Οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα δεν πρέπει να έχουν ελεύθερη άποψη – Αλλά αρκετοί ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ καν να έχουν

Όταν ήμουν φοιτητής στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ έμαθα αρκετά πράγματα σε σχέση με τον κλάδο της δημοσιογραφίας. Τα περισσότερα δεν είχαν να κάνουν με την σχολή αυτή καθ’ αυτή, καθώς εκεί μέσα βασίλευε η προχειρότητα, η ανοργανωσιά, η έλλειψη στοιχειωδών γνώσεων από αρκετούς διδάσκοντες – η απουσία κάποιου επί επάγγελμα δημοσιογράφου από το διδακτικό προσωπικό, σε μια σχολή όπου εκκολάπτονται οι μελλοντικοί δημοσιογράφοι, είναι νομίζω χαρακτηριστικό δείγμα της όλης κατάστασης- ενώ οι ανεπαρκείς εγκαταστάσεις ήταν το κερασάκι στην τούρτα.

Όσα έμαθα λοιπόν σε σχέση με το επάγγελμα αφορούσαν κυρίως τα γύρω-γύρω: Τι στάση έπρεπε να κρατήσεις και ποιον έπρεπε να γλείψεις αν ήθελες να προχωρήσεις στον χώρο, ότι για να φτάσεις να κάνεις έστω και την “λάντζα” σε κάποιο Μέσο έπρεπε να δουλέψεις ως “εθελοντής” και “παιδί για τα θελήματα” για τεράστιο χρονικό διάστημα, ότι η ΕΣΗΕΑ και η ΕΣΗΕΜΘ είναι κλειστά κλαμπ προνομιούχων, καθώς για να καταφέρεις να εισαχθείς σε αυτές έπρεπε να δουλεύεις αρκετά συνεχόμενα χρόνια ως δημοσιογράφος με ένσημα, κάτι που δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρεις πριν ξεπεράσεις κατά πολύ τα τριάντα σου.

Επί αρκετά χρόνια είχα παρατήσει την σχολή, ένα βήμα πριν το τέλος. Αρκετοί με ρωτούσαν γιατί δεν την τελείωνα, τι ήταν αυτό που τόσο με χαλούσε με το επάγγελμα της δημοσιογραφίας και μου τόνιζαν πως παθογένειες όπως οι παραπάνω υπήρχαν σε όλους τους κλάδους, λιγότερο ή περισσότερο. Ότι “μπορούσα να μην είμαι σαν όλους τους άλλους δημοσιογράφους”. Κυριαρχούσε δηλαδή η εσφαλμένη εντύπωση ότι υπάρχει ο χώρος για κάτι το διαφορετικό, απλά τυχαίνει όλοι όσοι ασχολούνται με το επάγγελμα να είναι κλακαδόροι του συστήματος.

Η απάντησή μου σε σχέση με αυτό είχε να κάνει με άλλα ενδιαφέροντα πράγματα που έμαθα στα φοιτητικά μου χρόνια και όχι απαραίτητα μέσα στην σχολή: Οι δημοσιογράφοι είναι άνθρωποι που παράγουν ή αναπαράγουν άποψη. Δεν είναι, ας πούμε, οικοδόμοι, μπετατζήδες, κομπιουτεράδες, γιατροί, κουριεράδες κλπ. Είναι ένα επάγγελμα που είναι βασισμένο κατά κύριο λόγο στην μετάδοση της πληροφορίας, της είδησης. Έλα όμως που η είδηση αυτή καθ’ αυτή δεν υπάρχει ποτέ από μόνη της, ως στοιχείο της φύσης, ως καιρικό φαινόμενο! Η είδηση υπάρχει πάντα μέσα από το φίλτρο αυτού που την αναπαράγει. Και από την στιγμή που μιλάμε για φίλτρα, μιλάμε για απόψεις. Και οι απόψεις αντανακλούν -σχεδόν πάντα- συμφέροντα. Όχι απαραίτητα με την κακή έννοια, αλλά συμφέροντα: Άλλο συμφέρον έχει ένας εργαζόμενος που θα δουλέψει τις Κυριακές, άλλο συμφέρον ο εργοδότης του. Άλλο συμφέρον ο Υπουργός Υγείας που “επιβραβεύει ηθικά” τους γιατρούς, άλλο οι γιατροί που παίζουν την ζωή τους κορώνα γράμματα την εποχή του κορονοϊού, κλπ κλπ.

