“Θείε, δως μου ένα τσιγάρο!”
Αναδημοσιεύω εδώ ένα κείμενο του Παλαιστίνιου συγγραφέα Walid Daqqah, που άφησε την τελευταία του πνοή στις ισραηλινές φυλακές στις 7 Απριλίου 2024. Ο Daqqah πέθανε στην ηλικία των 63 χρονών , από τα οποία τα 38 χρόνια τα πέρασε έγκλειστος στα γκουλάγκ του ισραηλινού απαρτχάιντ. Σε μια υπόθεση που θυμίζει αρκετά εκείνη του αφροαμερικανού πολιτικού κρατούμενου Mumia Abu-Jamal, το 1985 ο Walid καταδικάστηκε από ένα ισραηλινο στρατοδικείο ως ο ιθύνων νους της απαγωγής και μετέπειτα εκτέλεσης ενός ισραηλινού στρατιώτη. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Walid παραδέχτηκε ότι ήταν μέλος του Λαϊκού Μετώπου της Απελευθέρωσης της Παλαιστίνης (PFLP), αρνήθηκε ωστόσο κατηγορηματικά ότι ήταν ο διοικητής της μονάδας που πραγματοποίησε την απαγωγή, ή ότι ο ίδιος είχε διατάξει τη θανάτωση του. Παρά τα ελλιπή στοιχεία, το στρατοδικείο καταδίκασε τον Walid σε ισόβια φυλάκιση, ποινή που ο Σίμον Πέρες αργότερα μετέτρεψε σε 37 χρόνια φυλακή. Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, και στα πρότυπα των πιο λαμπρών επαναστατικών παραδόσεων του Παλαιστινιακού λαού, ο Walid πάλεψε για να παραμείνει ενεργός πολιτικά, ένα δρόν υποκείμενο ακόμα και πίσω απ’ τα κάγκελα της φυλακής. Ολοκλήρωσε τις σπουδες του στην πολιτική φιλοσοφία και ανέπτυξε δεσμούς με την οργάνωση ισραηλινών διαφωνούντων, “Ισραηλινή Επιτροπή για τους Παλαιστίνιους Κρατούμενους”, η οποία υποστήριξε δημόσια τις ενστάσεις που υπέβαλε ο Walid στα ισραηλινά δικαστήρια με αίτημα την αποφυλάκιση του. Οι επαφές του αυτές με τις ισραηλινές αντι-απαρτχάιντ οργανώσεις, συνέβαλε στην σταδιακή ιδεολογική του απομάκρυνση απ’ το PFLP και το ένοπλο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Η διαδικασία αυτή είχε ως κατάληξη την ολοκληρωτική μεταστροφή του προς μια μετασιωνιστική θέση, “εκδημοκρατισμού” των κρατικών θεσμών του Ισραήλ. Παρ’όλα αυτά, σε αντίθεση με τον “λευκό” μετασιωνισμό, ο Walid δεν αναγνώριζε ότι ο υπάρχων πληθυσμός του Ισραήλ αποτελούσε το κατεξοχήν υποκείμενο αυτής της διαδικασίας εκδημοκρατισμού για την απονομή ίσων δικαιωμάτων. Στην μετασιωνιστική του ουτοπία, ο Walid συμπεριέλαβε και τους υπόδουλους Παλαιστίνιους των κατεχόμενων, παίρνοντας έτσι έμμεσα θέση υπέρ της λύσης ενός ενιαίου, πολυπολιτισμικού κράτους, όπου Εβραίοι και Άραβες θα μπορούν να ζουν και να συνυπάρχουν ισότιμα και αρμονικά. Το 2021 ο Daqqa διαγνώστηκε με καρκίνο, ωστόσο το δικαστήριο αρνήθηκε να επιτρέψει την αποφυλάκιση του για λόγους υγείας, παρόλο που ήταν προφανές ότι δεν μπορούσε να λάβει την ιατρική περίθαλψη που είχε ανάγκη για όσο καιρό παράμενε αιχμάλωτος μέσα στη φυλακή. Η ποινή του έληγε το 2023, ωστόσο οι ισραηλινές “αρχές”, με τον χαρακτηριστικό σαδισμό που τις διακρίνει, πρόσθεσαν άλλα δύο χρόνια στην κράτηση του με την αιτιολογία ότι είχε στην κατοχή του λαθραίο κινητό τηλέφωνο μέσα στη φυλακή. Χωρίς ιατρική βοήθεια , ο Walid απεβίωσε χωρίς τελικά να γευτεί την πολυπόθητη απελευθέρωση που περίμενε για 38 συνεχόμενα χρόνια.
