Η απαίτηση να εγκαταλειφθούν οι ψευδαισθήσεις σχετικά με την κατάσταση μας, είναι η απάιτηση να εγκαταλειφθούν οι καταστάσεις που χρειάζονται ψευδαισθήσεις”.

Καρλ Μαρξ

Τα τελευταία χρόνια ο κλάδος της θετικής ψυχολογίας είναι αναμφισβήτητα ο πιο ανερχόμενος κλάδος στον τομέα της ψυχανάλυσης. Οι ακριβοπληρωμένοι γκουρού της υποστηρίζουν ότι έχουν επιφέρει μια επιστημολογική και μεθοδολογική επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και αντιλαμβάνεται τον εαυτό της η ψυχαναλυτική επιστήμη. Ισχυρίζονται ότι ενώ η παραδοσιακή ψυχανάλυση εστιάζει το ερευνητικό της ενδιαφέρον στα ελλείμματα και τις ανακολουθίες της χαρακτηροδομής, εκείνοι ρίχνουν άπλετο φως στις “θετικές” ιδιότητες του χαρακτήρα, στα προτερήματα και τα δυνατά σημεία που ενδυναμώνουν το υποκείμενο και το κάνουν ικανό να υπερβεί τις καταθλιπτικές ανεπάρκειες του. Αυτοί οι μαθητευόμενοι μάγοι της αγοράς γρήγορα πούλησαν την πραμάτεια τους στις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες κατάρτισαν προγράμματα συναισθηματικής ευεξίας για το προσωπικό τους. Όχι βέβαια επειδή ενδιαφέρονται για την ψυχική υγεία των εργαζομένων τους, αλλά κυρίως γιατί το άγιο δισκοπότηρο της θετικής ψυχολογίας τους δίνει τη δυνατότητα να αυξάνουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων τους, χειροτερεύοντας παράλληλα σημαντικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται.

Αλλά και οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις δεν άργησαν να ενδιαφερθούν για τα “ευρήματα” αυτής της νέας σχολής ψυχολογίας. Η ευθεία αμφισβήτηση από τους θετικούς ψυχολόγους της οργανικής εξάρτησης ανάμεσα σε μακροοικονομικές μεταβλητές όπως η φτώχεια και η κατανομή του εισοδήματος και τους δείκτες στο μοριακό επίπεδο, όπως ο βαθμός “ικανοποίησης” που αντλεί κάποιος/ α από τη ζωή του, έδειξε να παρέχει στις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις ένα πολύτιμο εργαλείο. Όχι μονάχα για την ιδεολογική νομιμοποίηση της κανιβαλικής κοινωνικής πολιτικής τους, αλλά κι έναν χρήσιμο οδηγό για τη διαμόρφωση του σχεδιασμού της από δω και πέρα. Πράγματι, η θετική ψυχολογία βασίζει τη ραγδαία εμπορική ανάπτυξη της στον μεγαλεπίβολο ισχυρισμό ότι κατέχει μια “σκληρή” επιστημονική αλήθεια, ότι έχει τη σχεδόν μυστικιστική δύναμη να κάνει τους προσήλυτους της ευτυχισμένους σε εννέα (άντε δέκα) απλά βήματα, ή μέσα από μια σειρά από επαναλαμβανόμενες πνευματικές ασκήσεις, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια διαρκής άσκηση στην σωματική εσωτερίκευση του ψυχαναγκασμού ως ενδεδειγμένης κοινωνικής συμπεριφοράς.

Ωστόσο, η κριτική μας δεν στρέφεται τόσο στο γεγονός ότι οι θετικοί ψυχολόγοι πουλούν ένα είδος “μη-πραγματικής” ευτυχίας, εφόσον η πραγματική ευτυχία που έχει οικουμενικό περιεχόμενο και ισχύει καθολικά για όλους είναι αποκύημα της φαντασίας. Οι οπαδοί της σχολής αυτής μπορεί πράγματι να αναβαπτίζονται ακολουθώντας τις υποδείξεις των καθοδηγητών τους, να αυξάνουν την αίσθηση της σωματικής ευεξίας που αισθάνονται κάθε στιγμή. Το ζήτημα είναι με ποιό τιμημα γίνεται δυνατή αυτή η μεταμόρφωση. Τόσο στο επίπεδο της παραγωγής της υποκειμενικότητας, όπου η θετική ψυχολογία έχει την τάση να παράγει χαρακτηροδομές που είναι ψυχικά και συναισθηματικά ακρωτηριασμένες, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων που βασίζονται στην αναπαραγωγή της ανισοκατανομής της δύναμης , όπου η θετική ψυχολογία παράγει ευτυχισμένους ανθρώπους με τίμημα τη διατήρηση ή ακόμα και επίταση της δυστυχίας των υπολοίπων.

