Ο απαραίτητος θάνατος της δημοσιογραφίας, του Δήμου Βοσινάκη

Η δημοσιογραφία πεθαίνει. Και πιστεύω ακράδαντα ότι αν εμείς οι γραφιάδες θέλουμε να πούμε τα πράγματα έτσι όπως είναι, τότε καθήκον μας είναι να θάψουμε τη σημερινή δημοσιογραφία. Όχι να θυμίσουμε κάποια ηρωική εποχή της, ούτε να αναφέρουμε τις ελάχιστες εξαιρέσεις που προσπαθούν να σώσουν αυτά που δεν σώζονται. Η δημοσιογραφία φίλε αναγνώστη πρέπει να καταρρεύσει και να ξαναχτιστεί από την αρχή. Είναι πτωχευμένη, οικονομικά και ιδεολογικά. Είναι, εδώ και δεκαετίες, μέρος του πολιτικού προβλήματος και όχι μέρος της λύσης. Μερικοί έχουν κάθε δικαίωμα να πιστεύουν ότι όλοι αυτοί οι καλοπροαίρετοι και φιλάνθρωποι δισεκατομμυριούχοι που έχουν τα κυρίαρχα media στην κατοχή τους ενδιαφέρονται για την ποιότητα της ενημέρωσης του κόσμου και έχουν ταχθεί στο κυνήγι της αλήθειας. Αν ανήκετε σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, σταματήστε να διαβάζετε εδώ το κείμενο.

Γνωρίζουμε καλά τι συμβαίνει στην ελληνική δημοσιογραφία: Σύμφωνα με έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, το 2019 σημειώθηκε συνολική μείωση 13,7% σε σχέση με το 2018 στις συνολικές πωλήσεις των εφημερίδων, με την πτώση να καταγράφεται σε όλες τις επιμέρους κατηγορίες. Συνολικά, όλο το 2019 πωλήθηκαν 46.776.501 φύλλα ή 7.431.607 φύλλα λιγότερα από το 2018 (όταν το 2014 οι συνολικές πωλήσεις ανέρχονταν σε 95.404.106 φύλλα). Αξίζει να αναφέρω ότι πτώση της τάξης του 5,9% είχε σημειωθεί και το 2018 σε σχέση με το 2017.

1) Οι πωλήσεις των πολιτικών εφημερίδων έφτασαν τα 34.448.439 φύλλα και μειώθηκαν κατά 4.401.136 φύλλα (πτώση 11,3%) σε σχέση με το 2018.

2) Οι πωλήσεις των αθλητικών εφημερίδων έφτασαν τα 10.584.748 φύλλα και μειώθηκαν κατά 2.348.060 φύλλα (πτώση 18,2%).

3) Οι οικονομικές εφημερίδες έφτασαν τα 764.197 φύλλα και μειώθηκαν κατά 385.971 φύλλα (πτώση 33,6%).

Φυσικά, ο θάνατος της δημοσιογραφίας δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμιο. Σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικής Εργασίας των ΗΠΑ, η βιομηχανία εφημερίδων έχει χάσει πάνω από το 50% των υπαλλήλων της από το 2001 μέχρι σήμερα. Ενώ τα μεγάλα ονόματα διατηρούν ακόμα κάποια σχετική οικονομική υγεία, το σύνηθες φαινόμενο είναι το κλείσιμο εφημερίδων και περιοδικών, οι χρεοκοπίες και η ακραία συρρίκνωση. Ολόκληρες πόλεις και κωμοπόλεις έχουν μείνει χωρίς εφημερίδες. Με την αποτυχία να μεγαλώνει κάθε μέρα, η επιβίωση της γραπτής δημοσιογραφίας απαιτεί δημόσια χρηματοδότηση. Η δημόσια χρηματοδότηση θα επιτρέψει την ύπαρξη των μέσων, αρκεί αυτά να αναπαράγουν τυφλά τις κυβερνητικές θέσεις για τις εσωτερικές και εξωτερικές εξελίξεις. Τα δεκάδες εκατομμύρια που πήραν τα ΜΜΕ από τη λίστα Πέτσα το επιβεβαιώνουν με άνεση. Η συνταγή είναι απλή: Θα γράφεις αυτά που θέλουμε = θα επιβιώσεις οικονομικά.

