Η περίθαλψη σε ISOBOX. Πώς το ΕΣΥ αντιμετώπισε αυτήν την πανδημία, πώς προσαρμόστηκε η οργάνωση του, πώς λειτούργησε, πώς άλλαξαν οι σχέσεις εντός του; Συζήτηση με 5 υγειονομικούς. Αναδημοσίευση από το περιοδικό Γραμμή 15.

Η αντίληψη του κόσµου για την υγεία είναι αντιστρόφως ανάλογη από αυτή για την παιδεία. Αν δηλαδή για την παιδεία έχουν όλοι άποψη για την υγεία κανείς δεν ξέρει τίποτα. Ή µάλλον κανείς δεν θέλει να ξέρει τίποτα. Η άγνοια µας για το πώς οργανώνεται και λειτουργεί το σύστηµα δηµόσιας υγείας αντανακλά τη σχέση που επιλέγουµε να έχουµε µε ένα αγαθό που είναι πρωταρχικό, ένα αγαθό προσωπικό αλλά και συλλογικό.

Πολύς κόσµος όταν αναφέρεται στη δηµόσια υγεία κάνει άµεση αναφορά στο Εθνικό Σύστηµα Υγείας (ΕΣΥ) ταυτίζοντας αυτή την έννοια µε αυτόν τον θεσµό. Ο νοσοκοµειακό – κεντρικός αυτός θεσµός αποτέλεσε µετά το 1983 το βασικό, αν όχι µοναδικό, σύστηµα δηµόσιας περίθαλψης. Παρά τις αρχικές ελλείψεις στο σχεδιασµό του, την µερική υλοποίηση του σχεδιασµού αυτού και το σταδιακό ξήλωµα του µέσα στο χρόνο [1], εξακολουθεί να αποτελεί τη µοναδική διέξοδο πολλών πολιτών για τα ζητήµατα υγείας τους. Σε αυτό προσφεύγουν για τα επείγοντα περιστατικά αλλά και για απλές εξετάσεις, σε αυτό βασίζονται για τη θεραπεία τους όταν νοσούν. Οπότε σε µια κρίση υγειονοµική τα µάτια των περισσοτέρων στρέφονται στο ΕΣΥ. Παρόλα αυτά τον κύριο λόγο σε επιδηµιολογικά ζητήµατα έχει ο Εθνικός Οργανισµός Δηµόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), το πρώην ΚΕΕΛΠΝΟ δηλαδή, και είναι ο βασικός βραχίονας της κρατικής πολιτικής σε αυτόν τον τοµέα. Το ΕΣΥ περιορίζεται στο ρόλο της περίθαλψης των ασθενών µιας επιδηµίας.

Γιατί λοιπόν βρέθηκε το ΕΣΥ στο επίκεντρο µιας υγειονοµικής κρίσης που εξελίχθηκε κατά κύριο λόγο εκτός του; Πώς το ΕΣΥ αντιµετώπισε αυτήν την πανδηµία, πώς προσαρµόστηκε η οργάνωση του, πώς λειτούργησε, πώς άλλαξαν οι σχέσεις εντός του; Μιλήσαµε µε 5 υγειονοµικούς που εργάζονται εντός του ΕΣΥ σε δηµόσια νοσοκοµεία τόσο της Αττικής όσο και της περιφέρειας, είτε ως γιατροί είτε ως νοσηλευτές, αλλά και στον ΕΟΔΥ, ώστε να αποκτήσουµε µία πιο σφαιρική άποψη (οι συνεντεύξεις έγιναν µεταξύ πρώτου και δεύτερου lockdown).

Μία νέα ασθένεια

Απ’ όταν εµφανίστηκε η έννοια του κορωνοϊού SARS-Cov-2 στη δηµόσια σφαίρα µέχρι και σήµερα, ένα βασικό ερώτηµα που απασχόλησε καταρχήν του υγειονοµικούς ήταν ο ορισµός του κρούσµατος και τα χαρακτηριστικά του. Καθώς ανήκει σε µία ευρύτερη κατηγορία ιών – τους κορωνοϊούς [2] – µε συµπτώµατα που παραπέµπουν σε αυτά της κοινής γρίπης, αρχικά υπήρξε δυσκολία να διαχωριστεί και να οριστεί. Αυτό εξαρχής δηµιούργησε σύγχυση που είτε µετατράπηκε σε αµφιβολία είτε σε φόβο.

«Σκέψου αυτή η ιστορία έκανε ένα πρώτο µπαµ στην Κίνα τον Δεκέµβρη. Εκεί άρχισαν να ανιχνεύουν τον ιό, τα τεστ ανίχνευσης αλλάξαν έκτοτε, οπότε όταν έχεις κάτι που είναι υπαρκτό αλλά δεν µπορείς να το ανιχνεύσεις και να το ορίσεις, είναι πάρα πολύ περίεργο» [3]

«Στην αρχή, το πρώτο δεκαήµερο µετά το πρώτο κρούσµα, ύποπτο θεωρούνταν το κρούσµα που ήταν συνδεόµενο µε ταξίδι. Συµβαίνει ένα σκηνικό όπου πάει ένας κυριούλης σε καλή κατάσταση µπαίνει στο Αλεξάνδρας, λέει ότι έχει λοίµωξη αναπνευστικού, περνάει από τα επείγοντα, κανείς δεν τον βλέπει µε µάσκα, δεν είχε ταξιδέψει, ήταν και άνθρωπος κάπως µεγάλος 70+, λένε εντάξει πνευµονία ή γρίπη. Βγαίνει αρνητική η γρίπη, δεν έχουν ακριβώς εικόνα πνευµονίας. Νοσηλεύεται και πάει µια φίλη να τον δει και λέει να στείλουµε ένα δείγµα covid και βγαίνει θετικός. Αυτός ήταν ένα από τα πρώτα ορφανά κρούσµατα. Ταυτόχρονα συµβαίνει το ίδιο και σε άλλα σηµεία της Ελλάδας. Οπότε αλλάζει ο ορισµός και όποιος είχε πυρετό, είτε 37,2 (που δεν είναι πυρετός), είτε 37,5, είτε 39, ελέγχεται για covid.» [4]

Και αν τελικά το στέλεχος του ιού αποµονώθηκε και εµφανίστηκαν τα διάφορα τεστ, η συµπεριφορά του και τα χαρακτηριστικά του ακόµα δεν έχουν αναλυθεί πλήρως. Η ταχύτητα που µπορεί να επιδράσει αιφνιδιάζει τους υγειονοµικούς αλλά και οι επιπλοκές που παρουσιάζονται δεν αφορούν τελικά µόνο το αναπνευστικό σύστηµα. Ταυτόχρονα, πολλοί ασθενείς ανταποκρίνονται διαφορετικά [5] εντείνοντας την αβεβαιότητα γιατρών και ασθενών.

«Είναι τρελός αυτός ο ιός… Χωρίς κάποιο πρόβληµα υγείας, ο άλλος ήταν ετοιµοθάνατος. Πολύ εντυπωσιακό, δεν το καταλάβαινες. Στην Ιταλία λέει πήγαινε ο άλλος µε ένα βήχα και τον έβλεπε ο γιατρός, θετικός στο τεστ, και το απόγευµα τον διασωλήνωναν. Για να συµβεί αυτό ακόµα και στη γρίπη υπάρχει ένα διάστηµα, 2-3 µέρες δεν πάει καλά, επιδεινώνεται σιγά-σιγά. Αυτοί που έχουν κορωνοϊό δεν καταλαβαίνουν ότι δεν είναι καλά. Τώρα το λένε «σύνδροµο covid» γιατί δεν επηρεάζει µόνο τους πνεύµονες, αλλά και το νευρικό σύστηµα, την καρδιά, τα αγγεία. Δεν υπάρχει ένα σαφές µοντέλο, ότι οι καπνιστές παθαίνουν, ότι οι αθλητές δεν θα πάθουν τίποτα, Το ότι δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριµένο pattern, δεν ξέρεις ποιές είναι ευπαθείς οµάδες είναι τροµακτικό.» [6]

Μια βασική σχέση που έχουµε αποκτήσει µε την ιατρική και τους γιατρούς είναι η εµπιστοσύνη στην κρίση τους. Αναζητούµε την βεβαιότητα στις απαντήσεις τους γύρω από τα ζητήµατα υγείας που µας απασχολούν. Οπότε όλη αυτή η σύγχυση και η αβεβαιότητα που επικρατεί στην ιατρική επιστηµονική κοινότητα έχει επίπτωση στην αντίληψη του κόσµου για τον ιό:

«Οι ασθενείς εννοείται ότι βρίσκονται σε πανικό. Είχα πάρα πολλά τηλέφωνα από το πρωί ως το βράδυ. Διάβαζαν τα συµπτώµατα από το ίντερνετ και νόµιζαν ότι είχαν όλοι κορωνοϊό. Κοίταζαν που θα νοσηλευτούν, που θα τους δεχτούν, που θα κάνουν τεστ. Και πάρα πολλές κρίσεις πανικού.» [7]

Το άλλο στοιχείο που δηµιουργεί ανασφάλεια είναι η άγνοια γύρω από τη µετάδοση του ιού µε αλλεπάλληλα δηµοσιεύµατα που αντί να ενηµερώσουν, ουσιαστικά έσπειραν φόβο. Δεδοµένης της υψηλής µεταδοτικότητας και των εικόνων µε τα φέρετρα από την Ιταλία δηµιουργήθηκε µια µάλλον εκρηκτική συνθήκη.

«Ο κορωνοϊός είναι µεταδοτικός µε τον αέρα. Δεν υπάρχει κάποιος σαφής τρόπος να προφυλαχτείς. Στην περίπτωση του AIDS µπορεί να αγγίξεις κάποιον, να τον φιλήσεις. Ακόµα και στην περίπτωση της χολέρας, µπορείς να κάνεις κάτι για τις συνθήκες υγιεινής. Εδώ δεν είναι σαφές πως θα είσαι ασφαλής. Αυτό στην αρχή έλεγαν ότι µεταδίδεται µε τα πάντα, αλλά τελικά µεταδίδεται αερογενώς. Αυτές οι επιδηµίες είναι οι πιο επικίνδυνες, δεν µπορείς να προφυλαχτείς από κάτι. Οπότε κάθονταν οι άλλοι και έπλεναν τα πάντα. Δηµιουργείται ένας πανικός στον κόσµο από το ασαφές. Δεν υπήρχε και στα µέσα µια σαφής εικόνα. Και τελικά είναι ένα µαγικό πράγµα που µου έρχεται από οπουδήποτε, µπορεί να κολλήσω από παντού, και δεν ξέρω αν θα πάθω εγώ κάτι.» [8]

Αναζητούµε ως πολίτες την ασφάλεια και την βεβαιότητα µέσω των ειδικών της ιατρικής. Τι γίνεται όµως όταν η ίδια η ιατρική βασίζεται σε µια επιστήµη των πιθανοτήτων, την στατιστική; Η παρακολούθηση της κατάστασης της πανδηµίας, η πολιτική και τα µέτρα που ακολουθήθηκαν από τον ΕΟΔΥ για τον περιορισµό της, βασίστηκαν σε στατιστικά δεδοµένα όπως εν γένει βασίζεται η ιατρική. Διάφοροι δείκτες πέραν από τον αριθµό των κρουσµάτων εµφανίστηκαν στο δηµόσιο διάλογο και επηρέασαν άµεσα τη ζωή µας, όπως ο δείκτης µετάδοσης R, ο δείκτης θνησιµότητας κ.α.. Τα δεδοµένα αυτά αµφισβητήθηκαν από διάφορες πλευρές στο δηµόσιο διάλογο, κυρίως όσον αφορά στη διαχείριση της εικόνας της πανδηµίας που επιχειρήθηκε µέσω της µερικής απεικόνισής της. Γενικώς η στατιστική θέτει διάφορα ζητήµατα ορισµών, ακόµα κι αν τα τεστ έδιναν µια µερική αλλά συγκεκριµένη εικόνα ως προς τα κρούσµατα, ο ορισµός του θανάτου από covid19 παρέµεινε τουλάχιστον θολός και οι απαντήσεις που πήραµε δεν ξεκαθάρισαν την εικόνα.

