«Πήδα γύρω από μεγάλους στρατώνες
Φυλάξου από ανύπαρκτους εχθρούς
Βράδια παρέα με εφιάλτες στους κοιτώνες
Μέτρα τον χρόνο με άρρωστους σφυγμούς
Για την πατρίδα κι όλους αυτούς
Που δεκάρα για σένα δεν δίνουν»

Γιάννης Αγγελάκας

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω να παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία στην Ελλάδα συμβάλει στην θέσμιση της εξουσίας του κράτους/έθνους και το αντίστροφο. Αναλυτικότερα, θα αναφερθώ περιληπτικά στις έννοιες του κράτους και του έθνους, καθώς και της μεταξύ τους συσχέτισης, από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας, στη συνέχεια θα κάνω μια σύντομη αναφορά στην ιστορία του ελληνικού στρατού και την ισχύουσα νομοθεσία σχετικά με τον υποχρεωτική θητεία και τέλος θα προσπαθήσω να αναλύσω, μέσα από σχετικά παραδείγματα, μηχανισμούς με τους οποίους η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία θεσμίζεται από, αλλά και θεσμίζει, την εξουσία του κράτους/έθνους.

 

Κράτος, έθνος και η μεταξύ τους συσχέτιση

Οι κοινωνιολόγοι και οι ανθρωπολόγοι έχουν αρχίσει να ανασυνθέτουν το θεωρητικό παράδειγμα (paradigm) σχετικά με τη μελέτη του κράτους, καθώς πλέον οδηγούνται πιο κοντά στην αντίληψη ότι το κράτος είναι μια ιδεολογική δομή μάλλον παρά μια «υλική» υπόσταση. Έτσι, οι περισσότεροι στοχαστές φαίνεται να τοποθετούν τους εαυτούς τους στο χώρο μεταξύ της Γκραμσιανής (π.χ. Gramsci, 1971) και της Φουκωικής (π.χ. Φουκώ 2004, 2012)  θέσης για το ζήτημα της εξουσίας και της κυβερνητικότητας.

Αναλυτικότερα, ο Gramsci, αν και δεν θεωρούσε απλώς το κράτος ως εκτελεστικό μηχανισμό της μπουρζουαζίας, όπως πρέσβευαν παλαιότερες μαρξιστικές θεωρίες, διατήρησε τον θεμελιώδη ρόλο της ταξικής εξουσίας, ο οποίος πραγματώνονταν μέσα από τη μορφή του κράτους: «Η ιστορική ενότητα των κυρίαρχων τάξεων πραγματώνεται μέσα από το κράτος  και η ιστορία τους είναι ουσιαστικά η ιστορία των κρατών […] οι υποδεέστερες τάξεις, εξ ορισμού, δεν είναι ενωμένες και δεν μπορούν να ενωθούν μέχρι να μπορέσουν να γίνουν «κράτος» (Gramsci 1971: 52, cited in Hansen & Stepputat, 2001:3). Ο Gramsci προσπάθησε με άλλα λόγια να αποφυσικοποιήσει το κράτος αναδεικνύοντας τον απαραίτητα πολιτικό, και κατ’ επέκταση ασταθή, μερικό και πάντα βίαιο χαρακτήρα του. Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε και από τους μεταγενέστερους Μαρξιστές και μετα-Μαρξιστές, όπως ο Althusser (π.χ. 1970) και ο Πουλαντζάς (π.χ. 2008), σύμφωνα με τους οποίους το κράτος παρέμενε επιμελώς «κοινωνικοποιημένο» και επιφανειακό, δηλαδή εξέφραζε κοινωνικές σχέσεις και ιδεολογικές συνθέσεις και, ως εκ τούτου, αποτελούσε ένα λιγότερο ενδιαφέρον φαινόμενο από μόνο του. Επίσης, ένα εύρος προσπαθειών στη δεκαετία του 1980 για τη δημιουργία μιας «κρατικο-κεντρικής» (state-centered) προσέγγισης αναφορικά με τη σχέση μεταξύ κράτους και κοινωνίας δεν κατάφερε να αποφύγει την μεταξύ τους «απλουστευτική διχοτόμηση». (Hansen & Stepputat, 2001:3)

