Οι ένοικοι του χθεσινού κόσμου: Το μακρύ απόγευμα των ’90s.
Ο θαυμασμός του Θοδωρή Αθερίδη προς τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη δεν είναι τυχαίος. Είναι ο ναρκισσιστικός αυτοθαυμασμός μιας παρακμασμένης αυτοεικόνας, μιας αποτυχημένης μετριότητας που υπήρξε απολύτως επιτυχημένη στην εποχή της, αλλά αδυνατεί να αποδεχθεί ότι η αυλαία έχει πέσει. Ο Αθερίδης εκθειάζει τον Χρυσοχοΐδη επειδή δεν μπορεί να εκθειάσει δημόσια τον ίδιο του τον εαυτό.
Στον επίπλαστο κόσμο της πρώιμης τηλεοπτικής δημοσιότητας, που γέννησε η ιδιωτική τηλεόραση τη δεκαετία του ’90, ο Αθερίδης και ο Χρυσοχοΐδης αποτελούν δύο αρχετυπικές φιγούρες. Δύο πρόσωπα των οποίων η αρχική, σε μεγάλο βαθμό τυχαία, επιτυχία εξακολουθεί να μας βαραίνει δεκαετίες αργότερα.
Ο πρώτος είχε την τύχη να γνωρίζει από νεαρή ηλικία τον Ιεροκλή Μιχαηλίδη και τον Δημήτρη Σταρόβα και να ενταχθεί στους πρωτοποριακούς Άγαμους Θύτες. Μέσα από αυτή τη γνωριμία βρέθηκε και στην ιδιωτική τηλεόραση, σε μια εποχή όπου στα δύο ιδιωτικά κανάλια λίγες δεκάδες άνθρωποι έκαναν τα πάντα, ανακυκλώνοντας συνεχώς τους ίδιους ρόλους: ηθοποιοί, σκηνοθέτες, παρουσιαστές, σεναριογράφοι.
Από εκεί και πέρα σκηνοθετεί και γράφει τη μία σαχλαμάρα μετά την άλλη, από το «Στακαμάν» μέχρι το «Μια μέλισσα τον Αύγουστο», ενώ πρωταγωνιστεί σε σειρές και ταινίες όπως το «Η αγάπη είναι ελέφαντας», το «Με χωρίς γυναίκες», το «300… και δύο» και άλλα παρόμοια «αριστουργήματα», που κάνουν το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα» να μοιάζει με ταινία του Κόπολα.
Την ίδια περίοδο, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ένας δικηγόρος από τα Γρεβενά και στέλεχος του τοπικού ΠΑΣΟΚ, γνωρίζει τον Κώστα Σημίτη όταν συμμετέχει ως υψηπουργός του στο Υπουργείο Εμπορίου. Η πολιτική του διαδρομή απογειώνεται με την ανάληψη του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης το 1999.
Με τους Ολυμπιακούς Αγώνες να πλησιάζουν, η εξάρθρωση της 17Ν είχε μετατραπεί σε κορυφαία πολιτική προτεραιότητα για την κυβέρνηση Σημίτη στο πλαίσιο των διεθνών πιέσεων. Ο Χρυσοχοΐδης αντιλήφθηκε ότι η πολιτική του επιβίωση θα ταυτιζόταν με αυτή την υπόθεση.
Η στρατηγική που ακολούθησε δεν στηρίχθηκε σε νέα αποδεικτικά στοιχεία αλλά στην αξιοποίηση παλαιών φακέλων, πληροφοριών των υπηρεσιών ασφαλείας και προσώπων που επί χρόνια θεωρούνταν οι «συνήθεις ύποπτοι». Ετοίμαζε την σύλληψη φερόμενων ως μέλλων του ΕΛΑ, για να πουλήσει εξάρθρωση της τρομοκρατίας. Ήξερε πως αυτά τα στοιχεία δεν θα οδηγούσαν πουθενά, όπως και έγινε, καθώς μετά από πολύχρονες δικαστικές διαδικασίες, όλοι οι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν ή αθωώθηκαν, αυτό που τον ένοιαζε ήταν μόνο η φαντασμαγωρία της σύλληψης και της προφυλακής, να πουλήσει θέαμα στο αφεντικό.
