Στο αντικατασταλτικό κίνημα των τελευταίων εβδομάδων, βλέπουμε την επανεμφάνιση μελών του ΣΥΡΙΖΑ με σχετικά μαζικούς όρους (σε σχέση με τις δυνατότητες κινητοποίησης κόσμου που διαθέτει), για πρώτη ίσως φορά μετά το πρώτο μισό του ‘15. Τι στάση πρέπει να κρατήσει το κίνημα απέναντι σε αυτή την προσπάθεια επαναπροσέγγισης, που είναι ζήτημα χρόνου να μεταφραστεί και σε προσπάθεια για νέες κοινές συλλογικότητες ή για κοινό βηματισμό; Τι ρόλο παίζουν, γενικότερα, τα κόμματα του κράτους στις κινηματικές διαδικασίες;

Συχνά σε κινηματικές συλλογικότητες και συντονισμούς επικρατεί η λογική της ευρύτερης δυνατής ενότητας πάνω σε ένα συγκυριακό ζήτημα, αφήνοντας τα “στρατηγικά” ζητήματα στην άκρη – μία μονοθεματική, στην ουσία, λογική. Σύμφωνα με αυτό το αντανακλαστικό, η επιστροφή της συμμετοχής του ΣΥΡΙΖΑ στο κίνημα (στον όποιο βαθμό, που σίγουρα δεν θα είναι ο ίδιος με πριν το ‘12) είναι κάτι που πρέπει να γίνει, έστω και απρόθυμα, αποδεκτό. Νομίζω πως όσοι-ες συμμετείχαμε και συμμετέχουμε σε κινηματικές συλλογικότητες, οφείλουμε να εξετάσουμε, πέρα από την πεπατημένη (που πιθανότατα οδηγεί στην επανάληψη των ίδιων λαθών), και εναλλακτικές προσεγγίσεις στο ζήτημα, αντλώντας και από την κινηματική εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας.

Πολύ χοντρικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δεκαετία των μνημονίων κινηματικά είχε την ακμή της στην αρχή (‘10-’12) και, όταν διαμορφώθηκε η κυβερνητική δυναμική του κάποτε “μικρού” (αλλά και “κινηματικού”) ΣΥΡΙΖΑ, οι αγώνες υποχώρησαν μπροστά σε αυτή την προοπτική (χαρακτηριστική πχ η απόσυρση της στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ στην απεργία των εκπαιδευτικών το ‘13, που οδήγησε στην ακύρωσή της). Και η υποχώρηση του κινήματος έγινε ακόμα μεγαλύτερη στα έτη 2015-2019 που πλέον κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ – χωρίς να υποτιμούμε όσους αγώνες δόθηκαν και αυτά τα χρόνια, η διαφορά στη μαζικότητα και στη διάθεση ανυπακοής σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας ήταν εμφανής, παρά το ότι η εξαθλίωση συνεχιζόταν.

Καταθέτοντας και μία προσωπική εμπειρία, ως μέλος της Αντιρατσιστικής-Αντιφασιστικής Πρωτοβουλίας Κορίνθου από την ίδρυσή της το 2011 μέχρι το 2019, η διαφορά ήταν οφθαλμοφανής: Μία ζωντανή και δραστήρια συλλογικότητα, που έκανε κάθε χρόνο φεστιβάλ και διάφορες άλλες συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις και παρεμβάσεις, μετά από την πορεία ενάντια στο στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών που έχουμε στην πόλη τον Μάρτιο του 2015 (και η οποία ήρθε αντιμέτωπη με χημικά από την αστυνομία, υπό τις εντολές του ΣΥΡΙΖΑ πλέον), δεν κατάφερε για τα επόμενα χρόνια όχι μόνο να διοργανώσει εκδηλώσεις, αλλά ούτε καν να έχει τη στοιχειώδη μαζικότητα για συνελεύσεις – κι αυτό παρά το ότι δεν απαρτιζόταν κυρίως από μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Οι λόγοι για τους οποίους διαδηλώναμε τα προηγούμενα χρόνια συνέχιζαν να υπάρχουν και με το παραπάνω: το στρατόπεδο δεν έκλεισε ποτέ, ο ανθρωποφράχτης στον Έβρο έμεινε ακλόνητος, χιλιάδες μετανάστες και πρόσφυγες πνίγηκαν, δημιουργήθηκε η Μόρια. Τι είχε πάει στραβά; Γιατί δεν αγωνιζόμασταν πια όπως πριν; Πώς επικράτησε η ενσωμάτωση και η, συλλογική και ατομική, κατάθλιψη;

