“Ζούμε σε ελεύθερη χώρα κυρία μου. Εμείς έχουμε δικαίωμα να μοιραζόμαστε τη δική σας ιδιωτικότητα σε δημόσιο χώρο”.
Peter Ustinov, Romanoff & Juliet (1956)

Όταν ο Μάρκελλος, ένας από τους χαρακτήρες στο κλασσικό έργο του Σαίξπηρ, Άμλετ, γυρνάει στον φίλο του Οράτιο και αναφωνεί ότι “υπάρχει κάτι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας”, αυτό που κάνει είναι να εφιστά την προσοχή του φίλου του στη διαφθορά του βασιλιά και της άρχουσας τάξης της χώρας του. Βάζοντας τις έκλυτες ατομικές επιθυμίες του πάνω απο την ηθική δεοντολογία της θέσης που κατέχει, ο εκφυλισμένος ηγεμόνας στην πραγματικότητα έχει διαπράξει ηθική αποστασία. Η κατάπτωση του μονάρχη κινδυνεύει να συμπαρασύρει ολόκληρο το βασίλειο του στην παρακμή και τελικά στην καταστροφή.
Αν και συγκαταλέγομαι σε αυτούς που αρχικά αντιμετώπισαν το όλο θέμα με κάποια επιφύλαξη, έχω πια την εντύπωση ότι το metoo είναι για την ελλαδική κοινωνία στο ηθικό επίπεδο, ότι υπήρξε η χρεοκοπία του 2010 στο πολιτικό και το οικονομικό. Το συντριπτικό αριθμητικό βάρος και οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της χιονοστιβάδας των καταγγελιών που είδαν το φως της δημοσιότητας, αποκαλύπτουν σε όλο της το ανησυχητικό βάθος τη σήψη που επικρατεί στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα που τα συστημικά ΜΜΕ έχουν αναγάγει σε “πνευματική ελίτ του τόπου”. Αυτοί υποτίθεται πως ήταν οι θεματοφύλακες της φωτισμένης νοοτροπίας και των υψηλών νοημάτων που μεταλαμπαδεύει η τέχνη σε όλες τις εκφάνσεις της. Άνθρωποι που οι επιδόσεις τους στην αγορά του θεάματος, τους είχαν αναδείξει σαν τους πλέον κατάλληλους να αναλάβουν το έργο της διανοητικής εκγύμνασης, της ψυχαγωγίας και της ηθικής διάπλασης αμφότερων των αστών και των πλεμπαίων. Αντί αυτού, έχουμε μπροστά μας ξεγυμνωμένους τους αμετανόητους νταβατζήδες της μαζικής κουλτούρας, ανθρώπους παντελώς ανεπηρέαστους και αδιάφορους μπροστά στις ηθικές ευαισθησίες της τέχνης που υποτίθεται ότι υπηρετούν.
Και φυσικά μια ερμηνεία του φαινομένου με όρους ατομικής ψυχολογίας πολύ απλά δεν επαρκεί. Αυτή είναι μία από τις στιγμές που η φιλελεύθερη κοσμοθεωρία με την εμμονική προσήλωση της στο άτομο σαν το μοναδικό δρων υποκείμενο στην κοινωνική σφαίρα περιέρχεται σε αμηχανία, μην μπορώντας να εξηγήσει πώς τόσα άτομα που ανήκουν στον ίδιο κλάδο της παραγωγής επιδεικνύουν πανομοιότυπες ροπές και συμπεριφορές. Ασφαλώς δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όλοι αυτοί έτυχε απλώς να ρέπουν προς την βάναυση κατάχρηση της εξουσίας που τους δόθηκε. Μπροστά μας διαγράφεται ένα σκοτεινό σύμπαν από άνισες και ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις, όπου ένας άνδρας με κυρίαρχη θέση επιρροής θεωρεί αυτονόητο δικαίωμα του να ασελγήσει, να εκμεταλλευτεί και γενικά να επιβάλλει τη θέληση του σε όποια γυναίκα τυχαίνει να βρίσκεται στην ανάγκη του. Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός οτι το metoo με την πρακτική της δημόσιας εξομολόγησης, δίνει φωνή στα θύματα και με αυτόν τον τρόπο τα βοηθά να αντικρούσουν τον διαδεδομένο ιδεολογικό μύθο που καλλιεργούν με επιμέλεια οι ίδιοι οι εξουσιαστές για γυναίκες που είναι πρόθυμες να καταβάλουν το τίμημα που απαιτείται για την εισδοχή τους στον λαμπερό κόσμο των λίγων κι εκλεκτών μελών του καλλιτεχνικού στερεώματος. Η δημόσια περιγραφή των επιλήψιμων πράξεων και η έκθεση τους σε κοινή θέα συντελεί ώστε να διαλυθεί ο μύθος της παθητικής συναίνεσης των θυμάτων της εκμετάλλευσης. Χαράσσεται έτσι ένα όριο ως προς το τι συνιστά αποδεκτή συμπεριφορά και τι όχι. Το πλήθος των καταγγελιών αποκαλύπτει το εύρος και τις διαστάσεις του φαινομένου. Η επανάληψη του μοτίβου του ισχυρού άνδρα στοιχειοθετεί τα δομικά χαρακτηριστικά και τις συστημικές αιτίες του.
Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ότι ένα μεγάλο μέρος από αυτή την ανθολογία της σκληρότητας προσφεύγει στη γραπτή μαρτυρία των social media προς επίρρωση των ισχυρισμών της. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τις πλατφόρμες γραπτής επικοινωνίας που διαχειρίζονται, δημιουργούν, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία, τις υλικές προϋποθέσεις για μια συμβολική αναπαραγωγή της ιδιωτικότητας. Η γραπτή αποτύπωση και ψηφιακή αποθήκευση στιγμών που είναι πρωτογενώς ιδιωτικές και φευγαλέες, καθιστά την περιοχή της ιδιωτικότητας εν δυνάμει κτήμα της ρευστής και ευμετάβλητης συλλογικότητας του διαδικτύου. Ο Δ. Τσίρκας έχει δίκιο και σίγουρα εκφράζει τη συμβατική σοφία όταν γράφει ότι , “Αν θες να δεις την ποιότητα ενός ανθρώπου, δωσ’ του εξουσία”.i Το αξίωμα, που από τη φύση του συνεπάγεται τη θεσμοποιημένη υπεροχή απέναντι στους άλλους, περισσότερο από ποτέ απογυμνώνει την ηθικότητα από τους περιορισμούς του νόμου. Παραδόξως, η κατοχή ενός δημόσιου αξιώματος μετατρέπει την ηθική σε πολύ προσωπική υπόθεση μιας και παρέχει τα υλικά μέσα για τον καταναγκασμό του άλλου. Άλλωστε, ο Φωτόπουλος (ακολουθώντας τον Καστοριάδη) ορίζει την έννοια της ισχύος ακριβώς σαν “την ικανότητα να υποχρεώσουμε κάποιον να ενεργήσει (ή όχι) κατά τέτοιον τρόπο που αν η απόφαση εναπόκεινταν στον ίδιο/α, θα μπορούσε και να μην το είχε κάνει”.ii Με αυτόν τον τρόπο συντελείται η “πραγμοποίηση” των κοινωνικών σχέσεων την οποία αναπαράγει η ιεραρχία.
