Τέτοιες μέρες 19 χρόνια πριν, στο διάστημα 19-22 Ιουλίου 2001, ξεκινούσε στη Γένοβα της Ιταλίας η σύνοδος των «G8», δηλαδή των 8 οικονομικά ισχυρότερων κρατών του πλανήτη. Οι εκπρόσωποι του Καναδά, των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ρωσίας συναντήθηκαν για να συνάψουν εμπορικές συμφωνίες και να βρουν νέους τρόπους να αυξήσουν τα κέρδη τους.

Στη Γένοβα όμως εκείνη την περίοδο δεν βρέθηκαν μόνο ο Ζαν Κρετιέν, o Τζορτζ Μπους, ο Γιουνιχίρο Κοϊζούμι, o Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο Τόνι Μπλερ, ο Ζακ Σιράκ, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ο Βλάντιμιρ Πούτιν μαζί με το γραμματειακό προσωπικό, τους ειδικούς μάγειρες και τους σπεσιαλίστες μπράβους τους. Το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης είχε ήδη γιγαντωθεί και έδωσε τα συγκρουσιακά διαπιστευτήρια του σε πολλές συναντήσεις τέτοιου είδους. Μέχρι τότε, οι πιο αξιοσημείωτες στιγμές των διαδηλωτών ήταν το Σιάτλ το 1999 (στη διάσκεψη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου), η Πράγα το 2000 (στη διάσκεψη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου) και η Νίκαια το Νοέμβρη του 2000 (στη σύνοδος κορυφής των 15 της ΕΕ).

Στην αντί-σύνοδο της Γένοβας συναντήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές με διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις και απόψεις από πολλές χώρες. Ένα τεράστιο πλήθος νέων ανθρώπων, που ζούσε από τότε παρέα με την ανέχεια, την ανεργία, την ανισότητα, την αβεβαιότητα, τη μηδενική προοπτική, το ρατσισμό και την αστυνομική βία, πλημμύρισε τους δρόμους της ιταλικής πόλης και απαίτησε να σταματήσει η λαίλαπα της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Αναρχικοί, κομμουνιστές, αριστεροί, οικολόγοι, συνδικάτα, κινήματα και ανεξάρτητοι – ανένταχτοι σκεπτόμενοι άνθρωποι φώναζαν “Siammo tutti clandestini” (Είμαστε όλοι παράνομοι) για να δείξουν την αλληλεγγύη τους στους μετανάστες, σε μία εποχή που η Μεσόγειος δεν είχε μετατραπεί (ακόμη) σε μαζικό τάφο μεταναστών.

Είναι ξεκάθαρο ότι οι εξουσιαστές είχαν τυφλωθεί σε τέτοιο βαθμό από τα πλούτη, την υπεροψία και την πολυτελή ζωή που δεν περίμεναν σε καμία περίπτωση μία τόσο μαζική, δυναμική και έντονη αντίδραση. Παρόλο που ο Μισέλ Καμντεσί, πρώην γενικός διευθυντής του ΔΝΤ επί σειρά ετών, δήλωνε τότε «Η παγκοσμιοποίηση κατά κανόνα συνοδεύεται από την αυξανόμενη ανισότητα στην κατανομή του πλούτου και μέχρι τώρα έχουμε αποδειχθεί ανίκανοι να βρούμε λύσεις στο σοβαρότατο αυτό πρόβλημα». Για παράδειγμα, ο Τόνι Μπλερ μιλούσε διαρκώς υποτιμητικά για το Black Block χαρακτηρίζοντάς το σαν “the anarchist travelling circus” (το τσίρκο των περιφερόμενων αναρχικών).

