Στην αγγλική γλώσσα η ελληνική λέξη ιδιώτης μεταφράζει ως ηλίθιος (idiot). Και αν αναρωτιέται κανείς για τη μετάλλαξη του νοήματος μιας τέτοιας δάνειας λέξης, θα τον απογοητεύσουμε. Αφού και στην ελληνική γλώσσα η αρχική σημασία της έννοιας ιδιώτης ήταν αυτή που έχει σήμερα στην αγγλική της μεταγραφήΑν ανατρέξουμε στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη θα διαπιστώσουμε όχι μόνο τον ορισμό της φύσης του ανθρώπου ως «κοινωνικού και πολιτικού ζώου», αφού ο άνθρωπος νοείται μόνο εντός και δια την κοινωνίαν (ἐκ τούτων οὖν φανερὸν ὅτι τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί), αλλά θα βρούμε και το ποιον, διόλου κολακευτικό, χαρακτηρισμό επιφυλάσσει γι’ αυτόν που ιδιωτεύει, αυτόν που θέτει εαυτόν εκτός συνόλου. Ο άπολις, λοιπόν, ο άνθρωπος χωρίς ή ενάντια στην πόλη, αν δεν είναι ανώτερος του ανθρώπου, αν δεν είναι δηλαδή θεός, είναι κατώτερος του ανθρώπου, είναι «φαῦλος», ένας αχρείος. (βλέπε: Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1253a1-9]

Μετά τη μεγάλη κρίση του 1929 ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς συνειδητοποίησε ένα βασικό πρόβλημα λειτουργίας του καπιταλισμού, το οποίο μισό αιώνα νωρίτερα είχε ήδη προβλέψει ο Μαρξ: πως ο λυσσαλέος ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιωτών σε κάθε τομέα της παραγωγής, η προσπάθεια του μεμονωμένου ιδιώτη να επικρατήσει έναντι όλων των ανταγωνιστών του και να καλύψει το σύνολο της ζήτησης, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην επικράτηση του ενός, δηλαδή στη δημιουργία μονοπωλίου. Και αυτή η καταστροφή των περισσότερων προς όφελος του ενός έχει συντριπτικές κοινωνικές συνέπειες, αφού εκτός από την απαξίωση υποδομών, πυροδοτεί μαζική ανεργία και πτώση της αγοραστικής δύναμης, με το συνολικό αποτέλεσμα να στρέφεται τελικά ενάντια και στον ιδιώτη που μονοπωλιακά επικράτησε. Η ανταγωνιστική φύση των ιδιωτών, η ίδια η προσωπική τους “ηλιθιότητα”, διαπίστωσε ο Κέυνς, θα οδηγούσε αργά ή γρήγορα στην καταστροφή του καπιταλισμού και ίσως στην παγκόσμια επανάσταση. Έτσι, όντας ανυποχώρητα αστός, σκέφτηκε: ο καπιταλισμός είναι ένα πολύ σημαντικό πράγμα για να το αφήσουμε στους καπιταλιστές.

