Λευκός τρόμος, ή μια σύντομη ιστορία της μεταμνημονιακής ελλάδας
“Ο μνημονιακός κύκλος που άνοιξε για την χώρα το 2010 φτάνει σήμερα στο επέκεινα της αναπόφευκτης παρακμής του.
Μία χώρα που πηγαίνει προς τις εκλογές με υπουργούς, δημοσιογράφους και αντιπολίτευση παρακολουθούμενους από την – υπό τον πρωθυπουργό – ΕΥΠ και όλους μαζί εκβιαζόμενους από τις Ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες. Με το Σύνταγμα καταστρατηγημένο. Με τα παιδιά της να πεθαίνουν στα τρένα, από αστυνομικές σφαίρες ή στο μεροκάματο.
Απέναντι σε αυτή την διάχυτη παρακμή ήταν που πάλεψε το μαζικό ταξικό-κοινωνικό κίνημα του 2006-2012. Και παρότι αδικαίωτο,η δυναμική και η έντασή του, τα αδιαμεσολάβητα χαρακτηριστικά του, ακόμα στοιχειώνουν ένα κράτος που αδυνατεί να παράξει υλικές και θεσμικές συναινέσεις”.
Επιστολή του Γιώργου Π., πρώην κατηγορούμενου για την MARFIN, 11/07/2026i
Ζούμε στις ημέρες της λευκής τρομοκρατίας. Διανύουμε την περίοδο όπου, μετά την αποτυχία της παλλαϊκής εξέγερσης που διήρκεσε απ’ το 2008 μέχρι το 2015, η νεοαστική άρχουσα τάξη αλωνίζει κι επιτίθεται με όλα τα μέσα που διαθέτει. Η νέα δολοφονία από αστυνομικούς του νεαρού στο Άργος επειδή δεν σταμάτησε σε έναν έλεγχο ρουτίνας αυτό μαρτυράει. Το ίδιο ισχύει και για τον θάνατο ενός ακόμη εργάτη στον Ασπρόπυργο από έκρηξη στο εργοστάσιο την ώρα που εκτελούσε την υπηρεσία του. Μέσα στο 2025, συνολικά 201 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από εργατικά δυστυχήματα, ενώ στους πρώτους πέντε μήνες του 2026 ο αριθμός των νεκρών ανέρχεται σε 76, μαζί με 138 σοβαρά τραυματίες. Ο πόλεμος είναι ακήρυχτος και βιώνεται από τους προλετάριους στο πεδίο της παραγωγής, αλλά και της καθημερινής ζωής. Η λευκή τρομοκρατία δεν εκδηλώνεται στο πλαίσιο κάποιας ανοιχτής εμφύλιας σύρραξης. Εμπεριέχεται στις ίδιες τις συνθήκες χάρη στις οποίες αναπαράγεται καθημερινά το πολιτικό και οικονομικό σύστημα που μας έχουν επιβάλει. Με το αίμα των προλετάριων γράφεται η ιστορία της μεταμνημονιακής Ελλάδας. Η άσκηση βίας σε βάρος των αδύναμων έχει πια κανονικοποιηθεί σε τέτοιον βαθμό που δεν προσβάλει το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Το άκουσμα της εκτέλεσης ενός ακόμα νεαρού, της δολοφονίας ενός ακόμη εργαζόμενου έχει μετατραπεί σε στατιστική. Δεν προκαλεί αποτροπιασμό, ούτε καθολική αγανάκτηση.
