Λουίζ Μισέλ – Αναμνήσεις από την Κομμούνα

Παρακάτω δημοσιεύουμε τη μετάφραση ενός μικρού τμήματος των απομνημονευμάτων της Λουίζ Μισέλ (Αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ γραμμένες από την ίδια, F. Roy, Παρίσι, 1886) αναρχικής, επαναστάτριας και αγωνίστριας της Παρισινής Κομμούνας

Αναμνήσεις από την Κομμούνα

Στην αρχή έγραψα αυτόν τον τόμο, χωρίς να πω τίποτα για τον εαυτό μου. Όταν οι φίλοι μου το επισήμαναν αυτό, πρόσθεσα μερικά προσωπικά επεισόδια παρά την ανία που μου προκάλεσε. Καθώς το έκανα αυτό, δημιουργήθηκε το αντίθετο αποτέλεσμα. Καθώς, δηλαδή, προχωρούσα στην ιστορία, μου άρεσε να ξαναζώ αυτήν την εποχή του αγώνα για την ελευθερία, που ήταν η πραγματική μου ύπαρξη. Μου άρεσε να χάνω τον εαυτό μου στη μνήμη της.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο βλέπω τις σκέψεις μου ως μια σειρά από πίνακες από τους οποίους περνούν χιλιάδες υπάρξεις που έχουν πια εξαφανιστεί για πάντα.

Να ‘μαστε, λοιπόν, στο Πεδίον του Άρεως. Τα χέρια μας είναι στοιβαγμένα και η νύχτα είναι πανέμορφη. Κατά τις 3:00 π.μ. φεύγουμε, νομίζοντας ότι πάμε στις Βερσαλλίες. Μιλάω με τον γέρο Λουί Μορό και είναι κι αυτός χαρούμενος που ξεκινάει. Στη θέση του παλιού μου τουφεκιού μού έδωσε μια καραμπίνα ρέμινγκτον. Για πρώτη φορά έχω ένα καλό όπλο, αν και λέγεται ότι δεν είναι πολύ αξιόπιστο, κάτι που δεν ισχύει. Αφηγούμαι όλα τα ψέματα που είπα στη μητέρα μου, για να μην ανησυχεί. Όλες οι προφυλάξεις μου έχουν ληφθεί, έχω στις τσέπες μου γράμματα γεμάτα καθησυχαστικά νέα που θα είναι μεταχρονολογημένα. Της λέω ότι με χρειάζονταν σε ασθενοφόρο, ότι θα πάω στη Μονμάρτη με την πρώτη ευκαιρία.

Καημένη γυναίκα, πόσο την αγαπούσα. Πόσο της είμαι ευγνώμων για την ελευθερία που μου επέτρεψε να πράξω όπως μου υπαγόρευε η συνείδησή μου και πόσο θα ήθελα να την απαλλάξω από τις κακές μέρες που είχε τόσο συχνά.

Οι σύντροφοι από τη Μονμάρτη είναι εκεί. Είμαστε σίγουροι ο ένας για τον άλλον και σίγουροι για εκείνους που διοικούν.

Τώρα πορευόμαστε ήσυχα. Η μάχη έχει αρχίσει. Υπάρχει ένας λόφος και εγώ φωνάζω καθώς τρέχω προς τα εμπρός. Στις Βερσαλλίες! Στις Βερσαλλίες! Ο Ραζουά μού πετάει το σπαθί του, για να συσπειρώσει τους άνδρες. Σφίγγουμε τα χέρια στην κορυφή, ο ουρανός καίγεται και κανείς δεν έχει τραυματιστεί.

Αναπτυσσόμαστε ως τιραγιέρηδες1 στα χωράφια που είναι γεμάτα από μικρά κούτσουρα δέντρων. Νομίζεις ότι το έχουμε ξανακάνει αυτό.