Η βασική ιδέα του Κέυνς ήταν μια ιστορική μετάλλαξη του ρόλου του κράτους. Το κράτος δε θα ήταν πια «ο στρατός και η αστυνομία των καπιταλιστών», αυτός που προστατεύει την ιδιωτική ιδιοκτησία από την επαναστατική λεηλασία των φτωχών, αλλά κάτι πολύ παραπάνω. Θα γινόταν ο συντονιστής, ο οργανωτής και ο καθοδηγητής όλων των τομέων της παραγωγής: ένας καπιταλιστής παντεπόπτης, πάνω από τους ιδιώτες καπιταλιστές, που θα εξασφάλιζε πως το συμφέρον του ενός (ηλίθιου) δε θα αποβαίνει στο εξής μοιραίο για το συμφέρον όλων των άλλων (ηλίθιων). Ο Κέυνς μετέγραψε σε μεγάλο βαθμό την ιδέα από το σοβιετικό πείραμα, καθώς παρατήρησε πως ο κεντρικός κρατικός σχεδιασμός της παραγωγής ήταν ασπίδα ενάντια στο κοντόφθαλμο πάθος του μεμονωμένου ιδιώτη για καταστροφή. Οι κρατικοποιήσεις στρατηγικών τομέων της παραγωγής, τα δημόσια έργα υποδομής (δρόμοι, λιμάνια, σιδηρόδρομοι), η φορολογία και οι κοινωνικές παροχές, όλα αυτά που σήμερα ονομάζουμε Κεϋνσιανό μοντέλο, παρότι χειροκροτήθηκαν από μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, αποτέλεσαν στην πραγματικότητα την πλέον ευφυή ιστορικά απόφαση ενάντια στην εργατική τάξη. Αφού δημιούργησαν ένα κράτος – συλλογικό καπιταλιστή που όχι μόνο διασώζει (με την περιουσία της κοινωνίας) τον “ηλίθιο” ιδιώτη, όταν αυτός αποτυγχάνει, όχι μόνο αναλαμβάνει να του κατασκευάσει τις υποδομές που έχει απόλυτη ανάγκη, αλλά του παραδίδει κιόλας σε επόμενη φάση όποιον τομέα είχε δημιουργήσει αρχικά ως κοινωνική περιουσία. Γιατί αυτό το ατέλειωτο γαϊτανάκι που παρατηρούμε τον τελευταίο αιώνα μεταξύ ιδιωτικοποιήσεων και κρατικοποιήσεων (διασώσεων), το οποίο βλακωδώς κατανοείται ως πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ σοσιαλδημοκρατών και φιλελεύθερων, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: ενός κράτους στοργικού πατέρα των ηλιθίων, που τους διασώζει (από τη μία), όταν αποτυγχάνουν, αγοράζοντας ή χρηματοδοτώντας με προγράμματα ενίσχυσης τις μεγάλες επιχείρησης και τους τροφοδοτεί (από την άλλη) με νέες – έτοιμες κερδοφόρες δημόσιες υποδομές (ιδιωτικοποιήσειςπου τους πουλά κοψοχρονιά. Χωρίς αυτή τη διπλή φύση του κράτους οι “ηλίθιοι” θα είχαν εδώ και έναν αιώνα τεθεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Με βάση τα παραπάνω, όποιος στις μέρες μας ταυτίζει το πρόταγμα του δημοσίου, των κοινών δηλαδή αγαθών – υποδομών, που βρίσκονται υπό διαρκή κοινωνικό έλεγχο και οριζόντια διαχείριση, με το κράτος, τότε δεν έχει αντιληφθεί την ίδια τη φύση του σύγχρονου κράτους ως του μεγαλύτερου εχθρού κάθε κοινού αγαθού. Το ερώτημα, λοιπόν, που πρέπει στις μέρες επειγόντως να τεθεί είναι: γιατί κερδίζουν ακόμα οι ηλίθιοι;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή. Οι ιδιώτες καπιταλιστές δεν είναι περισσότερο ηλίθιοι από όλους εμάς. Τίποτα το εγγενές δεν υπάρχει κατώτερο στην νοημοσύνη τους, όπως και τίποτα το ανώτερο δεν υπάρχει στην νοημοσύνη των υπολοίπων. Η ηλιθιότητά τους προκύπτει ως αναγκαστική στρατηγική του παιχνιδιού της αγοράς: όποιος δεν επιχειρεί να τσακίσει όλους τους ανταγωνιστές του, αδιαφορώντας για τις συνολικές συνέπειες, αργά ή γρήγορα τον εξαφανίζουν. Είναι δηλαδή στη «φύση του παιχνιδιού» του να συμπεριφέρεται ηλίθια. Όμως, με ακριβώς την ίδια ηλιθιότητα, με ακριβώς το ίδιο πνεύμα του ιδιώτη, σκέφτεται και ο καθένας από εμάς που ζει σε μια κοινωνία της αγοράς (δηλαδή σε μια κοινωνία παγιωμένου ανταγωνισμού), όταν προάγει το προσωπικό του (βραχυπρόθεσμο) όφελος ενάντια στο συνολικό (μακροπρόθεσμο). Γιατί ο εργάτης που, αντί να οργανωθεί στο συνδικάτο του, γίνεται το τσιράκι του αφεντικού, στο τέλος χάνει και ο ίδιος, γιατί το σωματείο που, αντί να στηρίξει τον συλλογικό αγώνα της τάξης του, επικεντρώνεται στα ζητήματα του δικού του κλάδου ή του δικού του εργοστασίου χάνει και το ίδιο, γιατί η εργατική τάξη σε μια χώρα που αντιλαμβάνεται τα συμφέροντά της ως ανταγωνιστικά των “ξένων” εργατών χάνει —στο τέλος— και η ίδια. Το κοντόφθαλμο συμφέρον του ιδιώτη, που κάποτε κόντεψε να γίνει ο νεκροθάφτης του καπιταλιστή, καταδικάζει και τους “λυτρωτές της ιστορίας” στη διαιώνιση της αθλιότητάς τους.