Από την πρώτη στιγμή που η εξουσία και το κεφάλαιο αντιλήφθηκαν την επίδραση που μπορούσε να ασκήσει η μαζική ενημέρωση στην κοινωνία, έκαναν τα πάντα για να την θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Δεν θα κάνω ανασκόπηση ανά τους αιώνες, θα μιλήσω όμως για το πρόσφατο παρελθόν, για την Ελλάδα: Αμέσως μόλις η “ελεύθερη ραδιοφωνία” έγινε αντιληπτή ως εν δυνάμει ανατρεπτικό μέσο, κάπου εκεί στα 80s, απευθείας η ελευθερία της καταργήθηκε. Τα ερτζιανά έγιναν εμπόρευμα, έπρεπε να αγοράσει κάποιος άδεια για να έχει έναν σταθμό. Έτσι και δινόταν ένα τέλος στην “αυθαιρεσία” από την μια και από την άλλη, όποιος ήθελε και μπορούσε, όποιος είχε την οικονομική άνεση, δεξιός, αριστερός ή κεντρώος, άνδρας ή γυναίκα, αγόραζε πλέον έναν σταθμό, χωρίς εξαιρέσεις και με την επίφαση της “δημοκρατικότητας”.

Φυσικά, κάθε δημόσιο αγαθό που μετατρέπεται σε εμπόρευμα είναι καταδικασμένο να περάσει στα χέρια των λίγων, αυτών που έχουν την δυνατότητα να εξαγοράζουν το κάθε τι. Οι ραδιοφωνικές όμως άδειες (και αργότερα οι τηλεοπτικές, που είναι πραγματικά μια τεράστια ιστορία αυθαιρεσίας και πελατειακών σχέσεων) δεν είναι ούτε συγκοινωνίες, ούτε φυσικό αέριο (δεν υποτιμώ τους κλάδους αυτούς και την σημασία τους, απλά χτίζω ένα επιχείρημα). Όποιος καταφέρει να αποκτήσει υπερβολική δύναμη επάνω στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας δεν βγάζει απλά υπερ-κέρδη από το ολιγοπώλιο, τη διαφήμιση κλπ, όπως σε άλλους τομείς της οικονομίας, αλλά ουσιαστικά ελέγχει την ίδια την πληροφορία και την διάδοσή της. Ελέγχει τι θέλει και τι δεν θέλει να βγει προς τα έξω, αλλά και με ποιον τρόπο. Ουσιαστικά μπορεί να επιβάλει την δική του άποψη πάνω σε ένα θέμα, περιορίζοντας ή εξαφανίζοντας εντελώς από την δημόσια σφαίρα τις υπόλοιπες απόψεις. (Μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ ένα παλαιότερο άρθρο μου σχετικά με τα ΜΜΕ ως “φρουροί της πύλης” της πληροφορίας).

Το γενικότερο λοιπόν συμπέρασμα που αποκόμισα αρκετά χρόνια πριν, ως φέρελπις δημοσιογράφος, ήταν το εξής: Οι δημοσιογράφοι στην Ελλάδα, αν θέλουν να δουλέψουν με αμοιβή, αν δηλαδή θέλουν να βιοποριστούν από το επάγγελμά τους, θα πρέπει να εργαστούν σε ένα σύμπλεγμα Μέσων, τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία μεγάλων αφεντικών, στελεχών της αστικής τάξης. Σε αυτή τους την εργασία τους επιτρέπεται τόση ελευθερία άποψης, όση δεν παραβιάζει τα συμφέροντα των αφεντικών τους και δεν ασκεί κριτική στην γραμμή των πολιτικών τους “υπαλλήλων”, δηλαδή των αστικών κομμάτων. Όπως καταλαβαίνετε, τα μέσα αυτά είναι όλα δεξιάς κατεύθυνσης.

Υπάρχει επίσης ένας δημόσιος (ή κρατικός) φορέας ενημέρωσης, είτε τοπικής, είτε πανελλήνιας εμβέλειας, που, λίγο έως πολύ, είναι λάφυρο στα χέρια της εκάστοτε κυβέρνησης (ή αντιπολίτευσης εν αναμονή της εξουσίας, βλέπε ΕΡΤ προ και επί ΣΥΡΙΖΑ) ή στο εσωτερικό του έχουν δημιουργηθεί κομματικές και πολιτικές κλίκες δημοσιο-υπαλληλικού τύπου, που κάνουν κουμάντο και διαμορφώνουν γραμμή.