Βρισκόμαστε στο Μουλινώ. Οι χωροφύλακες δεν αντέχουν, όπως νομίζαμε. Νομίζουμε ότι θα προχωρήσουμε περαιτέρω, αλλά όχι, θα περάσουμε τη νύχτα κάποιοι από εμάς στο φρούριο, άλλοι στο μοναστήρι των Ιησουιτών. Όσοι από εμάς νομίζαμε ότι θα προχωρούσαμε περισσότερο, εκείνοι από τη Μονμάρτη και εγώ, κλαίμε από οργή. Κι όμως είμαστε σίγουροι. Ούτε ο Όντο ούτε ο Ρανβιέ ούτε οι άλλοι θα παρέμεναν στη θέση τους χωρίς σοβαρό λόγο. Μας λένε τους λόγους, αλλά εμείς δεν τους ακούμε. Ξαναβρίσκουμε την ελπίδα. Υπάρχουν τώρα κανόνια στο φρούριο του Ίσσυ και θα είναι καλό να παραμείνουμε εκεί. Είχαμε φύγει με περίεργα πυρομαχικά, τα απομεινάρια της πολιορκίας, τις σφαίρες που δεν ταιριάζουν με το διαμέτρημα των πυροβόλων.

Βλέπω να περνούν μπροστά μου σαν σκιές εκείνοι που βρίσκονταν στη μεγάλη αίθουσα κάτω από το μοναστήρι. Ο Όντο, οι αδελφοί Μαΐ, οι αδελφοί Καριά. Τρεις γέροι που ήταν γενναίοι σαν ήρωες. Ο γερο-Μορώ, ο γερο-Σεβαλέτ, ο γερο-Καριά και ο Ραζουά, όλοι τους Ομοσπονδιακοί από τη Μονμάρτη. Ένας μαύρος, σαν έβενος με μυτερά λευκά δόντια, σαν αυτά ενός άγριου θηρίου. Είναι καλός, έξυπνος και γενναίος. Και ένας πρώην Παπικός Ζουάβος2 που προσηλυτίστηκε στην Κομμούνα.

Οι Ιησουίτες έχουν φύγει, εκτός από έναν γέροντα που λέει ότι δεν φοβάται την Κομμούνα και παραμένει ειρηνικά στο δωμάτιό του. Το ίδιο και ο μάγειρας, ο οποίος, δεν ξέρω γιατί, με κάνει να σκέφτομαι τον αδελφό Ζαν ντε Ετομίρ. Οι πίνακες που διακοσμούν τους τοίχους δεν αξίζουν δύο σου3 , εκτός από ένα πορτρέτο που δίνει μια καλή ιδέα για τον χαρακτήρα του υποκειμένου. Πρέπει να είναι κάποιος ιησουίτης διευθυντής. Υπάρχει, επίσης, ένας πίνακας προσκύνησης των μάγων, ένας εκ των οποίων μοιάζει με μια άσχημη εκδοχή του μαύρου Ομοσπονδιακού μας, μαζί με πίνακες από την ιστορία των αγίων και άλλες ανοησίες.

Το φρούριο είναι υπέροχο. Πρόκειται για ένα φασματικό φρούριο, διαβρωμένο από ψηλά από τους Πρώσους, για τους οποίους αυτή η παραβίαση πήγε απολύτως καλά. Περνάω αρκετή ώρα με τους πυροβολητές. Εκεί δεχόμαστε την επίσκεψη της Βικτορίν Όντο, μιας παλιάς φίλης που είναι ακόμη νέα. Και αυτή πυροβολεί καλά.

Εκεί είναι οι γυναίκες με την κόκκινη σημαία τους που είναι διάτρητη από σφαίρες και χαιρετούν τους Ομοσπονδιακούς. Στήνουν κινητό νοσοκομείο στο οχυρό, από το οποίο στέλνουν τους τραυματίες σε εκείνα στο Παρίσι που είναι καλύτερα εξοπλισμένα. Για να είμαστε πιο χρήσιμοι, απλωθήκαμε. Πηγαίνω στον σιδηροδρομικό σταθμό του Κλαμάρ, που βάλλεται κάθε βράδυ από το πυροβολικό των Βερσαλλιών. Ακολουθούμε ένα μονοπάτι με φράχτες μέχρι το φρούριο Ίσσυ. Ο δρόμος είναι γεμάτος από ανθισμένες βιολέτες που συνθλίβονται από τις μπάλες των κανονιών.

Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται ο πέτρινος μύλος. Συχνά δεν είμαστε αρκετοί στα χαρακώματα του Κλαμάρ. Αν τα κανόνια του οχυρού δε μας υποστήριζαν, θα ήταν δυνατή μια αιφνιδιαστική επίθεση. Οι στρατιώτες των Βερσαλλιών δεν ήξεραν ποτέ πόσο λίγοι ήμασταν.

Έτυχε μάλιστα μια νύχτα να είμαστε μόνο δύο από εμάς στο χαράκωμα μπροστά από τον σταθμό, αν και δεν ξέρω γιατί. Ήμασταν ο πρώην Παπικός Ζουάβος και εγώ με γεμάτα τα τουφέκια. Θα μπορούσαμε τουλάχιστον να προειδοποιήσουμε. Είχαμε την απίστευτη τύχη να μην μας επιτεθούν εκείνη τη νύχτα. Καθώς πηγαινοερχόμασταν στο χαράκωμα, μου είπε καθώς συναντιόμασταν:

-Τι εντύπωση έχεις για τη ζωή που ζούμε;

-Την εντύπωση ότι βλέπουμε μπροστά μας μια όχθη ποταμού που πρέπει να φτάσουμε, του είπα εγώ.

-Έχω την εντύπωση ότι διαβάζω ένα εικονογραφημένο βιβλίο, απάντησε εκείνος.

Συνεχίσαμε να περπατάμε στην τάφρο μέσα στη σιωπή των στρατιωτών των Βερσαλλιών που βρίσκονται πάνω από το Κλαμάρ.

Όταν το πρωί ήρθε ο Λισμπόν φέρνοντας μαζί του ένα πλήθος, ήταν χαρούμενος και ταυτόχρονα έξαλλος, κουνώντας το κεφάλι του κάτω από τις σφαίρες που σφύριζαν πάλι γύρω μας, σαν να έδιωχνε μύγες.

Υπήρξε μια νυχτερινή αψιμαχία στο νεκροταφείο της Κλαμάρ, ανάμεσα στους τάφους που φωτίζονταν από τις λάμψεις, οι οποίες στη συνέχεια φωτίζονταν πάλι μόνο από το φως του φεγγαριού που έκανε ορατές, λευκές σαν φαντάσματα, τις ταφόπλακες πίσω από τις οποίες έσκασαν οι γρήγορες αστραπές των τουφεκιών.

Άλλη μια νυχτερινή εκστρατεία με τον Μπερσώ στο ίδιο μέρος, με αυτούς που μας είχαν αφήσει να μας ξαναβρίσκουν κάτω από τα πυρά των στρατιωτών των Βερσαλλιών, διατρέχοντας χίλιες φορές μεγαλύτερο κίνδυνο.

Τα βλέπω όλα αυτά ξανά σαν σε όνειρο στη χώρα των ονείρων, το όνειρο της ελευθερίας.

Ένας φοιτητής που δε συμμεριζόταν τις ιδέες μας, αλλά που ήταν ακόμη λιγότερο με το μέρος των στρατιωτών των Βερσαλλιών, ήρθε στο Κλαμάρ, για να ανταλλάξει πυρά με σκοπό να επαληθεύσει τον υπολογισμό των πιθανοτήτων του.

Είχε φέρει έναν τόμο του Μπωντλαίρ, από τον οποίο διαβάσαμε μερικές σελίδες, όταν είχαμε χρόνο.

Μια μέρα, όταν αρκετοί Ομοσπονδιακοί είχαν χτυπηθεί από μπάλες κανονιών στο ίδιο σημείο, σε μια μικρή πλατφόρμα στη μέση του χαρακώματος, θέλησε να επανελέγξει τους υπολογισμούς του και με κάλεσε για ένα φλιτζάνι καφέ.