«Πάντα η ιατρική στηριζόταν σε στατιστικά µοντέλα. Ειδικά σε επιδηµίες. Η ιατρική, γενικά, είναι στατιστική κυρίως. Δεν είναι επιστήµη, γίνεται αυτό και θα πάθεις αυτό. Πάντα δίνει πιθανότητες, ποσοστά. Και καρκίνο να έχεις. Οπότε τώρα στην πανδηµία, οι επιδηµιολόγοι έχουν το πρώτο ρόλο. Αλλά δεν ήταν σωστά τα δεδοµένα. Γιατί αν δεν κάνεις τεστ σε όλους δεν γίνεται να έχεις δείγµα αντιπροσωπευτικό. Στην Ιταλία πώς ξέρεις πόσοι πεθάναν από την κατάρρευση του συστήµατος και πόσοι από τον κορωνοϊό;» [9]

«Στη Μ.Ε.Θ. είναι λίγο δύσκολο να ξεχωρίσεις εάν τελικά ο ασθενής πέθανε από το αναπνευστικό του – άρα από τον ιό – ή από κάποια επιπλοκή που έχει κάνει µες τη µονάδα. Ουσιαστικά όσοι ασθενείς διασωληνώθηκαν λόγω λοίµωξης covid αν πέθαναν καταγράφονταν ως θάνατοι εξαιτίας της» [10]

«Θα σου πω για την Ολλανδία όπου ζει ο αδερφός µου. Υπήρξαν θάνατοι στα γηροκοµεία που ήταν από covid19 και δεν τα χαρακτήρισαν ως τέτοια. Τα χαρακτήρισαν λοίµωξη του αναπνευστικού γενικά. Και σε αυτές τις χώρες ένα ποσοστό των θανάτων ήταν σε γηροκοµεία. Και συνέφερε πολύ. Στην Αγγλία υπάρχει µία άλλη προσέγγιση για το τί συµβαίνει µετά από κάποια ηλικία. Όταν είναι 80 χρονών ο άλλος και το σύστηµα δέχεται µια πίεση, δεν θα τον διασωληνώσουν. Λέγεται “κλιµάκωση θεραπείας”.» [11]

Οργάνωση της περίθαλψης

Το πιο βασικό στοιχείο άσκησης πολιτικής από το κράτος για τη δηµόσια υγεία είναι η ενηµέρωση. Μέσω της ενηµέρωσης των ειδικών, του υγειονοµικού προσωπικού, του κρατικού µηχανισµού, των πολιτών και των φορέων το κράτος µπορεί να εφαρµόσει µέτρα πρόληψης της εξάπλωσης µίας επιδηµίας.

Το υπουργείο Υγείας βλέποντας την εξάπλωση του ιού ξεκινάει το Γενάρη να διαµορφώνει την πολιτική του και αρχές Φλεβάρη ανακοινώνει το επιχειρησιακό σχέδιο δράσης [12] το οποίο περιλαµβάνει τέσσερις άξονες: ενηµέρωση, προετο-ιµασία του ΕΣΥ, παρακολούθηση της πανδηµίας και παροχή οδηγιών που τότε εστιάζουν στις πύλες εισόδου και στους «χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας» που συµπεριλαµβάνουν νοσοκοµεία, κέντρα υγείας και ΤΟΜΥ (τοπικές µονάδες υγείας). Για το ΕΣΥ ορίζονται 13 νοσοκοµεία αναφοράς όπου καθορίζονται ειδικοί θάλαµοι αποµόνωσης, ενώ σε κάθε Υγειονοµική Περιφέρεια υπάρχει τουλάχιστον ένα νοσοκοµείο αναφοράς που διαθέτει θάλαµο αρνητικής πίεσης.

Η αρχική πληροφόρηση όµως για την ύπαρξη και εξάπλωση του ιού υπήρξε αποσπασµατική. Η ταχύτητα εξάπλωσης σε παγκόσµιο επίπεδο και η κήρυξη της πανδηµίας από τον Π.Ο.Υ. βρήκαν τον ΕΟΔΥ και το ΕΣΥ απροετοίµαστους. Η εµπειρία των προηγούµενων επιδηµιών αλλά ενδεχοµένως και το φιάσκο της διαχείρισης του H1N1 το 2009 και των εµβολίων από την τότε κυβέρνηση [13] έθεσαν ένα µάλλον κακό προηγούµενο αντί να προετοιµάσουν το έδαφος.

«Τότε (Γενάρη) υπήρχε η αίσθηση ότι αυτό µπορεί και να µην έρθει. Πραγµατικά από την πρώτη κουβέντα που κάναµε στο αµφιθέατρο και µας το παρουσίασε ο Τσιόδρας, ήταν ένα πράγµα σχετικά πολύ µακρινό. Η εκτίµηση ήταν ότι και στην Ελλάδα µπορεί να έρθουν 2-3 περιστατικά. Όποια κριτική και να ασκήσεις θεωρώ ότι ήταν δικαιολογηµένο γιατί ούτε καν στην Κίνα δεν είχαν καταλάβει ακριβώς την έκταση του φαινοµένου. Εµείς είχαµε την εµπειρία του H1N1, όλοι οι γιατροί της δικής µου γενιάς, την εµπειρία του SARS, που το θυµόµασταν και σαν αστείο, ότι βγαίναµε µε στολή αστροναύτη. Και το θυµόµασταν σαν αστείο γιατί τουλάχιστον ο SARS δεν είχε τέτοια επίπτωση στην Ελλάδα. Αρχίσαµε να συζητάµε πώς θα αντιµετωπίσουµε ένα ύποπτο κρούσµα. Κάποια στιγµή µέσα στον Φλεβάρη ήρθε ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ σε µία γελοία παράσταση που είχαµε ενηµερωθεί γι’ αυτή. Αυτοί έκαναν ένα τεστ ετοιµότητας, όπως κάνουν για τις φωτιές, τους σεισµούς. Ήρθε σαν ύποπτο κρούσµα και το αντιµετωπίσαµε πολύ εντυπωσιακά και έτσι βαφτιστήκαµε νοσοκοµείο αναφοράς. Μετά ήρθε το πρώτο κρούσµα στην Ελλάδα, τέλη Φλεβάρη. Και εκεί άρχισε το πράγµα να γίνεται πιο σοβαρό. Και πιο συγκεκριµένο.» [14]

Η εντύπωση ότι το σύστηµα του ΕΣΥ έχει οργανωθεί µέσω πρωτοκόλλων και οδηγιών όπως έχει αναγγελθεί, φθείρεται από την εικόνα που δίνουν οι υγειονοµικοί για το πως οργανώθηκαν τα νοσοκοµεία, είτε αναφοράς είτε όχι. Η αρχικά ελλιπής πληροφόρηση συνοδεύεται από έλλειψη οδηγιών και έλλειψη υλικών. Τελικά κάθε νοσοκοµείο λειτουργεί ως ένας αυτόνοµος οργανισµός όπου οι γενικές οδηγίες θα πρέπει να υλοποιηθούν σε ένα ρευστό σκηνικό και ένα πολύπλοκο σύστηµα. Η διοίκηση των νοσοκοµείων αποτελεί διαχρονικά ένα αγκάθι καθώς ακολουθεί περισσότερο λογικές management παρά οργανισµού υγείας.

«Κατ’ εµέ, για να κάνω την κριτική µου, ήταν πολύ d.i.y. η κατάσταση… [Ο Τσιόδρας] µε βάσει το feedback που είχε από συναδέλφους στο εξωτερικό και τον Π.Ο.Υ. έδινε κατευθύνσεις µέσω ΕΟΔΥ. Και υπήρχαν οι γιατροί στα νοσοκοµεία που προσπαθούσαν να τα οργανώσουν. Ήταν από-τα-κάτω. Η οργάνωση από-τα-πάνω ήταν να πάρει ένας διευθυντής την πρωτοβουλία να καλέσει κάποιους ανθρώπους και να δει τί θα κάνουµε. Το βασικό που υπήρχε από-τα-πάνω ήταν ποιο είναι το ύποπτο κρούσµα και πού σε ελέγχουν. Δεν υπήρχε σχεδιασµός. Σχεδιαζόταν µέρα µε τη µέρα. Υπήρχε µια γκρίνια, συναντιόµασταν στους διαδρόµους και λέγαµε τί γίνεται. Υπήρχαν µηνύµατα που πήγαιναν συγκεκριµένα σε 2-3 ανθρώπους που ασχολούνταν µε τις λοιµώξεις και ήταν λίγο αφανείς. Έχει 1-2 εξαιρετικούς συναδέλφους οι οποίοι έφαγαν πολύ σκατό. Στην ουσία η άποψη και ο λόγος τους, ενώ δεν φάνηκαν πουθενά, καθοδήγησε κάπως τα πράγµατα.» [15]

Φαίνεται ότι το επιχειρησιακό σχέδιο µέχρι να εφαρµοστεί στα νοσοκοµεία χρειάστηκε ένα µήνα, οπότε στις αρχές Μαρτίου υπάρχει πλέον οργάνωση για την υποδοχή και τον διαχωρισµό των κρουσµάτων, την κατασκευή ξεχωριστών τµηµάτων νοσηλείας για τους ασθενείς µε covid19 και τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθείται. Η διαδικασία διαχωρισµού και υποδοχής ασθενών covid αποδεικνύεται στην πράξη πολύ πιο πολύπλοκη από τα πρωτόκολλα καθώς το νοσοκοµείο είναι ένας σύνθετος οργανισµός και τα απαιτούµενα πρωτόκολλα αντιµετώπισης του κρούσµατος απαιτητικά. Εκεί αρχίζουν να γίνονται πιο αισθητές οι ελλείψεις προσωπικού, υλικών και κλινών. Αυτό δηµιουργεί επισφαλείς καταστάσεις σε ένα ευαίσθητο περιβάλλον.

«Σύµφωνα µε τις διεθνείς οδηγίες χωρίστηκαν τα επείγοντα, στο κοµµάτι που θα υποδέχεται τα covid και στο υπόλοιπο. Θέσπισαν είτε έναν κοινωνικό λειτουργό είτε έναν επισκέπτη υγείας και τους βάλανε στην είσοδο να ρωτούν τον κόσµο που ερχόταν άµα έχει πυρετό ή όχι. Έτσι χωρίζονταν, τα εµπύρετα πήγαιναν στο κοµµάτι covid και οι µη εµπύρετοι στο κανονικό τµήµα.» [16]

«Είχε στηθεί από την αρχή, πριν εµφανιστεί το πρώτο κρούσµα στα Γιάννενα, µία τέντα έξω από τα επείγοντα, όπου γινόταν το τεστ και περίµενε ο ασθενής το αποτέλεσµα για να µπει στο νοσοκοµείο γενικά. Όταν έρχονταν επιβεβαιωµένα κρούσµατα, τραυµατιοφορείς αποµόνωναν δια-δρόµους µέχρι να µεταφερθεί ο ασθενής, είτε σε µονάδα αυξηµένης φροντίδας είτε στην εντατική είτε σε µονάδα λοιµώξεων. Όποιος είχε τα τυπικά συµπτώµατα του ιού (πχ. δύσπνοια) αντιµετωπιζόταν ως ύποπτο κρούσµα και  περίµενε (στην τέντα) να βγει το τεστ. Όταν υπήρχε υψηλός πυρετός ή ο ασθενής ήταν ασταθής, είχαµε εισαγωγή στο νοσοκοµείο και ο ασθενής αντιµετωπιζόταν ως θετικός µέχρι να έβγαινε το τεστ που θα το αναιρούσε ή θα το επιβεβαίωνε» [17]