Από την άλλη, ο Φουκώ έβρισκε τα ζητήματα νομιμότητας και κυριαρχίας λιγότερο συναφή και αντ’ αυτού διερεύνησε το πώς η νεωτερικότητα σημαδεύτηκε από την εμφάνιση ενός ευρύτερου πεδίου διακυβέρνησης της συμπεριφοράς του εαυτού, της οικογένειας, των θεσμών και του σώματος. Έτσι, σύμφωνα με τον τον ίδιο, η εντατικοποίηση της ρύθμισης των σύγχρονων κοινωνιών δεν ήταν αποτέλεσμα της διείσδυσης του κράτους ως κέντρου εξουσίας, αλλά το αντίστροφο: Το σύγχρονο κράτος ήταν ένα σύνολο θεσμικών μορφών που κατάφεραν να δημιουργηθούν εξαιτίας της γενικότερης «κυβερνητικότητας» των κοινωνιών, δηλαδή των συγκεκριμένων τρόπων με τους οποίους οι ανθρώπινες πρακτικές έγιναν αντικείμενα γνώσης, ρύθμισης και πειθαρχίας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το σύγχρονο κράτος δεν είναι μια πηγή της εξουσίας, αλλά το αποτέλεσμα ενός ευρύτερου φάσματος διασκορπισμένων μορφών πειθαρχικής εξουσίας που επιτρέπουν στο κράτος να εμφανίζεται ως μια δομή, η οποία  στέκεται ξεχωριστά και πάνω από την κοινωνία. (Hansen & Stepputat, 2001:4)

Για τον Bourdieu (1999) σημασία δεν έχει τόσο το αν ή το πώς το κράτος κυβερνά αλλά το πώς οι συγκεκριμένες εξουσίες του κράτους, αναπαράγονται μέσα από σύμβολα και ιεροτελεστίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πειθαρχικές μορφές της κρατικής εξουσίας σχετίζονται με τη συνεχή αναπαραγωγή του, των δομών του, των ιεραρχιών του, της γλώσσας του και των μορφών των ταυτοτήτων που παράγονται και καθιερώνονται από τις διαδικασίες του. Το κράτος δεν επιδιώκει μόνο να είναι κράτος για τους πολίτες του, αλλά προσπαθεί επίσης να είναι κράτος για τον εαυτό του, ενώ αναμένεται από τους πληθυσμούς, τους πολιτικούς και τους γραφειοκράτες να χρησιμοποιούν την «κατάλληλη» γλώσσα της κρατικότητας στις πρακτικές και τις συμβολικές χειρονομίες. (Hansen & Stepputat, 2001:6)

Σύμφωνα με την Aretxaga (2005:257) είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς το κράτος πέρα από τη συζευγμένη δυάδα «κράτος-έθνος». Τα κράτη εμφανίζονται σαν ενεργοί προαγωγοί της εθνικής κουλτούρας, μέσω της δημιουργίας εθνικών αφηγήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να οργανώσουν και να δώσουν σχήμα σε συλλογικές υποκειμενικότητες. Επίσης, εμπλέκονται ενεργά στην παραγωγή εθνικών φαντασιώσεων «communitas» με ποικίλους τρόπους, από την οικοδόμηση  ηρωισμού που στόχο έχει τη δημιουργία συλλογικής μνήμης και μύθου, μέχρι και την οικοδόμηση  μυθικών και παραδοσιακών ιστοριών που προωθούν την εξάλειψη της μνήμης και την γέννηση του έθνους.

