Αφρικανοί ερευνητές εργάζονται για την ίαση του HIV, αλλά οι περικοπές της βοήθειας από τις ΗΠΑ παρεμποδίζουν την πρόοδό τους.
Αναδημοσίευση από το Al Jazeera.
Δεκάδες κλινικές δοκιμές για τον HIV σταμάτησαν απότομα τον Φεβρουάριο, αφού ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απέσυρε ξαφνικά κρίσιμη χρηματοδότηση.
Ο Patrick Arbuthnot διάβαζε τα email του σε μια φαινομενικά συνηθισμένη εργάσιμη ημέρα στο εργαστήριό του στο Γιοχάνεσμπουργκ, όταν είδε μια περίεργη ειδοποίηση να εμφανίζεται στην οθόνη η οποία έγραφε: «Διακοπή εργασιών».
Ο Arbuthnot δεν θυμάται ακριβώς τι άλλο ανέφερε το μήνυμα του Αμερικανού αξιωματούχου τον Ιανουάριο, αλλά η μία αυτή φράση που του έμεινε χαραγμένη στη μνήμη ήταν αρκετή — ακόμα κι αν ήταν σχεδόν απίστευτη.
Για δύο χρόνια, ο ερευνητής εργαζόταν στην ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον HIV, με σκοπό να βοηθήσει στην εξάλειψη ενός από τα πιο θανατηφόρα νοσήματα στην Αφρική. Το εργαστήριό του στο Πανεπιστήμιο Witwatersrand (Wits) της Νότιας Αφρικής είχε ήδη ξοδέψει χιλιάδες δολάρια από αμερικανική χρηματοδότηση για πειράματα. Τώρα, όλη αυτή η κρίσιμη εργασία έπρεπε να σταματήσει – ή, το χειρότερο, να διακοπεί μόνιμα.
«Όλα είναι τόσο μάταια, όλα είναι τόσο μάταια. Αυτές ήταν οι λέξεις που μου τριγύριζαν στο μυαλό όταν είδα το μήνυμα», είπε ο Arbuthnot, ο οποίος διευθύνει την Ερευνητική Μονάδα Γονιδιακής Θεραπείας κατά των Ιών, του Πανεπιστημίου Wits, μιλώντας στο Al Jazeera, μήνες μετά την εκδήλωση του εφιάλτη. «Φαινόταν σαν να ήταν όλα για το τίποτα.»
Δεκάδες κλινικές δοκιμές σε όλη την Αφρική αναγκάστηκαν να σταματήσουν απότομα στα τέλη Ιανουαρίου, αφού ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, απέσυρε τη χρηματοδότηση εκατομμυρίων δολαρίων χωρίς προειδοποίηση. Η εκτελεστική του εντολή ανέστειλε τη βοήθεια προς τις αναπτυσσόμενες χώρες που παρείχε ο οργανισμός αναπτυξιακής βοήθειας των ΗΠΑ, USAID, καθώς και το PEPFAR (Το Σχέδιο Έκτακτης Ανάγκης του Αμερικανού Προέδρου για την Ανακούφιση από το AIDS), ενώ ανακοινώθηκε μια περίοδος ανασκόπησης τριών μηνών. Οι περικοπές επηρέασαν προγράμματα που μάχονται ενάντια σε πληθώρα θανατηφόρων ασθενειών στην Αφρική, ιδιαίτερα της ελονοσίας και του HIV.
Οι χώρες της Νοτίου Αφρικής, με τα περισσότερα κρούσματα HIV παγκοσμίως, είχαν βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στις ΗΠΑ για την καταπολέμηση της πανδημίας. Με τις περικοπές, οι κλινικές HIV που εξυπηρετούσαν ευάλωτους πληθυσμούς, όπως sex workers και MSM (άντρες που κάνουν σεξ με άντρες), έκλεισαν ξαφνικά. Χιλιάδες υγειονομικοί υπάλληλοι έχασαν τη δουλειά τους. Άνθρωποι που ζούσαν με τον HIV δεν ήξεραν πώς να αποκτήσουν τα απαραίτητα φάρμακα.