Παρ’ όλα αυτά, οι μικρές, προσωπικές στιγμές της ιδιωτικότητας συνιστούν μια αχαρτογράφητη μέχρι σήμερα περιοχή, όπου εκδηλώνονται οι πιο μύχιες παρορμήσεις του υποκειμένου. Έξεις και συνήθειες αποδιωγμένες που πολλές φορές δεν τολμά να τις παραδεχτεί ούτε στον ίδιο του/της τον εαυτό. “Ποιος είσαι όταν κανείς δεν κοιτάζει;”, λέει το σύνθημα στον τοίχο. Καλώς ή κακώς, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα οποία όλοι μας λίγο, πολύ συμμετέχουμε συγκροτούν το υλικό υπόβαθρο για μια αδιάλειπτη καταγραφή και κριτική αποτίμηση της σύγχρονης ιδιωτικότητας. Στιγμές που κάποτε προορίζονταν αυστηρά για ιδιωτική κατανάλωση, τώρα υπερπηδούν τακτικά τα σύνορα με τη δημόσια σφαίρα. Εκτίθενται σε κοινή θέα, υποβάλλονται σε ενδελεχή ανάλυση και στις αμείλικτες κρίσεις ενός φιλοθεάμονος κοινού, το οποίο άλλοτε ερωτεύεται, άλλοτε υπομένει και άλλοτε αγανακτεί. Δύσκολα νομίζω μπορει να αμφιβάλλει κανείς ότι αν ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, με τις ακόρεστες σεξουαλικές ορέξεις που όμως οι πιστοί οπαδοί του απέκρυψαν επιμελώς από τα φώτα της δημοσιότητας, ή ο Γκάντι, με τα πειράματα “εγκράτειας” που πραγματοποιούσε υποχρεώνοντας γυμνές κοπέλες να μοιράζονται το κρεβάτι του τα βράδια, είχαν ζήσει στην εποχή του ίντερνετ και των social media, σίγουρα δεν θα είχαν καταφέρει να παραμείνουν χαραγμένοι στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας ως άμεμπτα υποδείγματα μιας σχεδόν υπεράνθρωπης αρετής και “εγκράτειας”.iii
Η ιδιωτικότητα έχει πλέον εισβάλει και απειλεί ευθέως τη δημόσια σφαίρα, έχει αποικήσει το ετερόνομο κοινωνικό φαντασιακό με τα μελήματα και τις προτεραιότητες της. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός έβλεπε την ιδιωτικότητα με καχυποψία. Ήταν ιδιαίτερα ανήσυχος απέναντι σε μια σφαίρα παραγωγής της υποκειμενικότητας φαινομενικά αυτόνομης και έξω απο τη δικαιοδοσία του. Προσπάθησε να την ελέγξει και να την καταστείλει με κάθε τρόπο. Ο υπαρκτός καπιταλισμός κατόρθωσε ακριβώς το ίδιο, αλλά ακολουθώντας έναν διαφορετικό δρόμο. Μπόρεσε να επιτύχει τη διάλυση της ιδιωτικότητας μέσα στη δημόσια σφαίρα, καθιστώντας την σχεδόν ανεπιθύμητη. Όπως γράφει ο Ζ. Μπάουμαν, στις μέρες μας “αυτό που μας τρομάζει δεν είναι τόσο η πιθανότητα προδοσίας ή παραβίασης της ιδιωτικότητας, αλλά το αντίθετο: το σφράγισμα των ‘εξόδων’. Η περιοχή της ιδιωτικότητας μετατρέπεται σ’ ένα χώρο εγκλεισμού, όπου ο κάτοχος ενός ιδιωτικού χώρου καταδικάζεται να βράζει στο ζουμί του. Εξαναγκασμένος να ζει σε μια κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από την απουσία αχόρταγων ακροατών, ανυπόμονων ν’ αποσπάσουν τα μυστικά μας και να τ’ αρπάξουν από τις επάλξεις της ιδιωτικότητας μας, να τα θέσουν σε δημόσια θέα, να τα κάνουν κοινό κτήμα όλων, ένα κτήμα που όλοι επιθυμούν να μοιραστούν”.iv