Επιπλεόν, σύμφωνα με τον Anderson (2006:7), το έθνος κατασκευάζεται στη φαντασία της κοινωνίας ως «γεωγραφικά περιορισμένο», καθώς ακόμα και το μεγαλύτερο από αυτά, ενσωματώνοντας ενδεχομένως και ένα δισεκατομμύριο ανθρώπινες ζωές, έχει πεπερασμένα όρια πέρα από τα οποία βρίσκονται άλλα έθνη, ως «κυρίαρχο», επειδή η ιδέα του γεννήθηκε την εποχή κατά την οποία ο Διαφωτισμός και η Επανάσταση κατέστρεφαν την νομιμότητα του θεΐκού βασιλείου και ως «κοινότητα», διότι, ασχέτως με τις σχέσεις ανισότητας και εκμετάλλευσης που επικρατούν, το έθνος πάντα γίνεται αντιληπτό σαν μια βαθιά και οριζόντια συντροφικότητα.

 

Η απαρχή του ελληνικού κράτους και η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία

 Σύμφωνα με τον Ραφαηλίδη (1993:9-10), κατά το τελευταίο έτος της ελληνικής επανάστασης «Έπρεπε να βρεθεί μια λύση, και μάλιστα κατεπειγόντως, γιατί οι Έλληνες κατέρρεαν και κανείς δεν θα μπορούσε να ξέρει  τι θα γινόταν με την ακόμα επικίνδυνη Οθωμανική Αυτοκρατορία, που όμως βρισκόταν στα τελευταία της και έπρεπε να την αποσώσουν αποσπώντας από αυτή εδάφη και δημιουργώντας όπως-όπως εθνικά κράτη. Για να πετύχει το σχέδιο, έπρεπε η Ελλάδα να δώσει στον κόσμο την εικόνα συγκροτημένου και σοβαρού κράτους, έτοιμου να αυτοδιοικηθεί».

Σε συνάρτηση με το ανωτέρω απόσπασμα, παρατίθεται ακόμα ένα από την επίσημη ιστοσελίδα του Γενικού Επιτελείου Στρατού (2016) «Η ιδέα, αλλά και η ανάγκη, συγκροτήσεως Τακτικού Στρατού, δημιουργήθηκε αμέσως μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821. Μέχρι τότε ο αγώνας διεξαγόταν από άτακτα σώματα, συγκροτημένα στην πλειονότητά τους από αφοσιωμένους στην ιδέα της ελευθερίας πατριώτες, που στερούνταν στρατιωτικής εκπαιδεύσεως και πειθαρχίας και δύσκολα μπορούσαν να συνεργαστούν για τον κοινό σκοπό.»

Σύμφωνα με τους Kanci & Altinay (2007) τα περισσότερα έθνη-κράτη έχουν δημιουργηθεί μέσα από ένοπλες μάχες, αν όχι από πολέμους. Ο κοινωνιολόγος  Charles Tilly (1985), υποστηρίζει ότι υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ πολέμων και δημιουργίας κρατών στη σύγχρονη εποχή, το οποίο μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι η στρατικοποίηση και ο εθνικισμός θα πρέπει να θεωρούνται παράλληλες διαδικασίες οι οποίες αλληλοενισχύονται. Επίσης, όπως έχουν εξηγήσει σε έργα τους οι Hobsbawm & Ranger (1983) και ο Anderson (2006),  το φαντασιακό εθνικό παρελθόν και μέλλον, τα δημιουργήματα παραδόσεων και ισχυρισμών πολιτισμικής ιδιαιτερότητας έχουν παίξει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της οικοδόμησης του έθνους και της δημιουργίας κρατών.

Ο θεσμός της υποχρεωτικής στράτευσης εισήχθη στην Ελλάδα το 1911 λίγο καιρό πριν την εμπλοκή της χώρας σε μια σειρά διαδοχικών πολέμων (Βαλκανικοί πόλεμοι, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Ουκρανική εκστρατεία, επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία) με στόχο την ενίσχυση της κρατικής «πολεμικής μηχανής», η οποία θα διαφύλαττε την εδαφική κυριαρχία ή και θα διεκδικούσε την επέκταση των εθνικών συνόρων. Έτσι, γίνεται εξαρχής εμφανές ότι η διαφύλαξη ή και επέκταση των συνόρων του κράτους/έθνους της Ελλάδας και η υποχρεωτική στρατικοποίηση των πολιτών της αποτελούν διαδικασίες οι οποίες αλληλοενισχύονται.

