Vae Victis
Ο Clausewitz είχε γράψει ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Με αυτό δεν εννοούσε μονάχα ότι σε μια στρατιωτική σύρραξη η λογική και οι σκοποί της πολιτικής εξακολουθούν να υφίστανται ως ο πρωταρχικός παράγοντας που καθορίζει τη δραστηριότητα των εμπόλεμων μερών. Ήθελε επίσης να καταδείξει ότι η ίδια η πολιτική δεν είναι παρά ένας χαμηλής έντασης πόλεμος, ένας μηχανισμός επιβολής με ειρηνικά μέσα. Γι’ αυτό και η πολιτική διαδικασία σε καιρό ειρήνης μπορεί κάλλιστα να οριστεί κι ως ένας μηχανισμός διαμεσολάβησης των κοινωνικών συγκρούσεων. Από την μία, με τη λειτουργία της αναγνωρίζει την υλική βάση της υφιστάμενης αντιπαράθεσης που προκύπτει από τις αντικρουόμενες επιθυμίες και συμφέροντα των κοινωνικών υποκειμένων. Από την άλλη, περιορίζει τις συνέπειες της σύγκρουσης κι αποτρέπει τα συμφέροντα αυτά απ’ το να κατανοηθούν από τους φορείς τους με τρόπο που θα τα καταστήσει πραγματικά ασυμβιβαστα μεταξύ τους. Όταν αυτό συμβεί, τότε η διαμεσολάβηση δεν είναι πια δυνατή, γιατί τι έχει να συζητήσει ένας μελλοθάνατος με αυτόν που πρόκειται να του αφαιρέσει την ζωή; Τότε είναι που επέρχεται ο πόλεμος.
Την εποχή που έγραψε ο Clausewitz το μοντέλο της ρεπουμπλικανικής πολιτειακής οργάνωσης ήταν ακόμα στα σπάργανα, ωστόσο η ηφαιστειακή έκρηξη της αστικής επανάστασης στη Γαλλία έδειχνε ήδη προς τον καταλυτικό ρόλο που θα έμελλε να διαδραματίσουν οι ταξικές αντιθέσεις στους πολέμους της νέας εποχής που είχε ανατείλει. Τους πολέμους της μοντέρνας περιόδου, της εποχής της καπιταλιστικής νεοτερικότητας. Ο πόλεμος που βλέπουμε και τώρα να εξαπλώνεται σε ολοένα και περισσότερες εστίες ανάφλεξης γύρω μας, είναι το σύμπτωμα των ταξικών αντιθέσεων που έχουν οξυνθεί πια σε τέτοιον βαθμό, ώστε η διαμεσολάβηση τους από οποιονδήποτε πολιτικό θεσμό να μην είναι πλέον δυνατή. Άλλωστε, μια θεμελιακή προϋπόθεση της πολιτικής διαδικασίας είναι η τυπική έστω αναγνώριση της ισοτιμίας των κοινωνικών υποκειμένων. Σε συνθήκες ακραίας ανισοκατανομής της δύναμης, η θεσμοποίηση αυτής της πρακτικής που βασίζεται στην τυπική ισότητα μετατρέπεται σε τροχοπέδη για την εύρυθμη λειτουργία του οικονομικού και πολιτικού συστήματος , αντί να συνεχίζει να αποτελεί την καταστική συνθήκη της αναπαραγωγής του.