Βολευτήκαμε άνετα και διαβάσαμε το κομμάτι με τίτλο “Το ψοφίμι”. Είχαμε σχεδόν τελειώσει τον καφέ μας, όταν η Εθνοφρουρά έπεσε πάνω μας και μας απομάκρυνε, φωνάζοντας: “Θεέ μου, αυτό πρέπει να σταματήσει!”.

Την ίδια στιγμή έπεσε η σφαίρα του κανονιού, συντρίβοντας τα φλιτζάνια στην εξέδρα και μετατρέποντας το βιβλίο σε ανεπαίσθητα κομμάτια.

“Οι υπολογισμοί μου ήταν ακριβώς σωστοί”, είπε ο φοιτητής, σκουπίζοντας τη βρωμιά που τον κάλυπτε.

Έμεινε μερικές μέρες ακόμα, αλλά δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Κατά τη διάρκεια της Κομμούνας, οι μόνοι άνθρωποι που είδα να στερούνται θάρρους ήταν ένας παχουλός τύπος που ήρθε να ανησυχήσει τη νεαρή γυναίκα που μόλις είχε παντρευτεί και ο οποίος ήταν όσο πιο χαρούμενος μπορούσε να είναι, όταν έφερε ένα σημείωμα από μένα στον Όντο, ζητώντας από τον τελευταίο να τον στείλει πίσω στο Παρίσι. Καταχράστηκα την εμπιστοσύνη του γράφοντας πάνω-κάτω τα εξής:

“Αγαπητέ μου Όντο,

μπορείς σε παρακαλώ να στείλεις αυτόν τον ανόητο πίσω στο Παρίσι; Το μόνο για το οποίο είναι καλός είναι να προκαλεί πανικό, αν υπήρχαν εδώ άνθρωποι ικανοί να πανικοβληθούν. Τον έχω πείσει ότι οι κανονιοβολισμοί από το οχυρό μας είναι στην πραγματικότητα από τις Βερσαλλίες, ώστε να φύγει πιο γρήγορα. Σας παρακαλώ, στείλτε τον μακριά”.

Ήταν τόσο φοβισμένος που δεν τον ξαναείδαμε ποτέ.

Αν είχε κρατήσει την ομοσπονδιακή του στολή, όταν ο στρατός των Βερσαλλιών μπήκε στο Παρίσι, θα είχε πυροβοληθεί αμέσως μαζί με τους υπερασπιστές της Κομμούνας. Υπήρχαν και πολλοί άλλοι σε αυτήν την κατάσταση.

Ο άλλος του ίδιου τύπου ήταν ένας νεαρός άνδρας. Μια νύχτα, όταν ήμασταν μια χούφτα από εμάς στο σταθμό Κλαμάρ και το πυροβολικό των Βερσαλλιών μας πυροβολούσε, τον έπιασε η εμμονή να παραδοθεί και καμία μορφή λογικής δεν μπορούσε να κλονίσει αυτή την ιδέα. Του είπα: “Κάν’ το, αν θέλεις, αλλά εγώ θα μείνω εδώ και θα ανατινάξω τον σταθμό, αν παραδοθείς”. Κάθισα με ένα κερί σε έναν μικρό θάλαμο, όπου ήταν στοιβαγμένα τα βλήματα και πέρασα εκεί τη νύχτα. Κάποιος ήρθε να μου σφίξει το χέρι και είδα ότι ήταν κι αυτός στη σκοπιά. Ήταν ο Νέγρος. Ο σταθμός άντεξε και ο νεαρός έφυγε τελικά την επόμενη μέρα και δεν επέστρεψε ποτέ.

Μια παράξενη περιπέτεια συνέβη στο Κλαμάρ στον Φερνάντεζ και σε μένα.

Είχαμε πάει με αρκετούς Ομοσπονδιακούς στο σπίτι του θηροφύλακα, στο οποίο είχαν κληθεί άνδρες καλής θέλησης.