Τώρα που η διάκριση ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο έχει καταργηθεί στην πράξη, τώρα που τα σύνορα που κάποτε σφράγιζαν ερμητικά την μία σφαίρα από την άλλη δεν περιφρουρούνται κι έχουν γίνει τόσο ρευστά ώστε να μην είναι πλέον ορατά, εγείρεται από μια όλο και πιο επιθετική μερίδα της κοινής γνώμης το επιτακτικό αίτημα για μια κάποιου είδους γενική ρύθμιση της ερμαφρόδιτης αυτής σφαίρας. Για την επιβολή άνωθεν κανόνων και αυτού που ο Μπάουμαν αποκαλεί , “πρότυπα κοσμιότητας”. Η παγίδα εδώ είναι η ενθουσιώδης αποδοχή της ανάγκης για περισσότερη αστυνόμευση. Αστυνόμευση των σωμάτων, αστυνόμευση της συλλογικής πολιτικής πράξης, αστυνόμευση της γλώσσας, της συμπεριφοράς και της πολιτισμικής δημιουργίας. Ήδη, με μια κίνηση που πολλοί έσπευσαν καλόπιστα να υποδεχτούν ως αδιαμφισβήτητα “προοδευτική”, η κινηματογραφική ακαδημία στις ΗΠΑ ανακοίνωσε επίσημα ότι εφεξής καμία ταινία δεν θα μπορεί να είναι υποψήφια προς βράβευση αν δεν πληρεί συγκεκριμένες προδιαγραφές “πολυπολιτισμικότητας”, όπως αυτές κωδικοποιούνται σε ένα σετ χοντροκομμένων ποσοτικών κριτηρίων.v Όπως και με τις οικονομικές ανισότητες, όταν οι συστημικές ελίτ πρώτα δημιουργούν με τις πολιτικές τους στα ετεροκαθοριζόμενα στρώματα την ανάγκη να παραβούν τους νόμους για να ικανοποιήσουν τις υλικές ανάγκες τους κι έπειτα διατυμπανίζουν ότι χρειαζόμαστε την εντατικοποίηση της αστυνόμευσης για να καταπολεμηθεί η “εγκληματικότητα”, έτσι και στο πεδίο των ιεραρχικών έμφυλων σχέσεων, η εξουσία πρώτα διαιωνίζει τα έμφυλα προνόμια και αναπαράγει μια κουλτούρα άκρατης εμπορευματοποίησης της γυναικείας σεξουαλικότητας. Κι όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο, δέχεται ταπεινά και με υψηλό αίσθημα “κοινωνικής ευθύνης” να παρέμβει για να προστατέψει τα θύματα που η ίδια δημιούργησε.
Το σίγουρο είναι ότι όσο περισσότερο χρόνο περάσει το κίνημα της γυναικείας χειραφέτησης τσαλαβουτώντας στα θολά επικοινωνιακά νερά των social media και των διαδικτυακών κόμβων ενημέρωσης, τόσο περισσότερο θα τείνει να καταπέσει στο επίπεδο ενός πορνογραφικού κοτσομπολιού. Η αλλαγή στις συνειδήσεις ή θα συνδεθεί με κάποιο είδος ταξικής πολιτικής πράξης και θα αποτελέσει πρελούδιο για μια καθολική αντισυστημική αλλαγή, ή δυστυχώς θα αποτελέσει το άλλοθι για μια καινούρια ιμπεριαλιστική επέκταση της κρατικής κυριαρχίας σε νέους τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Δεν θα ωφελήσει σε τίποτα η απλή εναλλαγή των ρόλων. Η Μάγκυ Θάτσερ αποδείχτηκε μια πολύ περισσότερο αμείλικτή και αποτελεσματική υπέρμαχος του ανθρωποφαγικού καπιταλισμού, από τους άνδρες που είχαν ανέλθει στο ανώτατο πολιτικό αξίωμα της Βρετανίας πριν από αυτήν.

(Εικόνα: John Everett Millais, Ophelia, 1851-2)

i Κακοποιητές και εξουσία: όταν η αυθαιρεσία συναντά την οργή, https://thepressproject.gr/kakopoiites-kai-exousia-otan-i-afthairesia-synanta-tin-orgi/.
ii T. Fotopoulos, Class Divisions Today, https://www.democracynature.org/vol6/takis_class.htm#_edn72.
iii https://www.politico.com/magazine/story/2019/06/04/how-to-make-sense-of-the-shocking-new-mlk-documents-227042/ & https://www.independent.co.uk/arts-entertainment/books/features/thrill-chaste-truth-about-gandhi-s-sex-life-1937411.html.
iv Z. Bauman, Παράπλευρες Απώλειες (Εκδόσεις του 21ου) σελ. 140.
v https://www.theguardian.com/film/2020/sep/08/oscars-academy-awards-diversity-race-gender#:~:text=In%20order%20to%20meet%20the,at%20least%2030%25%20of%20crew.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