Οι πρόσφυγες, διωκόμενοι από χώρα σε χώρα, αντιπροσωπεύουν την πρωτοπορία των λαών τους”.

Χάνα Άρεντi

Υπήρξε μια εποχή που ο αγώνας των Παλαιστίνιων για εθνική απελευθέρωση ήταν αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας στις μητροπόλεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Είναι πολλοί οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να ερμηνευτεί αυτή η, με μια πρώτη ανάγνωση, αναπάντεχη ταύτιση. Οι ριζοσπάστες της Νέας Αριστεράς που υιοθέτησαν σαν δικό τους τον παλαιστινιακό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα , έβλεπαν εαυτούς τους ως την εμπροσθοφυλακή μιας πέμπτης φάλλαγγας από προλετάριους που ενεργούσε μέσα στην “κοιλιά του κτήνους”. Ήταν ένα αντιπολιτευτικό κίνημα που δρούσε στα μετόπισθεν ενός διεθνοποιημένου συστήματος εκμετάλλευσης και καταπίεσης των αδυνάτων, που είχε τον ιμπεριαλισμό στο επίκεντρο των μηχανισμών αναπαραγωγής του. Από αυτή την άποψη, οι γερμανοί ακτιβιστές της RAF και οι παλαιστίνιοι αντάρτες της ΟΑΠ πολεμούσαν ουσιαστικά ενάντια στον ίδιο εχθρό και είχαν κάθε λόγο να συμμαχήσουν πολιτικά κι επιχειρησιακά εάν ήθελαν στο τέλος να βγουν νικητες από αυτή την άνιση μάχη τους ενάντια στον καπιταλιστικό λεβιάθαν. Η ανατροπή της παγκόσμιας ηγεμονίας του καπιταλιστικού μπλοκ περνούσε μέσα από τη διαφοροποίηση του συσχετισμού δύναμης στην Μέση Ανατολή που ευνοούσε σταθερά το Ισραήλ. Αυτός ήταν και ο βασικός παράγοντας που έδινε δυσανάλογη στρατηγική σημασία στην απελπισμένη πάλη μιας χούφτας ρακένδυτων αράβων να εκδιώξουν τους πάνοπλους σιωνιστές κατακτητές από τα εδάφη τους και να ανακτήσουν τα καταπατημένα, φτωχικά χωριά τους.

Μολαταύτα, πέρα από συμμαχίες στη βάση του πολιτικού συμφέροντος, υπήρχε και μια υποδόρια φαντασιακή ταύτιση με το παλαιστινιακό κίνημα και τις ιδέες που εκείνο εκπροσωπούσε. Με τον ίδιο τρόπο που η ελληνική επανάσταση του 1821 υιοθετήθηκε από ένα σημαντικό κομμάτι αστικής τάξης της δυτικής Ευρώπης εφόσον ενσάρκωνε το αρχετυπικό θεωρητικό σχήμα του μαχόμενου τότε πολιτικού φιλελευθερισμού αναφορικά με το τι συνιστά “προόδο” στην ιστορική εξέλιξη, έτσι και οι Παλαιστίνιοι βρήκαν τη θέση που τους αναλογούσε ως ιστορική πραγμάτωση των ιδεολογικών μας φαντασιώσεων. Οι Έλληνες του 19ου αιώνα ήταν ένας μικρός ευρωπαϊκός λαός, φορέας δήθεν της πολιτισμικής κληρονομιάς του Σωκράτη και του Αριστοτέλη, που εξεγέρθηκε για να διεκδικήσει την ελευθερία του ενάντια στη ριζική ετερότητα του οθωμανικού δεσποτισμού, του ανατολίτικου εκείνου καθεστώτος σε αντιδιαστολή με το οποίο αυτοπροσδιοριζόταν φαντασιακά η “φωτισμένη”, δημοκρατική Ευρώπη. Από την άλλη, οι Παλαιστίνιοι ήταν ένα έθνος απόκληρων που είχε το κουράγιο να κοιτάζει στα μάτια μια από τις ισχυρότερες στρατιωτικές μηχανές στον κόσμο. Οι μαχητές τους ήταν στην πλειοψηφία τους θαρραλέοι νέοι και νέες που δεν φοβούνταν τον θάνατο, φλογεροί επαναστάτες με σοσιαλιστικές πεποιθήσεις και ιδέες για την ανάγκη επιβολής μιας ριζοσπαστικής κοσμικότητας. Όχι μόνο οι Παλαιστίνιοι είχαν αποφασίσει, μετά την ταπεινωτική ήττα των τριών αραβικών στρατών το 1967, να διεκδικήσουν με τις δικές τους δυνάμεις το δικαίωμα τους να υπάρχουν σαν ξεχωριστός λαός, αλλά το είχαν κάνει κιόλας με έναν τρόπο ο οποίος σηματοδοτούσε μια ριζική ρήξη με τις πολιτισμικές παραδόσεις των Αράβων, προσχωρώντας ολόψυχα σε μια ριζοσπαστική εκδοχή της νεωτερικότητας που είχε τις ρίζες της στον δυτικό κόσμο. Η ΟΑΠ δεν ήταν μόνο ο αυτοσχέδιος πολιτικός οργανισμός που αποτέλεσε στον φορέα του εθνικού οράματος των Παλαιστίνιων, αλλά ανήκε και στην εμπροσθοφυλακή της παγκόσμιας, σοσιαλιστικής αντι-ιμπεριαλιστικής επανάστασης, όπως άλλωστε και οι κομμουνιστές Βιετκόνγκ στην Ινδοκίνα. Για να το πούμε κάπως σχηματικά, οι Παλαιστίνιοι πατούσαν με το ένα πόδι στον αραβικό κόσμο και με το άλλο στην εναλλακτική πολιτική παράδοση της προλεταριακής αυτονομίας. Ήταν την ίδια στιγμή και Άραβες και “δικοί μας”.