Ισραήλ: η άλυτη αντίφαση
Από την άποψη λοιπόν του ορισμού του Πρώσσου στρατιωτικού, το Ισραήλ ουδεποτε σταμάτησε να βρίσκεται σε πόλεμο. Αυτό συμβαίνει γιατί με την μορφή που έχει σήμερα, το Ισραήλ είναι ο ορισμός της αντίφασης που δεν άπτεται διαμεσολάβησης και δεν γίνεται να επιλυθεί σε ένα ανώτερο επίπεδο. Η ειρήνη για το Ισραήλ, δεν είναι παρά η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Ακόμη και σε περιόδους που τα όπλα φαινομενικά έχουν σιγήσει, η συστηματική υλοποίηση του σχεδίου για την αποικιοποίηση και την επιβολή μας καθολικής κυριαρχίας πανω σ’ έναν αλλότριο γεωγραφικό, γεωπολιτικό και πολιτισμικό τόπο που ποτέ δεν ανήκε στους σιωνιστές, ουδέποτε σταματά ή αναστέλλεται. Το σιωνιστικό εποικιστικό μόρφωμα από τη μία διεκδικεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να συμμετέχει ως ισότιμο μέλος στην άτυπη κοινωνία των εθνών, από την άλλη όμως αρνείται όλες τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η αναγνώριση αυτής της ιδιότητας, όπως το να οριοθετήσει μια και καλή τα εξωτερικά σύνορα του. Διατηρεί για τον εαυτό του σιωπηρά το προνόμιο να επεκτείνει διαρκώς την κυριαρχία του μέσα από κτηνώδεις πρακτικές μαζικού εποικισμού ήδη κατειλημμένων εδαφών, από “προληπτικές” επιθέσεις κι αιφνιδιαστικές επιδρομές ενάντια στα κράτη που το τριγυρίζουν. Το Ισραήλ επιθυμεί να το αποδέχονται ως ένα κράτος “κανονικό” σαν όλα τα άλλα, ενώ παράλληλα διακηρύσσει διαρκώς την “μοναδικότητα” του. Όχι με την τετριμμένη έννοια που το πράττει κάθε μισσαλόδοξος κρατικός εθνικισμός, αλλά διακηρύσσοντας το δικαιωμα του να εξαιρείται έμπρακτα από τους νομικούς κανόνες που συνθέτουν το πλαίσιο ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή οργανωμένης αλληλεπίδρασης ανάμεσα στα κράτη.
Υπό αυτή την έννοια, η ειρήνη για τους σιωνιστές είναι απλώς το διάστημα που απαιτείται για την προπαρασκευή του επόμενου πολέμου. Το Ιράν είναι βέβαια το τελευταίο θύμα αυτής της μανίας για καταστροφή που δεν φαίνεται να έχει τελειωμό. Αλήθεια, τι επιδιώκει άραγε ο χασάπης της Γάζας Νετανιάχου-Μιλεϊκόφκσι εξαπολύοντας αυτή την αψυχολόγητη όσο και ανελέητη επίθεση ενάντια στο ισλαμικό κράτος του Ιράν; Στα δημόσια διαγγέλματα του ο εγκληματίας πολέμου μιλάει ανοικτά για την ανάγκη “αλλαγής καθεστώτος”, λες κι ανήκει σε αυτόν και στις ανυπόληπτες ελίτ των ΗΠΑ και της ΕΕ που τον υποστηρίζουν ποικιλοτρόπως, το αποκλειστικό προνόμιο να υπαγορεύουν αφ’ υψηλού στους λαούς της περιφέρειας πώς και από ποιόν θα αυτοκυβερνηθούν. Παρ’ όλα αυτά, μια χερσαία εισβολή που θα επέβαλλε την ανατροπή του καθεστώτος με τη δύναμη των όπλων είναι απλώς αδιανόητη στην περίπτωση του Ιράν. Απομένει μονάχα η επιλογή της προμελετημένης ερήμωσης ως κεντρικός άξονας της στρατηγικής των δυτικών. Παλιότερα, ο συγγραφέας Thomas De Quincey είχε γράψει ολόκληρο βιβλίο για την “δολοφονία ως μια εκ των καλών τεχνών”. Εμείς νομίζω μπορούμε πλέον να μιλάμε βάσιμα για την “γενοκτονία ως μια εκ των ρεαλιστικών επιλογών της παγκόσμιας διακυβέρνησης”. Διότι αυτό είναι σε τελική ανάλυση η πεμπτουσία του προγράμματος της νέας αποικιοκρατίας. Καταστροφή κι ερήμωση παντού, εκτός από τα περιφερειακά κέντρα εξουσίας και τις χώρες εκείνες που είναι πρόθυμες να υπηρετούν και να ενταχτούν στη σφαίρα επιρροής τους. Εκτός δηλαδή απ’ το Ισραήλ και τους φίλους του. Για παράδειγμα το “χασεμιτικό βασίλειο” της Ιορδανίας που λειτουργεί ως αποθήκη Παλαιστινιακών ψυχών, ως ο τελικός αποδέκτης των αισχρών πεπραγμένων της εκστρατείας εποικισμού των σιωνιστών στα κατεχόμενα.
Όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να εξαφανιστούν. Το Ιράκ τώρα μοιάζει να συνέρχεται από τον αιματηρό πόλεμο που εξαπέλυσε το Ισλαμικό Κράτος στα εδάφη του και μετέτρεψε τη χώρα σε μια ρημαγμένη γη. Να πούμε εδώ ότι ακόμα δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς οι ομοιότητες ανάμεσα στο σιωνιστικό εγχείρημα της μεταφοράς Εβραίων απ’ όλο τον κόσμο που θα κάνει πραγματικότητα την “επιστροφή του λαού του Ισραήλ” στην ιστορική του κοιτίδα και στο εξίσου διεθνές κίνημα των τζιχαντιστών εθελοντών που την εποχή του Ι.Κ. εγκατέλειψαν μαζικά τις χώρες καταγωγής τους και συνέρρευσαν για να εγκατασταθούν στα “απελευθερωμένα” εδάφη και να ζήσουν σύμφωνα με τους νόμους της δικής τους ουτοπίας, του ισλαμικού σουνιτικού εμιράτου. Από την άλλη, η Συρία υποβλήθηκε σε μια ταχύρρυθμη διαδικασία βίαιης “παλαιστινιοποίησης”. Η χώρα ακρωτηριάστηκε και διαμελίστηκε σε πολλαπλές, ανταγωνιστικές μεταξύ τους σφαίρες επιρροής. Ο στρατός, το ναυτικό, η αεροπορία, τα συστήματα παρακολούθησης και αεράμυνας, ακόμα και τα κέντρα έρευνας και τεχνολογίας, βομβαρδίστηκαν και καταστράφηκαν μεθοδικά. Η Συρία έχασε κάθε δυνατότητα να αμύνεται κι ως εκ τούτου υποβαθμίστηκε σε μια σχέση απόλυτης υποτέλειας απέναντι σε δυνάμεις που έχουν τη δύναμη να προστατέψουν την νέα ελίτ που κρατά στα χέρια της ότι έχει απομείνει από την κυριαρχία του πρώην συριακού κράτους. Οι αποκεφαλιστές του Αλ-Νούσρα, που σε μια μέρα αναβαπτίστηκαν σε μάχητες της ελευθερίας από τα δυτικά ΜΜΕ, προορίζονται να αναλάβουν τον ρόλο που είχε η Judenrat στο γκέτο της Βαρσοβίας, ή, τηρουμένων των αναλογιών, η δοσιλογική Παλαιστινιακή Αρχή. Τον ρόλο του υπεργολάβου της κατοχής για λογαριασμό των Σιωνιστών, αλλά και των νεο-Οθωμανών που, όπως όλα δείχνουν, εφαρμόζουν σιωπηρά το δικό τους πρόγραμμα αποικιοποίησης του αδύναμου και πολυδιασπασμένου αραβικού κόσμου.