Φτωχότερες χώρες όπως η Ζιμπάμπουε, όπου το USAID χρηματοδοτούσε περίπου το 80% των προσπαθειών για την καταπολέμηση του HIV, πλήγηκαν τόσο άσχημα που ακόμα και οι προμήθειες προφυλακτικών διαταράχθηκαν.
Για τους Αφρικανούς επιστήμονες που αγωνίζονταν να θέσουν τον HIV υπό έλεγχο, το timing δε θα μπορούσε να είναι χειρότερο.
Μόλις μερικές μέρες πριν, ο Arbuthnot είχε συναντηθεί με άλλους ερευνητές που εργάζονταν σε παρόμοιες κλινικές δοκιμές σε ένα συνέδριο στη Ζανζιβάρη. Όλοι τους είχαν αποχωρήσει από το νησί νιώθοντας αισιόδοξοι.
«Είχαμε τα ζυμαρικά στο βραστό νερό και απλώς περιμέναμε να [μαγειρευτούν]», είπε ο επιστήμονας, περιγράφοντας μέχρι πού είχαν φτάσει οι δοκιμές του εμβολίου πριν δοθεί η εντολή διακοπής εργασιών. «Υπήρχε ακόμα δουλειά να γίνει για να είναι τα ζυμαρικά έτοιμα. Έπρεπε να ανακατευτούν με τη σάλτσα, οπότε δεν ήταν ακόμα έτοιμα για φαγητό, αλλά τα είχαμε ήδη στο νερό. Ήμασταν κοντά.»
Διακοπή της προόδου
Από το 2023, ο Arbuthnot έχει λάβει χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ για να δημιουργήσει προληπτικά εμβόλια, ακολουθώντας την αλληλουχία του γενετικού υλικού δύο «ελίτ ελεγκτών», μιας σπάνιας ομάδας ατόμων που έχουν μολυνθεί από τον HIV και καταφέρνουν, με κάποιον τρόπο, να ζουν φυσιολογικά χωρίς τη χρήση αντιρετροϊκών φαρμάκων (ARVs) για να καταστείλουν το ιικό τους φορτίο.
Τα δύο άτομα στην κλινική δοκιμή του Arbuthnot είναι ανώνυμα – αναγνωρίζονται απλώς ως CAP 255 και CAP 256 – αλλά ανήκουν σε μια ομάδα των οποίων η κατάσταση θεωρείται από τους ερευνητές ως κάτι σαν υπερδύναμη, καθώς δεν αναπτύσσουν συμπτώματα και δεν φαίνεται να χρειάζονται φαρμακευτική αγωγή.
Η κλινική δοκιμή του Arbuthnot αποτελεί μέρος του Brilliant Consortium project, το οποίο χρηματοδοτείται από τις ΗΠΑ και περιλαμβάνει Αφρικανούς ερευνητές από περισσότερες από επτά χώρες, όπως η Νιγηρία, η Ζιμπάμπουε και η Κένυα, που αγωνίζονται να αναπτύξουν εμβόλια και εξαιρετικά αποτελεσματικές προληπτικές ή θεραπευτικές αγωγές για τον HIV.
Αυτή η εργασία αλληλουχίας γονιδίων στην Αφρική είναι επίσης κρίσιμη για να βοηθήσει στην κατανόηση του τρόπου που οι ασθένειες επηρεάζουν τους ανθρώπους της ηπείρου. Μέχρι τώρα, τα ανθρώπινα γονιδιώματα από την Αφρική αποτελούν μόλις το 2% των συνολικών αλληλουχημένων ανθρώπινων γονιδιωμάτων.
Η Αφρική έχει τα περισσότερα κρούσματα HIV από οποιαδήποτε ήπειρο, με τη Νότια Αφρική να καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό μολύνσεων – σχεδόν 8 εκατομμύρια άνθρωποι. Οι ειδικοί λένε ότι ένας τοξικός συνδυασμός πολιτικών εργασίας και διαχωρισμού από την εποχή του απαρτχάιντ, χαμηλών εισοδημάτων και βαθιάς δυσπιστίας προς τα δυτικά υγειονομικά ιδρύματα είναι υπεύθυνος για την κατάσταση.