Οι δυσκολίες του τιτάνιου αγώνα που είχαν αναλάβει να φέρουν σε πέρας οι Παλαιστίνιοι κόντρα στον κτηνώδη αποικισμό των σιωνιστών, απορρόφησε ωστόσο εξολοκλήρου τους διανοουμένους της αντι-ιμπεριαλιστικής αριστεράς και πολλές φορές τους εμπόδισε να αντιληφτούν ότι η πάλη των Παλαιστίνιων για κοινωνική και εθνική απελευθέρωση διεξαγόταν σε δύο μέτωπα. Εκτός από τον πόλεμο με το Ισραήλ, υπήρχε και η όχι λιγότερο σημαντική, παράλληλη προσπάθεια του εξόριστου παλαιστινιακού κινήματος να χειραφετηθεί και να αποκτήσει την ανεξαρτησία του από τις χοντροκομμένες και συνεχείς παρεμβάσεις των “συμμαχικών” αραβικών καθεστώτων που προσπαθούσαν να ηγεμονεύσουν σε αυτό. “Αδελφές” χώρες όπως η Ιορδανία, η Συρία και η Αίγυπτος σπάνια είδαν στους Παλαιστίνιους έναν ξεχωριστό λαό με θεμιτές φιλοδοξίες για τη σύσταση του δικού τους κράτους. Η Ιορδανία, ακόμα και μετά τον πόλεμο του ’67, θεωρούσε ότι οι Παλαιστίνιοι ήταν κομμάτι του χασεμιτικού βασιλείου της Υπεριορδανίας το οποίο μακροπρόθεσμα επιθυμούσε να ανασυστήσει, ενώ η Συρία ήθελε να εντάξει το ένοπλο παλαιστινιακό κίνημα στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της και να το χρησιμοποιήσει σαν μοχλό άσκησης της συριακής επιρροής στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Η Ιορδανία ήταν το μέρος όπου εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένοι Παλαιστίνιοι βρήκαν καταφύγιο μετά τον καταστροφικό πόλεμο του ’67. Οι Φενταγίν της ΟΑΠ έχτισαν τις βάσεις τους στην αντίπερα όχθη του ποταμού Ιορδάνη, επίταξαν το μεθοριακό χωρίο Καράμε για να το χρησιμοποιήσουν σαν αρχηγείο και ξεκίνησαν τις εφορμήσεις, έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς ενάντια στις ισραηλινές κατοχικές δυνάμεις. Με μια φαινομενική εκδήλωση παναραβικής αβροφροσύνης, ο ιορδανός μονάρχης Χουσεϊν έσπευσε να παραχωρήσει υπηκοότητα και πλήρη δικαιώματα στους προσφυγικούς πληθυσμούς της δυτικής Όχθης. Ωστόσο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδόθηκε σε ένα επικίνδυνο διπλό πολιτικό παιχνίδι. Από την μία μεριά, θέλησε να αφομοιώσει τα προσφυγικά κύματα που είχαν παραχθεί εξαιτίας της προέλασης του ισραηλινού επεκτατισμού στην περιοχή, δημιουργώντας έτσι τις αντικειμενικές συνθήκες για μια ολοσχερή εξάλειψη του παλαιστινιακού αλυτρωτισμού ως παράγοντα απασταθεροποίησης του πολιτικού κατεστημένου της Ιορδανίας. Από την άλλη, υποχρεώθηκε να ανεχτεί την παρουσία των Φενταγίν στην επικράτεια της Ιορδανίας, εφόσον γνώριζε πολύ καλά ότι χωρίς την εκστρατεία ανταρτοπολέμου των Παλαιστίνιων εναντίον του κατακτητή, ο δικός του τακτικός στρατός ελάχιστες πιθανότητες είχε να υποχρεώσει την πολεμική μηχανή του Ισραήλ σε αναδίπλωση αντιμετωπίζοντας τους σιωνιστές σε μια ανοικτή μάχη εκ του συστάδην.

