Ντιέγκο Μαραντόνα: Ο πιο ανθρώπινος από τους θεούς, του Δήμου Βοσινάκη

“Η ζωή του Maradona είναι τόσο πλούσια, τόσο γεμάτη από διαφορετικές αποχρώσεις, ώστε δεν θα άλλαζα τίποτα, ακόμη κι αν γύριζα μια ταινία μυθοπλασίας γι’ αυτόν.”
Emir Kusturica

Στα 37 μου χρόνια μου, πρέπει να προσπαθήσω πολύ για να θυμηθώ ξανά τέτοια καθολική υπόκλιση σε κάποιον άνθρωπο που έφυγε από τη ζωή. Πολιτικοί, αθλητές, μουσικοί, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, γνωστοί και άγνωστοι, οι πάντες είχαν να πουν κάτι για αυτόν. Ο θρύλος του αργεντίνικου ποδοσφαίρου Ντιέγκο Μαραντόνα το πέτυχε και μάλιστα χωρίς να προσπαθήσει καθόλου. Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1960 και μεγάλωσε σε ένα πάμφτωχο (κάτι σαν) σπίτι στο Βίγια Φιορίτο, μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα από το γήπεδο της αγαπημένης του Μπόκα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Όταν υπήρχε φαγητό έτρωγε, αυτός και τα (τότε) 3 αδέρφια του, όταν δεν υπήρχε απλά συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο από το πρωί μέχρι το βράδυ με κάτι σαν μπάλες. Από μικρός είχε δύο όνειρα: Να παίξει σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο και να το κατακτήσει. Τα πέτυχε και τα δύο το 1986 με εμφατικό τρόπο στα γήπεδα του Μεξικό, όταν η Αργεντινή βρέθηκε στην κορυφή του κόσμου εξαιτίας του, με τον ίδιο να παίρνει μία ομάδα με υπερμέτριους παίκτες και να κάνει όργια μέχρι να σηκώσει την κούπα.

Πιθανότατα, ούτε ο ίδιος δεν κατάλαβε ποτέ πως βρέθηκε από τις αλάνες του ΒΑ στα μεγαλύτερα γήπεδα του κόσμου. Από την Estrella Roja, σε ηλικία 8 ετών και τους Los Cebollitas, την παιδική ομάδα των Argentinos Juniors, στην Μπόκα Τζούνιορς, τη Μπαρτσελόνα και τη Νάπολι, την ομάδα από τον φτωχό ιταλικό νότο που ήταν στη σκιά του πλούσιου βορρά και τελικά συνδέθηκε μαζί του όσο καμία άλλη. Ο Μαραντόνα είχε σταθερά μία ερωτική σχέση με την μπάλα και για αυτό η στρογγυλή θεά υποκλινόταν στο πέρασμά του. Ο κόσμος που είχε την τύχη να τον απολαμβάνει live τον αποθέωνε στις λαμπρές αλλά και στις κακές στιγμές της καριέρας του. Και πάλι όμως το βασικό ερώτημα παραμένει; Πώς όμως ένας τύπος που απλά ξέρει τόνους μπάλας γίνεται προσκεκλημένος του Πάπα, τραγούδι από τον Manu Chao, ντοκιμαντέρ από τον Kusturica, τατουάζ σε σώματα celebritοειδών και γκράφιτι σε κάθε γωνιά του πλανήτη; Και πώς το καταφέρνει χωρίς να έχει προλάβει την εποχή των social media για να αλληλεπιδράει με το κοινό του;