Η στρατιωτική θητεία στην Ελλάδα σήμερα ρυθμίζεται αφενός από το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 6 και ερμηνευτική δήλωση) και αφετέρου από τον Νόμο 3421/2005 Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 302/13.12.2005). Το άρθρο 6 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζει ότι «Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων». Εναπόκειται δηλαδή στον κοινό νομοθέτη η ρύθμιση σχετικά με την επιβολή ή όχι υποχρεωτικής στράτευσης, καθώς και των ειδικότερων λεπτομερειών αναφορικά με την εκπλήρωσή της. Η ερμηνευτική δήλωση για αυτή τη διάταξη προβλέπει ότι δεν αποκλείεται «να προβλέπεται με νόμο η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας».

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι το έθνος-κράτος και οι θεσμοί του (Σύνταγμα, Νόμοι, Διατάξεις) όχι μόνο ορίζουν την υποχρέωση του Έλληνα πολίτη να αποτελέσουν μέρος του «πολιτικού σώματος» της πατρίδας, αλλά ακόμα, σε περίπτωση που υπάρχει «τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης», το άτομο υποχρεούται να προσφέρει ως αντάλλαγμα «άλλες υπηρεσίες». Τι σημαίνει όμως αυτό στην πραγματικότητα;

Σύμφωνα με την Διεθνή Αμνηστία (20016:2), η υποχρεωτική προσφορά «άλλων υπηρεσιών» στην Ελλάδα παραμένει τιμωρητική και εισάγει διακρίσεις,  ενώ ταυτόχρονα είναι ασύμβατη με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς όσοι αντιτίθενται συνειδητά σε αυτή υποχρεούνται να εκτελούν εναλλακτική πολιτική θητεία 15 μηνών, περίοδος η οποία είναι 67% μεγαλύτερη από τους εννεά μήνες στρατιωτικής θητείας.

Την ίδια στιγμή, πλήθος άλλων κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων παραβιάζονται από το ισχύον καθεστώς. Για παράδειγμα στις περιπτώσες ατόμων που τους έχουν αποδοθεί πολλαπλά πρόστιμα λόγω προσαγωγών τα οποία δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα ξεπληρώσουν, τα προκύπτοντα χρέη μπορούν να τους οδηγήσουν σε ακραία φτώχεια, δήμευση περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων σπιτιών και ακόμα και σε άρνηση κρατικών εγγράφων που απαιτούνται για την έναρξη μιας επιχείρησης. (European Bureau for Conscientious Objection, 2016:37-38)

Κατ’ αντιστοιχία, οι ανυπότακτοι και οι ολικοί αρνητές στράτευσης ζουν υπό το συνεχή φόβο της σύλληψης, δεν μπορούν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό καθώς ενδέχεται να τους συλλάβουν στο αεροδρόμιο, χάνουν το δικαίωμα του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι» και αντιμετωπίζουν προβλήματα στην εύρεση εργασίας, καθώς δεν δύνανται να προσκομίσουν το απολυτήριο στρατού που τους ζητείται. Με βάση τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι αν κάποιος δεν «ξεπληρώσει το χρέος» του προς την πατρίδα, η τιμωρία θα είναι όχι μόνο να χάσει τα δικαιώματά του ως Έλληνας πολίτης αλλά να εξοστρακιστεί στο περιθώριο του κράτους/έθνους.