Εξίσου οπορτουνιστική ήταν και η γραμμή της ΟΑΠ κάτω από την καθοδήγηση της Φατάχ του Αραφάτ. Η αρχική συνεννόηση που είχε γίνει με τον χασεμίτη μονάρχη, προέβλεπε ότι θα επιτρεπόταν στην ΟΑΠ να εγκαταστήσει ένα δίκτυο με βάσεις της κατά μήκος των συνόρων με το Ισραήλ και τα κατεχόμενα, αλλά από την πλευρά τους, οι αντάρτες αναλάμβαναν την υποχρέωση να τηρούν αυστηρή ουδετερότητα ως προς τα πολιτικά τεκταινόμενα και τις ταξικές συγκρούσευς στο εσωτερικό της Ιορδανίας. Εκ πρώτης όψεως, η συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να μοιάζει σαν ένας ευφυής τακτικός ελιγμός της παλαιστινιακής ηγεσίας. Πράγματι, μετά το ’67, το νεαρό παλαιστινιακό κίνημα δεν ήταν ακρετά ισχυρό ώστε να μπορεί να διεξαγάγει έναν πολιτικοστρατωτικό αγώνα σε δύο μέτωπα, τόσο απέναντι στο καθεστώς της μοναρχίας, όσο και εναντίον του Ισραήλ. Παρ’ όλα αυτά, το τίμημα για αυτήν την τακτική αποφυγής ανάμειξης των Παλαιστίνιων στον κοινωνικό ανταγωνισμό μέσα στην Ιορδανία, ήταν η αποξένωση των Παλαιστίνιων κομάντο από τους φυσικούς ταξικούς συμμάχους τους που βρίσκονταν ανάμεσα στα κατώτερα στρώματα του ιορδανικού κοινωνικού σχηματισμού. Κάτι που ήταν απόλυτα φυσικό, αφού χωρίς μια ταξική και πολιτική συμμαχία ανάμεσα στο ένοπλο παλαιστινιακό κίνημα και τις μάζες των απόκληρων της ιορδανικής κοινωνίας, οι Ιορδανοί χωρικοί της μεθορίου έπρεπε κάθε τόσο να υπομένουν τα αιματηρά σιωνιστικά αντίποινα έπειτα από τις επιδρομές των ανταρτών, μπλεγμένοι σε έναν πόλεμο από τον οποίο δεν είχαν τίποτα να κερδίσουν, παρά μόνο να χάσουν.