Το 2008, η δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού στα Εξάρχεια πυροδότησε ταραχές σε τέτοια έκταση που για λίγο τα αστικά κέντρα της Ελλάδας είχαν μετατραπεί σε ακυβέρνητες πολιτείες. Υπήρχε τότε μια γενική και υγιής αποστροφή προς τη βία της αστυνομίας. Μια αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των μπάτσων να βιαιοπραγούν αδιακρίτως απέναντι στα τμήματα του πληθυσμού που η εξουσία προσδιόριζε ως απειλή. Δεν μιλάμε εδώ μόνο για ένοπλη βία ή για την εκπυρσοκρότηση ενός όπλου. Μιλάμε κυρίως για την επίγνωση ότι η αστυνομία, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα ΜΑΤ που υπάρχουν μονάχα για να καταστέλλουν κάθε εκδήλωση λαϊκής αυτενέργειας, εκπροσωπεί κάτι σάπιο. Ότι αποτελεί στην πράξη τη σιδερένια γροθιά του συστήματος. Μια φρουρά πραιτωριανών που θα πουλούσαν και την μάνα τους για να προστατέψουν τη λούμπεν μεγαλοαστική τάξη που κυβερνά από τα παρασκήνια και χρησιμοποιεί τον λαό και την κοινωνία σαν πρώτη ύλη για τον προσωπικό τους πλουτισμό. Αργότερα, στην εποχή των μνημονίων, οι αντιμπατσικές τάσεις της κοινωνίας γιγαντώθηκαν. Η αντίληψη για τον ρόλο της αστυνομίας προσέλαβε στο φαντασιακό των κατώτερων τάξεων τις διαστάσεις ενός εσωτερικού στρατού κατοχής, επιφορτισμένου με την προστασία ενός συστήματος εντελώς ξένου και καταστρεπτικού για τα συμφέροντα και τις επιθυμίες των εργαζόμενων. Οι καθημερινές αναμετρήσεις στον δρόμο που αναμεταδίδονταν από τα διεθνή ΜΜΕ, οι μάχες σώμα με σώμα, η αμετανόητη και ατιμώρητη επίδειξη σκληρότητας και οι σαδιστικές πρακτικές των μπάτσων σε βάρος ανθρώπων που είχαν χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους κι απλώς διαδήλωναν για τη ζωή τους, συνέβαλλαν έτσι ώστε η ελληνική αστυνομία να γίνει ίσως η πιο μισητή σε όλη την Ευρώπη. Η σατιρική τηλεοπτική φιγούρα του “Μπαλούρδου”, ενός άμυαλου κτήνους που εκτελούσε μηχανικά τις εντολές που του είχαν δοθεί, που ήταν ανίκανος να μιλήσει ή να σκεφτεί και χτυπούσε σαν προϊστορικός άνθρωπος όποιον έβρισκε στο διάβα του, απηχούσε την κυρίαρχη απαξιωτική αντίληψη για τα σώματα καταστολής που διαμορφώθηκε εκείνη την εξεγερσιακή περίοδο.
Από τότε έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Η νεοφιλελεύθερη χούντα που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα απ’ το 2015 κι έπειτα, εργάστηκε επί μακρόν και μεθοδικά για να καταπνίξει τις εστίες μέσα απ’ τις οποίες ξεπηδούσαν οι οργανωμένες αντιστάσεις της κοινωνίας κι έβρισκε δομή κι έκφραση η αντιπολίτευση του δρόμου. Πρωταρχική μέριμνα του ακραίου Κέντρου υπήρξε η αποδυνάμωση του αναρχικού χώρου. Χτυπήθηκαν οι καταλήψεις, τα αυτοδιαχειριζόμενα στέκια στα πανεπιστήμια, τα κοινωνικά κέντρα στις γειτονιές που λειτουργούσαν ως πεδίο συνάντησης του αναρχικού κινήματος με την κοινωνία και ως σημείο διάχυσης των αντιεξουσιαστικών ιδεών στο ευρύτερο κοινωνικό σώμα. Παράλληλα, αναβαθμίστηκε ο επιχειρησιακός σχεδιασμός των σωμάτων καταστολής και το επίπεδο της βίας που ασκούν στον δρόμο, με τη συνδρομή αμερικανών και ισραηλινών “ειδικών” στον τομέα της αντιεξέγερσης. Στη σφαίρα της παραγωγής ιδεολογίας, το Κράτος επιστράτευσε τις μετα-δημοκρατικές θεωρητικές συλλήψεις για να δικαιολογήσει την απολυταρχική στροφή του. Μαζί με την ίδρυση ενός μονοκομματικού συστήματος διακυβέρνησης, όπου η τυπική διάκριση των εξουσιών έχει καταργηθεί στην πράξη και ο κρατικός μηχανισμός λειτουργεί σαν ένα συμπαγές μονολιθικό ταξικό μποκ, οι έννοιες της “κυβερνησιμότητας” και της “σταθερότητας” αντικατέστησαν τις παραδοσιακές αρχές της “δημοκρατίας” και της “λαϊκής κυριαρχίας” ως οι βασικοί άξονες νομιμοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής. Οι αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις δεν διατείνονται πλέον ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα της κοινωνίας με τον τρόπο που αυτή τα αντιλαμβάνεται και τα ερμηνεύει. Τουναντίον, ισχυρίζονται ότι αποστολή τους είναι να προστατέψουν την κοινωνία από τον ίδιο της τον εαυτό.
