οι φονείς, είναι τα θύματά των». Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων αναλαμβάνουν οι Καλαματιανοί δικηγόροι Ν. Κουλουμβάκος, Γ. Δάλλας, Θ. Κορμάς, Ι. Παναγιωτόπουλος και Ν. Νικολόπουλος, πολλοί από τους οποίους στα χρόνια που ακολούθησαν εξελίχθηκαν σε ανώτατα στελέχη της Αριστεράς.

Το δικαστήριο καταδίκασε το Χρ. Νιάρχο (34 χρονών λιμενεργάτης από του Μπάλα – Ταξικά Συνδικάτα) σε φυλάκιση 18 μηνών και 2 χρόνια εξορία στον Αγιο Ευστράτιο, τον Στάθη Σταθάκο (από την Καλαμάτα – Εργατικό Κέντρο) σε φυλάκιση 10 μηνών και τους Π. Αντώνακα (λιμενεργάτης από την Καλαμάτα – Ταξικά Συνδικάτα) και Γ. Ξενάκη (34 χρονών τσαγκάρης από του Μήλα – Ταξικά Συνδικάτα, μετέπειτα πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου, εκτελέστηκε με λιθοβολισμό στην Αλαγονία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου) σε φυλάκιση 7 μηνών. Οι κατηγορίες για μεν τον Χρ. Νιάρχο ήταν ότι «επωφελούμενος της απεργίας των μυλεργατών και λιμενεργατών προκάλεσε ταραχάς και συγκρούσεις» για δε τους υπόλοιπους ότι «προεκάλεσαν και διήγειρον κατά των νόμων και των νόμιμων διαταγών της αρχής»

Τα λιμενεργατικά της Καλαμάτας αποτέλεσαν κορυφαία εκδήλωση της κοινωνικής αγανάκτησης για τη βαθιά οικονομική κρίση. Και προάγγελο της μεγάλης εξέγερσης των σταφιδοπαραγωγών την επόμενη χρονιά.

Βιβλιογραφία

1. Παναγή Χ. Κουμάντου «Το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα Καλαμάτας 1900-1960», Καλαμάτα 1997.

2. Δημήτριου Ν. Ζέρβα «Το κίνημα της Καλαμάτας – Η σφαγή των λιμενεργατών το 1934», Καλαμάτα 2009.

3. Δημήτρη Λιβιεράτου «Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1932-1936)» Δ’ τόμος, Αθήνα 1994.

4. Ηλεκτρονικό αρχείο “Ριζοσπάστη” στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

Πηγή: eleftheriaonline.gr