Η κατάσταση έδειχνε να αλλάζει όταν η ριζοσπαστική, σοσιαλιστική μερίδα της ΟΑΠ (PFLP, DFLP, κλπ.) άρχισε να πιέζει για μια πιο οργανική σύνδεση του παλαιστινιακού αγώνα με την κοινωνική πάλη του προλεταριάτου της Ιορδανίας ενάντια στο διεφθαρμένο καθεστώς του βασιλιά Χουσεϊν. Η νέα πολιτική γραμμή που είχαν επεξεργαστεί οι λενινιστές μέσα στην ηγετική ομάδα της ΟΑΠ ήταν ότι η απελευθέρωση της Παλαιστίνης περνούσε μέσα από την ανατροπή της μοναρχίας και τη συγκρότηση ενός κοινού απελευθερωτικού μετώπου με τις σοσιαλιστικές μάζες των ιορδανών φτωχών. Ένας φιλομοναρχικός ισραηλινός σχολιαστής, παρατηρεί με απέχθεια ότι οι Παλαιστίνιοι είχαν αρχίσει να συμπεριφέρονται με περιφρόνηση προς τα κρατικά σώματα καταστολής. Αρνούνταν να σταματήσουν στα αστυνομικά μπλόκα και δεν επέτρεπαν στην αστυνομία να τους ψάξει ή να κάνει έλεγχο στα αυτοκίνητα τους. Την ίδια στιγμή, χλεύαζαν ανοιχτά τον στρατό για την εξευτελιστική ήττα που είχε υποστεί στα χέρια των σιωνιστών και διαλαλούσαν σε όλες τις κατευθύνσεις ότι εκείνοι ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να ελευθερώσουν την Ιερουσαλήμ από τους Εβραίους κατακητές.ii Όταν μαρξιστικά συνθήματα γραμμένα με σπρέι έκαναν την εμφάνιση τους στους θρησκευτικούς ναούς και τους χώρους λατρείας της πρωτεύουσας, το καθεστώς συνειδητοποίησε ότι οι ημέρες της μοναρχίας ήταν μετρημένες εκτός αν ο στρατός κινούνταν για να εκκαθαρίσει μαζικά τους φενταγίν και τις οργανώσεις τους από την Ιορδανία. Στην αναμέτρηση που ακολούθησε περισσότεροι από 3.000 Παλαιστίνιοι μαχητές δολοφονήθηκαν από το καθεστώς μέχρι να υποχρεωθεί η ΟΑΠ να εγκαταλείψει τη χώρα με τη συνθηκολόγηση του 1971.iii Οι μάζες ωστόσο των Παλαιστίνιων εξόριστων παρέμειναν εγκλωβισμένες στα προσφυγικά στρατόπεδα των πόλεων, που με τον καιρό μετατράπηκαν σε φτωχογειτονιές ενσωματωμένες στον αστικό ιστό των χαοτικών μεγαλουπόλεων της χώρας.

Αργότερα, όταν οι ένοπλες οργανώσεις των Παλαιστίνιων μετακόμισαν στον νότιο Λίβανο για να συνεχίσουν από εκεί τον πόλεμο φθοράς που είχαν εξαπολύσει εναντίον του Ισραήλ, η Φατάχ δεν έκανε το ίδιο λάθος της αποξένωσης που είχε διαπράξει κατά την παραμονή των φενταγίν στην Ιορδανία. Ο Λίβανος διέθετε ένα αρκετά μαζικό και οργανωμένο εργατικό κίνημα που, κάτω από την καθοδήγηση του ΚΚ Λιβάνου, πρόβαλλε μαχητικές διεκδικήσεις ενάντια στους καπιταλιστές της καπνοβιομηχανίας και του εξαγωγικού εμπορίου, ενώ έθετε κι ευρύτερα αιτήματα εκκοσμίκευσης και κατάργησης του σεχταριστικού πολιτικού συστήματος που αφορούσαν το πεδίο της διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής.iv Γρήγορα η ΟΑΠ ανέπτυξε δεσμούς αμοιβαίας υποστήριξης με αυτή την μερίδα του προλεταριάτου και, παρ’ όλο που οι σχέσεις της με τους φτωχούς σιίτες χωρικούς του νοτίου Λιβάνου μόνο ιδανικές δεν ήταν, η συμμαχία ανάμεσα στο εγχώριο εργατικό κίνημα, τις προλεταριακές μάζες των προσφυγικών καταυλισμών και στις παλαιστινιακές μαχητικές οργανώσεις, δεν άργησε να μετατραπεί σε έναν υπολογίσιμο κοινωνικό αντίπαλο που είχε τη δύναμη να κλονήσει συθέμελα το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου και να ανατρέψει την κυριαρχία της αστικής τάξης των χριστιανών και των σουνιτών. Στον λεγόμενο “ισλαμο-προοδευτικό” συνασπισμό προσχώρησε τελικά και ο σιίτης ριζοσπάστης κληρικός Μούσα Σαντρ, διαισθανόμενος ότι η μοναδική ελπίδα για την αναβάθμιση της κοινωνικής θέσης της υποτελούς σιιτικής μειονότητας που εκπροσωπούσε βρισκόταν σε μια ενδεχόμενη επικράτηση των επαναστατών και στη δημιουργία μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας που θα αναθεωρούσε στην πράξη τους καθιερωμένους ταξικούς διαχωρισμούς.v