Αυτός είναι ο λόγος που οι μελέτες για τον HIV είναι έντονα συγκεντρωμένες στη Νότια Αφρική, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη αφρικανική χώρα. Δεδομένου ότι οι ασθενείς με HIV έχουν αποδυναμωμένα ανοσοποιητικά συστήματα που είναι επιρρεπή στην φυματίωση (TB), η έρευνα και για τις δύο ασθένειες συχνά προχωράει παράλληλα.
Οι ηγέτες του κόσμου είχαν δεσμευτεί το 2016 να εξαλείψουν το AIDS μέχρι το 2030, και οι Αφρικανοί επιστήμονες φαίνεται να είναι πρόθυμοι να προσφέρουν τη θεραπεία.
Αλλά η δημιουργία ενός εμβολίου για τον HIV, όπως προσπαθεί να κάνει ο Arbuthnot, είναι εξαιρετικά δύσκολη λόγω της ταχύτητας με την οποία μεταλλάσσεται ο ιός και του τρόπου με τον οποίο μεταμφιέζεται μόλις εισέλθει στο DNA του ξενιστή. Παρά τις δεκαετίες ερευνών, η πρόοδος έχει παραμείνει περιορισμένη, εν μέρει επειδή η χρηματοδότηση είναι περιορισμένη.
Με τις κρίσιμες αμερικανικές χρηματοδοτήσεις να έχουν κοπεί, ολόκληρος ο τομέας έχει αποδιοργανωθεί και η πρόοδος, λένε οι ειδικοί, έχει πάει πίσω.
Το PEPFAR πιστώνεται με τη χορήγηση ενός σημαντικού μέρους από τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια που έχει προσφέρει από το 2003 σε αφρικανικές χώρες. Στη Νότια Αφρική, υποστήριξε μέχρι και το 17% του προϋπολογισμού για τον HIV. Επιστήμονες, σε πρόσφατη μελέτη, διαπίστωσαν ότι το κλείσιμο του PEPFAR θα είχε ως αποτέλεσμα περισσότερους από 600.000 θανάτους σχετιζόμενους με τον HIV και μισό εκατομμύριο νέες μολύνσεις μόνο στη Νότια Αφρική, μέσα στα επόμενα 10 χρόνια.
«Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η χρηματοδότηση κόπηκε που ήταν το πρόβλημα», είπε η Esther Casas, σύμβουλος HIV-TB στην ιατρική ΜΚΟ Γιατροί Χωρίς Σύνορα (MSF), μιλώντας στο Al Jazeera. Η MSF δεν εξαρτάται από τη χρηματοδότηση των ΗΠΑ και συνεχίζει να λειτουργεί τα κέντρα HIV, αλλά όπως είπε η Casas, όλοι, με κάποιον τρόπο, επηρεάστηκαν.
«Ήταν ο ξαφνικός τρόπος με τον οποίο έγινε [η διακοπή της χρηματοδότησης των ΗΠΑ]. Για να κάνεις κάτι τέτοιο, πρέπει να προετοιμάσεις τον κόσμο. Αλλά αυτό δεν συνέβη, και ήταν καταστροφικό», είπε.
Λενακαπαβίρη: Το επαναστατικό φάρμακο
Δεν ήταν μόνο οι κλινικές δοκιμές και τα πειράματα που διέκοψαν οι περικοπές των ΗΠΑ. Οι εντολές του Τραμπ επηρέασαν επίσης πραγματικές, δοκιμασμένες και πιο αποτελεσματικές θεραπείες προληπτικής αγωγής πριν από την έκθεση (PreP), που επιτεύχθηκαν μετά από χρόνια δοκιμών.
