Καθεστωτικός χρυσαυγιτισμός, του Antisystemic

Το Κράτος δεν μπορεί να έχει παρά μία μόνο λειτουργία, την οποία μπορεί να εκπληρώσει είτε δημοκρατικά, είτε δικτατορικά. Μπορεί κανείς να προτιμά τον πρώτο τρόπο από τον δεύτερο, δεν μπορεί όμως να καθυποτάξει το Κράτος, ώστε να το αναγκάσει να παραμείνει δημοκρατικό”.

Ζαν Μπαρώ, Φασισμός/Αντιφασισμός

Πέρασαν επτά χρόνια από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η ανάμνηση του στυγερού αυτού εγκλήματος και των πολιτικών του συμφραζόμενων δεν φαίνεται να έχει ξεθωριάσει από τη συλλογική μνήμη των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων. Στο Κερατσίνι έγινε χτες μια από τις μαζικότερες πορείες των τελευταίων ετών. “Ο Παύλος ζει”, φώναζαν οι συγκεντρωμένοι, πρωτίστως για να δείξουν ότι η αγωνιστική μνήμη των συντρόφων που χάθηκαν βρίσκεται στον πυρήνα της φαντασιακής θέσμισης που συγκροτεί τη συλλογική ταξική και πολιτική μας ταυτότητα. Εκτός από αυτό όμως, το σύνθημα για τον Παύλο είναι και μια πολεμική κραυγή για την ταξική συσπείρωση των προλετάριων, εφόσον ως οργάνωση, η Χ.Α. μπορεί να διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη, αλλά ο χρυσαυγιτισμός ζει και βασιλεύει και είναι κυρίαρχος στις αντιλήψεις και τις πρακτικές της κρατικής μηχανής. Έχει μετατραπεί από ένα ιδεολογικό ρεύμα του κοινωνικού περιθωρίου, σε βασικό πυλώνα του κοινωνικού φαντασιακού του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας.

Οι ελίτ δεν έχουν ανάγκη τις συμμορίες των παραφουσκωμένων μπράβων με τα ξυρισμένα κεφάλια για να κάνουν τις βρωμοδουλιές τους ακόμα και πέρα από τα όρια που χαράσσουν οι κανόνες της αντιπροσωπευτικής “δημοκρατίας”, όταν τα ίδια τα όρια της θεσμικής καταστολής έχουν διευρυνθεί τόσο πολύ ώστε να επιτρέπουν στους ψυχοπαθείς της ΔΙΑΣ και των ΜΑΤ να λειτουργούν ως τάγματα ασφαλείας που σαν αποστολή τους έχουν την πολιτική, ή ακόμα και φυσική, εξόντωση του κοινωνικού “αντιπάλου”. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή την περίπτωση του αδικοχαμένου Βασίλη Μάγγου, ενός συντρόφου που ξυλοκοπήθηκε και κακοποιήθηκε σχεδόν μέχρι θανάτου από τη σαδιστική αγέλη των ΜΑΤ, επειδή συμμετείχε, όχι σε κάποια μαζική σύγκρουση όπως αυτές του 2010/11/12, αλλά σε μια απλή συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την καύση των σκουπιδιών που δηλητηριάζει τον αέρα που ανέπνεε αυτός και οι συμπολίτες του. Εδώ η ασυμμετρία ανάμεσα στον κοινωνικά ωφέλιμο χαρακτήρα της κινητοποίησης και τη δολοφονική βία που ασκήθηκε ενάντια στους συμμετέχοντες είναι πραγματικά σοκαριστική. Όσο οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ φανερώνουν το αποκρουστικό, αντικοινωνικό πρόσωπο τους εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα βίαιης υπαγωγής των πιο βασικών κοινωνικών λειτουργιών στους νόμους και τις σχέσεις της αγοράς, τόσο θα σκληραίνει η καταστολή και θα αποκτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός παραληρηματικού σαδισμού που θα στρέφεται όχι μόνο ενάντια σε μεμονωμένα άτομα, αλλά ενάντια σε ολόκληρες κοινότητες προλετάριων.