Ας επιστρέψουμε σε αυτό που γίνεται τώρα, στο αντικατασταλτικό κίνημα των τελευταίων εβδομάδων. Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση της ΝΔ επιχειρεί μία βαθιά τομή στο κράτος, σε ακόμα πιο αυταρχική κατεύθυνση, μια μη απολογητική αστυνομοκρατία που δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται καν να προσπαθεί να τηρήσει προσχήματα ή να κάνει επικοινωνιακή διαχείριση: Αυτή είναι η νέα κανονικότητα, εμείς είμαστε το κράτος, θα γίνονται σκάνδαλα, θα πεθαίνετε λόγω των επιλογών μας στην υγεία, θα σας κλειδώνουμε μέσα όποτε θέλουμε και όποιον θέλουμε θα τον βαράμε κι από πάνω – ή θα τον σκοτώνουμε. Είχε δεκαετίες να μας πλασαριστεί τόσο απροκάλυπτα η χυδαιότητα και η κυνικότητα του κράτους – για τους περισσότερους κάτι τέτοιο δεν έχει προηγούμενο στα βιώματά μας.

Μπορεί κανείς πίσω από το αντικατασταλτικό κίνημα να δει (μόνο) μια μάχη ενάντια στην “αντιδημοκρατική εκτροπή” – και άρα υπέρ της αστικής δημοκρατίας των προηγούμενων ετών. Σε έναν βαθμό και για έναν κόσμο που κατέβηκε στον δρόμο αυτές τις μέρες, αυτό μπορεί όντως να ισχύει. Αλλά αυτή η αφήγηση δεν δίνει όλη την εικόνα, δεν λέει όλη την αλήθεια. Γιατί, καταρχάς, το κομμάτι του αγωνιζόμενου κόσμου που κυρίως στοχοποιείται και χτυπιέται, και αυτό που θα είναι και αύριο στον δρόμο, είναι το κομμάτι που αντιπαρατίθεται συνολικά με το κράτος. Και, κατά δεύτερον, γιατί με όποια αφορμή και σκεπτικό και αν κατέβηκε κανείς, “στον δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις”, δεν είναι κάτι στατικό, είναι μια δυναμική διαδικασία. Άρα είναι κάπως χυδαίο να μιλάμε συνολικά για ένα κίνημα υπέρ της (αστικής) δημοκρατίας, οριοθετώντας το. Στις διαδηλώσεις κατεβαίνει κόσμος που η συνείδησή του αυτή τη στιγμή τον φέρνει αντίθετο μόνο με την “υπέρμετρη χρήση βίας” από την αστυνομία, αλλά και κόσμος που είναι συνολικά ενάντια στην αστυνομία και το κράτος. Είναι διαφορετικές αντιλήψεις και αυτή την κουβέντα πρέπει να την κάνουμε ανοιχτά, όχι να την κουκουλώνουμε και να την αποφεύγουμε.

Ας συζητήσουμε, λοιπόν, με αυτή την ευκαιρία, τι είναι γενικά η αστυνομία (και, αναπόφευκτα, το κράτος). Αρκετοί έχουν πιστέψει πως το κράτος είναι ένας λίγο-πολύ ουδέτερος μηχανισμός: αν κυβερνάει η δεξιά, θα έχουμε πολιτικές υπέρ του κεφαλαίου, αν κυβερνάει η αριστερά, θα έχουμε πολιτικές υπέρ της εργατικής τάξης. Όμως ο ίδιος ο μηχανισμός του κράτους είναι ένας μηχανισμός έξω από την κοινωνία, που επιβάλλεται δια της βίας σε αυτήν, και που ο κύριος σκοπός του είναι ο διαχωρισμός της κοινωνίας σε τάξεις, σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, σε κυβερνήτες και υπηκόους. Η ύπαρξη κάθε κράτους είναι ευθέως ανταγωνιστική προς την αυτοθέσμιση της κοινωνίας. Η κύρια λειτουργία ενός αστικού κράτους, ειδικότερα, είναι να διασφαλίζει την εξουσία της αστικής τάξης: Ότι είναι “νόμιμο” κάποιοι να κατέχουν τα μέσα παραγωγής και η εργαζόμενη πλειοψηφία να αναγκάζεται να πουλάει σε αυτούς εργατοώρες για να μπορέσει να ζήσει. Συχνά ξεχνιέται ότι αυτό που ζούμε δεν είναι μια “φυσική” κατάσταση, αλλά ότι η συγκεκριμένη κοινωνικοοικονομική διάρθρωση επιβάλλεται από το κράτος με τη βία. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος ύπαρξης της αστυνομίας: Να συντηρεί αυτόν τον ταξικό διαχωρισμό δια της βίας (συνήθως και μόνο η απειλή της βίας αρκεί, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία). Όποιος θέλει να καταδικάσει “τη βία από όπου κι αν προέρχεται”, λοιπόν, πρέπει καταρχάς να καταδικάσει τη βία που συνεπάγεται η ίδια η ύπαρξη της αστυνομίας.