«Στο Σωτηρία που έγινε νοσοκοµείο αναφοράς, όλες οι κλινικές άδειασαν και έγιναν κλινικές covid, εκτός από τρεις µε φυµατίωση που δεν ήξεραν τι να τους κάνουν. Όλο το άλλο νοσοκοµείο είχε αδειάσει για να υποδεχτεί περιστατικά covid. Έκαναν δύο κλινικές covid, µε διάφορες δωρεές, πολύ προσεγµένες. Είχαν τις δύο εντατικές, µονάδες και θαλάµους για covid όπου φέρνανε και κάποια περιστατικά τύπου 5-6 σε κάθε κλινική. Έχουν χωρίσει τα επείγοντα. Ο ένας χώρος είναι ιατρείο covid µε ξεχωριστό και ανεξάρτητο προσωπικό. Και ο άλλος είναι τα κανονικά επείγοντα. Κι έχει ένα box στην υποδοχή, όπου εκεί είναι µια νοσηλεύτρια, µπορεί και κανένας γιατρός, όπου γίνεται η διαλογή. Οπότε αν φτάνει κάποιος χωρίς ασθενοφόρο, του παίρνει ένα πάρα πολύ σύντοµο ιστορικό, κι αν κρίνει ότι είναι ύποπτος, τον στέλνει στο ιατρείο covid κατευθείαν να του πάρουν δείγµα. Τώρα αν αυτός χρειάζεται νοσηλεία, µπαίνει αυτή τη στιγµή στη κλινική που εφηµερεύει, ως ύποπτο περιστατικό. Που σηµαίνει σε «αποµόνωση», ότι µπαίνει σε ένα θάλαµο µόνος του. Παρ’ όλα αυτά µπαίνει από το διάδροµο, έχει τον ίδιο τραυµατιοφορέα, τον ίδιο καθαριστή. Τέλοσπαντων τον βλέπουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές µε ειδικές στολές. Γιατί το αποτέλεσµα του τεστ θέλει περίπου µία µέρα. Όσο είναι ύποπτος, υποτίθεται ότι είναι µόνος του ή όποιος είναι µαζί του δεν µπαινοβγαίνει. Αν βγει θετικός, καταγράφεται, ενηµερώνεται το περιβάλλον του και τότε πάει σε άλλη κλινική covid. Αν βγει αρνητικό παραµένει στην κλινική που εφηµέρευε και τον αντιµετωπί-ζεις κανονικά. Όταν έρχεται ύποπτο κρούσµα, φοράς όλη τη στολή. Αλλά το πρόβληµα µε τους ύποπτους είναι ότι αν κάποιος είναι βαριά, µπορεί να πρέπει να διασωληνωθεί. Οπότε δεν µπορείς να τον δεις µια φορά και να τον αφήσεις. Πρέπει να ξαναµπείς. Αλλά πρέπει να δεις και τους άλλους ασθενείς. Οπότε µπαίνεις, τον βλέπεις µε στολή, ξαναβλέπεις τους άλλους ασθενείς, κάτι όµως προκύπτει, βάζεις άλλη στολή γιατί την άλλη την πετάς. Στο τέλος καταλαβαίνεις ότι δεν µπαίνεις µε στολή ή άλλη µάσκα, και απλά πλένεις τα χέρια σου. Μερικές φορές δεν µπορείς να τηρήσεις όλα αυτά τα µέτρα. Ουσιαστικά πρέπει να έχεις ένα γιατρό για το ύποπτο περιστατικό, και ένα για τα υπόλοιπα, αλλά έχεις έναν για όλα..» [18]

«Ο χαµός ο µεγάλος ήταν στα επείγοντα όπου έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να διαχωρίσουν τα περιστατικά, να κάνουν αξιολόγηση, οι νοσηλευτές να είναι ντυµένοι για τα ύποπτα, οι άλλοι να υποδέχονται τα υπόλοιπα περιστατικά. Ήταν ένα χάος. Πριν να γίνει µόνο covid, µπορεί ο νοσηλευτής να ήταν στα «καθαρά» περιστατικά και ξαφνικά να ήταν µπροστά του ένα κρούσµα covid και να µην ήταν ντυµένος, να µην ήταν προετοιµασµένος. Εκτίθεσαι. Η διαδικασία µετά ήταν να τον διαχωρίσεις, να τον στείλεις στα ύποπτα, και εσύ όσο είχες εκτεθεί, είχες εκτεθεί. Ο νοσηλευτής δεν σταµατούσε να δουλεύει» [19]

Η όλη αναδιοργάνωση απαιτεί ριζικές αλλαγές και όλη η λειτουργία του νοσοκοµείου επηρεάζεται µε µετατροπές κλινικών, µεταφορά προσωπικού κ.α.. Τα χειρουργεία σταµατούν σε όλα τα νοσοκοµεία εκτός από επείγουσες περιπτώσεις. Ουσιαστικά, η όλη οργάνωση του νοσοκοµείου αναδιατάσσεται γύρω από τον κορωνοϊό και την covid19. Αλλά κι η προσέλευση του κοινού ελαττώνεται αισθητά και ουσιαστικά οι περισσότερες κλινικές που δεν σχετίζονται µε τη νοσηλεία covid µένουν χωρίς δουλειά.

«Καταρχήν µετακινήθηκαν οι νοσηλευτές σε µονάδες covid εκτός από αυτούς που ανήκαν σε ευαίσθητη οµάδα, οι οποίοι συνέχισαν να δουλεύουν σε κλινικές που δε θα ερχόταν σε επαφή µε θετικό κρούσµα. Μετακινήθηκαν οι γιατροί, π.χ. οι δερµατολόγοι (των οποίων η κλινική έκλεισε) και πήγαν όλοι σε µονάδα covid και το ενδοσκοπικό τµήµα των γαστρεντερολόγων µετακινήθηκε στο νέο κτίριο και το πρώην γαστρεντερολογικό έγινε Μονάδα Ειδικών Λοιµώξεων. Έγιναν αλλαγές. Για παράδειγµα, σε εµάς έκλεισαν την κλινική και πήραν τους νοσηλευτές µας. Δεν είχαµε χειρουργεία παρά µόνο τα επείγοντα. Η κλινική λειτουργούσε µόνο µε την προϊσταµένη από το νοσηλευτικό προσωπικό. Δεν βλέπαµε νέους ασθενείς εκτός και αν αφορούσε τη ζωή τους.» [20]

«Ουσιαστικά αναγκάστηκαν να κάνουν εφηµερίες παραπάνω ειδικότητες απ’ ότι ήταν. Επίσης οι γενικοί γιατροί όλοι, που έκαναν τη διαλογή και διεκπεραίωναν το περιπατητικό ιατρείο που είναι ουσιαστικά τα πιο ελαφριά περιστατικά που έρχονται µε τα πόδια, δεσµεύτηκαν. Οπότε το ιατρείο διαλογής το έκαναν οι γυναικολόγοι, οι γενικοί χειρουργοί, οι ορθοπεδικοί και οι ουρολόγοι, όποιος τέλος πάντων µπορούσε να δώσει εφηµερία. Ουσιαστικά ήταν τροχονόµοι µε αποτέλεσµα όλα τα περιπατητικά να φορτώνονται στο παθολογικό ΤΕΠ και να πήζει. Αυτό ήταν µεγάλο πρόβληµα. Απρίλη και Ιούνη είχαν δεσµευτεί όλοι εκεί και περίµεναν, ενώ το παθολογικό ΤΕΠ έµενε µε τον ίδιο αριθµό γιατρών για διπλάσιο κόσµο.» [21]

Και οι προσλήψεις; Αρχικά  η πρώτη κίνηση που έγινε αφορούσε σε µια προκήρυξη για διετείς συµβάσεις που είχε γίνει πριν 2 χρόνια κι είχε παγώσει και αφορούσε κυρίως νοσηλευτές [22]. Όλοι οι συνεντευξιαζόµενοι αναφέρονται κυρίως σε µετακινήσεις υγειονοµικού προσωπικού από άλλες πτέρυγες, άλλες δοµές και κέντρα υγείας [23]. Η γενικότερη αίσθηση που µεταφέρουν οι υγειονοµικοί είναι ότι αυτές οι προσλήψεις ήταν περισσότερο µπαλώµατα, αν και αναγκαία, για το σύστηµα περίθαλψης και είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότερες αφορούν σχέση ιδιωτικού δικαίου και έχουν µικρή διάρκεια από 4 ως 6 µήνες, µε δυνατότητα επέκτασης [24]. Ακόµα η κυβέρνηση φέρνει νοµοθετική ρύθµιση για την κάλυψη των κενών στα νοσοκοµεία και σε κέντρα υγείας καλύπτοντας τα προσωρινά µέσω απασχόλησης ιδιωτών γιατρών µε µπλοκάκι [25]. Δίνεται έτσι η εικόνα µίας προσωρινής επίλυσης ενός έκτακτου γεγονότος µέσω εσωτερικών ανακατατάξεων και outsourcing, παρά µία ενίσχυση του ΕΣΥ και της δηµόσιας περίθαλψης [26].

«Σε εµάς δεν έγιναν σίγουρα προσλήψεις. Έγιναν µόνο αυτές που είχαν προκηρυχθεί πριν δύο χρόνια. Το 2018 είχαν βγει προκηρύξεις για ειδικούς και µόνιµο προσωπικό στα επείγοντα, για να κάνουν ανεξάρτητα επείγοντα. Αυτό το προσωπικό που αφορούσε τις προκηρύξεις πριν δύο χρόνια ήρθε άρον-άρον τώρα λόγω covid. Αλλιώς δεν θα έτρεχαν. Ήταν και µία ιστορία που είχε γίνει τότε: οι προκηρύξεις είχαν γίνει επί ΣΥΡΙΖΑ, είχαν καθυστερήσει πάρα πολύ, δεν ξέρω τί είχε παιχτεί και όταν βγήκε η ΝΔ είπε ότι θα τον ακυρώσει τον διαγωνισµό γιατί δεν είχε γίνει µε έγκυρους τρόπους. Και έγινε ξανά δεύτερη φορά, άρα καθυστέρησε δύο χρόνια. Έγιναν αιτήµατα από διευθυντές του νοσοκοµείου µας. Αλλά χάσαµε προσωπικό γιατί µεταφέρθηκαν κάποιοι από τους γιατρούς που ήρθαν για τα επείγοντα σε άλλο νοσοκοµείο όπου έγινε τµήµα covid. Δεν προσέλαβαν νέο προσωπικό για εκεί, µετέφεραν αυτούς που θα κάλυπταν τα επείγοντα του δικού µας νοσοκοµείου.

Έµειναν τρεις σε εµάς και µεταφέρθηκε και ο ένας από τους δύο λοιµωξιολόγους του νοσοκοµείου στο Σωτηρία. Με αποτέλεσµα ένα δευτεροβάθµιο νοσοκοµείο να έχει έναν λοιµωξιολόγο ο οποίος δεν µπορεί να πάρει άδεια, είναι 64 χρονών και οµάδα υψηλού κινδύνου.» [27]

«Υπήρχαν κάποιες προσλήψεις που εκκρεµούσαν οπότε τις διεκπεραίωσαν γρήγορα και σε άσχετες κλινικές. Κάποιοι άνθρωποι µπήκαν στην ωτορινολαρυγγολογική κλινική. Πήραν κάποιο προσωπικό και έγιναν και µετακινήσεις. Μία φίλη παθολόγο, από το Αλεξάνδρα την πήγαν στο Σωτηρία. Έγιναν µετακινήσεις και από κέντρα υγείας» [28]

«Ναι, πήραν αρκετό κόσµο. Κυρίως βέβαια πήραν στις εντατικές και στα επείγοντα. Νοσηλευτές και κάποιο διοικητικό προσωπικό. Γιατροί πολύ λίγοι προσλήφθηκαν. Στη δική µας µονάδα ήρθε ένας γιατρός επικουρικός. Πιο πολύ έγιναν µετακινήσεις να σου πω την αλήθεια. Σίγουρα χρειάζονται και τα δύο, απλά αντί για προσλήψεις έκαναν µετακινήσεις. Σε εµάς ήρθαν γιατροί από άλλα νοσοκοµεία. Όταν εκεί έπεσε η δουλειά τους στείλανε σε εµάς. Όλα αυτά ήταν µπαλώµατα. Οι επικουρικοί ήµασταν ένα µπάλωµα, οι µετακινήσεις γιατρών και νοσηλευτών ήταν µπαλώµατα. Δεν καλύπτεις έτσι τις τρύπες του συστήµατος.» [29]

Παράλληλα όµως µε τα µπαλώµατα στα νοσοκοµεία, τα µέτρα περιορισµού της µετακίνησης αλλά και ο φόβος αλλάζουν αισθητά την σχέση των πολιτών µε το ΕΣΥ και η προσέλευση τους στα νοσοκοµεία µειώνεται αισθητά. Ένα σωρό παράγοντες που συµβάλλουν σε άλλες παθήσεις, αρρώστιες και ατυχήµατα µειώνονται ή απλά σταµατάνε να υπάρχουν. Μία «αυτορύθµιση» του συστήµατος που έχει φυσικά τις απώλειες του, ανθρώπινες απώλειες. Χρόνιες παθήσεις όπως ο καρκίνος αποτέλεσαν µία από τις χαρακτηριστικότερες «παράπλευρες» απώλειες της αναδιοργάνωσης και «αυτορύθµισης» του ΕΣΥ.