Η προληπτική αγωγή πριν από την έκθεση (PreP) είναι αυτή που προλαμβάνει τη μόλυνση από τον HIV σε άτομα που κινδυνεύουν από έκθεση στον ιό – όπως οι σύντροφοι ατόμων που ζουν με τον HIV. Οι κοινές μορφές του φαρμάκου είναι χάπια που πρέπει να λαμβάνονται καθημερινά, κάτι το οποίο ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να βρουν δύσκολο να τηρήσουν, με αποτελεσματικότητα που κυμαίνεται από 74% έως 99%.
Πέρυσι σημειώθηκε μια σπάνια πρόοδος με τη μορφή της λενακαπαβίρης, ενός φαρμάκου PreP που δοκιμάστηκε σε 5.000 νέες γυναίκες ηλικίας 16 έως 25 ετών στη Νότια Αφρική και την Ουγκάντα. Ήταν 100% αποτελεσματικό. Ήταν επίσης πιο βολικό: Οι ασθενείς χρειάζονταν μόνο δύο δόσεις κάθε έξι μήνες.
Αν και οι δοκιμές χρηματοδοτήθηκαν από τη Gilead Pharma, μια αμερικανική βιοφαρμακευτική εταιρεία, η USAID σχεδίαζε να αναλάβει το επόμενο κρίσιμο βήμα: να προωθήσει τη λενακαπαβίρη σε παραγωγούς γενόσημων φαρμάκων, ώστε να διατεθεί στην αγορά σε προσιτές τιμές.
«Τώρα, αυτή η διαδικασία έχει εξαφανιστεί πλήρως», δήλωσε στο Al Jazeera η Nomathemba Chandiwana, επικεφαλής επιστημονική σύμβουλος του Ιδρύματος Υγείας Desmond Tutu στο Κέιπ Τάουν. Η προϊσταμένη της, Linda Gail-Bekker, διευθύντρια του μη κερδοσκοπικού ερευνητικού κέντρου, ήταν η κύρια ερευνήτρια στις δοκιμές.
Μετά την εντολή διακοπής εργασιών από την κυβέρνηση Τραμπ, ορισμένα έργα έλαβαν ειδοποιήσεις ότι η χρηματοδότησή τους θα αποκατασταθεί, αλλά άλλα, όπως το έργο της λενακαπαβίρης, παραμένουν ακόμη σε αβεβαιότητα ως προς το τι μέλλει γενέσθαι.
«Μπορείς να το φανταστείς; Αυτό ήταν το πιο σημαντικό γεγονός που συνέβη στον τομέα του HIV, η επιστημονική ανακάλυψη της περασμένης χρονιάς, και τώρα όλα έχουν μείνει μετέωρα.»
Το να περιμένει κανείς από την κυβέρνηση της Νότιας Αφρικής να αναλάβει το βάρος της διάθεσης της λενακαπαβίρης στην αγορά δεν είναι ρεαλιστικό, πρόσθεσε η επιστήμονας. Το φάρμακο είναι ακριβό, είπε, και το Υπουργείο Υγείας ενδέχεται να δυσκολευτεί να εξασφαλίσει τον απαιτούμενο προϋπολογισμό.
«Δεν είναι όλα μαύρα κι άραχνα»
Καθώς οι περικοπές της αμερικανικής βοήθειας προκάλεσαν απανωτά πλήγματα στα συστήματα υγείας της Αφρικής και ειδικά στην αντιμετώπιση του HIV, επικριτές κατηγόρησαν τις αφρικανικές κυβερνήσεις για υπερβολική εξάρτηση από την ξένη βοήθεια και επεσήμαναν τα δισεκατομμύρια που χάθηκαν σε σκάνδαλα μεγάλης κλίμακας διαφθοράς στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες: τη Νιγηρία και τη Νότια Αφρική. Και οι δύο χώρες, μέχρι τον Ιανουάριο, λάμβαναν περίπου το ένα πέμπτο του προϋπολογισμού για την αντιμετώπιση του HIV από την Ουάσινγκτον.