Επιπλέον, στην αντίπερα όχθη, υπάρχει το κομμάτι της πίτας που αφορά τα Μέσα που είναι ταυτισμένα με την πολιτική θέση της (εκάστοτε) αντιπολίτευσης. Αυτό το (αρκετά αυξημένο μετά την τετραετία ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τα χρόνια πριν από αυτήν) κομμάτι κινείται ιδεολογικά στον χώρο της κεντροαριστεράς, με μερικές φωτεινές εξαιρέσεις στο εσωτερικό του, που μπορεί να αγγίξουν και την εξωκοινοβουλευτική αριστερά, ώστε να δίνεται η επίφαση της πολυφωνίας. Αυτά τα Μέσα είναι στελεχωμένα κατά κύριο λόγο με υποστηρικτές της μείζονος αντιπολίτευσης, ακόμη και κομματικά στελέχη. Έτσι καλύπτεται και αυτό το ασφαλώς μικρότερο κομμάτι της πίτας.

Και θα πει κανείς “ποιο είναι το πρόβλημα;”, αφού ουσιαστικά έτσι αντανακλάται και η πολιτική ζωή της χώρας. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μιλάμε εδώ μόνο για τα λεγόμενα στενά “κομματικά μέσα”. Δεν θα κατηγορούσε κανείς τον Ριζοσπάστη ή την Αυγή γιατί προτάσσουν τις γραμμές των κομμάτων τους. Αυτή είναι η δουλειά τους. Μιλάμε εδώ για ολόκληρο τον δημοσιογραφικό κλάδο της χώρας. Αν κάποιος θέλει να εργαστεί ως δημοσιογράφος στην Ελλάδα θα πρέπει να γίνει είτε δεξιός εκ πεποιθήσεως, είτε απολίτικο τσιράκι του συστήματος, αριβίστας και σφουγγοκωλάριος των αφεντικών από την μια ή κωλογλείφτης της αντιπολίτευσης από την άλλη. Γιατί, να χωθείς στον κρατικό φορέα χωρίς βύσμα από την μια ή την άλλη, δεν υπάρχει περίπτωση.

(Για να μην παρεξηγηθώ, υπάρχουν εξαιρέσεις ανθρώπων που έχουν καταφέρει να κερδίσουν τον σεβασμό μας και να γίνουν τόσο απαραίτητοι για τα Μέσα τους ή η απόλυσή τους να έχει τόσο μεγάλο τίμημα, που διατηρούν τις θέσεις τους εκφράζοντας αντίθετες ως προς το κατεστημένο απόψεις. Δυστυχώς, αυτές είναι οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα)

Η λογοκρισία και τα άμεσα χτυπήματα στην ελευθερία του τύπου και της έκφρασης της άποψης

Είπα πιο πάνω ότι δεν έμαθα σχεδόν τίποτα από την σχολή μου αυτή καθαυτή, ίσως ήμουν λίγο υπερβολικός. Τα μαθήματα περί Δικαίου των ΜΜΕ και περί Ηθικής και Δεοντολογίας, υποχρεωτικά αμφότερα, μου έδωσαν ουσιαστικά  τις επίσημες βάσεις πάνω στις οποίες μπορώ σήμερα να αμφισβητήσω το ίδιο το ελληνικό σύστημα των ΜΜΕ, ακόμη και από θεσμική οπτική γωνία. Όταν βλέπεις την ίδια την δεοντολογία και την ηθική στον κλάδο να έχουν πάει περίπατο, όταν ο επιθυμητός πλουραλισμός και η πολυφωνία, για τα οποία διδασκόμασταν κάποτε, είναι πια ένα χοντροκομμένο αστείο, τότε καταλαβαίνεις ότι δεν είναι πλέον μόνο ιδεολογικό το ζήτημα, αλλά και θεσμικό. Ότι τα ίδια τα Μέσα, το ίδιο το σύμπλεγμα των ελληνικών ΜΜΕ, καταπατούν τους θεσπισμένους κανόνες. Και έχουμε φτάσει πλέον στο σημείο, εν μέσω αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας μάλιστα, να αμφισβητείται η ίδια η ελευθερία του τύπου, η ελευθερία της άποψης που μπορούν να εκφράζουν οι δημοσιογράφοι. Δηλαδή ένας από τους ιδεολογικούς πυλώνες του ίδιου του συστήματος -υποτίθεται. Μιλάμε για αρχές που εγκαθιδρύθηκαν στον κόσμο από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης ακόμη.