“Θείε, δως μου ένα τσιγάρο!”
Είναι πρωί κι ακούω το κουδούνισμα απ΄τις χειροπέδες, ενώ μας πλησιάζει ο φρουρός της φυλακής. Τις πετάει στο πάτωμα κι αντηχεί ο ήχος της πρόσκρουσης τους στο τσιμέντο. Μια αίσθηση ηρεμίας κατακαθίζει γύρω απ’ το δωμάτιο. Υπάρχει ένας σωρός από αλυσίδες που χρησιμεύει για το δέσιμο των χεριών κι ένας άλλος, με πιο μακριά δεσμά, για να περαστούν στα πόδια. Οχτώ ζευγάρια χειροπέδες, ένα ζευγάρι απ’ το κάθε είδος, για επτά κρατούμενους.
Στέκομαι με τους υπόλοιπους στη μέση μιας μικρής αυλής που περιστοιχίζεται από κελιά, και προσπαθώ να γείρω λίγο στον τοίχο. Έχω κουραστεί να με πηγαίνουν από φυλακή σε φυλακή από τότε που ξεκινήσαμε την απεργία πείνας. Μαζεύω τις δυνάμεις μου και προσπαθώ να γεμίσω τα πνευμόνια μου με όσο περισσότερο αέρα μπορώ, προετοιμαζόμενος για ένα ταξίδι που θα διαρκέσει ώρες, μέσα σ’ ένα σιδερένιο κουτί που σ’ αυτή τη ζέστη μετατρέπεται γρήγορα σε ανυπόφορο φούρνο.
Αφού τελειώσει με τα δεσμά μας, ο φύλακας απομακρύνεται για να πάει προς το φορτηγό που θα μας μεταφέρει. Και τότε ακούω μια φωνή να έρχεται απ’ το κελί πίσω μου…
“Θείε, δως μου ένα τσιγάρο”. Κοιτάζω προσεκτικά, προσπαθώντας να διαπεράσω το πηχτό σκοτάδι του κελιού και για μια στιγμή νομίζω πως έχω ψευδαισθήσεις. Τότε η φωνή μέσα απ’ το κελί επανέρχεται, τούτη τη φορά πιο δυνατή και πιο απελπισμένη. “Θείο, θείε μου, δως μου ένα τσιγάρο”! Κοιτάω ξανά μέσα στο κελί και κάνω έκκληση στην άγνωστη φωνή.
– “Που είσαι;”
– “Εδώ είμαι, εδώ κάτω”.
Σκύβοντας, κοιτάω μέσα απ’ το στενό άνοιγμα που οι κρατούμενοι λαμβάνουν το φαγητό τους, ή που τους δένουν τα χέρια κάθε φορά που πρόκειται να βγουν απ’ το κελι, και βλέπω ένα παιδί, όχι μεγαλύτερο από δώδεκα χρονών. Ένα παιδί που ζητάει ένα τσιγάρο.
Δεν ήξερα πώς να του απαντήσω. Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να του δώσω το τσιγάρο, ή αν έπρεπε να προσπαθήσω να τον επιμορφώσω σχετικά με τους κινδύνους που κρύβει το κάπνισμα, όπως κάνουν οι ενήλικοι με τα παιδιά έξω απ’ τη φυλακή. Οι “ενήλικοι “… ξαφνικά συνειδητοποιώ ότι συγκαταλέγω τον εαυτό μου σε αυτή την κατηγορία. Ότι ο μικρός με αποκάλεσε , “θείο”. Είμαι λοιπόν ήδη τόσο μεγάλος;
Ξάφνου, μ’ έπιασε τρόμος στην ιδέα ότι από δω και μπρος θα μου απευθύνουν τον λόγο με αυτόν τον τρόπο. Ήταν η πρώτη φορά στα 26 χρόνια που είμαι στη φυλακή, που συνομίλησα με κάποιον που είχε τόσο μεγάλη διαφορά μ’ εμένα στην ηλικία. Στη φυλακή δεν συνηθίζουμε να απευθυνόμαστε στους άλλους κατ’ αυτόν τον τρόπο, με κοινωνικούς προσδιορισμούς που τονίζουν την ηλικία μας. Ανεξάρτητα απ’ το ποια μπορεί να είναι η ηλικιακή διαφορά που μας χωρίζει, συνήθως αποκαλούμε ο ένας τον άλλο “αδερφέ μου”, “σύντροφε”, ή πιο πρόσφατα, “μαχητή”.