Η τυχαία έκρηξη στα χέρια του Σάββα Ξηρού και οι συνακόλουθες ομολογίες των αδελφών του υπήρξε ο καταλύτης που επέτρεψε να στηθεί το αφήγημα της μεγάλης επιτυχίας. Χωρίς εκείνο το γεγονός, και χωρίς τις ομολογίες, και εκείνη η υπόθεση θα είχε καταλήξει σε φιάσκο.
Από τότε η πολιτική σταδιοδρομία του Χρυσοχοΐδη οικοδομήθηκε πάνω στον μύθο του «υπουργού της ασφάλειας».
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται έκτοτε. Θεαματικές συλλήψεις, βαρύγδουπες ανακοινώσεις, διακηρύξεις περί «εξάρθρωσης» και, χρόνια αργότερα, αθωώσεις, απαλλαγές ή καταρρεύσεις βασικών κατηγοριών. Η υπόθεση της Ηριάννας, η υπόθεση του «Ινδιάνου», η δίωξη του Νίκου Ρωμανού, η υπόθεση του εθελοντή πυροσβέστη που παρουσιάστηκε ως εμπρηστής, η πρώτη εξάρθρωση της Marfin της και τόσες ακόμη συνθέτουν ένα εκνευριστικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο: επικοινωνιακή διαχείριση, πολύμηνη ταλαιπωρία ανθρώπων, δικαστική δικαίωση.
Η εικόνα, βέβαια, του αποτελεσματικού υπουργού που παράγεται τη στιγμή της σύλληψης. Η αθώωση, όταν έρθει ύστερα από χρόνια, περνά σχεδόν απαρατήρητη.
Ο Χρυσοχοΐδης ταλαιπωρεί συνειδητά ανθρώπους χωρίς στοιχεία, για να διατηρεί το μύθο του πολιτικού του κεφαλαίου, όπως ο ακριβώς ο Αθερίδης ταλαιπωρεί 25 χρόνια τώρα τους τηλεοπτικούς μας δέκτες.
Και τελικά αυτό που εξακολουθεί να μας ταλαιπωρεί είναι η γελοία κουλτούρα των ’90s. Η σαχλή αισθητική της τηλεόρασης-χοάνης, η επίπλαστη δημοσιότητα τυχάρπαστων ανθρώπων που απλώς έτυχε να καβαλήσουν το κύμα μιας εποχής όπου «έπεφταν τα τείχη», «τέλειωναν οι ιδεολογίες» και αναδυόταν ο θαυμαστός νέος κόσμος του τίποτα.
Μας ταλαιπωρούν ακόμη εκείνοι οι αιώνια «νεαροί» χλεχλέδες – ηθοποιοί, πολιτικοί, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, τηλεοπτικοί αστέρες – που αυτοπαρουσιάστηκαν ως το καινούργιο, το ελεύθερο και το ζωντανό, ενώ δεν ήταν τίποτε περισσότερο από η κενόδοξη αναπαραγωγή του χθες με καινούργια ρούχα.
Μας ταλαιπωρούν ακόμη οι Τατσόπουλοι, οι Χωμενίδηδες, οι Χαραλαμπίδηδες, οι Κωστόπουλοι, οι Λοβέρδοι, οι Σαμαράδες, ολόκληρη εκείνη η γενιά της μεταπολιτευτικής αυταρέσκειας που νόμισε ότι θα μείνει αιώνια νέα. Μόνο που σήμερα δεν τους πετυχαίνει ούτε η βαφή.
Το μόνο που καταφέρνουν είναι να ξεφλουδίζει το βερνίκι και να αναδύεται η φασίζουσα σκουριά ενός κόσμου που ήλπιζε ότι η ιστορία είχε τελειώσει και σήμερα παίζει τένις με τα παιδιά του Παττακού.