Γύρω μας σφύριζαν τόσες σφαίρες, ώστε ο Φερνάντεζ μού είπε: “Αν σκοτωθώ, φρόντισε τις μικρές μου αδελφές”. Αγκαλιαστήκαμε και συνεχίσαμε τοn δρόμο. Τρεις ή τέσσερις τραυματίες βρίσκονταν στο σπίτι, ξαπλωμένοι στο πάτωμα ή σε στρώματα. Ο θηροφύλακας απουσίαζε και η γυναίκα του, που είχε μείνει μόνη της, φαινόταν φοβισμένη.

Όταν αρχίσαμε να απομακρύνουμε τους τραυματίες, άρχισε να παρακαλάει εμένα και τον Φερνάντεζ να φύγουμε. Να αφήσουμε πίσω τους τραυματίες που, όπως είπε, δεν μπορούσαν να μεταφερθούν και έπρεπε να αφεθούν υπό τη φροντίδα των δύο ή τριών Ομοσπονδιακών που μας συνόδευαν.

Μην μπορώντας να καταλάβουμε γιατί η γυναίκα συμπεριφερόταν με αυτόν τον τρόπο, δεν θα αφήναμε με τίποτα στον κόσμο τους άλλους σε αυτό το ύποπτο μέρος.

Μεταφέραμε τους τραυματίες με μεγάλη δυσκολία πάνω στα φορεία του ασθενοφόρου που είχαμε φέρει, ενώ η γυναίκα σύρθηκε πίσω μας, παρακαλώντας τους δυο μας να φύγουμε μόνοι μας.

Βλέποντας ότι δεν κατάφερνε τίποτα, σιώπησε και μας είδε να φεύγουμε από την εξώπορτά της, κουβαλώντας τους ασθενείς μας, πάνω στους οποίους έπεφταν βροχή οι σφαίρες, αφού στις Βερσαλλίες συνηθίζεται να πυροβολούν τα ασθενοφόρα.

Αργότερα μάθαμε ότι οι στρατιώτες του τακτικού στρατού κρύβονταν στο κελάρι του θηροφύλακα. Μήπως η γυναίκα αυτή φοβόταν να δει άλλες γυναίκες να δολοφονούνται ή απλά παραληρούσε;

Μαζί με τους τραυματίες μας φέραμε και έναν μισοπεθαμένο μικρό στρατιώτη των Βερσαλλιών. Όπως και οι υπόλοιποι, μεταφέρθηκε και εκείνος σε ένα κινητό νοσοκομείο στο Παρίσι, όπου άρχισε να θεραπεύεται. Τη στιγμή της εισβολής του στρατού στο Παρίσι θα πρέπει να είχε σκοτωθεί. Θα δολοφονήθηκε κι αυτός από τους νικητές όπως και όλοι οι άλλοι τραυματίες.

Όταν ο Όντο πήγε στη Λεγεώνα της Τιμής, εγώ πήγα στο Μονρούζ με τη Σεσίλια και στη συνέχεια στο Νεϊγί με τον Ντομπρόφσκι. Αυτοί οι δύο άνδρες που σωματικά δεν έμοιαζαν καθόλου μεταξύ τους έκαναν την ίδια εντύπωση κατά τη διάρκεια των ενεργειών. Το ίδιο γρήγορο βλέμμα, η ίδια αποφασιστικότητα, η ίδια ψυχραιμία.

Ήταν στα χαρακώματα του Οτ Μπριγιάρ που γνώρισα τον Πεντάντρ, τον διοικητή των χαμένων παιδιών. Αν αυτό το όνομα των χαμένων παιδιών δικαιώθηκε ποτέ, αυτό ίσχυε γι’ αυτόν, γι’ αυτούς. Η τόλμη τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δε φαινόταν ότι θα μπορούσαν ποτέ να σκοτωθούν. Κι όμως, ο Πεντάντρ είχε σκοτωθεί, όπως και πολλά από αυτά τα παιδιά.