Δεν θα μιλήσω πολύ για την σκανδαλώδη χρηματοδότηση εκατομμυρίων των ΜΜΕ από την Κυβέρνηση, για να κάνουν την προπαγάνδα της εν μέσω πανδημίας, την ίδια ώρα που η δημόσια υγεία αιμορραγεί υποστελεχωμένη και ελλιπώς χρηματοδοτούμενη. Θα το αφήσω να το έχουμε κι αυτό στην άκρη ως κρατούμενο, ως “υπόστρωμα” που λένε, είναι η ίδια η βάση στο πλαίσιο της κουβέντας περί ανεξαρτησίας των μέσων, περί ελευθερίας της άποψης κλπ. Το έχουμε ως δεδομένο πιστεύω ότι η οικονομική εξάρτηση από έναν τρίτο φορέα, πόσο μάλλον όταν αυτό είναι το κράτος, αποτελεί άμεσο χτύπημα στην ανεξαρτησία του Τύπου. Το κρατάμε στην άκρη λοιπόν.

Θα πιάσω το θέμα της στεγνής λογοκρισίας. Τυχαίνει μερικές φορές να ξεφεύγουν από καθεστωτικούς δημοσιογράφους σχόλια και ρεπορτάζ που δεν συμβαδίζουν με την επίσημη γραμμή του εκάστοτε μέσου, δηλαδή την τρέχουσα περίοδο, με την απόλυτη ταύτιση με την Κυβερνητική γραμμή που έχει επιβληθεί σε κάθε δεξιό ΜΜΕ. Στην περίπτωση της Δήμητρας Κρουστάλλη, Διευθύντριας Σύνταξης του “Βήματος”, είδαμε πως μπορεί να συμπεριφερθεί το αφεντικό ακόμη και στο πιο πιστό γλείφτη του, όταν αυτός κάνει έστω και ένα λάθος, αρκετά μεγάλο όμως ώστε να εκτεθεί το Μέσο στα μάτια της Κυβέρνησης. Η Κρουστάλλη δεν αποτελεί κάποιο “παράδειγμα δημοσιογραφικής ηθικής”, το αντίθετο μάλιστα, όπως αποδεικνύεται από την ίδια της την θέση τόσα χρόνια σε έναν εκ των πυλώνων του καθεστωτικού δημοσιογραφικού συμπλέγματος. Έφτανε μόνο ένα ρεπορτάζ για την “παραιτήσει” από το Βήμα, αυτό που είχε να κάνει με   την παράλληλη καταγραφή κρουσμάτων COVID-19 από ΗΔΙΚΑ και ΕΟΔΥ, ενάντια στην επίσημη φιλολογία της Ν.Δ. και του Υπουργείου Υγείας. Ήταν η ίδια που κατήγγειλε τις πιέσεις για παραίτηση από το Μαξίμου, μέσα από το facebook:

