Η χαμένη τιμή της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας, κείμενο του Κενού Δικτύου.

«Υπάρχουν έτσι δύο αντιθετικές πτυχές, οι οποίες ανήκουν στην ενεργό πραγματικότητα – η θετική νομοθεσία και το φρόνημα σε σχέση με την ίδια τούτη […] Είναι λοιπόν προφανές, πως σ’ ένα τυπικά ανεπτυγμένο σύνταγμα, η ύστατη διασφάλιση / καταφύγιο είναι και πάλι το φρόνημα, το οποίο αγνοήθηκε μεν από το ίδιο το σύνταγμα, στη συνέχεια ωστόσο επαληθεύεται / επιβάλλεται περιφρονώντας όλες τις θεωρήσεις της μορφής». Georg W.F. Hegel, “Η σχέση της θρησκείας προς το κράτος” (Werke 16, 236-246)

Θέτοντας σε απειλή την ίδια τη ζωή του υποκειμένου που την επιλέγει ως μορφή αγώνα, η απεργία πείνας περιέχει εξ αρχής κάτι Υψηλό, ξεπερνώντας έτσι τα στενά όρια ενός οικονομικού ορθολογισμού που μετράει την ανθρώπινη δραστηριότητα με όρους κόστους-οφέλους. Για αυτόν τον λόγο, μια απεργία πείνας θέτει ιδιαίτερες προκλήσεις σε όσους θέλουν να αρνηθούν όχι μόνο τα αιτήματα που κομίζει αλλά και τα ίδια τα κίνητρα που τη διέπουν. Με απλά λόγια, είτε έχει δίκιο είτε άδικο ο Δημήτρης Κουφοντίνας ως προς το νομικό του αίτημα, η απόσταση μεταξύ του οφέλους που θα αποκομίσει (μεταγωγή σε άλλες φυλακές) με το κόστος που μπορεί να πληρώσει (απώλεια ζωής) είναι χαώδης. Τόσο χαώδης που το βασικό νομικό-δικαιικό επιχείρημα που τίθεται ως γραμμή απονομιμοποίησης του αιτήματος του, ότι διεκδικεί «ειδικά προνόμια», έχει καταντήσει εξαιρετικά ισχνό. Ποιος θα ριψοκινδύνευε τη ζωή του για ένα τέτοιο αμφιβόλου σημασίας «προνόμιο»; Η απεργία πείνας είναι μια πράξη αντίστασης μπροστά στη βιωμένη αδικία, πολιτική με την πλέον ουσιώδη έννοια του όρου.

Μπροστά σε αυτό το δεδομένο, ο κίνδυνος από τη σκοπιά των κυβερνώντων είναι να εμφανιστεί ο Κουφοντίνας ως ένας ήρωας. Δεν πρέπει συνεπώς να εκπλήσσει ότι ο λόγος περί ειδικών προνομιών όψιμα συμπληρώνεται, πέρα από τον μοραλιστικό στιγματισμό του ως «αμετανόητο δολοφόνο», από ένα λόγο ψυχοπαθολογίας, ο οποίος διαγιγνώσκει τον Κουφοντίνα σαν έναν φανατικό που διακατέχεται από μια νοσηρή επιθυμία θανάτου – λίγο πολύ η αριστερή εκδοχή ενός «τζιχαντιστή». Το επιχείρημα, οφείλουμε να πούμε, είναι εξίσου αδύναμο με αυτό περί των «ειδικών προνομίων».

Το ότι ο Κουφοντίνας είναι ζηλωτής δεν χωράει αμφιβολία, αλλά πόσοι άραγε από αυτούς που με τόσο φανατισμό και μικροπρέπεια του επιτίθενται, έχουν το πάθος και το σθένος να θυσιαστούν για αυτό που θεωρούν σωστό; Το θέμα όμως δεν έχει να κάνει απλά με το θάρρος ή όχι της πράξης· αφορά την παραγνώριση, που αποτελεί τη δεύτερη αδικία που υφίσταται ο Κουφοντίνας μαζί με τη καταστρατήγηση των έννομων δικαιωμάτων του.