Γάζα ΙΙ
Η διάλυση του μπααθικού κράτους μετέτρεψε το άλλοτε προγεφύρωμα του Ιράν και της Χεζμπολά σε δίοδο για την διεξαγωγή της εισβολής ενάντια στην Ισλαμική Δημοκρατία από αέρος. Διερχόμενοι μέσα απ’ τον εναέριο χώρο του Ιράκ και πλέον της Συρίας, τα ισραηλινά μαχητικά και οι πύραυλοι του Σιωνιστικού καθεστώτος επιχειρούν να θέσουν σε εφαρμογή ένα σχέδιο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και “Γάζα ΙΙ”. Δηλαδή να επιφέρουν καταστροφή σε τέτοια κλίμακα μέσα στο Ιράν ώστε να αποδιοργανώσουν τους πιο στοιχειώδεις μηχανισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Έτσι, θα καταστήσουν το ισλαμικό κοινωνικό σύστημα ανίκανο να παρέχει τις πιο βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής αναμένεται να χτυπηθούν νοσοκομεία, κλινικές, ιατρικά κέντρα, σχολεία, το δίκτυο ύδρευσης και εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Την ίδια στιγμή , έχουν εξολοθρευτεί πολλά υψηλόβαθμα στελέχη των σωμάτων καταστολής και κυρίως, του επίλεκτου σώματος των Φρουρών της Επανάστασης. Ο χασάπης της Γάζας μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν βρίσκεται σε πόλεμο με τον λαό του Ιράν, ωστόσο η αιχμή του δόρατος της στρατηγικής του έγκειται ακριβώς στο μαρτύριο που θα είναι σε θέση να υποβάλλει τους απλούς ανθρώπους της χώρας. Να επιφέρει δηλαδή στα λαϊκά στρώματα τέτοια εξαθλίωση ώστε να υποχρεωθεί ο λαός να ξεσηκωθεί ενάντια στην θεοκρατία, τη στιγμή που τα χτυπήματα των επιδρομέων θα έχουν εξασθενήσει το καθεστώς στον βαθμό που αυτό δεν θα μπορεί να εφαρμόσει μέτρα μαζικής καταστολής σε βάρος του πληθυσμού. Στην πραγματικότητα, η θρησκευτικο-πολιτική ηγεσία του Ιράν έχει εμπλακεί σε έναν υπαρξιακό αγώνα μέχρις εσχάτων, παρόλο που δεν δείχνει να το έχει αντιληφθεί. Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται απ’ το γεγονός ότι το Ιράν δεν εχει ακόμη προχωρήσει στον ναυτικό αποκλεισμό των στενών του Ορμούζ ως αντίμετρο κόντρα στην ισραηλινή επιθετικότητα.
Και μετά τι; Τι μέλλει γενέσθαι στο Ιράν αν η εκστρατεία για την ανατροπή του ισλαμικού καθεστώτος στεφθεί με επιτυχία; Καταρχήν, ας βγάλουμε από την μέση τον ελεφάντα που υπάρχει στο δωμάτιο, το ζήτημα της ιδεολογίας. Από την κατάρρευση μιας κρατικής δομής, όσο δεσποτική και καταπιεστική κι αν είναι αυτή, καμία αναρχική μορφή οργάνωσης της κοινωνίας δεν πρόκειται να αναδυθεί για να γεμίσει το κοινωνικό κενό, έτσι αυθόρμητα και χωρίς καμία προεργασία. Αυτή η διαπίστωση σε τίποτα δεν μειώνει τον ρεαλισμό και τη δυνατότητα υλοποίησης του αναρχικού προτάγματος. Νομίζω όμως ότι αν κάτι μας έχουν διδάξει οι ατελείωτοι πόλεμοι που έχει διεξαγάγει η άρχουσα τάξη του διεθνοποιημένου καπιταλισμού στις χώρες της υποβαθμισμένης περιφέρειας τα τελευταία χρόνια, είναι ότι η επέλευση της αναρχίας ως μιας εναλλακτικής κοινωνικής δομής βασισμένης στις οριζόντιες κοινωνικές σχέσεις, είναι πρώτα και κύρια, μία δυνατότητα ιστορικά καθορισμένη. Με τα παραπάνω δεν αναφέρομαι σε κάποια θεωρία των σταδίων, αλλά στην απλή, κοινωνιολογικού χαρακτήρα, παρατήρηση ότι η αναρχία είναι σχεδόν αδύνατο να πραγματωθεί εκεί όπου δεν υπάρχουν οι συλλογικοί φορείς που είναι μπολιασμένοι με το φαντασιακό της και διαθέτουν μια έστω εμβρυακή πολιτική αντίληψη , αλλά και την τεχνογνωσία για το πώς να την κάνουν πράξη.