Δημοσιογράφοι

Μετά από αυτό, το κόψιμο του κειμένου της Έλενας Ακρίτα από τα “Νέα” λίγες μέρες πριν και η συνεπακόλουθη παραίτησή της, πρέπει να μας φαίνεται σαν κάτι το φυσικό σχεδόν. Η Ακρίτα έκανε αντιπολίτευση μέσα από ένα Μέσο που ήταν φίλα προσκείμενο στην Κυβέρνηση. Μπορεί η σημασία του ονόματός της να της επέτρεψε να το πράξει για μεγάλο χρονικό διάστημα, στο τέλος όμως ήταν βέβαιο ότι η λογοκρισία θα έρθει. Τουλάχιστον η Ακρίτα, όπως θα έκαναν ελάχιστοι άλλοι δημοσιογράφοι συνάδελφοί της, είχε το ηθικό ανάστημα (αλλά και την ευχέρεια για να είμαστε ειλικρινείς) να παραιτηθεί χωρίς να περιμένει τις “πιέσεις από το Μαξίμου”. Άλλωστε μάλλον ήξερε ότι ήδη υπάρχουν και φανερώθηκαν με την λογοκρισία του κειμένου της. Η εν λόγω δημοσιογράφος δεν είναι φυσικά ούτε αριστερή, ούτε αντισυστημική, με την πραγματική έννοια του όρου. Η Ακρίτα είναι μια από τους ελάχιστους εκπροσώπους της “φωτισμένης” προοδευτικής αστικής τάξης στον ελληνικό Τύπο, είναι δημοκράτισσα με την αστική έννοια, ξέρει πάρα πολύ καλά από δημοσιογραφική Ηθική και Δεοντολογία και γνωρίζει πως η τήρησή τους επαφίεται τόσο στο Μέσο, όσο και στον ίδιο τον δημοσιογράφο που είναι υπεύθυνος για την μη χειραγώγηση του. Και φυσικά δεν έχει ανάγκη, οικονομική ή επαγγελματική, από το να παραμείνει σε ένα Μέσο που δεν την θέλει. Ίσα-ίσα, ολόληρο το προφίλ της είναι βασισμένο και χτισμένο επάνω σε αυτήν της την ανεξαρτησία. Μπορεί επίσης πολύ εύκολα να περάσει στα Μέσα της ελάσσονος αντιπολίτευσης.

Δημοσιογράφοι

Πέρα όμως από αυτές τις “βροντερές” -λόγω του μεγέθους των ονομάτων- περιπτώσεις, σε καθημερινή βάση, οι μη-δεξιοί, μη-τσιράκια δημοσιογράφοι, αυτοί που θέλουν να κάνουν σωστά την δουλειά τους, δηλαδή την διάχυση της πληροφορίας και την ανάδειξη μιας είδησης (αυτοί οι λίγοι τέτοιοι δηλαδή που έχουν απομείνει), διακινδυνεύουν την θέση τους, την δουλειά τους, όταν η ζωή τα φέρει έτσι που οφείλουν να αντιταχθούν στην κυβέρνηση, το κράτος και τους θεσμούς του. Δυο τέτοιες περιπτώσεις όχι τόσο γνωστών δημοσιογράφων είναι αυτές του Κώστα Σταυριανού, του δημοτικού ραδιοφώνου της Λάρισας και του Γιάννη Νέγρη, δημοσιογράφου στην Σάμο, γνωστού για τα αποκαλυπτικά του ρεπορτάζ όσον αφορά τις επαναπροωθήσεις προσφύγων και μεταναστών.

Ο κος Σταυριανός έκανε το σφάλμα να αναδείξει στην εκπομπή του το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ του μπάτσου στα Εξάρχεια, ο οποίος την ημέρα της 6ης Δεκέμβρη “έπαιζε” με τα λουλούδια που άφησε κάποια κυρία ως φόρο τιμής στο μνημείο του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ο κος Σταυριανός ανέφερε πως «Η Ελληνική Αστυνομία ομολογουμένως καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες ειδικά τελευταία, για να δικαιολογήσει όλους τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς της προσάπτει ο ελληνικός λαός…»  και συνέχισε λέγοντας πως «...Αυτοί οι συμπολίτες μας που εξεπλάγησαν προφανώς και δε γνωρίζουν ότι οι αστυνομικοί στις πορείες από το 2008 και εντεύθεν βρίζουν εν χορώ το νεκρό και ρωτάνε τους συγκεντρωμένους που είναι ο Αλέξης» , ενώ μάλιστα διευκρινίζει πως «δεν είναι όλοι οι αστυνομικοί το ίδιο. Υπάρχουνε και κάποιοι που έχουν τη διάθεση να τηρήσουν το σύνταγμα…», μαρτυρώντας έτσι πως δεν μιλάμε για κάποιον “αναρχικό” ή “αντιεξουσιαστή” δημοσιογράφο που έχει “παρεισφρήσει στο σύστημα”, αλλά για έναν άνθρωπο με στοιχειώδεις δημοκρατικές ευαισθησίες, που εξερράγη όταν είδε την αηδιαστική κίνηση του μπάτσου. Να μην τα πολυλογούμε, λίγες μέρες μετά το συμβάν και μετά από παρέμβαση των τοπικών αστυνομικών αρχών, ο κος Σταυριανός εκδιώχθηκε!