Πράγματι, είναι ένδειξη της πολιτικής αμφισημίας και της αντιφατικής ταξικής φύσης του παλαιστινιακού κινήματος, ότι τα ιστορικά βήματα που έκανε κάθε φορά το κίνημα για να έρθει πιο κοντά στην εκπλήρωση του ιδανικού της απόκτησης μιας εδαφικής εστίας για τον εξόριστο παλαιστινιακό λαό, εμφανίζονται ταυτόχρονα σαν κομβικής σημασίας επεισόδια στην “εθνική” ιστορία κάποιου άλλου αραβικού λαού, είτε μιλάμε για τον Μαύρο Σεπτέμβρη στην Ιορδανία (που καποιοι έχουν περιγράψει, όχι άδικα, σαν εμφύλιο πόλεμο), η για τον ρόλο που επιτέλεσαν οι Παλαιστίνιοι στο ξέσπασμα του αιματοβαμμένου εμφυλίου στον Λίβανο. Παρά τον καιροσκοπισμό που πολλές φορές επέδειξε η Φατάχ, η ίδια η νομαδική ύπαρξη του ιδιότυπου παλαιστινιακού αντάρτικου στρατού ήταν μια διαρκής απειλή για τις αραβικές ελίτ, ένας απρόβλεπτος παράγοντας, τόσο “εσωτερικός” όσο κι “εξωτερικός”, που μπορούσε άνα πάσα στιγμή να λειτουργήσει σαν θρυαλλίδα αποσταθεροποίησης των καταπιεστικών αραβικών καθεστώτων. Η αμέριστη αλληλεγγύη που αισθάνεται ο απλός Άραβας του δρόμου σε πολύ προσωπικό επίπεδο για την αδικία και την καταπίεση που υπομένουν εδώ και χρόνια οι Παλαιστίνιοι, είναι ένα μόνιμο αγκάθι στα πλευρά των στρατοκρατικών αραβικών καθεστώτων, που αναλώνονται σε μεγαλεπίβολες διακηρύξεις, ενώ κάθε μέρα παρακολουθούν ανήμπορα τη σιωνιστική πολεμική μηχανή να κατασφάζει τους Παλαιστίνιους χωρίς ποτέ να υφίσταται συνέπειες για τα εγκλήματα της. Η Παλαιστίνη αποτέλεσε μια διαρκή πηγή δοκιμασίας και ιδεολογικής απο-νομιμοποίησης για αυτά τα καθεστώτα, μια εναλλακτική πηγή αφοσίωσης για τους υπηκόους τους. Από την μία, τα αραβικά κράτη δεν μπορούσαν να γυρίσουν την πλάτη τους στους ηρωικούς Παλαιστίνιους που βρίσκονταν σε πόλεμο με τον ασυγκριτά ισχυρότερο σιωνιστή εισβολέα. Από την άλλη, όποτε επέτρεψαν στην ΟΑΠ να εγκατασταθεί στα εδαφη τους, σχεδόν πάντοτε οι αντάρτες κατέληξαν να αγωνίζονται με το μέρος των ταξικών δυνάμεων που πάλευαν ενεργά για την καθολική ανατροπή του καθεστώτος. Στον Λίβανο, χρειάστηκε η επέμβαση 12.000 βαριά οπλισμένων σύριων στρατιωτών προκειμένου να αποφευχθεί η κατάληψη της εξουσίας από τις ενωμένες δυνάμεις των κομμουνιστών, της παναραβικής αριστεράς και των ανταρτών της ΟΑΠ.vi Και φυσικά, όλοι γνωρίζουμε για τη σφαγή που διαπράχθηκε κάτω από την κυνική καθοδήγηση των ισραηλινών στη Σάμπρα και τη Σατίλα το 1982, πολύ λίγοι όμως ξέρουν για την μαζική δολοφονία 1.500 παλαιστίνιων αμάχων που έλαβε χώρα από τους Μαρωνίτες το 1976 στο προσφυγικό στρατόπεδο Τελ Αλ-Ζατάρ στην ανατολική Βηρυττό, όταν μπόρεσαν αν κάμψουν την αντίσταση των ανταρτών με τη βοήθεια των τανκς που είχε στείλει εναντίον τους η Συρία.vii Κατά τη διάρκεια του εμφυλόυ στον Λίβανο, η Συρία και το Ισραήλ βρέθηκαν να υποστηρίζουν με όπλα, στρατό και πυρομαχικά την ίδια πλευρά, ενάντια στην επανάσταση των μη-προνομιούχων που είχαν υποκινήσει οι παλαιστινιακές οργανώσεις.