Ο Τζορτζ Μπους, ίσως ο πιο χαζός πολιτικός που έχει εμφανιστεί μέχρι σήμερα παγκοσμίως, έλεγε χαρακτηριστικά λίγες μέρες πριν τη σύνοδο: “There are some who will try to disrupt meetings claiming they represent the poor. To those folks I say… instead of embracing policies that represent the poor, you embrace policies that lock poor people into poverty and that is unacceptable to United States” (Υπάρχουν μερικοί που θα προσπαθήσουν να διαταράξουν τις συναντήσεις ισχυριζόμενοι ότι αντιπροσωπεύουν τους φτωχούς. Σε αυτούς τους “φίλους” λέω πως αντί να αγκαλιάζετε πολιτικές που εκπροσωπούν τους φτωχούς, αγκαλιάζετε πολιτικές που κλειδώνουν τους φτωχούς ανθρώπους στη φτώχεια και αυτό είναι απαράδεκτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες).

Το ημερολόγιο έδειχνε 20/7/2001 και η ώρα ήταν 17:27 το απόγευμα όταν γράφτηκε ο τραγικός επίλογος για μια ανθρώπινη ζωή στην piazza Alimonda. Ο 23χρονος Κάρλο Τζουλιάνι συμμετείχε ενεργά στις βίαιες συγκρούσεις όταν ένας μπάτσος που βρισκόταν μέσα σε τζιπ της ιταλικής αστυνομίας, που είχε εγκλωβιστεί από τους διαδηλωτές, τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Στη συνέχεια, το τζιπ της αστυνομίας πέρασε πάνω από το σώμα του Κάρλο, μόνο και μόνο για να σιγουρευτεί ότι τον αποτελείωσε. Τα επεισόδια γενικεύτηκαν και η οργή του πλήθους διοχετεύθηκε παντού. Και πριν τη δολοφονία του Κάρλο αλλά και μετά οι μπάτσοι χρησιμοποίησαν δεκάδες χιλιάδες δακρυγόνα. Αρκετά από αυτά έπεφταν από ελικόπτερα.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, το συνολικό κόστος για την οργάνωση της συνόδου των G8 έφτασε τα 110 εκατομμύρια δολάρια. Για την ασφάλεια των ισχυρών επιστρατεύθηκαν η περίφημη “Κόκκινη Ζώνη”, δεκάδες χιλιάδες Ιταλοί μπάτσοι, ειδικοί πύραυλοι, ραντάρ τελευταίας τεχνολογίας και πολεμικά πλοία. Γνωστές εφημερίδες της Ευρώπης έκαναν λόγο για “σύνοδο της ντροπής” (Λιμπερασιόν), “το μεγαλύτερο γεγονός μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου” (Ουμανιτέ) και “το τρίτο μεγάλο διεθνές κίνημα μετά τις εξεγέρσεις του 1968-’69 και τις διαδηλώσεις εναντίον των πυρηνικών όπλων τη δεκαετία του ’80” (Ντερ Στάνταρντ).

Μπορεί να πέρασαν 19 ολόκληρα χρόνια από τότε, αλλά αυτή η εικόνα του δολοφονημένου Τζουλιάνι, της λίμνης αίματος που έχει σχηματιστεί γύρω από το κεφάλι του και του τζιπ που τον πατάει εξακολουθεί να στοιχειώνει πολύ κόσμο. Έκτοτε ο Κάρλο πέρασε στην ιστορία. ‘Έγινε τραγούδι, γκράφιτι, ποίημα, πανό σε γήπεδα, σύμβολο της απανταχού εξεγερμένης νεολαίας και ταυτόχρονα μία αθάνατη και ζωηρή υπενθύμιση: Μας θυμίζει ότι έχουμε την υποχρέωση να μην σταματήσουμε ούτε στιγμή τον αγώνα για ένα πιο δίκαιο κόσμο. Είναι σίγουρο ότι το αδάμαστο πνεύμα του είναι δίπλα μας και ξαναγεννιέται στην ολότητά του κάθε φορά που οι λαοί κατεβαίνουν αποφασισμένοι στους δρόμους της φωτιάς εκστασιασμένοι από την κολόνια της βενζίνης.