Η απεργία πείνας δεν επιζητά τον θάνατο, ούτε ταυτίζει τη δικαιοσύνη με αυτόν· προσπαθεί να πραγματώσει το δίκαιο (όπως γίνεται αντιληπτό) ώστε να βελτιώσει έστω και λίγο τη ζωή, αναλαμβάνοντας το ρίσκο του θανάτου. Όποιες και αν είναι οι ψυχικές προκείμενες της πράξης, βρισκόμαστε πολύ πέραν της ατομικής ψυχοπαθολογίας, ακριβώς όπως βρισκόμαστε και πέραν την οικονομίας. Ξεκινώντας την απεργία πείνας, ο Κουφοντίνας έχει θέσει το σώμα του εντός του πολιτικού (εκεί όπου άλλωστε έζησε τη ζωή του, με όλα τα λάθη ή και εγκλήματα που διέπραξε)·εξίσου πολιτική είναι και η απόφαση που κρίνει τον αν θα πεθάνει η θα ζήσει.

Επειδή η απεργία πείνας γίνεται γύρω από ένα νομικό ζήτημα, η πολιτική της διάσταση εξ αρχής τοποθετείται εντός ενός δικαιικού πλαισίου που τη διαμεσολαβεί. Αυτό επιτρέπει και όσους τον υπερασπίζονται να το κάνουν εξ ονόματος του κράτους δικαίου, εγείροντας επιχειρήματα που δεν προϋποθέτουν πολιτική συμφωνία, ούτε καν ρητή αναγνώριση του πολιτικού χαρακτήρα της δράσης του. Ο πυρήνας του κράτους δικαίου είναι ότι ο νόμος ισχύει για όλους το ίδιο, επομένως αν το αίτημα του Κουφοντίνα είναι νόμιμο πρέπει να ικανοποιηθεί.  Αλλά το ίδιο ακριβώς επιχείρημα χρησιμοποιείται και από την άλλη πλευρά, όχι απαραίτητα κακοβούλως: αν ο νόμος έχει «τερτίπια» και «παραθυράκια» είναι επειδή μπορεί να ερμηνευθεί.

Λέγοντας κάτι τέτοιο δεν σχετικοποιείται η αντιπαράθεση ούτε αμφισβητείται ότι υπάρχει νομικό έρεισμα στο αίτημα του Κουφοντίνα. Η τιμωρητική αντιμετώπιση του τελευταίου, σε πλήρη καταστρατήγηση του πνεύματος του κράτους δικαίου, είναι αρκετά ορατή ώστε να έχει προκαλέσει την αντίδραση πλήθους θεσμικών φορέων,που δύσκολα μπορούν να κατηγορηθούν για πολιτική συμπόρευση με την τρομοκρατία. Απλά τονίζεται ότι η κατηγορική προσταγή «ο νόμος ισχύει για όλους» κινείται σε ένα φορμαλιστικό επίπεδο που προσπαθεί να κρατηθεί σε απόσταση από το πολιτικό περιεχόμενο της αντιπαράθεσης που διαμεσολαβεί, ώστε να μπορεί να αξιώνει ότι την κρίνει ανεπηρέαστη.

Πέρα όμως από το γεγονός ότι το δίκαιο έχει πάντα υλικό περιεχόμενο (κάτι δεν είναι δίκαιο απλά και μόνο επειδή το λέει ο νόμος), η αξίωση αυτή καλείται να αποδεχθεί επί της αρχής ότι οι θεσμοί που αποκρυσταλλώνουν την αμερόληπτη δικαιοκρισία του λόγου, δηλαδή το κράτος δικαίου, είναι όντως ουδέτερο και υπεράνω των ταξικών και κοινωνικών ανταγωνισμών και συσχετισμών δύναμης που ορίζουν το πεδίο του πολιτικού.