«Επειδή ο κόσµος φοβήθηκε δεν ερχόταν στο νοσοκοµείο. Ήµουν στα επείγοντα και αυτό το πράγµα που γίνεται, που κάνουµε 80 – 90 εισαγωγές το 24ωρο, δεν… Δεν ερχόντουσαν εγκεφαλικά, εµφράγµατα. Αυτό που λέει το κράτος για την τροµερή επιτυχία που έκανε, απ’ τη στιγµή που έκλεισες τα τακτικά χειρουργεία, όπου θα έµπαινε ένας 75χρονος που δεν θα ξυπνούσε απ’ την νάρκωση και θα πήγαινε στην µονάδα εντατικής θεραπείας, δεν θα γινόταν τώρα. Στην Ελλάδα έχουµε πάρα πολλά τροχαία. Άρα άδειασαν κρεβάτια στα νοσοκοµεία. Ένας γέρος 90 χρονών που µπαίνει στο νοσοκοµείο, παθαίνει µία λοίµωξη του αναπνευστικού και επειδή οι γιατροί είναι φοβικοί µην τους κάνουν µήνυση οι συγγενείς πάνε και τον διασωληνώνουν και υποστηρίζουν µηχανικά την αναπνοή του. Ε, τώρα δεν διασωληνώνονταν, αδειάσανε τα κρεβάτια στις µονάδες και τους βγήκε καλά» [30]

«Ο κόσµος που ούτως ή άλλως πήγαινε στα νοσοκοµεία για οτιδήποτε, αυτός έµεινε σπίτι του…. Αυτά που µείνανε πίσω είναι τα περιστατικά αυτά, οι καρκίνοι, εµφράγµατα, ΧΑΠ…κάτι τέτοια που σίγουρα θα πέθαναν αρκετοί σπίτι τους. Δεν έβρισκες άκρη. Δεν πήγαινε και ο κόσµος από φόβο στο νοσοκοµείο αν είχε κάτι…. Μείνανε αδιάγνωστοι καρκίνοι 2 µήνες. Όταν σταµάτησε να είναι νοσοκοµείο αναφοράς το Σωτηρία η δουλειά που έχει είναι σαν να είναι χειµώνας, είναι γεµάτες οι κλινικές. Γιατί έρχονται καρκίνοι που είχανε µείνει 2 µήνες αδιάγνωστοι, γιατί που να πάει στο ιδιωτικό νοσοκοµείο, δεν είχε λεφτά» [31]

«Όσον αφορά τους ασθενείς µε άλλες παθήσεις, όπως έγινε γνωστό έγινε αναστολή όλων των τακτικών χειρουργείων και οποιαδήποτε άλλα περιστατικά πήγανε πίσω. Υπήρχε τροµερό πρόβληµα µε τους καρκινοπαθείς. Εγώ δεν µπορώ να µιλήσω για τις θεραπείες τους γιατί δεν είµαι στο ογκολογικό, αλλά στο κοµµάτι της διάγνωσης, που σηµαίνει βιοψία, έβρισκες απίστευτα κολλήµατα. Γιατί σταµάτησαν διάφορες διαδικασίες όπως ο ενδοσκοπικός υπέρηχος που γίνεται σε δύο νοσοκοµεία. Στο Σωτηρία που είναι το βασικό πνευµονολογικό δεν µπορούσαµε να διακοµίσουµε κανένα περιστατικό καρκίνου πνεύµονα. Αυτό ήταν µεγάλο πρόβληµα για όσους τύχαινε να βρουν ότι έχουν κάτι εκείνο τον ενάµιση µήνα. Εµάς µας έτυχε να κρατάµε ασθενή, που ξέρουµε τι έχει, δύο εβδοµάδες νοσηλεία, γιατί προφανώς δεν µπορούσαµε να τον διώξουµε να πάει σπίτι, γιατί δεν µπορούσε να κανονιστεί η βιοψία και να παραπεµφθεί σε ογκολόγο.» [32]

«Και µε την καραντίνα σχετίζεται. Γιατί ο H1N1 έχει µια µεταδοτικότητα λόγω συνωστισµού σε κλειστούς χώρους. Όπως κάθε ιός, κάθε γρίπη. Και η γρίπη τύπου Α. Και σίγουρα όταν ο κόσµος σταµατάει να πηγαίνει στα νοσοκοµεία για το παραµικρό και να εκτίθεται σε όλα αυτά, στον H1N1, στην γρίπη κτλ., όλα αυτά περιορίζονται.» [33]

Το δηµόσιο, το κρατικό, το ιδιωτικό

Μια άµεση επίπτωση της «αυτορύθµισης» του συστήµατος περίθαλψης ήταν η µετακίνηση όσων ασθενών είχαν την δυνατότητα στο ιδιωτικό σύστηµα περίθαλψης. Οι ιδιωτικές κλινικές δεν δεχόντουσαν τη νοσηλεία κρουσµάτων και τα χειρουργεία είχαν ανασταλεί όπως και στο δηµόσιο τοµέα, αλλά λοιπές ιατρικές πράξεις και κυρίως διαγνώσεις γινόντουσαν. [34] Αυτή η πτυχή µάλλον επισκιάστηκε από τη διάθεση κλινών από τον ιδιωτικό τοµέα στο υπουργείο Υγείας για την περίθαλψη περιστατικών covid19. [35] Παράλληλα το ίδιο το υπουργείο ανακοίνωνε την «επίταξη» κλινών των ιδιωτικών νοσοκοµείων για τον ίδιο σκοπό, εξασφαλίζοντας την χρήση των, τυχόν άδειων, κλινών µετ’ αποζηµίωσης και µε την ευθύνη και τη διαχείριση να βαραίνει το δηµόσιο [36]. Αν συνδυαστεί και µε τη πρόσληψη ιδιωτών γιατρών στα δηµόσια νοσοκοµεία συµπληρώνεται µία εικόνα ενός µεικτού συστήµατος δηµόσιας περίθαλψης.

«Τα ιδιωτικά δούλευαν κανονικά, δεν έκαναν χειρουργεία, αλλά βρογχοσκόπηση σου έκαναν, σου έκαναν και ένα τεστ για 150 ευρώ.» [37]

«Δεν δεχόµασταν κρούσµατα. Πάντα γινόταν αξιολόγηση στην είσοδο των περιστατικών και αν είχαµε κάποιο ύποπτο έφευγε για δηµόσιο. Γιατί καµία ιδιωτική κλινική δεν ρίσκαρε να βάλει covid µέσα στα χειρουργικά, µέσα στα υπόλοιπα περιστατικά.» [38]

Ταυτόχρονα η αποδυνάµωση της ΠΦΥ µέσω µετατάξεων στα νοσοκοµεία φαίνεται να έσπρωξε κόσµο και στα ιδιωτικά ιατρεία κυρίως για συνταγογραφήσεις αλλά και για συµβουλές-οδηγίες για τον κορωνοϊό [39]. Ευπαθείς οµάδες που ανησυχούσαν από τον καταιγισµό πληροφοριών αναζητούσαν πληροφορίες.  Αν και λόγω φόβου οι λοιπές επισκέψεις είχαν περιοριστεί.

«Ήταν κόσµος που είχε πάρει στον ΕΟΔΥ και δεν έβγαζε γραµµή. Ή έπαιρναν και δεν έβγαζαν άκρη, δεν τους µιλούσαν πολύ. Γιατί ήθελε ο κόσµος να ηρεµήσει. Ήταν και νέοι, αλλά κυρίως ήταν ηλικιωµένοι, µόνοι τους, χωρισµένοι, γενικά ευπαθείς οµάδες µε άσθµα, µε ΧΑΠ. Δεν είναι δηλαδή ότι αυξήθηκε η δουλειά στους ιδιώτες. Είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ούτε 10 ευρώ να σου δώσουν, και δεν σε ξέρουν για να σου πουν να τους γράψω µια άυλη. Οπότε δεν είχα αύξηση των χρηµάτων. Οι περισσότεροι ιδιώτες νοµίζω ήταν έτσι γιατί έχασαν διάφορα περιστατικά. Γιατί ήταν οι αλλεργίες, τα άσθµατα, ήταν να δεις κόσµο για το πως πάει, πως µπαίνει η άνοιξη» [40]

Αποτρεπτική συµβουλευτική

Παράλληλα µε την αναδιοργάνωση του ΕΣΥ στήνεται ένα επιχειρησιακό κέντρο του ΕΟΔΥ που αφορά τόσο στην ενηµέρωση, όσο και στην παρακολούθηση της πανδηµίας.  Κι αν η ενηµέρωση των γιατρών γινόταν αποσπασµατικά, για την ενηµέρωση του κοινού ο ΕΟΔΥ δηµιούργησε ένα τηλεφωνικό κέντρο το οποίο και αποτέλεσε το βασικό κύτταρο εφαρµογής της πολιτικής του. Το κέντρο αυτό λειτούργησε ως «κυµατοθραύστης» του κόσµου για να µην συµφορηθούν τα νοσοκοµεία τα οποία βρισκόταν σε φάση αναδιοργάνωσης. Με αυτό τον τρόπο κάλυψε και επικοινωνιακά τις αδυναµίες και ελλείψεις του ΕΣΥ. Είναι δύσκολο κανείς να διακρίνει ποιο κοµµάτι της διαχείρισης γινόταν για οργανωτικούς και λειτουργικούς λόγους του ΕΣΥ και ποιο για την επικοινωνιακή διαχείριση της πανδηµίας.

«Στην αρχή όλα οργανώνονταν από τον ΕΟΔΥ: αν έπρεπε να κάνεις τεστ, αν έπρεπε κάποιος να πάει στο νοσοκοµείο, σε ποιο νοσοκοµείο, οτιδήποτε έχει σχέση µε τον κορωνοϊό έπρεπε να πάρει έγκριση από τον ΕΟΔΥ. Κι εγώ αν είχα στο ιατρείο κάποιον που έπρεπε να κάνει τεστ, έπρεπε να πάρω έγκριση από τον ΕΟΔΥ, αλλιώς δεν µπορούσες να πας σε νοσοκοµείο να κάνεις τεστ έτσι. Η οποία έγκριση γινόταν βάσει των εκτιµήσεων… από το τηλέφωνο. Αυτοί είχαν βασικό στόχο να µην πηγαίνει κόσµος στα νοσοκοµεία. Δεν το είχαν πει κυριολεκτικά. Υποτίθεται ότι έπρεπε να φτιάξεις άµυνα, αλλά η άµυνα έχει και ένα κόστος. Επειδή δεν είχαµε τεστ και επειδή δεν ήθελαν να τιγκάρουν τα νοσοκοµεία επειδή δεν είχαµε προσωπικό, αυτό ήταν ο στόχος. Οπότε σου λέει να τους κόβουµε κάποιους από το τηλέφωνο. Να τους κρατάµε σπίτι όσο γίνεται για να µην συµφορηθούν τα νοσοκοµεία. Μας έδιναν κάτι οδηγίες – εσύ ήσουν στα τηλέφωνα κατά κύριο λόγο – παρωχηµένες, εντάξει µην µιλάτε και πολύ στο κόσµο, όλοι έχουν φρικάρει δεν γίνεται να ασχοληθούµε µε τη φρίκη του καθενός κ.τ.λ.» [41]

Αυτή η τηλεϊατρική αντιµετώπιση της αγωνίας και των αποριών σχετικά µε τον κορωνοϊό δηµιούργησε αρκετά προβλήµατα τα οποία συνδυαστικά µε την αρχική σύγχυση γύρω από τα χαρακτηριστικά του ιού και την έλλειψη σαφών οδηγιών οδήγησε σε τραγικές καταστάσεις. Ο ΕΟΔΥ σε έστελνε στο γιατρό σου που έπρεπε να µπορεί να σε εξετάσει αλλά κι οι ίδιοι οι γιατροί ανέτρεχαν πάλι στον ΕΟΔΥ για να µπορούν να παραπέµψουν κάποιο περιστατικό. Όταν, µάλιστα, υπήρχαν καταστάσεις όπου το ανοσοποιητικό ήταν ήδη σε καταστολή, το «µένουµε σπίτι» ήταν πολύ προβληµατικό.