 

Η σημασία των τελετουργιών, των εθνικών συμβόλων και των καθημερινών πρακτικών

Πέρα όμως από τη συμμετοχή που οφείλει να λάβει ο στρατιώτης στο σώμα της «τεχνητής μηχανής» καλείται ταυτόχρονα να μυηθεί σε διαδικασίες/τελετουργίες εκμάθησης, οι οποίες δομούν και αναπαράγουν την υπόσταση του κράτους. Σύμφωνα με τον Turner (1969) οι τελετουργίες περάσματος χωρίζονται σε τρεις φάσεις: προ-μεθοριακή, κατά την οποία γίνεται ο διαχωρισμός από το φυσιολογικό, μεθοριακή, δηλαδή η φάση της μετάβασης κατά τη διάρκεια της οποίας τα πρότερα ή τα μετέπειτα πολιτισμικά χαρακτηριστικά χάνονται, και η μετα-μεθοριακή, όπου λαμβάνει χώρα η επανένταξη στην κοινωνία με καινούργιο στάτους, δικαιώματα και υποχρεώσεις. Έτσι, θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε την υποχρεωτική θητεία στον ελληνικό στρατό σαν μεθοριακή φάση, κατά τη διάρκεια της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά είναι η ομοιογένεια, η απουσία ιδιοκτησίας, η απουσία εγωισμού, κ.α. ενώ παράλληλα λαμβάνει χώρα η προετοιμασία για την μεταμόρφωση ενός ανήλικου παιδιού σε ένα άνδρα, πολίτη, με δικαιώματα και υποχρεώσεις απέναντι στο έθνος/κράτος. Με άλλα λόγια, ο στρατός μετατρέπεται σε μια μηχανή που «γεννάει» πολίτες ενός κράτους/έθνους.

Ταυτόχρονα, καλείται να πάρει μέρος σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, όπως παράδοση της αστυνομικής ταυτότητα και παραλαβή της στρατιωτικής, παραλαβή στρατιωτικών ρούχων και οπλισμού, κατάταξη ανά βαθμό ικανότητας, υπογραφές για ιατρικές εξετάσεις, σφραγίδες για άδειες εξόδου, κλπ., οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστες και αναπόδραστες καθημερινές ιεροτελεστίες στις οποίες αναγκάζονται να συμμετέχουν. Σύμφωνα με την Nuijten (2004), το γεγονός ότι επίσημες σφραγίδες και έγγραφα μπορούν να αποκτήσουν συμβολικά νοήματα, πέρα από τις διοικητικές διαδικασίες, και να γίνουν φετίχ μπορεί να αποδοθεί στην διάσταση της κουλτούρας του κράτους, ενώ σύμφωνα με τον Žižek (1996), δεν είναι η εκπολιτισμένη δημόσια εμφάνιση του κρατικού συστήματος αλλά οι υπόγειες υπόρρητες ιεροτελεστίες οι οποίες συνθέτουν την πραγματικότητα.

Μερικά ακόμα βασικά χαρακτηριστικά της στρατιωτικής θητείας, ειναι η πειθαρχία, η κάθετη ιεραρχία, η υπακοή, τα γυμνάσια, το αυστηρό πρόγραμμα και η άψογη επιμέλεια του παρουσιαστικού. Πειθαρχίες κατά τον Φουκώ, είναι οι μέθοδοι οι οποίες επιτρέπουν το σχολαστικό έλεγχο των δραστηριοτήτων του σώματος, εξασφαλίζουν τη σταθερή καθυπόταξη των δυνάμεών του και επιβάλλουν μια σχέση υπακοής-χρησιμότητας.  Έτσι, ο στρατός αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία του κράτους τα οποία δημιουργούν πειθήνια σώματα.

Πιο συγκεκριμένα, εφαρμόζει πρακτικές που σχετίζονται με την κατανομή στο χώρο (περίφραξη στρατοπέδου), την εύρεση ενός τρόπου για πιο «επιτήδεια» αξιοποίηση του χώρου (κοιτώνες φαντάρων), τις λειτουργικές θέσεις και τα στοιχεία εναλλαξιμότητας (σκοπιές και υπηρεσίες). Το αποτέλεσμα των παραπάνω είναι η σύνθεση «πλαστικών εικόνων» (tableaux vivants) που μετατρέπουν τις συγκεχυμένες, ανώφελες ή επικίνδυνες μάζες σε φρόνιμες και τακτικές πολλαπλότητες (π.χ. στοίχιση στρατιωτικών σχηματισμών) οι οποίες «μάχονται» προς όφελος του κράτους/έθνους.