“Να είσαι ευτυχισμένος με όσα έχεις”, διδάσκει ανενδοίαστα η θετική ψυχολογία. Για τους θετικούς ψυχολόγους η ευτυχία είναι μια απόφαση, μια πράξη καθαρής θέλησης. Αρκεί να εξαλείψουμε απο τις νοητικές μας διεργασίες “κακά” συναισθήματα όπως είναι η δυσαρέσκεια, ο θυμός, η αγανάκτηση, για να ανοίξουμε διάπλατο τον προσωπικό μας δρόμο προς την ευτυχία. Από αυτή την άποψη, η ευτυχία δεν επέρχεται σαν αποτέλεσμα των ατομικών μας προσπαθειών, σαν μια ικανοποιητική κατάσταση που πετυχαίνει τη βιωματική ισορροπία ανάμεσα στον αναγκαίο μόχθο και τις επιθυμίες μας, ως προς το ατομικό επίπεδο, και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας, στο κοινωνικό. Ή πολύ περισσότερο, σαν μια κατάσταση ύπαρξης που αναγνωρίζει έμπρακτα την αναγκαία οργανική συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική μας ευημερία, την προσωπική ευδιαμονία και την ευρύτερη κοινωνική συνθήκη. Αντ’ αυτού, οι θετικοί ψυχολόγοι μας διαβεβαιώνουν ότι η ευτυχία είναι μια συνθήκη συνεχούς πνευματικής εγρήγορσης που φιλτράρει τα συναισθήματα και παύει να τα χρησιμοποιεί στην ολότητα τους σαν ερεθίσματα προκειμένου να διαμορφωθεί ο ιδιαίτερος ψυχικός κόσμος του εκάστοτε υποκειμένου. Γίνεται απ’ τα παραπάνω αντιληπτό ότι δεν μιλάμε εδώ για τίποτα λιγότερο από μια κατάσταση μόνιμης πνευματικής και συναισθηματικής αναπηρίας, εφόσον συνεπάγεται την πρόσβαση του υποκειμένου μόνο σε ένα κομμάτι της ευρείας γκάμας των συναισθηματικών του αποκρίσεων. Με τον ίδιο τρόπο που ο καταθλιπτικός είναι ανίκανος να νιώσει χαρά ανεξάρτητα από τα πράγματα που του συμβαίνουν, έτσι και ο ψυχαναγκαστικά “ευτυχισμένος” είναι ανίκανος να νιώσει οτιδήποτε άλλο πέρα από μια ικανοποίηση όποια κι να είναι η συγκυρία της οποίας είναι μέρος ή εκτυλίσσεται ενώπιον του.

Κόντρα στις απλοϊκές φόρμουλες των θετικών ψυχολόγων, τα συναισθήματα δεν μπορούν να ταξινομηθούν σε “καλά” και “κακά”. Ένας πιο ορθός και αξιακά ουδέτερος τρόπος θα ήταν να τα προσεγγίσει κανείς σαν παραγωγικά και μη-παραγωγικά. Κατά την άποψη μου, πρόκειται για τις ψυχικές αποκρίσεις μας στις διάφορες καταστάσεις με τις οποίες μας φέρνουν αντιμέτωπους τα εγκόσμια. Ως τέτοιες, ο ρόλος τους είναι να μας παρακινούν στην έλλογη δράση ή αντίδραση, να μας υποδεικνύουν κάθε φορά την κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να εργαστεί ο νους. Έτσι, ο θυμός, η δυσαρέσκεια , ή η αντιπάθεια μπορεί να είναι εξόχως παραγωγικές, όταν σηματοδοτούν τις συναισθηματικές αποκρίσεις μας σε καταστάσεις που βιώνουμε σαν απαράδεκτες, τις οποίες επιθυμούμε διακαώς ν’ αλλάξουμε, ή από τις οποίες θέλουμε να απελευθερωθούμε. Η εμμονή με κάθε κόστος στην “αταραξία της ψυχής”, όπως έλεγε ο Επίκουρος, έχει σαν αποτέλεσμα μια ευδαιμονία που ωστόσο συγγενεύει πολύ με την παραφροσύνη, ή την διόλου αξιοζήλευτη ηρεμία του αναχωρητή “αγίου”.