Η Casas από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα ανέφερε ότι αυτή η αναστάτωση αποτελεί σίγουρα ένα καμπανάκι αφύπνισης για τους Αφρικανούς, ώστε να αναλάβουν πλήρως την ευθύνη για την υγειονομική τους περίθαλψη — από την έρευνα έως την ανάπτυξη φαρμάκων και τη θεραπεία. Ωστόσο, σημείωσε πως θα χρειαστούν χρόνια για να κατανοηθεί το βάθος των αναταράξεων που προκάλεσαν οι ΗΠΑ, προσθέτοντας ότι είναι υπερβολικά μεγάλη δύναμη για να τη διαχειρίζεται ένας μόνο εξωτερικός φορέας.
«Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε την πολιτικοποίηση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, της πρόσβασης στη φροντίδα για τον HIV και την φυματίωση, καθώς και άλλων καταστάσεων που πλήττουν τις πιο ευάλωτες κοινότητες. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η λύση και η αντίδραση πιθανότατα δεν θα έρθουν από κανέναν μεμονωμένο χρηματοδότη», είπε η Casas.
Ο Arbuthnot είναι ένας από τους λίγους τυχερούς ερευνητές που κατάφεραν να εξασφαλίσουν άλλες πηγές χρηματοδότησης. Από τότε που οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν, η αμερικανική φιλανθρωπική οργάνωση ELMA Foundation έχει αναλάβει να στηρίξει τη δουλειά του εργαστηρίου του. Παρά ταύτα, τα πράγματα παραμένουν αβέβαια, καθώς η χρηματοδότηση είναι μόνο για έξι μήνες.
Παρά το ότι έχει άμεσο και πραγματικό αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων, κάποιοι Αφρικανοί ερευνητές λένε ότι η εκτέλεση του έργου τους αρχίζει να φαίνεται αδύνατη. Η Τσαντιγουάνα ανέφερε ότι άλλες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, μειώνουν τη χρηματοδότηση για έρευνα, ενώ ταυτόχρονα κρίσιμα ερευνητικά έργα σταματούν λόγω εσωτερικής πολιτικής και προτεραιοτήτων.
«Η δουλειά μας δεν είναι καθόλου αόριστη. Δεν είναι σαν να λέμε ‘εντάξει, ό,τι να ’ναι’», είπε η Τσαντιγουάνα. «Μειωνόμαστε σαν κοινότητα, αλλά τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουμε γίνονται όλο και πιο μεγάλα.»
Η πρόκληση για τους Αφρικανούς επιστήμονες υγείας στο μέλλον, σύμφωνα με τους ειδικούς, θα είναι το πώς να εμπλέξουν τις κυβερνήσεις τους και πώς να χρησιμοποιήσουν λιγότερα χρήματα για να παραδώσουν αποτελέσματα που σώζουν ζωές. Κάποιες κυβερνήσεις φαίνεται να είναι έτοιμες για το ταξίδι: Η Νιγηρία, τον Φεβρουάριο, διέθεσε 200 εκατομμύρια δολάρια για να καλύψει άμεσα τα κενά χρηματοδότησης. Στη Νότια Αφρική, προστέθηκαν επιπλέον 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια στον προϋπολογισμό υγείας.
Στο Ίδρυμα Ντέσμοντ Τούτου, η Chandiwana είπε ότι ένας τρόπος που εκείνη και οι συνάδελφοί της αντιμετωπίζουν την κατάσταση είναι με την διαφοροποίηση της εστίασης και την ένταξη περισσότερων μη μεταδοτικών παθήσεων, όπως η παχυσαρκία, στις έρευνές τους. Αυτό, είπε, θα βοηθήσει να προστεθούν περισσότερες επιλογές στο «καλάθι» χρηματοδότησης.
«Οι αλλαγές είναι τρομακτικές, αλλά στις εποχές των δράκων, χρειάζεσαι και δράκους-κυνηγούς», είπε η Chandiwana για το πώς οι επιστήμονες πρέπει να προσαρμοστούν. «Είμαι αιωνίως αισιόδοξη, οπότε δεν είναι όλα μαύρα κι άραχνα. Απλά πρέπει να συνεχίσουμε.»