Το πρόταγμα της νεωτερικότητας βρήκε στο πρόσωπο των “απάτριδων” Εβραίων τον αποδιοπομπαίο τράγο για όλες τις εξουσιαστικές του συνδηλώσεις. Ταυτόχρονα όμως μετέτρεψε τον περιφρονημένο Εβραίο αντιφρονούντα σε κατεξοχήν φορέα των πιο προωθημένων αντιλήψεων για την κοινωνική αλλαγή, σε ταξικό υποκείμενο για τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας σύμφωνα με τα ιδανικά της ισότητας και της ελευθερίας. Δυστυχώς, όπως σημειώνει ο Τραβέρσο, η άνοδος της απήχησης του σιωνιστικού εθνοφυλετισμού στους κόλπους των εμιγκρέδων, έβαλε ένα πρόωρο τέλος στους πειραματισμούς των κοινοτήτων της εβραϊκής διασποράς με αυτές τις ριζοσπαστικές εκδοχές της νεωτερικότητας.viii Η μαζική μετανάστευση των Εβραίων στην Παλαιστίνη δημιούργησε έναν νέο εξόριστο λαό, τους Παλαιστίνιους, οι οποίοι, όπως οι περιφερόμενοι Εβραίοι πριν από αυτούς, μετατράπηκαν στο ριζοσπαστικό υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής στον αραβικό κόσμο. Ο σύριος μαρξιστής Αλ-Αζμ έχει περιγράψει διεξοδικά εκείνα τα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να θεωρήσουμε το κίνημα των απάτριδων Παλαιστίνιων σαν την ιστορική συνέχεια των εβραίων ριζοσπαστών του μεσοπολέμου.ix Όπως συνέβαινε και με τις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης, η συντριπτική πλειονότητα των προσφύγων από την Παλαιστίνη συγκεντρώθηκε στις πόλεις κι εντάχθηκε στις κατώτερες βαθμίδες ενός παρείσακτου και ανεπιθυμήτου μητροπολιτικού προλεταριάτου. Όσοι Παλαιστίνιοι μπόρεσαν να ανέλθουν στην εγχώρια ταξική ιεραρχία ασκώντας επαγγέλματα όπως καθηγητές, δικηγόροι, κλπ., συγκρότησαν μια άτυπη μεσαία τάξη που ωστόσο δεν ήταν αυτόνομη, αλλά αποτελούσε υπο-ενότητα είτε της λιβανικής, της ιορδανικής ή της συριακής μεσαίας τάξης. Ως μια μεσαία τάξη που δεν διέθετε το δικό της, “εθνικό” κέντρο καπιταλιστικής οικονομίας, κατά κανόνα μπόρεσε να αποφύγει τη θέσμιση άμεσων σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας με τις εκτοπισμένες μάζες των Παλαιστίνιων προλετάριων. Έτσι, έγινε δυνατή η ταξική ενότητα και η φαντασιακή συστράτευση τους σε ένα “εθνικό” πρόταγμα κοινωνικής απελευθέρωσης.