Κάπως έτσι φτάνουν οι θετικοί ψυχολόγοι στο σημείο να ισχυρίζονται ότι η κατάργηση της θεσμοποιημένης ανισότητας και η καταπολέμηση της ταξικής εκμετάλλευσης πολύ μικρή σημασία έχουν για να μπορέσει κανείς να “κατακτήσει” την ευτυχία. Για αυτούς τους όψιμους οπαδούς του Σωκράτη, “πλουσιώτατος ο ελαχίστοις αρκούμενος”. Όμως, τι αλήθεια σημαίνει αυτή σωκρατική ρήση; Αν την ερμηνεύσουμε κυριολεκτικά, όπως κάνει η θετική ψυχολογία που μας ενθαρρύνει να αποδιώχνουμε και να καταστέλλουμε κάθε “αρνητικό” αντανακλαστικό, τούτο λίγο πολύ σημαίνει ότι, για παράδειγμα, ένας άστεγος δεν πρέπει να παραπονιέται που δεν έχει σπίτι. Θα πρέπει αντίθετα να εστιάζει την προσοχή του στα “θετικά” της κατάστασης του, κι όπου αυτά δεν υπάρχουν, να εφευρίσκει μερικά. Θα μπορούσε να επιχαίρει για την κουβέρτα που τυλίγει γύρω του τα παγωμένα βράδια του χειμώνα, ή για το (θλιβερό) προνόμιο που έχει να κοιμάται τους μήνες του καλοκαιριού κάτω από τ΄αστέρια. Ή ας πάρουμε για παράδειγμα έναν έγκλειστο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Σίγουρα κι αυτός θα πρέπει να είναι ικανοποιημένος που ακόμα έχει αρκετή δύναμη ώστε να εργάζεται για τους δεσμοφύλακες του, διαφορετικά όλα θα τελείωναν πολύ γρήγορα με μια σφαίρα στον σβέρκο. Κι αν μιλάμε για έναν τρόφιμο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζιστών, τότε εκείνος/η θα μπορούσε να είναι διπλά ευγνώμων για την κλασσική μουσική που έπαιζε από τα μεγάφωνα ενόσω διαρκούσε η καταναγκαστική εργασία, ή την ώρα που οι αιχμάλωτοι βαδίζαν προς τον χαμό τους.

Είναι προφανές ότι οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι αντίθετες ακόμη και με τις επιταγές της κοινής λογικής του μέσου ανθρώπου και είναι ενδεικτικές για τον κατάπτυστο ρόλο που παίζει η θετική ψυχολογία σαν φαντασιακός μηχανισμός που περιβάλλει με κύρος και ταυτόχρονα διευκολύνει την αναπαραγωγή της ετερόνομης καπιταλιστικής κοινωνίας. Σύμφωνα άλλωστε με τα εγχειρίδια της ίδια της θετικής ψυχολογίας, ο διακηρυγμένος στόχος της νέας αυτής θρησκείας της αγοραιοποιημένης κοινωνίας είναι να καταστήσει τους ανθρώπους περισσότερο ανθεκτικούς ψυχικά και λιγότερο επιρρεπείς στις συναισθηματικές διακυμάνσεις. Προωθεί ένα θεωρητικό μοντέλο ορθολογικής διαχείρισης των συναισθημάτων, το οποίο βρίσκει τις εφαρμογές του τόσο στις σύγχρονες τεχνικές της διοίκησης επιχειρήσεων, αλλά ακόμα και στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ, με τις οποίες οι οπαδοί της θετικής ψυχολογίας έχουν ήδη συνάψει μια επικερδέστατη επιχειρηματική συνεργασία.i