Τα κόμματα του κράτους, που φυσικά και θα χρειάζονταν κι αυτά μια αστυνομία για να επιβάλλει τις πολιτικές του κράτους που επιθυμούν, έρχονται και αποσιωπούν τον πραγματικό λόγο ύπαρξης της αστυνομίας, και ενισχύουν την κρατική αφήγηση περί αστυνομίας που δήθεν υπάρχει “για να προστατεύει τους πολίτες”, και που πρέπει απλά να “εκδημοκρατιστεί”. Αυτό προφανώς αφορά πρώτα από όλα τα κόμματα που είναι ανοιχτά υπέρ της αστικής δημοκρατίας, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΜεΡΑ25, που όσο και να μιλήσουν κατά της καταστολής, στην πραγματικότητα δεν έχουν κανένα πρόβλημα με την αστυνομία, ίσα ίσα είναι απαραίτητη για το πολιτικό τους σχέδιο – το πολύ πολύ να προτιμούν την επιβολή της αστυνομίας δια της απειλής της βίας, παρά δια της έμπρακτης βίας. Αλλά αφορά και συνολικά τα κόμματα της αριστεράς που θεωρούν αναγκαία την ύπαρξη κάποιας μορφής κράτους, ως στάδιο πριν φτάσουμε στον ακρατικό κομμουνισμό. Αν υπάρχουν ειλικρινείς αναζητήσεις στην αριστερά για “να συναντηθούν το κόκκινο με το μαύρο”, αν υπάρχει ριζοσπαστική σκέψη που δεν θέλει να επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος και θέλει να χαράξει νέους δρόμους, σε αυτό το σημείο είναι που πρέπει να κατευθυνθούν τα βέλη της κριτικής.

Υπάρχουν, λοιπόν, χοντρικά δύο αντιλήψεις στο αντικατασταλτικό κίνημα: Μία που δεν θέλει αστυνομία (και κράτος – καπιταλισμό), και μία που θέλει “καλύτερη” αστυνομία (και κράτος). Μπορεί να πει κανείς, καλοπροαίρετα (ή και όχι): Εντάξει, αλλά τώρα πρέπει να το λύσουμε αυτό; Ας κάνουμε στην άκρη τις στρατηγικές μας διαφωνίες, ας ενωθούμε, κρατικοί και αντικρατικοί, να ανακόψουμε την επίθεση του κράτους της ΝΔ και βλέπουμε μετά. Άλλωστε, αυτά τα ζητήματα “δεν είναι για τώρα”.

Σε αυτή την αντίληψη ακριβώς είναι που ουσιαστικά εκχωρείται η ιδεολογική ηγεμονία του κινήματος στον ρεφορμισμό και στα κόμματα του κράτους (όποια κι αν είναι αριθμητικά η συμμετοχή τους στο κίνημα). Με το να δεχτούμε ότι “δεν είναι τώρα εφικτή η συνολική αντιπαράθεση με το κράτος”, είναι σαν να λέμε ότι, πράγματι, το καλύτερο που μπορούμε να έχουμε τώρα είναι ένα έστω πιο “δημοκρατικό” κράτος. Όμως ακόμα κι αν έχουμε ένα κράτος στο οποίο θα ισχύει η ισονομία, μιλάμε για μία νομιμότητα που έχει χτιστεί εξ αρχής πάνω στην αδικία και την επιβολή δια της βίας. Στο μεταξύ ο καπιταλισμός ευθύνεται καθημερινά για χιλιάδες θανάτους και κοντεύει να καταστρέψει τον πλανήτη, κι εμείς συνεχίζουμε να αναβάλλουμε την ανατροπή του για ένα απροσδιόριστο μέλλον. Δεν ισχυρίζομαι, προφανώς, ότι αν το πούμε θα ανατρέψουμε αύριο το κράτος, όμως το τι πετυχαίνεις εξαρτάται και από τους στόχους που βάζεις. Αν βάζεις στόχο μια “πιο δημοκρατική αστυνομία” (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό), το περισσότερο που μπορείς να πετύχεις θα είναι αυτό. Αν ζητάς κράτος, κράτος θα πάρεις. Και θα συνεχίσεις να θρέφεις την ιδεολογική του ηγεμονία, αναπαράγοντας το παραμύθι ότι “ο ρόλος της αστυνομίας είναι να μας προστατεύει”. Έτσι λοιπόν χτίζεται η κοινωνική συναίνεση, έτσι προωθούνται οι μελλοντικοί διαχειριστές του κράτους, οι οποίοι θα έχουν σε μεγάλο βαθμό και τη σιωπηλή αποδοχή του κόσμου του αγώνα. Αυτό συνέβη και με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό επιχειρείται και σήμερα και, αν θέλουμε να αποφύγουμε τα ίδια λάθη, πρέπει να δοκιμάσουμε διαφορετικές οδούς από την πεπατημένη και τον “αυτόματο”.