Τις προηγούμενες δεκαετίες, το μοναδικό ενδιαφέρον για τους εγχώριους εκκολαπτόμενους μιντιάρχες ήταν να αποκτήσουν επαγγελματικά πάρε δώσε με το κράτος. Αυτό θα έλυνε δια μαγείας όλα τα προβλήματα. Όταν δεν χρηματοδοτείς την επιχείρησή σου αλλά περιμένεις στην ουρά για να πάρεις ένα δάνειο από την χ φιλική τράπεζα που ποτέ δεν θα χρειαστείς να επιστρέψεις, ή μία κρατική διαφήμιση, τότε δεν υπηρετείς την ανεξάρτητη ενημέρωση αλλά τον κυβερνητικό παράγοντα που σου έκανε το χατίρι. Στις μέρες μας, το σύστημα έχει αλλάξει λίγο για το ξεκάρφωμα. Εμφανίζεται ένα πρόσωπο από το πουθενά που δεν το ξέρει ούτε η μάνα του, αγοράζει μερικά μέσα ενημέρωσης με τα λεφτά κάποιου ολιγάρχη και στη συνέχεια το παίζει μιντιάρχης ενώ οι πάντες ξέρουν ότι είναι μια μαριονέτα του κερατά που δεν σταματάει να γλύφει τα φρύδια του αφεντικού του. Καταστάσεις που προκαλούν αηδία. Τι σεβασμό να δείξεις σε μαριονέτες και τι αξιοπιστία να περιμένεις;

Όλες οι δημοκρατικές πολιτικές θεωρίες απαιτούν ένα πολυφωνικό και λειτουργικό σύστημα Τύπου γιατί η σημερινή άθλια μορφή της δημοσιογραφίας είναι ένα βαθύ κοινωνικό πρόβλημα. Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα μια δημόσια και ειλικρινή συζήτηση για το ποιο θα είναι το μέλλον της ενημέρωσης. Οι εφημερίδες αργά ή γρήγορα εξαφανίζονται και αντικαθίστανται από διαδικτυακούς ιστότοπους. Προσωπικά, θεωρώ ότι σε λίγα χρόνια οι εφημερίδες θα αποτελούν μουσειακό έκθεμα. Το ίντερνετ είναι κυρίαρχο εδώ και χρόνια και προσφέρει άμεση και γρήγορη ενημέρωση από κάθε γωνιά του πλανήτη. Μόνο που δεν είναι όλα ρόδινα στον κόσμο του διαδικτύου. Μπορείς να βρεις πανεύκολα τα fake news, το τραγικό επίπεδο, τα ψέματα, τα ανυπόστατα κουτσομπολιά και το φτωχό λεξιλόγιο. Και πάλι όμως ο λαός το προτιμάει. Δεν είναι ανάγκη να αγοράσεις μια εφημερίδα για να μάθεις τα νέα της Ελλάδας, της Γερμανίας, της Αυστραλίας και της Χιλής. Αρκεί να δημιουργήσεις ένα account στο twitter και θα μάθεις όσα συμβαίνουν, τη στιγμή που συμβαίνουν. Η είδηση είναι διαθέσιμη στο κινητό και το τάμπλετ μας 24 ώρες το 24ωρο. Αυτό που απουσιάζει είναι η ανάλυση της είδησης και η ποιότητα. Γιατί απουσιάζουν;

Καλώς ή κακώς, οι νέες γενιές διαβάζουν λίγο και σκέφτονται ακόμη λιγότερο. Δεν λέω φυσικά ότι οι παλαιότεροι ήταν πιο έξυπνοι γιατί κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Απλά, η χρήση τη τεχνολογίας δεν αφήνει περιθώριο για κάτι διαφορετικό. Κάθε κείμενο που είναι μεγαλύτερο από 20-30 σειρές είναι καταδικασμένο στην αφάνεια. Η νεολαία έχει εκπαιδευτεί, ίσως και εθιστεί, να ψάχνει μανιωδώς την εύκολη ατάκα, την επόμενη φωτογραφία που θα γίνει viral, την παπαριά του/της σελέμπριτυ της κακιάς ώρας που έχει άποψη για όλα χωρίς να ξέρει τίποτα. Κάπως έτσι, εξαφανίζεται η σκέψη και προελαύνει η βλακεία που αγαπάει τις εύκολες λύσεις. Οι αναλύσεις απαιτούν κριτική σκέψη, τεκμηριωμένα επιχειρήματα, γόνιμους προβληματισμούς, σύνθεση των γεγονότων και έρευνα. Το κοινό που ψάχνει τα παραπάνω μειώνεται διαρκώς, άρα μειώνεται και η προσφορά. Η ποιότητα δεν υπάρχει ή είναι δύσκολο να βρεθεί. Ναι μεν μαθαίνουμε τι συμβαίνει στον κόσμο, αλλά μέσα από μικρά κείμενα γεμάτα με ορθογραφικά λάθη που, συνήθως, δεν βασίζονται σε έρευνα. Ελάχιστα από τα κείμενα που βλέπουμε στο διαδίκτυο έχουν ερευνηθεί σε βάθος.