Αντίστοιχα, η επιβολή του στρατού σχετικά με την κατανομή στον χρόνο σχετίζεται με την αστυνόμευση του χρόνου (αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα) και τη σπονδύλωση του σώματος και αντικειμένου (σύμπλεγμα σώμα-όπλο, σώμα-εργαλείο, σώμα-μηχανή). Όσον αφορά τη σύνθεση δυνάμεων, μετατρέπει το σώμα σε εξάρτημα μιας πολυτμηματικής μηχανής, με το συνδυασμό των χρονολογικών σειρών και τη σχέση σηματοδότησης, η οποία υποδηλώνει ότι δεν χρειάζεται να κατανοήσει κανείς την εντολή, αρκεί να αντιληφθεί το σήμα και να ανταποκριθεί αμέσως σ’ αυτό.

Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στους μηχανισμούς εξουσίας που εφαρμόζει ο στρατός παίζουν επίσης τα εθνικά σύμβολα, οι καθημερινές πρακτικές και οι τελετές, όπως για παράδειγμα χρήση στρατιωτικών εμβλημάτων, συντήρηση του όπλου, έπαρση και υποστολή εθνικής σημαίας, συμμετοχή σε παρελάσεις και ψαλμός του εθνικού ύμνου, μέσω των οποίων μια χώρα διακηρύσσει την ταυτότητα και την κυριαρχία της και παράλληλα επιβάλει τον σεβασμό και την αφοσίωση. (Hobsbawm & Ranger, 1983:11) Σύμφωνα με τον Eriksen (2010:124), η χρήση εθνικών συμβόλων (π.χ. εθνική σημαία) χρησιμοποιείται για να διεγείρει τα ανθρώπινα αντανακλαστικά τα οποία έγκεινται σε μια πολιτισμική βάση. Κατ’ επέκταση, έτσι δημιουργείται μια αίσθηση εθνικότητας, η οποία παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την έννοια της κουλτούρας η οποία δίνει την αίσθηση ότι αποτελεί μια σταθερά. Έτσι, με τη βοήθεια των συμβόλων και των τελετών του στρατού, το κράτος μπορεί να επινοηθεί εκεί που δεν υπάρχει. (Eriksen, 2010:125)

Μια χαρακτηριστική τελετή του στρατού που συμβάλει στην θέσμιση του κράτους/έθνους είναι ο όρκος προς τη Σημαία, ο οποίος είναι υποχρεωτικός για κάθε νεοσύλλεκτο που εντάσεται στο στράτευμα. Ο λεγόμενος και «στρατιωτικός όρκος» είναι ο εξής: «Ορκίζομαι να φυλάττω πίστιν εις την Πατρίδα. Υπακοήν εις το Σύνταγμα, τους Νόμους και τα Ψηφίσματα του Κράτους. Υποταγήν εις τους ανωτέρους μου, να εκτελώ προθύμως και άνευ αντιλογίας τας διαταγάς των. Να υπερασπίζω, με πίστιν και αφοσίωσιν, μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός μου, τας Σημαίας. Να μην τας εγκαταλείπω, μηδέ να αποχωρίζομαι ποτέ απ’αυτών. Να φυλάττω δε ακριβώς τους Στρατιωτικούς Νόμους, και να διάγω εν γένει ως πιστός και φιλότιμος Στρατιώτης