«Δεν υπήρχε ξεκάθαρη οδηγία. Έπαιρναν και εµάς τηλέφωνο πέρα από τον ΕΟΔΥ, έπαιρναν στα νοσοκοµεία και ρωτούσαν «έχω αυτό και αυτό, τι να κάνω;» Δεν υπήρχε ξεκάθαρη οδηγία τί θεωρείται ευπαθής οµάδα. Γιατί, το να πεις σε κάποιον που δεν τον ξέρεις, δεν τον έχεις εξετάσει ποτέ, δεν ξέρεις το ιστορικό του, «µείνε σπίτι και παρακολούθησε τον πυρετό» είναι αρκετά επικίνδυνο. Ο ασθενής δεν είναι γιατρός, δεν θα σου πει από το τηλέφωνο π.χ. είµαι υπερτασικός, λίγο του το εκµαιεύεις. Άµα δεν γίνει αυτό καλά, είναι πρόβληµα και δεν υπάρχουν πολύ γιατροί στα τηλεφωνικά κέντρα του ΕΟΔΥ. Αυτό το διαπίστωσα για µία φίλη µου η οποία είναι γιατρός και νόσησε και έχει αυτοάνοσο νόσηµα και δεν υπήρχε οδηγία» [42]

«Μετά από λίγο προέκυψε και ο θάνατος µιας γυναίκας νέας 40 ετών, µετά από λίγο άρχισαν να κατηγορούν τα τηλέφωνα, και πώς γίνεται να βγάζει ο άλλος από το τηλέφωνο συµπεράσµατα. Πώς γίνεται να λες δες τον γιατρό σου όταν πάρα πολλοί γιατροί δεν έβλεπαν τους ασθενείς του;. Αλλά και ο γιατρός που τον έβλεπε τελικά τον ασθενή, έπαιρνε τον ΕΟΔΥ και µετά βίας ο ΕΟΔΥ τον έστελνε στο νοσοκοµείο. Για να µην φανεί ότι υπήρχαν ελλείψεις σε τεστ, για να µην φανούν όλες οι αδυναµίες του συστήµατος.» [43]

Όλα είναι σχέσεις

Το νοσοκοµείο είναι ένας σύνθετος και πολύπλοκος αλλά πάνω από όλα ζωντανός οργανισµός. Η εικόνα της συµπαγούς οργάνωσης δίνει τη θέση της σε αυτή µιας πολλαπλότητας σχέσεων σε όλα τα επίπεδα. Μεταξύ των πολιτών και του νοσοκοµείου, µεταξύ ειδικών και µη, µεταξύ του υγειονοµικού προσωπικού, µεταξύ υγειονοµικού προσωπικού και µη, µεταξύ του υγειονοµικού προσωπικού και του οικείου περιβάλλοντός του. Για να εξετάσει κανείς τι άλλαξε στον τοµέα της περίθαλψης πρέπει να σκύψει πάνω στις αλλαγές που συνέβησαν σε αυτές τις σχέσεις.

Όσον αφορά το υγειονοµικό προσωπικό, όλες αυτές οι ανακατατάξεις δεν πραγµατοποιήθηκαν χωρίς εντάσεις µεταξύ γιατρών και διοίκησης, γιατρών µεταξύ τους κ.τ.λ.. Υφιστάµενοι ανταγωνισµοί αναδιατάσσονται καθώς αλλάζει η λειτουργία του νοσοκοµείου, σταµατούν τα χειρουργεία που αποφέρουν και λεφτά σε πολλούς µεγαλογιατρούς, ενώ οι δωρεές από «ευεργέτες» εντείνουν τους υπάρχοντες ή δηµιουργούν νέους διαχωρισµούς.

«Υπήρχε και µία εσωτερική σύγκρουση µεταξύ των διαφόρων πανεπιστηµόνων. Ότι εµείς δεν θέλουµε να είµαστε νοσοκοµείο αναφοράς. Δεν θέλουµε να µας έρθουν όλα τα covid εδώ πέρα γιατί θέλουµε να συνεχίσουµε να λειτουργούµε όπως λειτουργούµε. Και ας γίνει το Σωτηρία νοσοκοµείο αναφοράς. Αυτό πρακτικά ήταν αδύνατο. Η δική µας ΜΕΘ είχε περιστατικά covid, αλλά δεν το θέλανε. Οι προσπάθειες στο δικό µας νοσοκοµείο ήταν να µην έρθει αυτή η φάση. Υπήρχε η εσωτερική σύγκρουση ότι οι λοιµοξιωλόγοι το θέλουν γιατί θα µπουν σε διάφορα πρωτόκολλα και θα δοξαστούν, και οι άλλοι δεν το ήθελαν. Εκ των υστέρων δόθηκε µία δωρεά από τον Λάτση και µία από την Aegean, ο Λάτσης έδωσε 1.500 ευρώ σε όσους δούλεψαν µε covid και έγινε µία σφαγή στο νοσοκοµείο ποιος θα πάρει τα φράγκα» [44]

«Ο Νιάρχος έδωσε ένα επίδοµα, 1.500 ευρώ, που ήταν πολύ διαίρει και βασίλευε στους γιατρούς και στους νοσηλευτές που έχουν ασχοληθεί µε covid για πάνω από έναν µήνα.  Οπότε στα νοσοκοµεία λένε, ωραία, ποιος έχει ασχοληθεί; Κι άρχισαν και τσακώνονταν, γιατί εµείς να µην πάρουµε το επίδοµα και εσείς το πήρατε; Ήταν πάρα πολύ διασπαστικός ο τρόπος που έγινε αυτό. Τσακώθηκαν οι περισσότεροι. Δώσανε και διάφορα δωράκια, τύπου δωροεπιταγή, προϊόντα κ.τ.λ. και τα µοίραζαν όπως ήθελαν.» [45]

Παράλληλα όµως, η αίσθηση και ο φόβος του κινδύνου δηµιούργησαν από τη µία ένα πλέγµα κατανόησης (ή και αλληλεγγύης) και από την άλλη ένα πλέγµα αποµόνωσης µεταξύ αυτών που είναι στις κλινικές covid19 και αυτών που δεν είναι. Ιδιαίτερα µετά την εµφάνιση κρουσµάτων µέσα στο υγειονοµικό προσωπικό. Αυτό επεκτείνεται εν µέρει και στο µη υγειονοµικό προσωπικό που λόγω επικινδυνότητας αλλά και πρωτοκόλλων αποκτά µια ορατότητα στον οργανισµό του νοσοκοµείου.

«Πιο πολύ αυτός ο πανικός, µην σου πω και αλληλεγγύη, υπήρξε. Νοµίζω ότι στη σκληρή φάση που υπήρχε φόβος και για τη ζωή σου, υπήρχε αλληλεγγύη. Όταν σου έλεγε ο άλλος 50-60 χρονών εγώ φοβάµαι να πάω, θα τον καταλάβαινες, ενώ αν το έλεγε πριν ότι βαριέµαι ή δεν αντέχω θα έλεγες εντάξει… Μιλούσα µε τους µεγαλύτερους, οι επιµελητές είναι 55 χρονών και πάνω. Εννοείται ότι φοβόντουσαν, είχε ο άλλος στεφανιαία νόσο. Τι να τους πεις; Στην αρχή δεν είχαµε µέσα προφύλαξης. Τώρα αν θα πέθαινε ή όχι κάποιος, άλλη ιστορία. Εδώ φοβόντουσαν 40χρονοι.» [46]

«Οι καθαρίστριες είναι κάτι κυριούλες που κάνουν τη χειρότερη δουλειά. Εργολαβίες, παίρνουν 360 και τις απολύουν όποτε να ‘ναι. Και είναι οι περισσότερες µίας ηλικίας. Και τις εκπαίδευσαν πώς να ντύνονται και να ξεντύνονται. Εκ των υστέρων, επειδή κάναµε τεστ αντισωµάτων σχεδόν όλοι στο νοσοκοµείο, ένα ποσοστό καθαριστριών είχαν θετικά αντισώµατα. Και λες γιατί; Έπρεπε να υπάρξει µία πρόνοια γι’ αυτές τις γυναίκες. Άλλο για εµένα που ντυνόµουν και ξεντυνόµουν, άλλο να είσαι 8 ώρες µε αυτό το πράγµα. Επειδή υπήρχε έλλειψη στα υλικά, έβαζες µια µάσκα και δεν άλλαζες από άρρωστο σε άρρωστο, όπως έλεγαν στην αρχή. Την ίδια ρόµπα, το ίδιο σκουφί και απλά άλλαζες γάντια. Αυτή η µάσκα είναι πάρα πολύ σφιχτή, αυτά που έδειχναν να κάνουν σηµάδια ισχύει. Σκέψου αυτές τις γυναίκες που έµπαιναν µέσα και κάθονταν έτσι. Να µην ακουµπήσεις το πρόσωπό σου, να µην ξυστείς.» [47]

«Στην αρχή κιόλας το προσωπικό καθαριότητας είχε εξαιρεθεί από το επίδοµα του Νιάρχου. Κι υπήρχαν κάτι περιστατικά που κάποιοι δούλεψαν µόνο 28 µέρες και όχι 30 και δεν θα το έπαιρναν το επίδοµα. Άτοµα που έµπαιναν παντού και µάζευαν και πέταγαν όλα τα απολυµαντικά και έπαιρναν 400 ευρώ το µήνα. Και τους λένε δεν παίρνεις. Σε µια µονάδα µαζέψαν λεφτά οι νοσηλευτές και τις έδωσαν.» [48]

Το άγχος και ο φόβος της δουλειάς συνοδεύεται από αποµόνωση όταν οι υγειονοµικοί επιστρέφουν στο περιβάλλον εκτός νοσοκοµείου. Οι «λεπροί» «ήρωες» βιώνουν το άγχος και τις δυσκολίες, ενώ πρέπει να κάνουν δύσκολες επιλογές που αφορούν τις σχέσεις τους όχι απλά µε τους γονείς τους αλλά και µε τους φίλους τους, τους συντρόφους τους, τα παιδιά τους. Η αυτό-αποµόνωση δηµιουργεί µια συνθήκη σκληρής καραντίνας. Η «λάµψη» των υγειονοµικών αποδεικνύεται ολίγον ραδιενεργή και ουσιαστικά ποτέ δεν εγκαταλείπουν την covid συνθήκη του νοσοκοµείου, παρά την κουβαλάν µαζί τους ως ταυτότητα. Κάποιοι επιλέγουν να συναναστρέφονται εντός της ιατρικής κοινότητας αφού λεπρός λεπρό δεν φοβάται. Ιδιαίτερα όµως το ζήτηµα των παιδιών θέτει σοβαρές δυσκολίες στην προσπάθεια να προστατέψουν τους οικείους τους.