Από αυτήν την σκοπιά, η υπόθεση του Κουφοντίνα μας φέρνει μπροστά στον καταστατικό μύθο του αστικού κράτους, τον μύθο της «Εξουσίας του Νόμου» (Rule of Law) ή του Κράτους-Δικαίου (Rechtsstaat). «Μύθος» όχι γιατί είναι εξ ορισμού ψευδής (πόσο μάλλον συνειδητά)· αλλά γιατί η παραδοχή που τον στηρίζει («όλοι είναι ίσοι μπροστά στον νόμο») δεν γεννάται ως εμπειρική διαπίστωση παρά ως αξιολογική πεποίθηση που τίθεται στο επίπεδο μιας φαντασιακής παράστασης του κοινωνικού. «Καταστατικός» διότι χωρίς αυτήν την αξίωση το αστικό κράτος δεν μπορεί να συγκροτείται και να αναπαράγεται ως τέτοιο, διαφοροποιώντας έτσι τον εαυτό του από άλλες δομές κυριαρχίας. Ακριβώς όμως  λόγω της καταστατικής του θέσης, ο μύθος του κράτους δικαίου βγάζει εκτός ορατότητας τις δυνάμεις που καθορίζουν τον Νόμο ως πραγματική δικαιική κρίση, και οι οποίες βρίσκονται έξω από τις θεσμικές διαδικασίες.

Την ίδια στιγμή, ο μύθος αυτός νομιμοποιεί και λειτουργεί απολογητικά ακόμα και για αποφάσεις που καταστρατηγούν το κράτος δικαίου. Τι και αν πεθαίνουν και εκβιάζονται μάρτυρες, τι και αν εισαγγελείς παραιτούνται και μεταναστεύουν, τι και αν οι δικαστές μπορεί να είναι ιδεολογικά προκατειλημμένοι, διαπλεκόμενοι, στην ίδια τάξη, κοινωνικό κύκλο  ή και γειτονιά με κάποιον κατηγορούμενο; Εφόσον τελεσιδικήσει μια δικαιοκρισία και είναι τυπικά συνεπής με έναν υπάρχον νόμο, η αδικία πέφτει στη λήθη, από την οποία μόνο η συλλογική μνήμη μπορεί να τη σώσει. Αυτό που ισχύει σε κάθε αστικό κράτος, στο ολιγαρχικό και βαθιά διεφθαρμένο Ελληνικό κράτος καταντά εξόφθαλμο: η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και η ισότητα μπροστά στον νόμο είναι όροι αναπαραγωγής της πραγματικής ανισότητας πρόσβασης στην αρχή και το δίκαιο που ορίζει την αστική κοινωνία.

Φυσικά, μέσα στο χάσμα της ιδέας του κράτους δικαίου και της πραγματικότητας του, ανοίγει ένα πεδίο κριτικής και αγώνα, που προσπαθεί να κάνει το πραγματικό κράτος δικαίου να ανταποκριθεί στην έννοια του. Αυτό ουσιαστικά πράττουν όσοι σήμερα υπερασπίζονται τον Κουφοντίνα από την οπτική του έννομου χαρακτήρα του αιτήματος του. Πως θα μπορούσε όμως να υλοποιηθεί το δίκαιο χωρίς τη δική τους δράση και το φρόνημα που την κινεί; Όπως και σε πολλές ανάλογες περιπτώσεις, το κατά πόσο το κράτος δικαίου ανταποκρίθηκε στην έννοια του καθορίζεται έξω και πέραν από κάθε τυπική μορφή και διαδικασία, στο συσχετισμό μεταξύ μιας συλλογικής επιθυμίας που τη δεδομένη στιγμή προωθεί την ενεργή πραγματικότητα της ιδέας του κράτους-δικαίου και ενός άλλου συλλογικού φρονήματος και επιθυμίας που της αντιπαρατίθεται.

Δεν χρειάζεται παρά μια μικρή βόλτα στο κοινωνικά δίκτυα και τα καθεστωτικά ΜΜΕ για να εξακριβωθεί ότι πολλοί επιθυμούν να δουν τον Κουφοντίνα νεκρό, ασχέτως του αν στην παρούσα στιγμή τα δικαιώματα του καταπατώνται. Αυτή η τάση, που βρίσκει στη Δεξιά την πολιτική της υπόσταση, σήμερα βρίσκεται στην εξουσία και έχει τον νόμο στα χέρια της. Η ενεργή πραγματικότητα του κράτους δικαίου συνεπώς περνάει μέσα από την πολιτική διαίρεση και την κοινωνική πόλωση, δεν βρίσκεται υπεράνω αυτής.