Αλλά και ως προς τη διαχείριση του μεταναστευτικού, το νεοφιλελεύθερο μπλοκ εξουσίας φαίνεται πως ευθυγραμμίζει βαθμιαία το πρόγραμμα του με τις θέσεις που είχε εξαγγείλει στο παρελθόν η Χ.Α. για το ζήτημα. “Φωτισμένα” νεολφιλελέ μυαλά απαιτούν σιγά, σιγά την μεταφορά των μεταναστών σε απομονωμένα ξερονήσια, τα οποία θα πρέπει οι ίδιοι να καταστήσουν βιώσιμα κάνοντας χρήση της προσωπικής εργασίας τους.i Εδώ το μοντέλο της τεράστιας ανοικτής φυλακής της Γάζας έρχεται αμέσως στο μυαλό. Φαίνεται ότι οι πολιτιστικές ανταλλαγές με το Ισραήλ γέμισαν τις ελίτ του ελλαδικού κράτους με εμπνεύσεις και νέες ρηξικέλευθες ιδέες. Από την άλλη, το μοντέλο “υγειονομικής” διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών μέσω της δημιουργίας στρατοπέδων συγκέντρωσης, έχει ήδη καθιερωθεί ως αυτονόητο ανάμεσα σε εκείνους τους πολιτικούς κύκλους που αρέσκονται να αυτοπροσδιορίζονται σαν “δημοκράτες εκσυγχρονιστές”. Διαμέσου των πλουσιοπάροχων ευρωενωσιακών κονδυλίων που προορίζονται να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή μιας υποδομής του εγκλεισμού σε μαζική κοινωνική κλίμακα, προωθείται η ατζέντα της δημιουργίας μιας βιομηχανίας εγκλεισμού στην ελλαδική επικράτεια. Υλοποιείται δηλαδή βαθμηδόν η ένταξη του μαζικού εγκλεισμού στις συστημικές ροές αξιοποίησης και αναπαραγωγής του ελλαδικού κεφαλαίου.ii

Η Σώτη Τριανταφύλλου, η “δική μας Οριάννα Φαλάτσι”, δεν δίστασε να αποκαλέσει “σύγχρονους βανδάλους” όσους αντέδρασαν στην αποικιοποίηση του δημόσιου χώρου από το κεφάλαιο και την μετατροπή του σε παιδική χαρά για τους τουρίστες-καταναλωτές, χωρίς καμία μέριμνα ή ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που μένουν εδώ. Οι ψύχραιμοι αυτοί χαρακτηρισμοί δεν δημοσιεύτηκαν στις σελίδες μιας νεοφασιστικής εφημερίδας, αλλά εκτοξεύτηκαν μέσα από τις καλογυαλισμένες στήλες ενός “απολιτίκ”, δημοσιογραφικού-πολιτιστικού εντύπου, όπως η Athens Voice.iii ‘Ουδεμία έκπληξη εδώ. Άλλωστε, τα ίδια όργανα της ιδεολογικής χαβούζας του νεοφιλελευθερισμού, έχουν διαπρέψει και παλιότερα στην χαμηλής έντασης προπαγάνδιση του κοινωνικού κανιβαλισμού, όπως στην περίπτωση της αρμένισσας νοσηλεύτριας που αυτοκτόνησε για να μην απελαθεί από τη χώρα. Μια τραγωδία που η Athens Voice θεώρησε ότι μόνο την ειρωνεία και τη θυμηδία των “υγειών στοιχείων” της κοινωνίας μπορούσε να προκαλέσει.iv Η αλήθεια είναι ότι μέσα στο κυβερνών κόμμα, η πιο θορυβώδης πτέρυγα και η μόνη που εκφέρει ιδεολογικό λόγο, είναι η φουρνιά των ακροδεξιών νεοφιλελέ στελεχών όπως ο Άδωνης, ή ο Μπογδάνος, οι οποίοι καλούνται να παίξουν για τον Μητσοτάκη τον ρόλο που έπαιξε ο Μπάνον στην πορεία του Τραμπ προς την κατάληψη της εξουσίας.