«Εµένα οι φίλοι µου είναι κατά βάση γιατροί και οι περισσότεροι δουλεύουν κιόλας άρα ο καθένας ήθελε να προστατέψει και τους ασθενείς του. Έτσι αποφεύγαµε να βρισκόµαστε και πριν γίνει η καραντίνα. Μετά χαλάρωσε πολύ η κατάσταση, πιστεύω είναι και πολύ ένας µήνας αποµόνωσης. Είχα συναδέλφους που µένουν µόνοι τους και δεν έπαιρναν ρεπό στην καραντίνα γιατί ήθελαν να έρθουν να πιούµε καφέ στο νοσοκοµείο, γιατί ήθελαν να δούνε έναν άνθρωπο και ήταν η µόνη κοινωνική επαφή που µπορούσαν να έχουν. Με άλλους ανθρώπους εγώ απέφευγα να βρίσκοµαι γιατί καταλάβαινα ότι φοβούνται γενικά. Και ακόµα µπορεί να φοβούνται να µε βλέπουν.» [49]

«Μόνη µου έµενα. Τους γονείς µου που είναι και ευπαθής οµάδα δεν τους επισκεπτόµουν ποτέ. Δηλαδή στην µητέρα µου άφηνα τα πράγµατα απ’ έξω απ’ την πόρτα και έφευγα. Έπρεπε να σιγουρευτώ ότι δεν ήµουν φορέας. Ουσιαστικά για έναν µήνα δεν συναντιόµουν καθόλου µε κόσµο που δεν είχε επαφή µε covid, µε φίλους, µε συγγενείς. Έβλεπες µόνο φίλους, ουσιαστικά συνάδελφοι ήταν, που ήταν µπλεγµένοι µε covid. Δεν µπορούσα να δω τους δικούς µου, δεν µπορούσα να φύγω απ΄ την Αθήνα, δεν µπορούσες να πας και κάπου γενικότερα. Κάποιο χόµπι αν είχες δεν µπορούσες να το κάνεις, είχαν κλείσει τα πάντα. Ουσιαστικά σπίτι, δουλειά. Και να δεις κάποιον φίλο – συνάδελφο. Δεν είναι και εύκολο πράγµα να τους λες ότι είσαι στην µονάδα του Σωτηρία εν µέσω covid. Μου είχε τύχει µε έναν φίλο που µου το έφερνε γύρω-γύρω να µην βρεθούµε. Νιώθεις λίγο αποκλεισµένη. Όπως είχε πει και µία φίλη µου, νιώσαµε λίγο τον ρατσισµό, αλλά υπήρχε και ο φόβος. Ούτε εµείς δεν ξέραµε εάν µεταδίδαµε τον ιό. Εκνευρίζεσαι λίγο, στεναχωριέσαι λίγο, αλλά έτσι είναι.» [50]

«Σε όλη αυτή τη φάση των δύο µηνών δεν ήξερες τί θα σου ξηµερώσει. Άρχισα να προβληµατίζοµαι αν εγώ εκτεθώ τί θα κάνουµε. Και έφερα αυτή την κουβέντα στο σπίτι. Τελικά δεν κόλλησε κανείς, εντάξει. Μετά ήταν δύο ζευγάρια φίλων, τα παιδιά πηγαίναν µαζί νηπιαγωγείο, οι οποίοι προς τιµήν τους, παρόλο που ήµασταν οι λεπροί, κρατούσαν το παιδί σπίτι τους, το οποίο το εκτιµώ απεριόριστα. Δεν θα το έκανε ο οποιοσδήποτε. Έχω συνάδελφο και φίλη που είχε τροµερό πρόβληµα µε αυτό το θέµα. Είχε φίλους, προσπάθησε να βρει άκρη να κρατάνε το παιδί της αλλά κανείς δεν ήθελε.» [51]

«Εµένα προσωπικά µε επηρέασε αρκετά αυτή η κατάσταση, µιας και ενώ το πρωί θεωρούσα ότι η καθηµερινότητά µου δεν είχε αλλάξει σε σχέση µε τις προηγούµενες µέρες, από τις τρεις το µεσηµέρι και µετά ερχόµουν στον κόσµο που ζούσαν και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι πέραν των γιατρών και κάποιων άλλων εργαζοµένων (π.χ. κουριερ). Ένα αντιφατικό πράγµα που χώριζε τις µέρες στη µέση µε το κοµµάτι της παλιάς καθηµερινότητας χωρίς περιορισµούς και το κοµµάτι της καραντίνας. Ενώ στο πρώτο κοµµάτι ήταν σα να ζω σε µία κοινωνία µε κάποια µέτρα για τον ιό αλλά χωρίς lockdown, στο δεύτερο κοµµάτι δεν µπορούσα να συνεχίσω όπως ξεκίνησα την ηµέρα». [52]

«Κοίτα είχα κόψει εντελώς τις επαφές µου, οικειοθελώς, κοινή συναινέσει. Τους γονείς µου, τον αδερφό µου, φίλους. Δεν σκέφτηκε κανείς τι γίνεται µε τα παιδάκια, που είχαν πολύ µεγάλο ζόρι γιατί σταµάτησαν οποιασδήποτε µορφής κοινωνικοποίηση, παιδική χαρά, πουθενά και κάθονταν κλεισµένα σε ένα σπίτι. Και τα µεγαλύτερα τα έφηβα, που είχαν µάθει να βγαίνουν, να είναι µε τους φίλους τους, µπήκε κι η άνοιξη, και ξαφνικά καταλάβαιναν γιατί, δεν τα υποχρέωνες, και επέλεγαν να κάτσουν σπίτι. Είναι αρκετό ζόρι για ένα νέο παιδί να µην βλέπει τους φίλους του.» [53]

Η σχέση υγειονοµικών και πολιτών επηρεάστηκε σηµαντικά καθώς η εικόνα του γιατρού που θα σώσει ζωές κυριάρχησε στα ΜΜΕ, ενώ η ανασφάλεια και ο φόβος τόνισαν περισσότερο την ανάγκη του κόσµου για ασφάλεια αλλά και απαντήσεις. Η ηρωοποίηση των υγειονοµικών, τα χειροκροτήµατα στα µπαλκόνια έδειχναν µια αποδοχή του ρόλου τους µέσα από µία συγκεκριµένη οπτική και σε µία πολύ συγκεκριµένη ζόρικη χρονική στιγµή. Αυτό αποδείχθηκε τους µήνες µετά το lockdown, όταν και οι οποιεσδήποτε κινητοποιήσεις διεκδίκησης των γιατρών αντιµετωπίστηκαν όπως πάντοτε στο παρελθόν, από αδιαφορία έως και γραφικότητα. Ταυτόχρονα όµως διεύρυνε και το χάσµα στη σχέση γιατρού – ασθενή.

«Γενικά την περίοδο της καραντίνας ήταν πολύ διαφορετικός ο τρόπος που ο κόσµος αντιµετώπιζε το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό. Πολύ ευγένεια, πολύ κατανόηση, πολύ διαφορετική οπτική. Η οποία άλλαξε πάρα πολύ γρήγορα, είµαστε ξανά στα ίδια. Ήταν µία πολύ αισθητή αλλαγή η οποία δεν κράτησε καθόλου. Τώρα είµαστε πάλι “κλέφτες γιατροί”.» [54]

«Νοµίζω ότι επιδεινώθηκε αυτό το χάσµα. Όχι ότι το έχω διαπιστώσει και έντονα κάπου. Αλλά όταν ο γιατρός είναι ο ειδικός πάνω σε ένα θανατηφόρο συµβάν που ενδεχοµένως σου συµβεί, και τους λες “θα πεθάνω;” εννοείται ότι αυξάνεται η δύναµη και η εξουσία του γιατρού πάνω στον ασθενή.» [55]

Το δίληµµα της καραντίνας

Τελικά γιατί έγινε η καραντίνα; Αυτό αναρωτιούνται οι περισσότεροι και όχι αν ήταν αναγκαίο βήµα για τον περιορισµό του ιού, σηµείο που όλοι συµφωνούν. Συγκρίνοντας µε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πολιτικές φαίνεται ότι τα φέρετρα της Ιταλίας µοιάζουν πιο κοντά από τις ΜΕΘ της Γερµανίας ή της Σουηδίας. Ο φόβος ενδεχόµενης κατάρρευσης του συστήµατος περίθαλψης είναι κοινός τόπος, ενώ το άγνωστο και η ανασφάλεια γύρω από τα χαρακτηριστικά του ιού δεν αφήνουν µεγάλη αισιοδοξία για την κλινική του αντιµετώπιση.

«Νοµίζω ότι η αυστηρότητα που έπαιξε στο lockdown µπορεί να είχε να κάνει µε κάποιους δεξιούς της κυβέρνησης και το ότι πλησιάζουµε στην τουριστική περίοδο. […] Να πάρουµε το δεδοµένο ότι τα νοσοκοµεία µας δεν ήταν σε θέση να αντιµετωπίσουν την κρίση της Ιταλίας. Και η κυβέρνηση ήξερε ότι θα καταρρεύσουν. Έβλεπες στην Ιταλία που είχαν αυτές τις µάσκες σαν φούσκα, αυτό δεν είναι διασωλήνωση, είναι σαν µια γυάλα που σου στέλνουν µε πίεση αέρα στους πνεύµονες. Για να το προµηθευτείς και να νοσηλεύσεις αριθµό ασθενών αυτό ήταν πιο απλό, αυτοί το είχαν. Εµείς όχι. Και πιο οικονοµικό. Ο βορράς της Ιταλίας είναι πιο πλούσιος, έχει περίθαλψη, έχει πρωτοβάθµια περίθαλψη. Για µένα που το βίωσα από µέσα σαν υγειονοµικός έπρεπε να υπάρξει η φωνή που µιλούσε για τη διαχείριση µε όρους δηµόσιας τάξης γιατί υπήρξαν πολλά εργαλεία χρησιµοποίησης του φόβου του covid, ο οποίος είναι υπαρκτός. Εκτίµησή µου είναι ότι αν δεν είχαµε περιοριστεί θα ήταν πολύ χειρότερα. » [56]

«Το lockdown βοήθησε. Το πρόβληµα ήταν και εδώ να µην καταρρεύσει το σύστηµα υγείας. Γιατί αν είχες πολλά περιστατικά θα κατέρρεε. Εδώ κατέρρευσε της Ιταλίας που ήταν καλύτερο. Δεν είχε τη δυνατότητα η Ελλάδα να διαχειριστεί µια πανδηµία. Ούτε τώρα έχει, αλλά τουλάχιστον τώρα έχει µια εµπειρία Α. Το να αρχίσουν να έρχονται περιστατικά όταν δεν έχει κανείς γιατρός εµπειρία, να µην έχεις υλικά, να µην έχεις µονάδες, να µην έχεις αναπνευστήρες, δεν µπορούσες να το αφήσεις, αναγκαστικά, θα πέθαινε κόσµος. Ήταν ένα κατασταλτικότατο µέτρο το οποίο για την δηµόσια υγεία έπρεπε να γίνει, γιατί θα είχαµε πάρα πολλά θύµατα που θα πέθαιναν από ο,τιδήποτε. Και πολύ υγειονοµικοί το κατηγόρησαν αλλά όχι αυτοί που δούλευαν µε covid. Αλλά αν δεν είσαι αυτός που δουλεύεις να φοβάσαι µην σου πεθάνεις ο άνθρωπος, ή µην κολλήσεις, προφανώς λες διάφορα στο θεωρητικό». [57]

«Ναι, ψύχραιµα. Μπορεί να φταίει η ηλικία, µπορεί να φταίνε και οι κάποιες γνώσεις που έχουµε ότι είναι αντιµετωπίσιµος στους περισσότερους ασθενείς. Αλλά ότι πρέπει να το αντιµετωπίσουµε σοβαρά για το καλό και των υπόλοιπων. Όπως ο ιός της γρίπης µπορεί να προσβάλλει ένα άτοµο και να το σκοτώσει έτσι και αυτός ο ιός» [58]

Κανείς βέβαια δεν θεωρεί ότι η καραντίνα κάνει κάτι πέρα από τη πρόληψη για τη µετάδοση του κορωνοϊού. Αποτελεί δηλαδή ένα µέτρο ώστε να χτιστεί από εκεί και πέρα µια πολιτική για την αντιµετώπιση του. Η µετέπειτα εξέλιξη της πανδηµίας µετά την καραντίνα βάζει αυτό ακριβώς το ζήτηµα στον πυρήνα της κριτικής των υγειονοµικών. Η επαναφορά σε µια «κανονικότητα» µε covid19 είναι ένα πείραµα µε αβέβαια αποτελέσµατα. Τα νοσοκοµεία σιγά – σιγά επανήλθαν σε µια µικτή λειτουργία όπου τα εξωτερικά ιατρεία οι εξετάσεις, τα χειρουργεία και οι λοιπές κλινικές επανέρχονται. Οι συνεντεύξεις έγιναν µέσα στο καλοκαίρι του 2020, τότε δηλαδή που είχε τελειώσει το πρώτο lockdown και που είχε ανοίξει η χώρα στις µετακινήσεις τουριστών από το εξωτερικό. Αυτό έχει δηµιουργήσει µια έντονη αµφιβολία στους υγειονοµικούς που τρέξανε όλο αυτό το διάστηµα σε πιεστικές συνθήκες. Πλέον εν µέσω δεύτερου κύµατος, µε φανερές τις ελλείψεις και τους περιορισµούς του ΕΣΥ, µε τις ΜΕΘ να είναι στα όρια τους η µικτή λειτουργία «στρεσάρει» τα νοσοκοµεία καθώς οι αυξηµένες ανάγκες και απαιτήσεις που έχει η νοσηλεία covid19 επιβαρύνει το υπόλοιπο οργανόγραµµα που πλέον τρέχει παράλληλα. Η κατακόρυφη αύξηση των κρουσµάτων µέσα στον Οκτώβριο και το Νοέµβριο και η αύξηση των διασωληνωµένων δηµιουργεί ένα ντόµινο εξελίξεων και η κυβέρνηση τελικά καταφεύγει σε ένα δεύτερο lockdown. Με την ηµεροµηνία που θα βγει κάποιο εµβόλιο να µετατίθεται διαρκώς, το ερώτηµα του τι µπορεί να γίνει για να αντιµετωπιστεί η πανδηµία εξακολουθεί να παραµένει αναπάντητο. Ήδη το υπουργείο Υγείας ανακοινώνει για χρονοδιαγράµµατα για «υποχρεωτική µάσκα και µερική απαγόρευση κυκλοφορίας µέχρι την άνοιξη». [59]