Γενικά, είναι δυνατόν να δει κανείς ανθρώπους τόσο γενναίους όσο οι Ομοσπονδιακοί, αλλά πιο γενναίους ποτέ. Ήταν ο ενθουσιασμός τους που θα μπορούσε να είχε επικρατήσει με την ταχύτητα ενός επαναστατικού κινήματος.

Οι συκοφαντίες για τον στρατό της Κομμούνας διαδόθηκαν σε όλες τις επαρχίες. Αποτελούταν από ληστές και φυγάδες της δικαιοσύνης, είπε ο Φουτρικέ.

Και όμως ο Πωλ Μινκ, ο Αμορού και άλλοι γενναίοι επαναστάτες είχαν μετακινηθεί στις μεγάλες πόλεις, όπου είχαν κηρυχθεί Κομμούνες. Αυτές οι Κομμούνες έστελναν την υποστήριξή τους στο Παρίσι. Οι υπόλοιπες επαρχίες και η ύπαιθρος λάμβαναν στρατιωτικές αναφορές από τις Βερσαλλίες. Για παράδειγμα, εκείνη για το θάνατο του Ντιβάλ τρόμαζε τα χωριά.

“Τα στρατεύματά μας”, έλεγε η αναφορά, “έπιασαν περισσότερους από 500 αιχμαλώτους και σε αυτούς μπορούμε να δούμε από κοντά τα πρόσωπα των άθλιων που, για να ικανοποιήσουν τα κτηνώδη πάθη τους, με ελαφρά τη καρδία είχαν σχεδόν καταστρέψει τη χώρα”. Η χαμηλή δημαγωγία δεν είχε ποτέ άλλοτε προσφέρει στο θλιμμένο βλέμμα των τίμιων ανθρώπων πιο ατιμωτικά πρόσωπα. Οι περισσότεροι ήταν 4-50 ετών, αλλά υπήρχαν επίσης γέροι και παιδιά σε αυτές τις μακρές λίστες των αποτρόπαιων ατόμων. Ανάμεσά τους διακρίνονταν και μερικές γυναίκες. Η διμοιρία ιππικού που τους συνόδευε δυσκολεύτηκε πολύ να τους ξεριζώσει από τα νύχια του εξαγριωμένου πλήθους. Παρ’ όλα αυτά, καταφέραμε να τους οδηγήσουμε σώους και αβλαβείς στους μεγάλους στάβλους.

“Όσο για τον Ντιβάλ, τον άλλο ψεύτικο στρατηγό, εκτελέστηκε το πρωί μαζί με δύο αξιωματικούς του γενικού επιτελείου της Κομμούνας”.

“Και οι τρεις είχαν την τύχη που επιφυλάσσεται σε όλους τους ηγέτες των εξεγερμένων που παίρνουν τα όπλα ως καυχησιάρηδες”.

(Ο πόλεμος των κομμουνιστών του Παρισιού από έναν ανώτερο αξιωματικό του στρατού των Βερσαλλιών)

Ξέραμε τι να περιμένουμε από τους στρατηγούς της αυτοκρατορίας που πέρασαν στην υπηρεσία της δημοκρατίας στις Βερσαλλίες, χωρίς οι ίδιοι ή η Συνέλευση να αλλάξουν τίποτα άλλο εκτός από τον τίτλο τους.

Μια από τις μελλοντικές εκδικήσεις για τη δολοφονία του Παρισιού θα είναι η αποκάλυψη των συνήθων διαβόητων προδοσιών της στρατιωτικής αντίδρασης.

Σημειώσεις:

1. Ελαφρύ πεζικό των ναπολεόντειων χρόνων. Δρούσε ως στρατιωτική εμπροσθοφυλακή. Εμπλεκόταν σε ένοπλη σύρραξη προ των κύριων φαλάγγων.

2. Το σύνταγμα των Ζουάβων ήταν μονάδα του γαλλικού στρατού της Βόρειας Αφρικής. Το σύνταγμα των Παπικών Ζουάβων διαλύθηκε το 1871.

3. Γαλλικό νόμισμα της εποχής.

Πηγή: marxists.org


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