Και αν στην παραπάνω περίπτωση μιλάμε για έναν εθελοντή του ραδιοφώνου, αυτή του Γιάννη Νέγρη είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική (αν και είναι αμφότεροι δημοσιογράφοι, όπως και να’ χει). Ποιο ήταν το λάθος στο οποίο υπέπεσε ο κος Νέγρης; Ανέδειξε με φωτογραφίες του την περιβαλλοντική καταστροφή που είχε διαπράξει το Πολεμικό Ναυτικό στην Σάμο, το κόψιμο των υπεραιωνόβιων πεύκων γύρω από το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, χωρίς καμία προφανώς άδεια. Τι περιμένετε; Ότι απολογήθηκε το Πολεμικό Ναυτικό; Φυσικά και όχι! Αντίθετα, ο Γιάννης Νέγρης κατηγορήθηκε ως “κατάσκοπος” (!!!) επειδή σε κάποια από τις φωτογραφίες, τραβηγμένες με drone, διαφαίνεται ένας…τοίχος (!!!) που το Π. Ναυτικό αναγνώρισε ως κομμάτι στρατιωτικής εγκατάστασης! Ευτυχώς η αιτιολόγηση για την απόπειρα δίωξης ήταν τόσο γελοία, που εν τέλει δεν απαγγέλθηκε καμία κατηγορία από τον εισαγγελέα , αλλά το μήνυμα έχει δοθεί: Οι δημοσιογράφοι υπάρχουν μόνο ως αναπόσπαστο κομμάτι της εξουσιαστικής πολιτικής του κράτους και του κεφαλαίου, ως η Τέταρτη Εξουσία. Είτε θα είναι αυτός ο ρόλος τους, είτε δεν θα είναι κανένας.

Θα μπορούσαν να προστεθούν δεκάδες άλλα τέτοια περιστατικά. Δεν θα αναφέρω καν εκτενώς τα πιο “κινηματικά”, όπως αυτά της απόπειρας λογοκρισίας της Ελευθερίας Κουμάντου ή το εξωφρενικό της δίωξης κινηματικού δημοσιογράφου επειδή ανάρτησε ανάληψη ευθύνης. Δεν θα αναφερθώ καν  εκτενώς στις σκευωρίες απέναντι στον Πολύκαρπο Γεωργιάδη με την άμεση συμμετοχή των ΜΜΕ. Δεν τα εξετάζω εκτενώς σε αυτό το άρθρο, επειδή ως περιστατικά που αφορούν άμεσα ή έμμεσα το αναρχικό-αντιεξουσιαστικό και γενικά το επαναστατικό κίνημα, έχουν καταντήσει πλέον παντελώς αναμενόμενα. Δυστυχώς. (Τα έχουμε εξετάσει όμως ενδελεχώς παλαιότερα και φυσικά θα συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε αυτά τα περιστατικά).

Ο κόσμος το ‘χει τούμπανο και οι δημοσιογράφοι κρυφό καμάρι

Τι κι αν το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (δηλαδή ένας αστικός εξουσιαστικός θεσμός) και οι Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα φέρνουν στην επιφάνεια με τον πιο επίσημο τρόπο το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις τελευταίες χώρες της ΕΕ σε ό,τι αφορά την ελευθερία του Τύπου;

δημοιογράφοι

Για την Κυβέρνηση και τον εκπρόσωπό της, Στέλιο Πέτσα, δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά. Δεν ισχύει καμία παρέμβαση κανενός φορέα εξουσίας στο έργο των ΜΜΕ: «Η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει ούτε στα μέσα ενημέρωσης ούτε στη δουλειά των δημοσιογράφων. Σέβεται απόλυτα την ανεξαρτησία τους» δήλωσε ο εν λόγω πολιτικός πριν από λίγες ημέρες. Εμείς ένα έχουμε να πούμε επ’ αυτού: Όταν έχει φτάσει να σε κράζει ακόμη και συντάκτης της “Καθημερινής”, δηλαδή του ημι-επίσημου οργάνου προπαγάνδας σου, τότε μάλλον το αστείο έχει παραπάει.