«Θεωρώ πως ότι έγινε στην καραντίνα ακυρώθηκε τώρα. Δηλαδή για εµένα, από όλα αυτά που είχα διαβάσει µε βάσει τις οδηγίες, η καραντίνα είχε νόηµα για να προλάβεις το πρώτο κύµα και να προετοιµάσεις το σύστηµα υγείας για να δεχθεί το δεύτερο. Γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα από κανένα κράτος να καταφέρει να παρατείνει την καραντίνα µέχρι να βγει ένα εµβόλιο» [60]

«Όχι, η Ελλάδα δεν έχει το υπόβαθρο µε τις ΜΕΘ, τις κλίνες, το προσωπικό για να υποστηρίξει µία ανοσία της αγέλης. Άρα τα µέτρα ήταν αναγκαία, άλλα δεν λύνουν ούτε θα λύσουν το πρόβληµα. Αναγκαία άλλα παροδικά µέχρι να βρεθεί κάποιο φάρµακο. Ένα lockdown θα ήταν αποδοτικό µόνο αν µετά την άρση του υπήρχε εµβόλιο ή φάρµακο» [61]

Συµπερασµατικά

Η δηµιουργία του ΕΣΥ υπήρξε µια απάντηση σε ένα κοινωνικό αίτηµα για καθολική κάλυψη του πληθυσµού από ένα ενιαίο σύστηµα περίθαλψης µε αποκεντρωµένη λογική. Το όλο σύστηµα του ΕΣΥ αλλά και τα νοσοκοµεία είναι εξαιρετικά σύνθετοι οργανισµοί όπου η δοµή και η λειτουργία τους απαιτεί έναν επιδέξιο συντονισµό. Φαίνεται όµως ότι σε αντίθεση µε άλλες χώρες το ΕΣΥ είναι αρκετά πιο προσωποπαγές, όπου οι πρωτοβουλίες των υγειονοµικών λειτουργούν πιο αποτελεσµατικά από τα πρωτόκολλα και τις οδηγίες. Ακόµα διαπιστώνουµε ότι οι αλλαγές που έγιναν επηρέασαν όλη τη λειτουργία των µονάδων περίθαλψης, πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας. Ουσιαστικά όλη η λειτουργία του ΕΣΥ έγινε covid-οκεντρική.

Διεθνώς, η συζήτηση που ξεκίνησε µε την πανδηµία αφορούσε κυρίως στην αναγκαιότητα των δηµόσιων συστηµάτων υγείας, στην ανάγκη ενίσχυσης τους, στην αδυναµία του ιδιωτικού τοµέα να ανταποκριθεί σε τέτοιες προκλήσεις κ.τ.λ.. Στην Ελλάδα η συζήτηση κινήθηκε γύρω από το ΕΣΥ [62] και κυρίως στα κενά που έχουν δηµιουργηθεί τα τελευταία χρόνια µε την δηµοσιονοµική κρίση [63], πόσες κενές θέσεις υπάρχουν σε υγειονοµικό προσωπικό, πόσες ΜΕΘ υπάρχουν κ.α. χωρίς βέβαια κανείς να µπορεί να υπολογίσει τί προγραµµατισµός θα χρειαζόταν ώστε το ΕΣΥ να µην καταρρεύσει όπως στην Ιταλία.

Σε αντίστοιχα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται µε τη δηµόσια υγεία έγιναν µεγάλες τοµές τόσο στην πολιτική της δηµόσιας υγείας και το σύστηµα περίθαλψης όσο και σε πολιτισµικό επίπεδο [64]. Άλλαξαν δηλαδή τον τρόπο µε τον οποίο βλέπουµε τη σχέση µας µε τη φύση, την κοινωνική µας οργάνωση, την επαφή µας µε τους άλλους, την επαφή µας µε το σώµα µας. Επηρέασαν επίσης και την ιατρική σκέψη και πρακτική, και την οργάνωση των συστηµάτων υγείας. Η πολιτική που ακολουθείται ως σήµερα δεν συνάδει προς µια τέτοια κατεύθυνση. Το ΕΣΥ σε αυτή τη συγκυρία δεν εµφανίζεται να αλλάζει νοοτροπία. Η πολιτική που ακολουθήθηκε ήταν στη λογική της έκτακτης ανάγκης κι όχι της αλλαγής του συστήµατος περίθαλψης. Μετακινήσεις, έκτακτες µετατροπές κλινικών, νέκρωµα υπόλοιπων τοµέων, container στις εισόδους για το διαχωρισµό των ασθενών, ήταν κάποιες από τις αλλαγές που έγιναν για την αντιµετώπιση της πανδηµίας. Ακόµα και αλλαγές σε πρακτικό επίπεδο π.χ. στο κεντρικό σύστηµα ψύξης/θέρµανσης, δεν εφαρµόστηκαν [65].

Συγκεκριµένα είδαµε περισσότερο µια υποχώρηση της αποκέντρωσης που η δηµιουργία Πρωτοβάθµιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) πριν µερικά χρόνια είχε ξεκινήσει [66]. Το νοσοκοµειο-κεντρικό σύστηµα ενδυναµώνεται ως το βασικό µέσο αντιµετώπισης των επιπτώσεων της πανδηµίας. Όλοι οι πόροι συγκεντρώνονται κατά βάση στα 13 νοσοκοµεία αναφοράς, στις κλινικές covid και στις ΜΕΘ, ξεκινώντας ουσιαστικά από την ενίσχυση του τελικού κρίκου της αλυσίδας της περίθαλψης. Η πρωτοβάθµια περίθαλψη (ΠΦΥ) δεν εντάσσεται ουσιαστικά ενώ αποψιλώνεται από υγειονοµικό προσωπικό [67] µε αποτέλεσµα κάθε κρούσµα να σηµαίνει κλείσιµο της εν λόγω µονάδας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασµό µε την γενική οδηγία κάτσε σπίτι σου και συµβουλέψου τον γιατρό σου σπρώχνει τον κόσµο είτε προς τα ιδιωτικά ιατρεία είτε σε µια αναστολή της περίθαλψης µε ότι σηµαίνει αυτό. Η απουσία προετοιµασίας της πρωτοβάθµιας περίθαλψης για µια κατάσταση που διακινδυνεύει το σύνολο του πληθυσµού ακυρώνει στην ουσία τον ρόλο της ενώ φορτίζει τα νοσοκοµεία µε το διαχωρισµό των κρουσµάτων. Τα ISOBOX στις εισόδους των νοσοκοµείων αποτελούν το είδωλο του ρόλου της ΠΦΥ στην αντιµετώπιση της πανδηµίας.  Η έλλειψη αποκέντρωσης ως πολιτική εν µέσω πανδηµίας θέτει εξ αρχής τα νοσοκοµεία που καλούνται να νοσηλεύσουν τα περιστατικά σε µια κόκκινη ζώνη.

Η πανδηµία όπως και σε άλλες περιπτώσεις λειτούργησε ως µεγεθυντικός φακός όπου οι αδυναµίες και οι ανταγωνισµοί εντός του ΕΣΥ βγήκαν στην επιφάνεια. Ο λόγος από τη µια της συντεχνιακής λογικής πολλών υγειονοµικών και από την άλλη µιας εµπορευµατοποιηµένης λογικής που έχει κερδίσει έδαφος τα τελευταία χρόνια, απογυµνώθηκαν. Και οι δυο αυτοί λόγοι έµειναν χωρίς περιεχόµενο σε µια περίοδο όπου το δηµόσιο νοσοκοµείο κλήθηκε να ανταποκριθεί χωρίς περιορισµούς και πελατειακές σχέσεις. Τόσο η µείωση των οικονοµικών συνδιαλλαγών λόγω οριζόντιας πρόσβασης στο σύστηµα όσο και οι ελλείψεις σε υλικά και προσωπικό έθεσαν κάποια ζητήµατα πιο ξεκάθαρα ως προς το ρόλο που παίζει το ΕΣΥ σε «κανονικές συνθήκες». Εν τέλει αυτή η εικόνα που δόθηκε από διάφορο κινηµατικό κόσµο για τα νοσοκοµεία την περίοδο της καραντίνας, ωραιοποίησης και ηρωοποίησης, σαν να µην υπάρχει ο ταξικός ανταγωνισµός στα νοσοκοµεία [68] ή αυτός να µπήκε στην άκρη την περίοδο της λοίµωξης covid19 ήταν µάλλον απλοϊκή, εγκλωβισµένη σε ιδεολογικά ταυτοτικά σχήµατα και λειτούργησε περισσότερο ως αναφορά για τους εκτός του συστήµατος περίθαλψης.

Σε αυτή τη συγκυρία αναδείχθηκε ο ελάχιστος ρόλος που µπορεί να παίξει ο ιδιωτικός τοµέας στα ζητήµατα δηµόσιας υγείας και αυτό στην πρωτοβάθµια περίθαλψη που παρουσιάζονται µεγάλες ελλείψεις. Οι εκτεταµένες αλλαγές που χρειάζονται για να λειτουργήσει µια µονάδα περίθαλψης µε τα πρωτόκολλα που απαιτούνται για την Covid 19, η αβεβαιότητα σχετικά µε την έκβαση της πανδηµίας, αλλά κυρίως η ευθύνη της περίθαλψης τέτοιων περιστατικών δεν έθεσε θέµα ουσιαστικής λειτουργίας ιδιωτικής δευτεροβάθµιας µονάδας περίθαλψης περιστατικών κορωνοϊού. Το κόστος της µερικής λειτουργίας των ιδιωτικών κλινικών, µε επιµέρους κλείσιµο των χειρουργείων, φαίνεται ότι ήταν πιο µικρό από το κόστος αναδιοργάνωσης για µια λειτουργία κλινικής covid. Και το κέρδος πιο µικρό από την ενοικίαση κλινών στο κράτος. Ο κόσµος απέφευγε από την άλλη να πηγαίνει στην ΠΦΥ και κατέφυγε στους ιδιώτες γιατρούς οι οποίοι ανέλαβαν και την συνταγογράφηση από τη στιγµή που σταµατήσαν και τα εξωτερικά ιατρεία.

Αυτές οι διαπιστώσεις πρέπει να ιδωθούν υπό το πρίσµα των πολιτικών που έχουν κυριαρχήσει τα τελευταία χρόνια και των αλλαγών που επιχειρούνται όπου κυριαρχούν οι έννοιες της «αποδοτικότητας», της «αποτελεσµατικότητας» και κυρίως του «ελέγχου του κόστους» [69].  Στο µοντέλο αγοραστή υπηρεσιών υγείας που προβλέπουν όλες αυτές οι πολιτικές ο ιδιωτικός τοµέας πουλάει εξοπλισµό και το κράτος αναλαµβάνει την ευθύνη, την οργάνωση, το ρίσκο και το κόστος όσον αφορά στη δευτεροβάθµια περίθαλψη. Ουσιαστικά ενσωµατώνεται το νεοφιλελεύθερο δόγµα περί λειτουργίας του δηµόσιου τοµέα µέσω της δικαιολογίας της έκτακτης ανάγκης. Η πολιτική που ακολουθήθηκε στην πανδηµία κινήθηκε εντός αυτής της λογικής.