Ο Μαρξ παρατήρησε ότι στις πρώιμες καπιταλιστικές κοινότητες του μεσαίωνα οι καπιταλιστές κατάφεραν να αναπτυχθούν και, εν τέλει, σταδιακά, μετά από πέντε αιώνες, να επικρατήσουν, γιατί σε εκείνες τις δύσκολες γι’ αυτούς συνθήκες το κοντόφθαλμο ιδιωτικό συμφέρον του καθενός ταυτιζόταν —παραδόξως— με το συλλογικό και μακροπρόθεσμο συμφέρον της τάξης τους. Γιατί οι καπιταλιστές, οι μικροί τότε αυτόνομοι παραγωγοί, έπρεπε για να καταφέρουν να ανασάνουν μέσα στο ασφυκτικό δίκτυο της φεουδαρχίας, για να μπορέσουν να πουλήσουν τα προϊόντα τους, να σκεφτούν συλλογικά, να φτιάξουν όλοι μαζί αγορές, να δημιουργήσουν υποδομές για όλους, να συνεταιρισθούν ελεύθερα και ισότιμα, να κατασκευάσουν λιμάνια για τα καράβια τους, να χτίσουν πόλεις σε καίρια εμπορικά μονοπάτια, να δημιουργήσουν θεσμούς συλλογικής αυτοκυβέρνησης, να τυπώσουν χρήμα και πίστωση κ.α. Έτσι, μέσα στα σπλάχνα μιας εχθρικής για αυτούς κοινωνίας έχτισαν βήμα προς βήμα τη δική τους, γιατί κατάφεραν να ταυτίσουν το ιδιωτικό συμφέρον με το δημόσιο, το βραχυπρόθεσμο με το μακροπρόθεσμο! Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της αστικής τάξης σε όλη την ιστορία της και η παρακμή ξεκινά από τότε που έπαψε να ακολουθεί αυτό το αξίωμα.

Τι πρέπει να κάνουμε, λοιπόν, για να ανατρέψουμε τον βασιλιά των ηλιθίων, τι πρέπει να κάνουμε για να περάσουμε στην εξουσία των κοινών πραγμάτων — που σήμερα δεν είναι κοινά; Δεν έχουμε παρά να «διδαχτούμε» από την ιστορία των ηλιθίων, της τάξης που θέλουμε να ανατρέψουμε και να αναρωτηθούμε: πώς θα κάνουμε σήμερα το κοινό συμφέρον ταυτόσημο με το συλλογικό; Ποια υλικά προτάγματα και ιδέες μπορούν να μετασχηματίσουν τον καθημερινό ανταγωνισμό σε αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια, όχι για την ψυχή της μάνας μας, αλλά για το συμφέρον μας; Ποιες αισθητικές εικόνες πρέπει να αντικαταστήσουν την ηθική του ανταγωνισμού που κατακλύζει τους ορίζοντες των ημερών μας;

Η πρόσφατη κρίση του κορωνοϊού και η ανάδειξη της δημόσιας υγείας και των λειτουργών της ως συλλογικού αγαθού, σε πλήρη αντίθεση με τα σχέδια κράτους και ιδιωτών, είναι μια ευκαιρία για αναστοχασμό. Είναι μια εικόνα που έρχεται σε ρήξη με τον πολιτισμό των ηλιθίων, γιατί κάνει σαφές πως όποιος υπερασπίζεται την εξουσία των ιδιωτικών συμφερόντων (όπως ακόμα κάνει το κράτος και ας κομπάζει περί του αντιθέτου) δρα εναντίον της ζωής όλων μας. Είναι μια ευκαιρία να σκεφτούμε όλοι φωναχτά: γιατί να μην είναι τα νοσοκομεία, τα φάρμακα και οι υποδομές υγείας δημόσια αγαθά (αφού τα πληρώνουμε όλοι), χωρίς να κερδίζουν (τα περισσότερα) οι ιδιώτες (φαρμοκοβιομήχανοι, κλινικάρχες και λοιπά παράσιτα); Γιατί να παίρνει το κράτος από εμάς 6 δις το χρόνο για την υγεία, όταν τα το 75% από αυτά πάνε στις τσέπες ιδιωτών που θησαυρίζουν; Γιατί να μην υπάρχουν δεκάδες περισσότερα νοσοκομεία, γιατροί σε κάθε σημείο, πάρκα, πλατείες, γυμναστήρια και άλλες δημόσιες υποδομές που θα χρηματοδοτούμε όλοι μαζί, αντί να τα διαχειρίζονται μερικοί ηλίθιοι νταβατζήδες που μας πουλάνε αέρα κοπανιστό; Γιατί να μην διαχειριζόμαστε εμείς, με οριζόντιες συλλογικές δομές και αποφάσεις, τη δική μας περιουσία στην υγεία, στην παιδεία, στα τρόφιμα, στην ενημέρωση, στον πολιτισμό, στα σχολεία, στα εργοστάσια, παντού;

Για να τελειώνουμε με τον βασιλιά των ηλιθίων, με αυτό το κράτος που παρακράτησε, χρειάζεται να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Αποφασιστικά, με τόλμη και συνείδηση των πραγματικών συμφερόντων μας.

 

Υ.Γ. Σήμερα, εν μέσω πανδημίας τα ΜΑΤ, πιστά στο διαχρονικό ρόλο του κράτους, μπαίνουν στον Ευαγγελισμό για να διαλύσουν ειρηνική διαμαρτυρία γιατρών που ζητούν δημόσια υγεία. 

 

(σκίτσο: τα δυο πρόσωπα του Ιανού, εικόνα της Λατινικής μυθολογίας)