Ας μιλήσουμε για τον ελέφαντα στο δωμάτιο.
Ας μιλήσουμε για τον ελέφαντα στο δωμάτιο.
Ας τολμήσουμε ένα κατηγορώ στην πατριαρχική και βαθύτατα αντιδραστική δομή της ελληνικής κοινωνίας, που θέλει τα παιδιά κλώνους — γονιών, τις οικογένειες μηχανισμούς παραγωγής ενοχών, ψυχοδιαβιβαστικούς μηχανισμούς μεταφοράς χρέους. Μια κοινωνία γερόντων, που με τις πολιτικές αλλά κυρίως με τις αισθητικές και ηθικές της προτεραιότητες έχει καταδικάσει το μέλλον σε μια διαρκή απουσία νοήματος· σε ένα ανυποχώρητο, διαρκές άγχος.
Ας μιλήσουμε για τις πανελλήνιες εξετάσεις, το απόλυτο τοτέμ της ελληνικής κοινωνίας, πάνω στο οποίο έχουν στηθεί όλες οι μυθολογίες μιας πανταχού παρούσας μικραστικότητας: για την αναπαραγωγή του τίποτα πάνω στο τίποτα, του απόλυτου τίποτα της κοινωνικής μηχανικής. Έναν μηχανισμό ανόητης αριστείας, που ξεχωρίζει —υποτίθεται— τους ικανότερους, ενώ στην πραγματικότητα εντείνει ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες, αναπαράγοντας πλήρως τον φρικώδη ανταγωνισμό της αγοράς.
Ας μιλήσουμε για τη βάση του δέκα, για την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, για όλα εκείνα τα τεχνητά εμπόδια που η εξουσία βάζει στους νέους για να τους στερεί διαρκώς τα όνειρά τους, για να τους καταδικάζει στην απόλυτη εξάρτηση από τις οικογένειες και τους μηχανισμούς της ετερόνομης εργασίας, της ετερόνομης υποταγής. Για όλους εκείνους τους μηχανισμούς που δεν βλέπουν απλώς την εκπαίδευση ως ευτελές εμπόρευμα, αλλά ως μία ακόμη ψηφίδα στη διαρκή επέκταση του κεφαλαίου.
Ας μιλήσουμε για το στίγμα της αποτυχίας, για τους πελώριους μηχανισμούς ψυχικής πίεσης που ασκούνται πάνω στα σώματα χιλιάδων παιδιών κάθε χρόνο και τα φορτώνουν με ενοχές και με το στίγμα της αποτυχίας· για την αναπαραγωγή μιας ταυτότητας που τους υπαγορεύει μόνο το αναίσθητο κοινωνικό Υπερεγώ. Ενός σταυρού που δεν είναι δικός τους, αλλά είναι υποχρεωμένα να τον κουβαλήσουν ως την κορυφή του Γολγοθά.
Ας μιλήσουμε για τον εγκλωβισμό. Για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους που λιμνάζουν καταθλιπτικά σε σχολές όλης της χώρας, παγιδευμένοι σε μια σπουδή που από τη μία δεν αντέχουν και από την άλλη νιώθουν το χρέος της ενοχής απέναντι στις οικογένειές τους, την υποχρέωση να ολοκληρώσουν, να «πάρουν το χαρτί». Ας μιλήσουμε για αυτούς τους δεκάδες χιλιάδες που το κράτος απαγορεύει να μετακινηθούν, να πάνε κάπου αλλού, αν δεν περάσουν ξανά από την τεράστια ψυχική βάσανο των πανελλαδικών — αυτό το τραύμα που μισούν. Ας σκεφτούμε αυτούς τους εγκλωβισμένους ανθρώπους, που στα περισσότερα μέρη της γης μπορούν να αλλάξουν κατεύθυνση με μια απλή αίτηση και που εδώ τους το αρνούμαστε πεισματικά, υποταγμένοι στην ιδεολογική εμμονή των «γερόντων», και ας πάψουμε να μιλάμε —έστω και για αστείο— για «αιώνιους φοιτητές».
Ας μιλήσουμε επιτέλους για την αριστεία: αυτή τη βαθύτατα αντιδραστική, αριστοκρατική και αντιδημοκρατική έννοια, που επιβάλλει παντού ταξικούς διαχωρισμούς, εντείνοντας και νομιμοποιώντας τις κοινωνικές ανισότητες, λειτουργώντας ως φερετζές των προνομίων μιας κοινωνικής και οικονομικής ελίτ.
Για αυτά τα δύο κορίτσια που δεν άντεξαν και έφυγαν αγκαλιά, με την ίδια μουσική στ’ αυτιά, ας οργιστούμε απέναντι στον κόσμο των αρίστων, στον κόσμο των πανελλαδικών, στον κόσμο των διαχωρισμών, στον κόσμο της αισθητικής και πολιτικής δημογεροντίας. Ας απαιτήσουμε, επιτέλους, την κατάργηση των πανελλαδικών, την ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση στη γνώση, την ελεύθερη και διαρκή κινητικότητα, πριν δούμε κι άλλα θύματα.
Και ας δώσουμε μια ζεστή αγκαλιά κι ένα φιλί σε όλα τα παιδιά που «δεν τα κατάφεραν». Γιατί σε αυτά ανήκει ο κόσμος.