Περαιτέρω η λοβοτόµηση της ΠΦΥ και η προσφυγή στους ιδιώτες γιατρούς ανέδειξαν µια πολιτική τεµαχισµού του συστήµατος υγείας, και συγκεντροποίησης αντί της αποκέντρωσης. Ο δε ρόλος του ΕΟΔΥ σε «κόφτη» για τα νοσοκοµεία αντί για ενηµέρωση για την πανδηµία ολοκληρώνει την εικόνα. Αντί λοιπόν ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης στο πλαίσιο µίας συνεκτικής πολιτικής υγείας για την αντιµετώπιση της πανδηµίας, ακολουθήθηκε µία πολιτική αποσπασµατικότητας, συγκεντρωτισµού, τεµαχισµού και εµπορευµατοποίησης υπηρεσιών, και µία διαρκή προσπάθεια περιορισµού του πολιτικού κόστους.


Σημειώσεις

1. Για µία ενδελεχής κριτική στη συγκρότηση του ΕΣΥ διαβάστε την µπροσούρα της «Συνέλευσης για την Υγεία» που λειτουργούσε στον Κοινωνικό Χώρο για την Υγεία, στο κατειληµµένο πρώην ΠΙΚΠΑ των Α. Πετραλώνων, Κοιτάζοντας την κρυστάλλινη σφαίρα: υγεία, αποκλεισµός και κατάσταση εξαίρεσης στους καιρούς της κρίσης, Ιανουάριος 2011 (θα την βρείτε στο site µας).

2. Στις 9 Ιανουαρίου 2020 οι υγειονοµικές αρχές της Κίνας ανακοίνωσαν ότι πρόκειται για νέο στέλεχος κορωνοϊού (2019-nCoV). Οι κορωνοϊοί είναι µία οµάδα ιών που συνήθως προκαλούν αναπνευστικές λοιµώξεις µε ποικίλη σοβαρότητα στον άνθρωπο και στα ζώα. Εκτιµάται ότι περίπου το 1/3 των λοιµώξεων ανώτερου αναπνευστικού στον άνθρωπο µπορεί να προκαλείται από κορωνοϊούς. Πηγή: ΕΟΔΥ.

3. Λεώνη Λ., συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

4. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

5. Διάφορα άρθρα καταγράφουν τις παρενέργειες της covid19, π.χ. βλέπε «Μυστηριώδεις παρενέργειες της covid19 στον εγκέφαλο», εφηµερίδα Καθηµερινή, 21/09/2020,  «Ο αγώνας της επανόδου µετά την µάχη µε τον ιό», Γιάννης Παπαδόπουλος, εφηµερίδα Καθηµερινή, 09/08/2020, «Επιβίωσαν από τον covid19 αλλά δεν έγιναν ποτέ καλά», Σάρα Μέρβος, tvxs.gr, 26/10/2020. Κοινή συνισταµένη τους ο δραµατικός τόνος, η υπερπροβολή συγκεκριµένων περιπτώσεων παρενεργειών και η «παράλειψη» ότι πλάι σε όλες αυτές τις ιστορίες υπάρχουν και άλλες τόσες ενθαρρυντικές ιστορίες ανθρώπων που ανάρρωσαν πλήρως.

6. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

7. Ο.π.

8. Ο.π.

9. Ο.π.

10. Μ.Π., υγειονοµικός σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

11. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

12. «Κοροναϊός: αυτό είναι το επιχειρησιακό σχέδιο της Ελλάδας για την αντιµετώπισή του», Γιάννα Σουλάκη, iatropedia.gr, 01/02/2020.

13. «Τα ληγµένα του Αβραµόπουλου», Δήµητρα Ευθυµιάδου, εφηµερίδα Ελευθεροτυπία, 29/06/2014.

14. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

15. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

16. Μ.Π., υγειονοµικός σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

17. Ν.Κ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Ιωαννίνων, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 12/09/2020.

18. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

19. Βίκυ Σ., νοσηλεύτρια στο νοσοκοµείο Σωτηρία , συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 21/07/2020.

20. Ν.Κ., υγειονοµικός στο νοσο-κοµείο Ιωαννίνων, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 12/09/2020.

21. Μ.Π., υγειονοµικός σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

22. Ο.π.

23. Με αφορµή µία τέτοια κυβερνητική απόφαση για µετακίνηση γιατρών από διάφορα νοσοκοµεία προς το Σωτηρία, στα µέσα του Οκτώβρη, η οµοσπονδία των νοσοκοµειακών γιατρών εξέδωσε µία ανακοίνωση αρκετά περιγραφική, µπορείτε να τη διαβάσετε στο thepressproject, Κυβερνητικές «αλχηµείες» και «διαστρέβλωση πραγµατικότητας» από Κοντοζαµάνη καταγγέλλει η ΟΕΝΓΕ, 16/10/2020.

24. «Σήµερα οι προσλήψεις µέσω 4µηνων συµβάσεων, όπως έγινε την περασµένη άνοιξη έχουν σταµατήσει. Πλέον προσλαµβάνονται επικουρικοί για έναν χρόνο, οι οποίοι όταν λήξει η σύµβασή τους πιθανόν θα απολυθούν. Η εργασιακή συνθήκη του επικουρικού είναι πολύ συνηθισµένη στους υγειονοµικούς κύκλους. Υπάρχουν υγειονοµικοί που εργάζονται έτσι µπορεί και 15 χρόνια, µαζεύοντας µόρια και ελπίζοντας στη µονιµοποίηση της εργασίας τους κάποια στιγµή. Εν µέσω covid, µία µεγάλη φουρνιά επικουρικών απολύθηκε και ενώ δούλευαν πολλά χρόνια σε αυτό το καθεστώς.», Λεώνη Λ, υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

25. Απασχόληση ιδιωτών ιατρών σε δηµόσια νοσοκοµεία για την αντιµετώπιση έκτακτων αναγκών, oenet.gr,14/4/20.

26. Για µια κριτική στη νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΝΔ στο τοµέα της υγείας δες το κείµενο Η ΝΔ ήθελε πάντα ένα αποδυναµωµένο ΕΣΥ –  δεν θα αλλάξει τώρα, στο µπλογκ medium.com/katastasisynainesis, 08/04/2020.

27. Μ.Π., νοσηλεύτρια σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

28. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

29. Βίκυ Σ., νοσηλεύτρια στο νοσοκοµείο Σωτηρία , συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 21/07/2020.

30. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

31. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

32. Μ.Π., υγειονοµικός σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

33. Βίκυ Σ., νοσηλεύτρια στο νοσοκοµείο Σωτηρία , συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 21/07/2020.

34. Θα είχε ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον να µαθαίναµε τον κύκλο κερδοφορίας των ιδιωτικών διαγνωστικών κέντρων από τα συνεχή τεστ που κάνουν χιλιάδες κόσµος εκεί έξω, καθώς µέσα στο γενικότερο φοβικό κλίµα που υπάρχει τριγύρω µας ακόµη και τα απλά συµπτώµατα ενός κοινού συναχιού οδηγούν πολλούς και πολλές να κάνουν τεστ διάγνωσης covid. Η ταρίφα του κάθε τεστ εκείνη την περίοδο, ανάλογα µε το είδος του, αντισωµάτων ή µοριακού, ξεκινούσε από τα 80 ευρώ και φθάνει µέχρι τα 120.

35. Π.χ. Ο Όµιλος Ιατρικού Αθηνών παραχωρεί δωρεάν µία από τις πέντε νοσηλευτικές του µονάδες στο Υπουργείο Υγείας ή το ΙΑΣΩ.

36. ΦΕΚ 1076Β/2020.

37. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

38. Βίκυ Σ., νοσηλεύτρια στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 21/07/2020. Η Βίκυ πριν προσληφθεί στο Σωτηρία εν µέσω covid δούλευε σε ιδιωτικό ιατρικό κέντρο στα δυτικά προάστια.

39. Για περισσότερα περί της αποδυνάµωσης της ΠΦΥ δες και το κείµενο για την ΤΟΜΥ της γειτονιάς µας.

40. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

41. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

42. Μ.Π., υγειονοµικός σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

43. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

44. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

45. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

46. ο.π.

47. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

48. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

49. Μ.Π., υγειονοµικός σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

50. Βίκυ Σ., νοσηλεύτρια στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 21/07/2020.

51. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

52. Ν.Κ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Ιωαννίνων, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 12/09/2020.

53. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

54. Μ.Π.,υγειονοµικός σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

55. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

56. Λεώνη Λ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Αττικόν, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 24/07/2020.

57. Γιώτα Χ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Σωτηρία, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 27/07/2020.

58. N. Κ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Ιωαννίνων, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 12/09/2020.

59. «Χρονοδιάγραµµα Κικίλια για υποχρεωτική µάσκα «µέχρι την άνοιξη» και µερική απαγόρευση κυκλοφορίας», 8/11/2020, στο thepressproject.

60. Μ.Π., υγειονοµικός  σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

61. Ν.Κ., υγειονοµικός στο νοσοκοµείο Ιωαννίνων, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 12/09/2020.

62. Π.χ. πρωτοβουλίες όπως το ΜένουµεΜαζί, όπου η αναδεικνύεται η ανάγκης στήριξης του ΕΣΥ.

63. Economou, C., Kaitelidou, D., Katsikas, D., Siskou, O., & Zafiropoulou, M. (2016). Οι επιπτώσεις της οικονοµικής κρίσης στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας στην Ελλάδα µε επίκεντρο τις ευάλωτες οµάδες του πληθυσµού. Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη, 9(2), 99-115.

64. Γεγονότα που είχαν άµεση επίπτωση στη δηµόσια υγεία όπως το Τσέρνοµπιλ και ασθένειές όπως η ισπανική γρίπη, ο δάγκειος πυρετός, η σύφιλη και το AIDS.

65. «Κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι δεν πρέπει να υπάρχει κεντρικό σύστηµα κλιµατισµού στα νοσοκοµεία. Το οποίο δεν είναι κάτι που θέλει πολύ σκέψη γιατί υπάρχουν και άλλοι ιοί που µεταδίδονται αερογενώς µε αερολύµατα.» Μ.Π., νοσηλεύτρια σε νοσοκοµείο της Αττικής, συνέντευξη ήχου στο περιοδικό, 22/08/2020.

66. Βλέπε και την έρευνα «Ο ρόλος της Πρωτοβάθµιας Φροντίδας Υγείας στην Πανδηµία SARS-CoV2: µια ποιοτική έρευνα µε συνεντεύξεις σε επαγγελµατίες υγείας που εργάζονται σε Κέντρα Υγείας και ΤΟΜΥ της Ελλάδας από φοιτητές του Τµήµατος Ιατρικής ΑΠΘ» https://primarycareauth.files.wordpress.com/2020/10/el.pdf

67. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγµα των Τοπικών Μονάδων Υγείας (ΤΟΜΥ). Βλέπε και το κείµενο Πρωτοβάθµια φροντίδα, ο αδυνάµος κρίκος µεταξύ ΕΣΥ και κοινότητας εν µέσω πανδηµίας, στην σελίδα 7 του περιοδικού.

68. Ένα ενδιαφέρον κείµενο που µεταφέρει την εµπειρία της οργάνωσης της εργασίας σε ένα γαλλικό νοσοκοµείο µετέφρασε εν µέσω lockdown τον περασµένο Απρίλη η κατάληψη της Φάµπρικας Υφανέτ και µπορείτε να το διαβάσετε στο feverstruggle.net.

69. Αναδιάρθρωση του νοσοκοµειακού τοµέα στην Ελλάδα προς βελτίωση της αποτελεσµατικότητας και της αποδοτικότητας, Λυκούργος Λιαρόπoυλος, Όλγα Σίσκου, Νίκος Κοντοδηµόπουλος, Δάφνη Καϊτελίδου, Παναγιώτα Λαζάρου,Μαρία Σπινθούρη, Κωνσταντίνος Τσαβαλιάς, Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη 2012 7 (1), 53-68 Πανεπιστήµιο Αθηνών, Το Νέο ΕΣΥ: Η Ανασυγκρότηση του Εθνικού Συστήµατος Υγείας, στο www.dianeosis.org