Η λογική “μη βάζετε πολύ προωθημένα αιτήματα, ο κόσμος δεν είναι έτοιμος” – δηλαδή δεν είναι έτοιμος να καταλάβει ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος του κράτους και της αστυνομίας, οπότε ας αναμασάμε κι εμείς τα περί πιο “δημοκρατικής” αστυνομίας για να είμαστε μαζικοί, στην πραγματικότητα βρωμάει ελιτισμό και ανάθεση: Το κίνημα δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί, δεν μπορεί να κάνει πολιτική, δεν μπορεί να κάνει βαθύτερες συνειδητοποιήσεις. Άρα, σύμφωνα με αυτή τη λογική, χρειάζεται την ανάθεση στην πολιτική πρωτοπορία και στα κόμματά της, που θα πάνε τον αγώνα παραπέρα αντ’αυτού. Σε αυτή την αντίληψη για το κίνημα, η υποχώρηση μέσω της ανάθεσης στον όποιον ΣΥΡΙΖΑ ή στο όποιο ΜεΡΑ25 δεν είναι “απευκταίο ενδεχόμενο”, είναι δομικό χαρακτηριστικό. Με τα μονοθεματικά κινήματα της “ευρύτερης δυνατής ενότητας” έχουμε μία τέλεια συνταγή για αυτήν ακριβώς την εξέλιξη, για το να μπαίνουν όρια στα κινήματα και να προωθείται η ανάθεση.

Αυτό που χρειαζόμαστε στον νέο γύρο αγώνων είναι ένα κίνημα που, οπλισμένο με τη λογική της διαθεματικότητας, θα ενώσει τα νήματα των καταπιέσεων, και άρα θα διαχωριστεί και από τη λογική των κομμάτων του κράτους. Μία ανακωχή μεταξύ της μάχης ενάντια στο κράτος με τη μάχη για ένα “καλύτερο κράτος” είναι ενδοτισμός στη δεύτερη. Αυτό δεν σημαίνει μία κατεύθυνση αναχώρησης από τους αντικατασταλτικούς αγώνες – το αντίθετο. Η τομή που επιχειρεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη στο κράτος, η προσπάθεια να εδραιωθεί ένα αστυνομικό κράτος τύπου Τουρκίας δεν πρέπει να περάσει. Αλλά θα κοροϊδευόμασταν αν πιστεύαμε ότι είμαστε στην ίδια πλευρά, ότι αγωνιζόμαστε για τα ίδια πράγματα με τους πρώην ή τους επίδοξους μελλοντικούς διαχειριστές του κράτους – ακόμα κι αν συγκυριακά βρεθούμε μαζί στον δρόμο. Και αν αυτό δεν γίνει ξεκάθαρο από τώρα, θα καταλήξουμε να αγωνιζόμαστε για τις μελλοντικές ανακωχές και υποχωρήσεις του κόσμου του κινήματος. Χρειαζόμαστε ένα πιο συνειδητοποιημένο κίνημα, που θα ξέρει τους στόχους του, τους συμμάχους του και τους αντιπάλους του. Που θα κάνει και πιο “δύσκολες” συζητήσεις και δεν θα καθορίζεται από πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας. Που θα βρει έναν κοινό βηματισμό, και που οι νίκες του θα είναι πραγματικά δικές του.

Γιατί και από την καταστολή, και από το κράτος, και από τον καπιταλισμό – μόνο ο λαός μπορεί να σώσει τον λαό.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