Σαφώς, η δυνατότητα του κράτους δικαίου να τιμήσει την έννοια του δεν έχει να κάνει μόνο με κάτι εξωτερικό προς αυτό – τους «αγώνες»· είναι εμμενής στην ίδια τη μορφή ως ιστορική υπόσταση. Αλλά και τι είναι αυτή η υπόσταση παρά ένα κομμάτι ιστορίας εν κινήσει; Τούτου δοθέντος, η συνεχής επίκληση στο κράτος δικαίου ως πραγματοποιημένο Δέον, τείνει να αναπαράγει και να επικυρώνει την τελεολογική οπτική που έχει γίνει σήμερα κυρίαρχη ιδεολογία του αστικού κράτους στη φιλελεύθερο-δημοκρατική μορφή του· δηλαδή, το διττό αξίωμα ότι το κράτος δικαίου είναι η αποτελεσματική μορφή πραγμάτωσης της δικαιοσύνης και ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελεί την ιστορική ολοκλήρωση του κράτους δικαίου, η οποία έτσι κλείνει τη συζήτηση για τη δέουσα μορφή οργάνωσης του κοινωνικού.

Η τελεολογική αυτή οπτική δεν λησμονεί μόνο τη βία που γέννησε το σύγχρονο κράτος και συγκεκριμένα την επαναστατική βία πίσω από το δημοκρατικό κράτος δικαίου. Μαζί με την αμνησία έρχεται η περιστολή του φάσματος της δικαιοσύνης στο πλαίσιο της κρατούσας συνθήκης, η απονομιμοποίηση κάθε δύναμης που αμφισβητεί αυτήν την συνθήκη, και φυσικά η δικαιολόγηση της καταστολή της. Κάπως έτσι, η τελεολογία του κράτους δικαίου γίνεται όψη της αναπαραγωγής του κράτους ασφάλειας. Κάπως έτσι, οι νικητές του εμφύλιου, στη σύγχρονη μορφή του δεξιού όχλου και της καθεστωτικής προπαγάνδας, γίνονται τιμητές της δημοκρατίας. Κάπως έτσι το κράτος που είναι στα χέρια των σύγχρονων αριστοκρατών, αφήνει έναν άνθρωπο να πεθάνει και γίνεται ένα «κράτος που δεν εκβιάζεται».

Η τιμή της φιλελεύθερης δημοκρατίας για την οποία σήμερα αγωνίζονται και αγωνιούν πολλοί με αφορμή την απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα χάνεται εδώ και χρόνια. Εξ αυτού προκύπτει η φαινομενική αντίφαση η ιδέα του κράτους δικαίου να προωθείται από αναρχικούς και ακροαριστερούς ενώ την αρνούνται «νομοταγείς πολίτες». Το πραγματικό διακύβευμα στην απεργία πείνας του Κουφοντίνα δεν είναι μια τυπική μορφή, η οποία σήμερα τείνει όλο και περισσότερο να λειτουργεί σαν φύλο συκής ενός κόσμου εκμετάλλευσης, διαφθοράς και προνομίων·  το διακύβευμα είναι η ενεργή πραγματικότητα της ισότητας.

Ο θάνατος ενός απεργού πείνας είναι ένα απίστευτα τραγικό γεγονός, προμήνυμα ότι έρχονται πολύ σκοτεινά χρόνια.

Είναι επιτακτική η ανάγκη να κοιτάξουμε πέρα από το αστικό κράτος-δικαίου και τη φιλελεύθερη δημοκρατία αν θέλουμε να σώσουμε την ενεργή πραγματικότητα των ιδεών που αυτές οι μορφές αξιώνουν ότι εκφράζουν- το δίκαιο, την ισότητα, και την ελευθερία.

Όπως ανοίξαμε λοιπόν έτσι ας κλείσουμε:

«Η εν λόγω αρχή, των ίσων δικαιωμάτων για όλους, αυτή καθαυτή ανοίγει τον δρόμο για μια απειρότητα από απαιτήσεις, στην οποία μπορεί βεβαίως να θέσει εν πρώτοις όρια η δύναμη του κοινοβουλίου· εάν όμως αυτή εφαρμοζόταν στην πλήρη συνέπεια της, θα ισοδυναμούσε μάλλον με επανάσταση παρά με απλή μεταρρύθμιση».

Χέγκελ, “Για το αγγλικό νομοσχέδιο της εκλογικής μεταρρύθμισης” (Werke 11, 83-127).


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