Σκέφτηκα το παιδί, νιώθοντας συμπόνοια για την λαχτάρα που είχε για τσιγάρο. Η λαχτάρα του δεν είναι για την έξαψη της νικοτίνης, αλλά γι’ αυτό που το τσιγάρο συμβολίζει. Φοβισμένο, ένα μικρό παιδί στον σκληρό κόσμο της φυλακής, το μόνο που ζητούσε ήταν να γίνει γρήγορα άντρας. Από την άλλη, η δική μου επιθυμία ήταν να γυρίσω το χρόνο πίσω και να γίνω ξανά παιδί, ή τουλάχιστον νεαρός άνδρας, όπως ήμουν όταν μπήκα φυλακή, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα.
Και οι δυο είμασταν έντρομοι. Εμένα με φόβιζε ο χρόνος που είχε περάσει, εκείνον τον φόβιζε όλος ο χρόνος που είχε ακόμη μπροστά του. Εγώ φοβόμουν το παρελθόν, εκείνος φοβόταν το μέλλον. Εγώ φοβόμουν που η ζωή μου είχε σιγοσβήσει στη φυλακή, αυτός φοβόταν εκείνο που το τσιγάρο που τώρα αργόσβηνε ανάμεσα στα χείλη του δεν μπορούσε να τον βοηθήσει να εξαφανίσει. Το τσιγάρο μεταμορφώθηκε σε κάτι διαφορετικό όταν φύσηξε τον καπνό απ’ τα χείλη του και το ίδιο άλλαξε κι εκείνος. Στεκόταν τώρα όρθιος και στητός, και φαινόταν μεγαλύτερος απ’ την ηλικία του. Η λάμψη της καύτρας έγινε τώρα στο χέρι του φανάρι που έφεγγε κι έδιωχνε το σκοτάδι του κελιού. Που σκορπούσε τον φόβο και την μοναξιά του.
Δεν κάπνιζε απλώς. Πιο πολύ προσπαθούσε να διαλύσει την εικόνα του παιδιού που χωρίς αμφιβολία είχε κολλήσει πάνω του. Στον κόσμο της φυλακής, μπροστά στη σκληρότητα των φρουρών της, η παιδικότητα είναι βάρος. Γνωρίζοντας ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με χρόνια εγκλεισμού, ζητούσε να απαλλαγεί από την αθωότητα και την τρωτότητα του, που ήταν πια φανερό ότι δεν του χρησίμευαν σε τίποτα – μιας και δεν είχαν παίξει κανέναν ρόλο για τον δικαστή που τον καταδίκασε σε τέσσερα χρόνια.
Ο φρουρός επέστερεψε, σήκωσε απ’ το πάτωμα το όγδοο ζευγάρι χειροπέδες και γαύγισε στο παιδί να χώσει τα χέρια του μέσα στο στενό άνοιγμα της πόρτας. Ο μικρός τα έσπρωξε, κρατώντας ακόμη το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα του. Ο φρουρός του φώναξε να το πετάξει, και μετά μουρμούρισε κάτι στα εβραϊκά, εκφράζοντας την αποδοκιμασία του μπροστά στο θέαμα ενός παιδιού που κάπνιζε. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να κάνει το καθήκον του, φορώντας του τα δεσμά, παραμένοντας ασυγκίνητος μπροστά στην εικόνα εκείνων των μικρών χεριών με τις χειροπέδες. Επειδή όμως τα χέρια του παιδιού παραήταν μικρά, δυσκολεύτηκε πολύ να τις ασφαλίσει, αποφασίζοντας τελικά να τις χρησιμοποιήσει για να αλυσοδέσει τα πόδια του.
Όταν βγήκε απ’ το κελί του και τον ετοίμαζαν για μεταφορά, τον κοίταξα και φαντάστηκα ότι ήταν ο δικός μου γιος, που η μοίρα δεν είχε θελήσει ακόμη να φέρει σε τούτο τον κόσμο. Με όλο το είναι μου ήθελα να τον αγκαλιάσω και την ώρα που αυτά τα πατρικά αισθήματα με είχαν κατακλύσει, ένιωσα μια ακαταμάχητη επιθυμία για να κλάψω. Όμως έκρυψα προσεκτικά τα συναισθήματα μου. Δεν ήθελα να θρυμματίσω την εικόνα του άνδρα που ο μικρός τώρα προσπαθούσε να γίνει. Τον πλησίασα για να του σφίξω το χέρι, όπως θα έκανα με κάθε άλλον σύντροφο, και τον ρώτησα,
“Πώς πάει μαχητή;”.
Το πρωτότυπο κείμενο βρίσκεται εδώ.