Το διαδίκτυο απαιτεί ταχύτητα. Ο γραφιάς οφείλει να δημοσιεύσει γρήγορα τις ιστορίες και αυτό γίνεται μόνο με μαζική χρήση του σωτήριου copy/paste. Η τέχνη του/της κειμενογράφου φαίνεται να πεθαίνει. Στις ανατολίτικες κουλτούρες, το μεράκι του γραφιά φαίνεται από το χρόνο που ξοδεύει για να γράψει. Οι άνθρωποι που πραγματικά θέλουν να γράψουν την αλήθεια κόντρα σε εξουσίες, ολιγάρχες, πολιτικούς και εξουσιαστές όλο και λιγοστεύουν. Ήδη, σήμερα που μιλάμε, είναι εξοργιστικά λίγοι. Στα πολιτικά, στα κοινωνικά, στα οικονομικά και τα αθλητικά. Υπάρχουν όμως εναλλακτικές; Φυσικά και υπάρχουν. Τα αυτοοργανωμένα μέσα και οι κολεκτίβες ενημέρωσης που μπορούν να προσφέρουν ποιοτική και τεκμηριωμένη ενημέρωση. Μόνο που έτσι δεν μπορείς να επιβιώσεις οικονομικά γιατί θα βρεθείς να δουλεύεις 10 ώρες τη μέρα δωρεάν ή στην καλύτερη των περιπτώσεων για χαρτζιλίκια των 200 ευρώ το μήνα. Αν είσαι «καλό παιδί» θα αναγνωριστεί η αξία σου και θα έχεις την ευκαιρία να δουλέψεις στο μαγαζί του κόμματος ή του ψ ολιγάρχη χωρίς να τολμάς να αγγίξεις τα θέματα που καίνε. Ο μεγαλόψυχος ολιγάρχης εργοδότης θα σου δώσει το δικαίωμα να γαβγίζεις υποκριτικά για την ελευθερία του Τύπου αλλά θα σου απαγορεύσει να αναφέρεις ότι εσύ την έχεις ξεπουλήσει προ πολλού.

Η δημοσιογραφία πεθαίνει γιατί έχασε κάθε ίχνος αξιοπιστίας και αξιοπρέπειας. Γιατί βυθίστηκε στο ψέμα και ταυτίστηκε με τη διαπλοκή. Γιατί αντί να σταθεί επικριτικά απέναντι στην εξουσία επέλεξε συνειδητά να κάτσει στο ίδιο τραπέζι μαζί της. Ναι, μπορεί να μας έλεγε την αλήθεια όταν μας ενημέρωνε για τον αυριανό καιρό ή για τα κυριακάτικα αποτελέσματα στο μαγικό ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, αλλά δεν ανέφερε καν τα σοβαρά θέματα. Αρκεί να υπενθυμίσω ότι όλα τα ντόπια μέσα ενημέρωσης έχασαν την είδηση του αιώνα, δηλαδή την ελληνική χρεοκοπία του 2010. Θυμόμαστε τη στάση τους στο δημοψήφισμα. Στα Δεκεμβριανά του 2008. Διαβάσαμε τα ρεπορτάζ τους από την δικτατορία και τη γερμανική κατοχή. Μπροστά στην επιβίωση τους, θυσίασαν τα πάντα και κάπως έτσι μπήκαν στο περιθώριο. Το σημερινό αδιέξοδο της δημοσιογραφίας είναι εμφανέστατο και δεν υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ. Δεν χρειάζονται δάκρυα για αυτό. Σε τελική ανάλυση, ας θυμηθούμε τη φράση που αποδίδεται στον Τζορτζ Οργουελ, χωρίς να είναι βέβαιο ότι ανήκει στον ίδιο:

«Δημοσιογραφία σημαίνει να τυπώνεις κάτι που κάποιος άλλος δεν θέλει να τυπωθεί. Τα υπόλοιπα είναι δημόσιες σχέσεις».