Την απάντηση την είχε δώσει ο ίδιος: “Μπορεί να είμαι άσπρος, μπορώ να είμαι μαύρος, δεν μπορώ να είμαι γκρι”. Και αυτό φαινόταν πεντακάθαρα όχι στις μεγάλες νίκες, όταν οι πάντες έψαχναν να χωρέσουν στο κάδρο και να βγουν μία φωτογραφία μαζί του, αλλά στις μεγάλες απογοητεύσεις. Στις καταστροφικές επιλογές του. Στην πολυετή εξάρτηση από την κόκα, το αλκοόλ και το σεξ. Στα άπειρα λεφτά που ξόδεψε σε μαλακίες μέχρι να τα χάσει όλα, να ξανακερδίσει αρκετά για να τα ξαναχάσει ακόμη πιο γρήγορα, ακόμη πιο εύκολα, ακόμη πιο τραγικά. Στα έκτακτα ιατρεία των νοσοκομείων, τα δικαστήρια και τις κλινικές απεξάρτησης. Ο Μαραντόνα μπορεί να ήταν απαίσιος σύζυγος, ακατάλληλος πατέρας, εγωμανής σαν φίλος και τρομερά ανόητος στη διαχείριση των οικονομικών του. Ήταν όμως αυθεντικός. Και σαν ποδοσφαιριστής, και σαν άνθρωπος, Και αυτό έχει λείψει σε πολλές και πολλούς από ότι φαίνεται. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι τέλειος. Γιατί είμαστε άνθρωποι, η καθεμιά και ο καθένας με τα προσωπικά πάθη, τις εξαρτήσεις, τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά μας. Γιατί στον πραγματικό κόσμο, δεν υπάρχει τελειότητα φίλε αναγνώστη. Αυτή ευδοκιμεί και μάλιστα σε μαζικές ποσότητες μόνο στο ίντερνετ.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για τον αντισυμβατικό χαρακτήρα του. Να πω την ιστορία από το 1984 για την πρωτοβουλία του να παίξει ένα φιλανθρωπικό παιχνίδι με την ομάδα της Νάπολι σε ένα από τα φτωχότερα προάστια της πόλης, μόνο και μόνο για να συγκεντρωθούν χρήματα για την επέμβαση ενός παιδιού ενώ η διοίκηση της ομάδας ήταν τελείως αρνητική. Τελικά το ματς έγινε, ο Μαραντόνα μπήκε σε ένα τερέν γεμάτο λάσπη και τα έδωσε όλα σα να έπαιζε το ματς της ζωής του. Να πω για την ιδιαίτερη αγάπη που είχε για τον Τσε και την Κούβα, η οποία τον αγκάλιασε, τον περιέθαλψε και του έδωσε μια δεύτερη και τρίτη ευκαιρία, όταν τον είχε ξεχάσει η ίδια η Αργεντινή. Και την ίδια ώρα, να θυμίσω τις μανούρες που έκανε σουρωμένος και για τους πυροβολισμούς με αεροβόλο σε 6 δημοσιογράφους το 1994. Για κάθε μαγική κίνηση του με την μπάλα στα πόδια, μπορείς να βρεις και κάτι αρνητικό στην προσωπική του ζωή. Μαφίες, νταλαβέρια, στοίχημα. Ένα ατελείωτο πάθος και μια αδάμαστη θέληση για ζωή από τη μία μεριά, ένα κατεστραμμένο γόνατο και μία αδύναμη καρδιά από την άλλη. Στο ίδιο πακέτο και στο ίδιο σώμα.

Διαβάζοντας την αυτοβιογραφία του με τίτλο “Το χέρι του Θεού” μας λέει ο ίδιος: «Σας µιλάει ο Ντιέγκο Αρµάντο Μαραντόνα, ο άνθρωπος που έβαλε δύο γκολ στην Αγγλία, κι ένας από τους λίγους Αργεντινούς που ξέρουν πόσο βαρύ είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ξέρεις τι ποδοσφαιριστής θα ήμουν άμα δεν είχα πάρει ναρκωτικά; Θα ήμουν για πολλά πολλά χρόνια ο Ντιέγκο Μαραντόνα του Μεξικού. Ήταν η στιγμή της μεγαλύτερης ευτυχίας που ένιωσα ποτέ μέσα στο γήπεδο. Ο γέρος μου ποτέ δε μου έκανε κοπλιμέντα, και σπάνια μου έλεγε “Τι ωραία που χτύπησες την μπάλα” ή “Τι ωραία πάσα έδωσες”. Αλλά μετά τον αγώνα με την Αγγλία, όταν συναντηθήκαμε, με αγκάλιασε και μου είπε: “Γιε μου, σήμερα μάλιστα, έβαλες γκολάρα!». Το Μουντιάλ του Μεξικό, το 1986, ήταν όντως μία ξεχωριστή σελίδα στην ιστορία του αθλητισμού γιατί ένας άνθρωπος μέσα σε 90 λεπτά έδειξε και τις δύο πλευρές του: Το πρώτο γκολ στο ματς με την Αγγλία είναι μια απάτη γιατί χρησιμοποιεί εμφανώς το χέρι του, το δεύτερο γκολ είναι μία ζωγραφιά που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα.

Λίγοι άνθρωποι μπορούν να εκπέμψουν αυθεντική λαϊκότητα χωρίς να γίνουν ρεζίλι και χωρίς να υποκριθούν. Ο Μαραντόνα θα μπορούσε να πιει μια μπύρα με τον καθένα, από τους κατοίκους της φτωχογειτονιάς που μεγάλωσε μέχρι τους ζάπλουτους αριστοκράτες που τον ήθελαν στην ομάδα τους και να μιλήσει για μπάλα, για πολιτική και για μουσική χωρίς να νιώσει άβολα ούτε για μια στιγμή. Χωρίς να κρύψει τις πολιτικές του πεποιθήσεις και τις αιρετικές του απόψεις. Και τώρα που αποσύρθηκε από αυτό τον κόσμο, φάνηκε ότι τέτοια μοντέλα είναι ιδιαίτερα γιατί σπανίζουν. Όπως έγραψε ο Oυρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο «Ο Ντιέγο Μαραντόνα δεν λατρεύτηκε μόνο για τα μοναδικά ζογκλερικά του, αλλά επειδή ήταν ένας θεός βρώμικος, αμαρτωλός. Ο πιο ανθρώπινος από τους θεούς».

Hasta Siempre Diego!


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