Γράμμα από την Τεχεράνη
Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το γράμμα μιας ανώνυμης ιρανής αναρχικής στην Τεχεράνη, μέσα στο οποίο περιγράφει τις δραματικές στιγμές που βιώνει υπό το καθεστώς των συνεχόμενων βομβαρδισμών του Ισραήλ. Αφήνω εδώ κατά μέρος την ακραία υποκειμενοποίηση που πρέπει να έχει υποστεί ένα κοινωνικό κίνημα όταν φτάνει στο σημείο να εκλαμβάνει μια προσωπική άποψη ως αντιπροσωπευτική ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου. Θα καταπιαστώ μόνο με το περιεχόμενο του γράμματος και συγκεκριμένα με την αναφορά που κάνει στην ουσιαστική αδυναμία του ιρανικού κράτους να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το κύμα με τους χιλιάδες τραυματίες και ακρωτηριασμένους που έχουν προκαλέσει οι φονικές ισραηλινές (και πλέον και αμερικανικές) επιθέσεις, αλλά και στην προσπάθεια που κάνουν κάποιοι αναρχικοί να δράσουν ως ομάδες στήριξης και αλληλοβοήθειας για τους πληγέντες αμάχους. Σε ένα άλλο σημείο του κειμένου γράφει: “Πριν από δέκα χρόνια συζητούσα με ισραηλινούς ειρηνιστές, αρνητές στράτευσης. Κούρδους , Άραβες, Αρμένιους αναρχικούς. Ονειρευόμασταν μαζί μια ελεύθερη Μεση Ανατολή, χωρίς στρατό, χωρίς κράτος. Αλλά χάσαμε. Δεν είμασταν αρκετά δυνατοί για να αποτρέψουμε τον πόλεμο. Δεν είχαμε αρκετή υποστήριξη”. Η παραδοχή αυτή όσο κι αν είναι θαραλλέα, αντικατοπτρίζει επίσης το ιστορικό αδιέξοδο με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη η αναρχία σε μια παρόμοια συγκυρία. Όσο κι αν είναι ιδεολογικά συνεπής η στάση των αναρχικών που λειτουργούν σαν ένα διευρυμένο δίκτυο αλληλοβοήθειας που βοηθάει τους τραυματίες και τους άστεγους στα μετόπισθεν, θα ήταν ακόμη καλύτερο αυτοί οι άνθρωποι να μην είχαν δολοφονηθεί, να μην είχαν χάσει ένα χέρι ή ένα πόδι, να μην είχαν δει τα σπίτια τους να γκρεμίζονται και να πυρπολούνται εξαιτίας της λύσσας των Σιωνιστών.
Οι βλέψεις του Ισραήλ για αναστήλωση της ηγεμονίας του στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, μόνο με ένοπλη αντίσταση μπορούν να αναχαιτιστούν. Το ίδιο ισχύει και για την γενοκτονία στη Γάζα. Οι ακτιβιστές που αποφάσισαν να μεταβούν στην Αίγυπτο για να πάρουν μέρος στην πορεία προς τη Γάζα με μοναδικό όπλο τις πεποιθήσεις και τα σώματα τους, αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να αναλάβουν αυτή την ριψοκίνδυνη πρωτοβουλία διότι καμία κυβέρνηση ή συλλογικός θεσμός στον κόσμο δεν εμφανίζεται πρόθυμος να αναλάβει δράση για να βάλει ένα τέλος στο ανείπωτο μαρτύριο των 2 εκατομμυρίων Παλαιστίνιων νεκροζωντανών, που παραμένουν πολιορκημένοι σε αυτή τη στενή λωρίδα γης. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η κοινωνική συνεισφορά και η αλληλεγγύη προς τους πληγέντες στα μετόπισθεν είναι ένας ακόμα τρόπος να μάχεται κανείς κόντρα στον επιτιθέμενο χωρίς να φέρει όπλα, από την άλλη, αν αυτός ο τρόπος δράσης δεν τάσσεται ξεκάθαρα με το μέρος του αμυνόμενου κι ενάντια στον επιτιθέμενο, τότε κινδυνεύει να ξεπέσει σε ένα είδος απολίτικης φιλανθρωπίας. Και στην περίπτωση που ο επιτιθέμενος επικρατήσει, η περισυλλογή των μπάζων από τα κατεστραμμένα κτήρια, ή η μεταφορά των τραυματιών στα νοσοκομεία αντικειμενικά θα λειτουργεί σαν ένας αυτοοργανωμένος, κοινωνικός βραχίονας της στρατιωτικής κατοχής, κατά τον ίδιο τρόπο που το ΝΑΤΟ αναθέτει στις ΜΚΟ το έργο της κοινωνικής ανασυγκρότησης στις χώρες τις οποίες έχει πρώτα βομβαρδίσει.