Η αγορά είναι ο κατεξοχήν θεσμός μέσα από τον οποίο διεκπεραιώνεται η διεργασία της φυσικής επιλογής στην ετερόνομη κοινωνία και μάλιστα με τρόπο συγκεκαλυμμένο και αξιοσέβαστο, αφού οι ανήθικες και βάρβαρες σχέσεις υποτέλειας κι εκμετάλλευσης διαμεσολαβούνται και κρύβονται πίσω από την απρόσωπη χρηματική συναλλαγή. Είναι λογικό λοιπόν οι ρατσιστικές ιδεολοληψίες περί βιολογικής ιεραρχίας των φυλών να συναντιούνται και να συγχωνεύονται, όπου οι αντικειμενικές συνθήκες το απαιτούν, με τις “φυσικές” ιεραρχίες που εκκολάπτει το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και αποτυπώνουν με ενάργεια την ανισότητα στην κατανομή των φυσικών προτερημάτων των ατόμων. Στις ΗΠΑ, η alt-right ρητορική αντιστρέφει την ιστορική εμπειρία της φυλετικής υποδούλωσης των μαύρων. Ισχυρίζεται ότι η σύγχρονη υπανάπτυξη των μαύρων κοινοτήτων δεν είναι παρά η απόδειξη για την αδυναμία που διέπει τους αφροαμερικανούς να “προοδεύσουν” συλλογικά, εφόσον η θεσμοποιημένη δουλεία στις ΗΠΑ έχει καταργηθεί εδώ και περίπου 170 χρόνια. Αλλά και στην Ουκρανία, οι ρωσόφωνοι προλετάριοι από το Ντονμπάς δεν άργησαν να πάρουν τη θέση που τους άρμοζε στο κυρίαρχο εθνικιστικό φαντασιακό του κινήματος του Μαϊντάν, ως οι άξεστοι και αμόρφωτοι επαρχιώτες που δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν με τις απαιτήσεις της εποχής. Έλεγαν για εκείνους ότι, “[…] αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν παρά μόνο κάτω από έναν αφέντη, κάτω από την εξουσία ενός ισχυρού προσώπου. Σε πολλούς από αυτούς ο αρκετά χαμηλός δείκτης νοημοσύνης δεν επιτρέπει να επιτύχουν στον επιχειρηματικό τομέα, στον καλλιτεχνικό ή γενικά στα δημιουργικά επαγγέλματα”.v

Το δηλητήριο του φυλετικού ρατσισμού πάντοτε είχε σαν αποτέλεσμα τη θεσμοποίηση μιας αυστηρής κοινωνικής ιεραρχίας, όπου η κυριαρχία ζωής ή θανάτου της “ανώτερης” φυλής πάνω στα άτυχα μέλη των κατώτερων ομάδων κατοχυρωνόταν με πλήρη επισημότητα. Από την άλλη, η “φυσικοποίηση” των ταξικών ανισοτήτων δεν μπορεί παρά να βρεί έκφραση σε ένα φαντασιακό ταξικού ρατσισμού που συνάγει τη φυσική κατωτερότητα του υποκειμένου από την υποδεέστερη κοινωνική του θέση. Αν ολόκληρες κοινότητες βρίσκονται σε σχέση ολοκληρωτικής εξάρτησης απέναντι στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, τότε τόσο το χειρότερο γι’ αυτές. Από αυτή την άποψη, ο κτηνώδης χρυσαυγιτισμός και ο πιο κυριλέ φονταμενταλισμός της αγοράς συμπληρώνουν θαυμάσια ο ένας τον άλλον και δεν έχουν τίποτε απολύτως να χωρίσουν.


i. Τ. Θεοδωρόπουλος, Προς Φιλελεύθερους, https://www.kathimerini.gr/opinion/561080932/pros-fileleytheroys/.

ii. Μια θέση που έχω υποστηρίξει και σε παλιότερο άρθρο μου, https://www.alerta.gr/archives/1069.

v. Ζ. Πριλέπιν, Γράμματα από το Ντονμπάς, σελ. 31, https://drive.google.com/file/d/1bczcunHWk6WdwdLF9UZgdr5U5fThwUED/view.