Ακόμη χειρότερο όμως είναι το ότι τίποτε από όλα αυτά φαίνεται να μην ισχύει ούτε για μια τεράστια μερίδα των δημοσιογράφων των καθεστωτικών ΜΜΕ, ειδικά αυτών που εργάζονται στο πιο μαζικής απήχησης από όλα, την τηλεόραση. Πράγματι, στα δελτία ειδήσεων μπορούμε να βρούμε τα πάντα: Από την ατέρμονη προπαγάνδα υπέρ της Κυβέρνησης, μέχρι τις πικάντικες λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή των πολιτικών, των σελέμπριτι και των πολιτικών-σελέμπριτι, όπως ο Κούλης με την υπέρκομψη Μαρέβα ή ο Κικίλιας με την Τζένη, μπορούμε να βρούμε ελάσσονος σημασίας πολιτικά θέματα όπως σαρδάμ βουλευτών μέσα στην Βουλή ή κάποιο μίνι σκανδαλάκι (όταν δεν αφορά συμφέροντα του εργοδότη μας), αλλά ΤΙΠΟΤΑ που να αφορά την φίμωση δημοσιογράφων, την “παραίτηση” ή την απόλυσή τους. Τον έλεγχο των ΜΜΕ και την κατάργηση της ελευθερίας του λόγου και της άποψης.

Η οργή είναι αναμενόμενη. «Ρε “δημοσιογράφοι” της δεκάρας…ρε σκουπίδια της διπλανής πόρτας…Μιλάμε για συναδέλφους σας. Μιλάμε πλέον ακόμη και για προϊσταμένους σας (βλέπε Κρουστάλλη). Μιλάμε για μια κατάσταση που μπορεί ανά πάσα στιγμή να φτάσει και σε εσάς! Γιατί δεν ακούγεται τίποτα;» εξεγείρεται ο μέσος νοήμον άνθρωπος.

Μα πολύ απλά, γιατί ένα τεράστιο κομμάτι από αυτούς που αυτο-αποκαλλούνται δημοσιογράφοι, στην πραγματικότητα ΔΕΝ είναι δημοσιογράφοι. Δεν ΘΕΛΟΥΝ να είναι δημοσιογράφοι. Δεν τους ενδιαφέρει η ελευθερία του λόγου, της άποψης, ο πλουραλισμός, η ηθική και η δεοντολογία. Τους αρκεί να είναι καλοπληρωμένοι (όσοι είναι) μισθωτοί εργαζόμενοι σε κανάλια και Μέσα, να είναι απλοί πομποί προκατασκευασμένων ειδήσεων, διαμοιραστές της άποψης του αφεντικού, της Κυβέρνησης. Είναι αυτοί που έκαναν γενιές ολόκληρες να γαλουχηθούν με το σύνθημα ΑΛΗΤΕΣ – ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ, αυτοί που έκοψαν τα φτερά και τις ελπίδες τόσων νέων που πίστεψαν στην αναζήτηση και την ανάδειξη της (όποιας) αλήθειας, ως ύψιστου καθήκοντος του επαγγέλματος αυτού.

Δυστυχώς, όλα τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως, μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, και ειδικά στην Ελλάδα, η ανεξάρτητη, η ερευνητική, η ριζοσπαστική δημοσιογραφία ως επάγγελμα δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει γιατί, όπως είπαμε, οι έμμισθοι δημοσιογράφοι είναι δέσμιοι, ηθελημένα ή μη, της άποψης και του συμφέροντος του αφεντικού τους. Και αν υπάρχει, βρίσκεται σε αυτο-χρηματοδοτούμενες παραγωγές, που πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα  υπό αντίξοες συνθήκες και με πολύ χαμηλότερα μπάτζετ, σε συνεργατικά μέσα που θάβονται κάτω από την καθεστωτική προπαγάνδα. Και δυστυχώς δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Κι εκεί ακριβώς είναι που έρχεται να κουμπώσει η ανάγκη για ανεξάρτητες φωνές αντιπληροφόρησης, από αυτές που δεν δέχονται για τον εαυτό τους πλέον ούτε καν τον όρο “δημοσιογραφία”, που τόσο πολύ έχει  λερωθεί. Site όπως αυτό που διαβάζετε αυτή την στιγμή και άλλα πόσα, αυτο-οργανωμένα ραδιόφωνα, κανάλια και σελίδες στα Social Media κλπ. Επειδή η επαγγελματική δημοσιογραφία έχει ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά όρια. Τα όρια του συστήματος που υπηρετεί ή μέσα στο οποίο είναι αναγκασμένη να επιβιώνει.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