Κι αυτό μας φέρνει στο ζήτημα της προβληματικής αντίληψης περί του πολέμου που φαίνεται να διατρέχει ολόκληρο το γράμμα της ιρανής συντρόφισσας. Για εκείνη ο πόλεμος είναι κάτι που θα συμβεί αργά ή γρήγορα ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ αντίπαλων εθνικισμών. Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια εντελώς αφηρημένη αντίληψη απλώς αθωώνει την σιωνιστική άρχουσα τάξη για τον απρόκλητο, απροειδοποίητο και πολύνεκρο πόλεμο που εξαπέλυσε ενάντια στον λαό του Ιράν. Φαίνεται παράξενος ο ισχυρισμός ότι η “θεοκρατία” ή “οι μουλάδες” φέρουν ανάλογο μερίδιο ευθύνης με τους σιωνιστές για το ξέσπασμα του πολέμου, τη στιγμή που το Ιράν επέδειξε επανειλημμένα αυτοσυγκράτηση κι έκανε ότι ήταν δυνατό για να αποφύγει μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ, ακόμα κι όταν οι ισραηλινοί κατέφυγαν σε μεθόδους κρατικής τρομοκρατίας, βομβαρδίζοντας την πρεσβεία στη Δαμασκό, ή δολοφονώντας με ρουκέτα τον Χανίγιε όσο βρισκόταν στην Τεχεράνη. Εδώ οι φιλελεύθεροι απολογητές της σιωνιστικής κατοχής της Παλαιστίνης θα αντιτείνουν ότι το Ιράν έχει περικυκλώσει εδώ και χρόνια το Ισραήλ με αντάρτικους στρατούς κι ένοπλες οργανώσεις που είναι υποχείρια του και διακηρύσσουν ανοιχτά τις φιλοπόλεμες διαθέσεις τους κόντρα στην ισραηλινή αποικιοκρατία.
Η θέση αυτή ωστόσο βασίζεται σε ερμηνευτικά σφάλματα που δεν έχουν σχέση με μια αναρχική κατανόηση του κοινωνικού γίγνεσθαι ως μιας διαδικασίας που είναι συνυφασμένη πρωτίστως με τη συλλογική δραστηριότητα των προλεταριακών μαζών από-τα-κάτω. Φανερώνει δηλαδή την θεμελιώδη αδυναμία μας (ή απροθυμία) να μελετήσουμε τις ιστορικές, κοινωνικές διεργασίες από τις οποίες προήλθαν αυτά τα μαζικά πολιτικά κινήματα με την τεράστια απήχηση στους πληβειακούς πληθυσμούς των αυτοχθόνων, όπως είναι η Χεζμπολά στον Λίβανο, ή οι Χούθι στην Υεμένη, τις ταξικές ανάγκες κι επιθυμίες που εκφράζουν.i Ανάγουμε τα πάντα σε ένα κέντρο εξουσίας, τους “μουλάδες”, που κινούν τα νήματα της περιοχής κι έχουν την ανεξήγητη δύναμη να στρέφουν τις άμυαλες μάζες των “φανατισμένων μουσουλμάνων” προς όποια κατεύθυνση εκείνοι θελήσουν. Ο διαρκής πόλεμος στην Μέση Ανατολή άλλωστε δεν είναι απλά το αποτέλεσμα της “κόντρας των εθνικισμών”. Είναι η υπαρξιακή συνθήκη που επιβλήθηκε στους λαούς της περιοχής από τον ιμπεριαλισμό και το σύστημα απαρτχάιντ που δημιούργησε στα κατεχόμενα της Παλαιστίνης η σιωνιστική αποικιοκρατία. Ακόμη κι αν οι ειρηνιστές απ’ όλα τα κράτη της περιοχής μαζευόντουσαν σε ένα μεγάλο συνέδριο για να διακηρύξουν την προσήλωση τους στα ιδανικά της ειρήνης και της παγκόσμιας αδελφοσύνης, στην Γάζα και τη Δυτική Όχθη θα υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που υποφέρουν κάτω απ’ την απάνθρωπη μεταχείριση του στρατού κατοχής, που κάθε μέρα υφίστανται βασανισμούς, εξευτελισμούς και δολοφονούνται ατιμώρητα από τους καταπιεστές τους. Αν το είδος του διεθνισμού που πρεσβεύουμε ως αναρχικοί μας υπαγορεύει την εγκατάλειψη των αδύναμων στην μοίρα τους τη στιγμή που αμπελοφιλοσοφούμε για την παγκόσμια αδελφοσύνη του προλεταριάτου σε καφετέριες, μπαράκια και ρέιβ πάρτυ, τότε δηλώνω ευθαρσώς ότι δεν είμαι διεθνιστής.