Τι είναι όμως αυτό που μας κάνει να γινόμαστε πρόθυμοι να δώσουμε τη ζωή μας για την πατρίδα και που στο άκουσμα ενός τέτοιου όρκου ενδεχομένως να ανατριχιάσουμε; Σύμφωνα με τη Linke (2006), τα σύγχρονα κράτη δεν είναι απλά φαντασιακά ή αφηρημένα πολιτιστικά καθεστώτα αλλά ενσωματωμένες μορφές. Οι πολιτικοί κόσμοι έχουν οπτική, απτική, αισθητηριακή και συναισθηματική διάσταση: η ζωή του κράτους έχει μια σωματική γείωση (Linke 2006: 206) ενώ σύμφωνα με την Aretxaga (2005) το κράτος σε μια φαινομενολογική προσέγγιση παράγεται μεταξύ άλλων από αφηγήσεις μαζικής λαϊκής κουλτούρας, ιεροτελεστίες πένθους και γιορτής, διαδικασίες οι οποίες ενσωματώνονται σε αισθητηριακό επίπεδο και κατά αυτόν τον τρόπο τα νεκρά σώματα των εθνικών ηρώων διαμεσολαβούν μεταξύ του κράτους και των ανθρώπων, ώστε το κράτος να αποκτά υλική υπόσταση. Ακόμα, σύμφωνα με τον Anderson (2006:143) «η πολιτική αγάπη μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί από τους τρόπους με τους οποίους οι γλώσσες περιγράφουν το αντικείμενο της: είτε στο λεξιλόγιο της συγγένειας (μητέρα γη, πατρίδα) είτε του σπιτιού (γη και νερό)».

Μάλιστα, αυτός ο πλούτος συναισθημάτων που φαίνεται να πλημμυρίζει τους πολίτες ενός κράτους/έθνους απέναντι στην χώρα τους, φαίνεται να βρίσκει άμεσο αντίκρυσμα σε περίπτωση που κάποιος από τους στρατιώτες «πέσει» κατά τη διάρκεια εξετέλεσης του καθήκοντός του  προς τη «μητέρα πατρίδα», στο βωμό της διαφύλαξης των εθνικών συνόρων ή και επέκτασης αυτών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πομπώδεις κηδείες λαμβάνουν χώρα, οσάν η πατρίδα να έχασε μέρος του εθνικού της σώματος. Ωστόσο, οι σχετικές επικήδειες τελετουργίες δεν θα λέγαμε ότι είναι ακριβώς ίδιες για τα άτομα που είτε χάνουν τη ζωή τους κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες είτε αυτοκτονούν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας, καθώς όχι μόνο δεν «έπεσαν» για την πατρίδα αλλά ενδεχομένως διακινδυνεύουν την αμφισβήτηση της[1].

Σύμφωνα με την Μακρυνιώτη (2008), γινόμαστε όλοι μάρτυρες και ταυτόχρονα είμαστε εκτεθειμένοι σε νέες μορφές βιοπολιτικής όπου η απόφαση για τα όρια ανάμεσα σε μια ζωή άξια ή ανάξια να βιωθεί, και σε ένα θάνατο που αξίζει ή δεν αξίζει το πένθος συνιστά ένα κατεξοχήν πολιτικό διακύβευμα, ενώ  για την Μπάτλερ (2004: 553), δεδομένου ότι η νεκρολογία λειτουργεί ως εργαλείο μέσω του οποίου διαδίδεται δημοσίως το αν αξίζει η απώλεια μια ζωής να προκαλέσει οδύνη, θα πρέπει να τη θεωρήσουμε πράξη οικοδόμησης του έθνους.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το κράτος/έθνος καταφέρνει μέσα από την θέσμιση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας να εδραιώνει και να ανατροφοδοτεί την εξουσία του στους πολίτες που το απαρτίζουν και το υπηρετούν, μέσω πειθαρχικών μηχανισμών, πολιτικών κυβερνησιμότητας, δαιδαλωδών γραφειοκρατικών διαδικασιών, χρήση συμβόλων και υπόρρητων ιεροτελεστιών, ιεραρχιών, γλώσσας και μορφών των ταυτοτήτων, διαδικασίες οι οποίες υιοθετούνται μέσα στο στρατό. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου το κράτος/έθνος «προσφέρει» φαντάρους στο μηχανισμό του στρατού, ώστε να «παραλάβει πίσω» εκπαιδευμένους πολίτες, οι οποίοι θα είναι σμιλευμένοι στο να αναγνωρίζουν την εξουσία του κράτους.