Ως προς το μάνατζμεντ, η θετική ψυχολογία μαθαίνει στον εργαζόμενο “τεχνικές” για να καταστέλλει αποτελεσματικά τα “αρνητικά” συναισθήματα που μπορεί να απορρέουν από την απόρριψη, τις ιεραρχικές πιέσεις, το άγχος και τις διαρκείς εναλλαγές στην εργασιακή του/της θέση. Η προσέγγιση αυτή βέβαια παίρνει σαν δεδομένο ότι οι εργαζόμενοι εφεξής θα είναι μόνιμα διωκόμενοι και επισφαλείς, εκτεθειμένοι στις κακουχίες του ανελέητου ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που καθιερώνει η διεθνοποίηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Και αντί να μαθαίνει στους εργαζόμενους την ανάγκη για μια συλλογική απάντηση στην ταξική τους καταπίεση, τους διαπαιδαγωγεί γύρω από το πώς θα μπορέσουν να λογοκρίνουν τα συναισθήματα τους, να βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση άρνησης αναφορικά με τα δεινά που είναι υποχρεωμένοι να υπομένουν. Μια διαδικασία αυτοπειθάρχισης που θα τους μεταμορφώσει σε καλοκουρδισμένα οργανάκια της καπιταλιστικής μηχανής. Το ίδιο ισχύει και για το έργο που έχουν αναλάβει να φέρουν σε πέρας οι θετικοί ψυχολόγοι στον στρατό των ΗΠΑ, δηλαδή να καταπολεμήσουν τα συμπτώματα ψυχικής κατάρρευσης που εμφανίζουν οι στρατιώτες όταν παίρνουν διαταγή να εκτελέσουν ένα απάνθρωπο και βάναυσο καθήκον. Λες και η ψυχική αποσύνθεση δεν είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση για κάποιον που καλείται να δολοφονήσει ανθρώπους έναντι μισθού.

Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη σωκρατική φράση “πλουσιώτατος ο ελαχίστοις αρκούμενος” με τουλάχιστον δύο άλλους τρόπους που δεν συμβαδίζουν απαραίτητα με τον στόχο της αυτοακύρωσης του διεκδικητικού ταξικού υποκειμένου, που φαίνεται να υπηρετεί η θετική ψυχολογία στο σύνολο της. Πρώτον, η ρηση είναι άνευ νοήματος αν δεν υποδηλώνει μια ελεύθερη επιλογή του υποκειμένου υπέρ της λελογισμένης λιτότητας του βίου. Μια συνειδητη επιλογή υπέρ του περιορισμού της κατανάλωσης, η οποία ωστόσο προϋποθέτει την επάρκεια, αν όχι αφθονία, των μέσων για την ικανοποίηση των υλικών και ψυχικών μας αναγκών. Χωρίς αυτό το στοιχείο της επιλογής μιλάμε απλώς για μια κατάσταση που είναι επιβεβλημένη έξωθεν, την καθήλωση του υποκειμένου από τα σιδερένια δεσμά της σωματικής ανάγκης και συνακόλουθα καμιά συζήτηση δεν χωράει εδώ περί ορισμού της ευτυχίας κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες. Από την άλλη, μια εξίσου έγκυρη ερμηνεία της παραπάνω ρησης θα μπορούσε να είναι ότι πλούσιος νοείται εκείνος που διαθέτει τα χρειώδη και αρκείται σ’ αυτά. Δηλαδή εκείνος/η που δεν επιδιώκει την υπερβολή και την πολυτέλεια, αλλά σίγουρα διαθέτει τα αναγκαία προς το ζην. Διότι αν έχει κανείς αδιάλειπτη πρόσβαση στους συλλογικούς πόρους της κοινωνίας που μπορούν να διασφαλίσουν την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του ανθρώπου, όπως είναι η στέγαση, η τροφή, η ένδυση, η καλλιέργεια του πνεύματος και της διάνοιας, η κοινωνική συναναστροφή, τότε μόνο μπορεί να πει κανείς ότι συντρέχουν πράγματι όλες οι αναγκαίες συνθήκες προκειμένου να μπορέσει ένας άνθρωπος να ζήσει μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες, συγκινήσεις και δημιουργικές συναναστροφές με τους συνανθρώπους του.

 

iE. Cabanas & Eva Illouz, Ευτυχιοκρατία (Πόλις), σελ. 134-179.