Επιπλέον, έχουμε την συνθηματολογικού τύπου θέση ότι ο πόλεμος είναι κάτι που δεν μας αφορά ως αναρχικούς, επειδή δεν είναι ποτέ προς το συμφέρον των καταπιεσμένων προλετάριων. Πέρα από την προφανή ανιστορικότητα αυτού του ισχυρισμού, αρκεί εδώ να παρατηρήσουμε ότι οι “καταπιεσμένοι” δεν υπάρχουν έτσι γενικά και αόριστα, έξω από τις αντικειμενικές συνθήκες των κοινωνιών στις οποίες βρίσκονται. Αυτή τη στιγμή το Ιράν δέχεται επίθεση και οι μάζες των φτωχών που βρίσκονται μέσα σ’ αυτό, σφαγιάζονται μαζικά από τις βόμβες του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Μακροπρόθεσμα, τα ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου στο Ιράν μπορεί να εξυπηρετούνται καλύτερα από την πτώση του ισλαμικού συστήματος εξουσίας, κάτι που βέβαια είναι προς συζήτηση στον βαθμό που μια τέτοια εκτίμηση εξαρτάται άμεσα από τον τύπο του καθεστώτος που πρόκειται να αντικαταστήσει τους ισλαμιστές. Ωστόσο, στην παρούσα φάση η “θεοκρατία”, όσο κι αν προσβάλλει την αισθητική του μέσου βολεμένου Ευρωπαίου διανοούμενου, ο οποίος περνάει την μέρα του ξεγνοιαστος στον καναπέ του επιδιδόμενος σε βαρυσήμαντες αναλύσεις για τα έργα του Καστοριάδη και της Σχολής της Φρανκφούρτης γύρω απο το θέμα του “αντισημιτισμού”, είναι το μόνο πράγμα που προστατεύει τους ανθρώπους από τις αμερικάνικες βόμβες που ρίχνουν οι Σιωνιστές στα κεφάλια τους. Είναι επίσης το κύριο εμπόδιο για να μην μετατραπεί το Ιράν σε failed state, όπως συνέβηκε με τη Συρία, ή την Λιβύη, όπου στις μέρες μας, η κάθε πολιτοφυλακή διοικεί το δικό της φέουδο και τα μεσαιωνικά σκλαβοπάζαρα της Μπαρμπαριάς έχουν κάνει την επανεμφάνιση τους μετά την καταστροφή της Τζαμαχιρίγια από το ΝΑΤΟ. Από αυτή την άποψη, η λευτεριά των καταπιεσμένων στο Ιράν περνάει πρώτα μέσα απ’ την εξουδετέρωση της απειλής για την ζωή τους και την απόκρουση της απρόκλητης επίθεσης που δέχονται αυτή τη στιγμή. Δεν είναι μια αφηρημένη λέξη η λευτεριά των καταπιεσμένων. Είναι μια ανάγκη που προϋποθέτει συγκεκριμένες κάθε φορά δράσεις και καθήκοντα.