 


Βιβλιογραφία 

  • Γενικό Επιτελείο Στρατού (2016) Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού, διαθέσιμο στο σύνδεσμο: http://www.army.gr/default.php?pname=oiprotesprospathies&la=1, προσπελάστηκε στις 07/06/17
  • Μακρυνιώτη, Δήμητρα (2008) Περί θανάτου, η πολιτική διαχείριση της θνητότητας, Αθήνα: Νήσος
  • Μπάτλερ, Τζούντιθ (2004) Βία, Πένθος, Πολιτική στο Μακρυνιώτη Δήμητρα (2008) Περί θανάτου, η πολιτική διαχείριση της θνητότητας, Αθήνα: Νήσος
  • Πουλαντζάς, Νίκος, (2008) Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα: Θεμέλιο
  • Ραφαηλίδης, Βασίλης (1993) Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους, Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου σελ. 9-10
  • Φουκώ, Μισέλ (2004) Επιτήρηση και Τιμωρία: Η γέννηση της Φυλακής, Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα
  • Φουκώ, Μισέλ (2012) Η γέννηση της βιοπολιτικής, Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979) Αθήνα: Πλέθρον
  • Althusser, Louis (1970) Ideology and Ideological State Apparatuses, Available at https://www.marxists.org/reference/archive/althusser/1970/ideology.htm, accessed on 07.07.2017
  • Amnesty International (2016) Greece Amnesty International submission for the UN Universal periodic review 25th session of the UPR working group
  • Anderson, Benedict (2006) Imagined Communities. Reflections on the Origin and Spread of Nationalism, London and New York: Verso.
  • Aretxaga, Begona (2005) States of Terror, Begona Aretxaga’s Essays, USA: Center for Basque Studies
  • Bourdieu, Pierre (1999) Rethinkingthe State: Genesis and Structure of the Bureaucratic Field, in G. Steinmetz (ed.), State/Culture: State-Formation after the Cultural Turn. Ithaca, NY: Cornell University Press, 53–75
  • European Bureau for Conscientious Objection (2016) Annual report Conscientious Objection to Military Service in Europe 2016, Athens pp 37-38
  • Gramsci, Antonio (1971) Selections from the prison notebooks, London: Lawrence & Wishart
  • Hansen, Thomas Blom & Stepputat, Finn (2001) States of imagination Ethnographic Explorations of the Postcolonial London: State Duke University Press
  • Hobsbawm, Eric & Terence Ranger (1983) The Invention of Tradition, Cambridge: Cambridge University Press.
  • Linke, Uli, (2006) Contact Zones, Rethinking the sensual life of the state, London, Thousand Oaks, CA and New Delhi: Sage, Vol 6(2): 205–225
  • Nuijten, Monique (2004) Between Fear and Fantasy: Governmentality and the Working of Power in Mexico, London, Thousand Oaks, CA and New Delhi: Sage, Critique of Anthropology, Vol 24(2) 209–230
  • Tilly, Charles (1985) War-Making and State-Making as Organized Crime, in P. Evans, D. Reuschemeyer and T. Skocpol (eds), Bringing the State Back, Cambridge: Cambridge University Press pp. 169-186
  • Tuba Kancı Ayşe& Gül Altınay (2007) Educating Little Soldiers and Little AysesMilitarized and Gendered Citizenship in Turkish Textbooks, in Marie Carlson, Annika Rabo and Fatma Gok (eds), Reflections in education in Multicultural Societies. Turkish and Swedish Perspectives, Swedish Research Institute in Istanbul: Transactions, vol 18, pp 51-70
  • Turner, Victor (1969), Liminality and Communitas in The Ritual Process: Structure and Anti-structure, Chicago: Aldline, pp 94-113

Žižek, S. (1996) I Hear You with My Eyes: or, The Invisble Master, in R. Saleci and S. Žižek (eds) Gaze and Voice as Love Objects, Durham, NC and London: Duke University Press, pp. 90–126.

[1] Σχετικές αναφορές είναι διαθέσιμες στους ακόλουθους συνδέσμους: http://diktiospartakos.blogspot.gr/2015/08,/3-15.html , http://www.antirrisies.gr/deaths

 


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