Ο αναρχικός χώρος απ’ το 2015 και μετά, σιγά, σιγά απωθήθηκε απ’ τους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας κι εγκλωβίστηκε ξανά στο γκέτο των Εξαρχείων. Αυτή τη φορά όμως το μικρό γαλατικό χωριό δεν έμεινε αλώβητο. Ο ταξικός εχθρός το περικύκλωσε με τις στρατιές του και με το πρόσχημα του “εξευγενισμού”, εισέβαλλε μαζικά στη γειτονιά και επέβαλε τη δική του ιδιότυπη αστυνομική κατοχή της περιοχής. Παράλληλα, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του Κράτους ανέλαβαν να υποδαυλίσουν ένα κλίμα διάχυτης μισανθρωπίας και κοινωνικού κανιβαλισμού, απαξιώνοντας τα ιδανικά της αυτονομίας και της ισότητας και παρουσιάζοντας την οποιαδήποτε συλλογική διεκδίκηση των “από κάτω” ως επικίνδυνη προσπάθεια υπονόμευσης της “φυσικής” κοινωνικής ιεραρχίας, “αριστεία” γαρ. Αφού γλίτωσε απ’ τη φυλακή ή την κρεμάλα, η ίδια ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών που οδήγησαν μια ολόκληρη κοινωνία σε οικονομική καταστροφή και χρεοκοπία, αυτοδιορίστηκαν τώρα “σωτήρες του έθνους” εγκαινιάζοντας υπερήφανα ένα νέο μεταμνημονιακό “κοινωνικό συμβόλαιο”, όπου τα πάντα είναι προς πώληση και όλα βρίσκονται στην υπηρεσία του εγχώριου και διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Σε αυτή τη νέα κοινωνία της ακραίας και βίαιης αγοραιοποίησης, στην Ελλάδα έχει διαμορφωθεί ένα ταξικό σύστημα δύο ταχυτήτων. Από την μία, βρίσκεται μια καπιταλιστική συμμαχία ντόπιων υπερπλούσιων και φορέων του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, που ελέγχει την πολιτική και την οικονομία και κυβερνά με τη συναίνεση της νεάς μπουρζουαζίας και με γνώμονα την υπεράσπιση των συμφερόντων των μειοψηφικών προνομιούχων στρωμάτων, τα οποία εξαρτώνται απ’ το μεγάλο κεφάλαιο για την αναπαραγωγή της ευημερίας τους. Από την άλλη, βρίσκονται όλοι οι υπόλοιποι που μπορούν να ελπίζουν ότι θα βρουν μια θέση στην κοινωνία μονάχα στον βαθμό που μπορέσουν να φανούν με κάποιον τρόπο χρήσιμοι στους νεομπουρζουάδες και τα αφεντικά τους.
Όλες οι οργανώσεις, τα κόμματα και οι μηχανισμοί που κάποτε είχαν αναλάβει να διαμεσολαβούν εργολαβικά τις υλικές επιδιώξεις των από-κάτω έχουν τώρα πια διαλυθεί (πλην ΚΚΕ), κόβοντας τις γέφυρες με τις υποτελείς ομάδες κι εκλιπαρώντας για μερικά ψύχουλα εξουσίας απ’ το τραπέζι των νεο-αστών. Από την άλλη μεριά, οι αναρχικοί έχουν φτάσει να αποτελούν ένα απλό σημείο αναφοράς στην αυταρχική ατζέντα που προωθεί η προπαγάνδα του κόμματος του “νόμου και της τάξης”. Πρώτα ο Ρωμανός και τώρα οι τρεις που κατηγορούνται εκ νέου για την υπόθεση της MARFIN διαπομπεύονται από τον συρφετό των αστικών ΜΜΕ και σύρονται μπροστά απ’ τις κάμερες σαν τρόπαια, όποτε οι εξουσιαστές αισθάνονται ανασφάλεια για την ωραία τους ζωή και θέλουν να ξαναθυμηθούν τι τους ενώνει, αντί γι’ αυτά που τους χωρίζουν. Το πρωτόγονο μίσος τους για τους πληβείους είναι η συγκολλητική ουσία που εγγυάται την ταξική τους ενότητα. Το μοναδικό αντίβαρο στις φυσικές διαλυτικές τάσεις που απορρέουν από μια τάξη η οποία πιστεύει φανατικά στην ιδιοτέλεια και τον ατομικισμό. Που ερμηνεύει την αλληλεγγύη σαν βαρύδι και αντιλαμβάνεται τον ανταγωνισμό όλων εναντίον όλων σαν τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ενότητα μπορεί να προέλθει μόνο απ’ την επίγνωση της απειλής που εγκυμονεί η κίνηση του εσωτερικού ταξικού εχθρού. Αυτόν τον ρόλο παίζει η ΝΔ. Δεν είναι η κυβέρνηση μιας χώρας, αλλά η διοίκηση ενός στρατοπέδου. Το ταξικό κόμμα των θριαμβευτών νεοαστών, επιφορτισμένο με μία και μόνη αποστολή: να εξασφαλίσει ότι δεν θα ξαναέρθουν ποτέ στην ημερήσια διάταξη οι συνθήκες που γέννησαν τις εξεγέρσεις του 2008 και του 2010-2015. Είναι η παράταξη των “λευκών” στην εξουσία.
i Marfin: “Οι σκευωροί αναζητούν τα νέα τους θύματα” – Επιστολή πρώην κατηγορούμενου στην efsyn.gr.