Τέλος, ας αναφερθούμε για λίγο στο ζήτημα των θεσμοποιημένων διακρίσεων σε βάρος των γυναικών, που εργαλιοποιείται από την συλλογική Δύση και χρησιμοποιείται κάθε φορά σαν όπλο ενάντια στους αυτόχθονες πληθυσμούς που αντιστέκονται στην κυριαρχία της. Αλήθεια, έχει άραγε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό των προνομιακών εκφραστών του λευκού φεμινισμού στη Δύση, ότι αυτή η αυθαίρετη αναγωγή της “απελευθέρωσης” των μαύρων ή καφέ γυναικών, ξανά χωρίς καμία ταξική-κοινωνική αναφορά, σε αντικείμενο και πρόφαση για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης, μετατρέπει τις αυτόχθονες γυναίκες σε πέμπτη φάλαγγα και προνομιακό αποδέκτη της κρατικής καταστολης; Ότι καθιστά αδύνατη την πολιτικοποίηση του έμφυλου ζητήματος στις κοινωνίες των αυτοχθόνων και υπονομεύει τον αγώνα των γυναικών για χειραφέτηση με τους δικούς τους όρους, μέσα στις κοινωνίες όπου ζουν, εργάζονται, όπου ονειρεύονται κι επιβιώνουν; Γνωρίζουν άραγε οι επηρμένες λευκές φεμινίστριες ότι το 65% των αποφοίτων από τα ιρανικά παν/μια είναι γένους θηλυκού;ii Και τελικά που ήταν όλοι αυτοί οι gender warriors τόσον καιρό που οι γυναίκες της Γάζας σφάζονται; Που βλέπουν τα παιδιά τους να διαμελίζονται, να υποφέρουν από την πείνα, από τη δίψα και τις αρρώστιες;
Αντί επιλόγου
Οι κατακτητές δεν είναι ποτέ έντιμοι, ούτε ειλικρινείς προς τις προθέσεις τους. Όταν ο βασιλιάς των Κελτών της Γαλατίας Βρένος, άλωσε την Ρώμη το 390 π.Χ. ζήτησε από τους νικημένους να του παραδώσουν μια σημαντική ποσότητα από τα αποθέματα τους σε χρυσάφι για να δεχτεί να αποχωρήσει. Οι Ρωμαίοι έφεραν τον χρυσό που είχε απαιτήσει ο Βρένος, αλλά οι Γαλάτες χρησιμοποιούσαν διαφορετικό μετρικό σύστημα από εκείνο με το οποίο είχαν κάνει το ζύγισμα οι Λατίνοι. Το χρυσάφι συνέχεια έβγαινε στις μετρήσεις λιγότερο από το συμφωνημένο και οι Ρωμαίοι άρχισαν να διαμαρτύρονται στον βασιλιά και να δυσανασχετούν. Τότε ο Βρένος έβγαλε το σπαθί του, το ακούμπησε στη ζυγαριά και αναφώνησε απειλιτικά προς τους Ρωμαίους, “Vae victis”, δηλαδή, “αλίμονο στους ηττημένους”. Αυτό ήταν ένα οδυνηρό μάθημα ρεαλισμού από τον βάρβαρο βασιλιά, ο οποίος υπενθύμιζε στους Ρωμαίους ότι είχαν νικηθεί στην μάχη και γι’ αυτό θα έπρεπε να αποδεχτούν οτιδήποτε θεωρούσε ο επικυρίαρχος τους ότι ήταν έντιμο και δίκαιο.iii Μια παρόμοια μοίρα περιμένει τις πληβειακές μάζες στο Ιράν, αν εναποθέσουν τις ελπίδες τους στους Σιωνιστές επιδρομείς και τους συμμάχους τους. Αυτό που θα επακολουθήσει ύστερα από την νίκη του Ισραήλ δεν θα είναι μια δίκαιη τάξη πραγμάτων, αλλά η υποβάθμιση των Ιρανών σε έναν λαό θυμάτων. Μια υποτελής, κατακρεουργημένη οντότητα, παντελώς εξαρτημένη από τη θέληση των δυτικών αφεντικών τους για οτιδήποτε μπορεί να ασκήσει αποφασιστική επιρροή στο συλλογικό τους πεπρωμένο.
Πίνακας: Jean Leon Gerome, Ο Ναπολέων στην Αίγυπτο (1863).
i Ενδεικτικά βλ, A. Baron, What we get wrong about Yemen & A Socioeconomic history of Hezbollah: The Social Service Apparatus.
ii N. Husseini, Women’s Higher Education: The Transformation of Iranian Society.
iii Β. Ραφαηλίδης, (Μυθ)ιστορία των Βάρβαρων Προγόνων των Σημερινών Ευρωπαίων (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), σελ. 70.