Και όπως με τους Εβραίους, το όνειρο της παλαιστινιακής πατρίδας δεν γεννήθηκε μονάχα από τη θύμηση των πατρογονικών εστιών που οι πρόσφυγες είχαν υποχρεωθεί με τη βία να εγκαταλείψουν και που άλλωστε οι νεότερες γενιές Παλαιστίνιων της διασποράς δεν έχουν καν γνωρίσει. Η προπαγανδιστική ισραηλινή ιστοριογραφία έχει εν μέρει δίκαιο όταν ισχυρίζεται πως το παλαιστινιακό “έθνος” δεν υπήρχε πριν το 1948, ούτε σαν ιδέα, ούτε σαν υλική πραγματικότητα. Η περιοχή βρισκόταν πάντοτε κάτω από την κυριαρχία του ενός ή του άλλου μουσουλμανικού κράτους (Οθωμανική Αυτοκρατορία, Ιορδανία, κλπ.) και όπως γράφει ο Μ. Χάντσον, οι Παλαιστίνιοι ήταν κομμάτι μιας ευρύτερης εθνολογικής ομάδας με γλωσσικές και πολιτισμικές συγγένειες που κατοικούσε σε μια ενιαία γεωγραφική περιοχή χωρίς συνοριακούς διαχωρισμούς. Την εποχή της τουρκικής διοίκησης, η περοχή αυτή έφτανε από την Λατάκια μέχρι την Γιάφα, και από τη Μαρτζαγιούν μέχρι τη Ναζαρέτ.x Η ελπίδα για την πολυπόθητη επιστροφή στην Παλαιστίνη διατηρήθηκε άσβεστη εξαιτίας της κακομεταχείρισης που υπέστησαν οι πρόσφυγες από τους άραβες “αδελφούς” τους, από τις ταξικές διακρίσεις και τον θεσμοποιημένο ρατσισμό που αντιμετώπισαν και την περιφρόνηση που έτρεφαν γι’ αυτούς οι ευκατάστατες τάξεις των προνομιούχων Αράβων.

Η διάψευση στην πράξη των προσδοκιών του επαναστατικού παναραβισμού που πρέσβευε μια υπολογίσιμη μερίδα της ηγεσίας της ΟΑΠ είχε σαν αποτέλεσμα την αναπόφευκτη άνοδο της “εθνικής” ιδέας. Οι αραβικοί στρατοί ηττήθηκαν κατά κράτος και επανειλημμένα, ενώ οι επαναστάσεις στην Ιορδανία και τον Λίβανο πνίγηκαν στο αίμα. Οι αποτυχίες αυτές διευκόλυναν την άλωση της ηγεσίας του κινήματος από τους μπουρζουάδες “πραγματιστές” που επεξεργάστηκαν μια νέα στρατηγική παίρνοντας σαν υπόδειγμα την ιστορική διαδρομή που διένυσε ο Σιωνισμός μέχρι που μπόρεσε να ιδρύσει το εβραϊκό κράτος στην Παλαιστίνη.xi Η ουσία της στρατηγικής αυτής ήταν η δημιουργία μιας στέρεας εδαφικής βάσης για τους Παλαιστίνιους στα κατεχόμενα, απ’ όπου έπειτα η ΟΑΠ θα μπορούσε να επεκτείνει βαθμιαία την εξουσία της (όπως έκαναν οι σιωνιστές) χρησιμοποιώντας ωστόσο γι’ αυτόν τον σκοπό τα τερτίπια της γεωπολιτικής. Στην τελευταία φάση της σταδιοδρομίας του, ο Αραφάτ ενήργησε σαν εκπρόσωπος αυτής της μπουρζουάδικης μερίδας του κινήματος που απαρτιζόταν από εμιγκρέδες δικηγόρους, μηχανικούς και ιατρούς από την Αίγυπτο, τον Λίβανο, κλπ. Ιστορικά, η φράξια αυτή μέσα στη Φατάχ ενσάκρωσε την εμπράγματη αναίρεση της χειραφετικής υπόσχεσης που κυοφορούσε εντός του νομαδικό πολιτικό κίνημα των Παλαιστίνιων. Εκπροσωπούσε την τάση της εδαφικοποίησης και γι’ αυτό, της “εθνικοποίησης”, κόντρα στον έμφυτο διεθνιστικό ορίζοντα του παλαιστινιακού απελευθερωτικού αγώνα.

Από αυτή την άποψη, δεν είναι να απορεί κανείς που οι πραγματιστές αυτοί αποτέλεσαν το πρόπλασμα για μια comprador, μεταπρατική μπουρζουαζία που αναδύθηκε στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη και ανέλαβε, μετά το Όσλο, να διαχειρίζεται τους ανυπότακτους Παλαιστίνιους για λογαριασμό και προς όφελος του ισραηλινού κατακτητή. Με την ιστορική αυτή εξέλιξη, το ταξικό ζήτημα απέκτησε για πρώτη φορά πρωταρχική σημασία στις περιοχές που βρίσκονταν κάτω από τον εικονικό έλεγχο της λεγόμενης “Παλαιστινιακής Αρχής”. Η ραγδαία εκλογική άνοδος της Χαμάς, η εμμονή της στη σκληρή γραμμή της ένοπλης αντίστασης ενάντια στο Ισραήλ και η χτυπητή αντίθεση ανάμεσα στους φτωχούς ζηλωτές της ισλαμικής αντίστασης και τους κοιλαράδες κοσμοπολίτες αξιωματούχους του Αμπάς, αντανακλούν ακριβώς αυτές τις παραμέτρους της ταξικής πάλης όπως έχουν διαμορφωθεί στο εσωτερικό της παλαιστινιακής κοινωνικής ολότητας σε Γάζα και Δυτική Όχθη. Είναι εύκολο να κατηγορήσει κανείς τη Χαμάς, αλλά και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις που αρνούνται να συνθηκολογήσουν, ότι οι διεκδικήσεις τους παραμένουν καθηλωμένες σε έναν κρατικιστικό ορίζοντα. Ότι εκφράζουν κυρίως γεωπολιτικές επιδιώξεις για εδαφική κυριαρχία και όχι ένα χειραφετικό πρόταγμα για την κοινωνική αλλαγή, όπως η ΟΑΠ στο ξεκίνημα της. Ωστόσο, στη δεδομένη ιστορική συγκυρία που διανύουμε, η λύση του ενός κράτους για δύο λαούς δεν φαίνεται να έχει υποστηρικτές ούτε ακόμη και μέσα στους πλέον ριζοσπαστικούς πολιτικούς κύκλους του Ισραήλ, όπως είναι για παράδειγμα, οι εβραίοι αναρχικοί ενάντια στο τείχος.xii Με την ίδρυση της εκτρωματικής “Παλαιστινιακής Αρχής”, ο αγώνας των Παλαιστίνιων δεν απέκτησε ένα εδαφικό κέντρο, μια ριζωματική αφετηρία απ’ όπου θα μπορούσε σταδιακά να εξαπλωθεί. Τουναντίον, δημιούργησε την ίδια τη φυλακή του, όπως αποτυπώνεται ανάγλυφα στο θλιβερό παράδειγμα της πολιορκημένης Γάζας.

i Αναφέρεται στο Τζ. Αγκάμπεν, Μέσα Χωρίς Σκοπό (Νήσος), σελ. 27.

ii A. Shlaim, Lion of Jordan (Vintage Books), σελ. 92.

iv Rula J. Abisaab, Sayyid Musa al-Sadr, the Lebanese State and the Left, Journal of Shia Islamic Studies, https://www.researchgate.net/publication/282970030_Sayyid_Musa_al-Sadr_the_Lebanese_State_and_the_Left.

v Rula J. Abisaab, ο.π., σελ., σελ. 142-6.

vi A. M. Weisburd, Use of Force (Penn State Press).

vii Lebanon’s Legacy of Politicall Violence, International Center for Transistional Justice, https://www.ictj.org/sites/default/files/ICTJ-Report-Lebanon-Mapping-2013-EN_0.pdf.

viii E. Traverso, Το Τέλος της Εβραϊκής Νεοτερικότητας (Εκδόσεις του 21ου), σελ. 177-200.

xi Sadik J. Al-Azm, ο.π., σελ. 92.

xii Χαρακτηριστικό από αυτή την άποψη για την ολοκληρωτική απουσία διεθνιστικής προοπτικής από τη σκέψη των ισραηλινών αναρχικών είναι το έργο του Uri Gordon, Anarhism and Political Theory, και πιο συγκεκριμένα, το τελευαίο κεφάλαιο που πραγματεύεται την ισραηλο-παλαιστινιακή “διένεξη”. Στο https://theanarchistlibrary.org/library/uri-gordon-anarchism-and-political-theory-contemporary-problems.