Ο “ρεαλισμός” σκότωσε την ουτοπία. Σε αυτό το μικρό σημείωμα θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις πάνω σε μια πρόσφατη ανάρτηση του καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο ΑΠΘ, Θ. Τζήμα. Ο συγκεκριμένος ακαδημαϊκός, με αφορμή ένα πανό που σηκώθηκε σε πρόσφατη διαδήλωση του φοιτητικού κινήματος από τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, έσπευσε να στηλιτεύσει δημόσια μια σειρά από πολιτικές θέσεις που όσοι δεν ανήκουμε στον χώρο της θεσμικής αντιπολίτευσης, θεωρούμε περίπου σαν αυτονόητες σε ότι έχει να κάνει με τους στόχους μιας ριζικής κοινωνικής μεταρρύθμισης σε κομμουνιστικά πρότυπα. Πιο συγκεκριμένα, ο κύριος καθηγητής ανακάλεσε στην τάξη την “άμυαλη” νεολαία του φοιτητικού κινήματος επειδή μέσα στο ίδιο πανό συμπεριέλαβε μια σειρά από ξεκάθαρες αντιπολεμικές διακηρύξεις, όπως είναι, α) η εναντίωση σε μια ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη με την Τουρκία, β) η θέση ότι το ζήτημα της ΑΟΖ δεν αφορά τα ταξικά συμφέροντα των προλετάριων, γ) η άποψη ότι η ανάληψη κατά το δυνατό κοινών αγώνων με το μεταναστευτικό προλεταριάτο αποτελεί κεντρικό διακύβευμα μιας σύγχρονης διεθνιστικής αντίληψης και μιας πολιτικής στρατηγικής μετάβασης για το αντισυστημικό κίνημα.

Ο αντίλογος, φαινομενικά από αντισυστημική σκοπιά, του κυρίου καθηγητή έχει ως εξής: Η ΑΟΖ πρωτίστως συνιστά μια νομική ασφαλιστική δικλείδα που κατοχυρώνει στο όνομα του κράτους-έθνους φυσικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους , τους οποίους αργότερα μια επαναστατική σοσιαλιστική εξουσία θα μπορεί να αξιοποιήσει σε όφελος των λαϊκών στρωμάτων. Συνακόλουθα, η διαμάχη με τις τουρκικές ελίτ για την ιδιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στο Αιγαίο αποτελεί πράγματι “εθνικής” σημασίας ζήτημα, που υπερβαίνει τους ταξικούς διαχωρισμούς και υπαγορεύει τη συστράτευση της “πρωτοπορίας” του προλεταριάτου στο πλευρό του ελλαδικού κράτους και του νεοφιλελεύθερου μπλοκ εξουσίας. Κατά την ίδια λογική, δεν ωφελεί σε τίποτα να διατυμπανίζουμε ότι ο ταξικός πόλεμος έχει προτεραιότητα σε σχέση με τις εθνικές αντιπαραθέσεις. Ούτε θα πρέπει να αποσύρουμε τη στήριξη μας, συλλογικά ή μεμονωμένα, από τις ενόπλες δυνάμεις, εφόσον ο στρατός είναι που αργότερα θα κληθεί να υπερασπίσει τα δίκαια του “επαναστατικού” κράτους.

Αυτές οι απόψεις απορρέουν από μια αντίληψη της επανάστασης ως “πραγματικής” και “απτής” διαδικασίας, ως υπόθεση ανθρώπων που θα κληθούν να διαχειριστούν ζητήματα που προκύπτουν απο την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Οτιδήποτε άλλο γι’ αυτούς συνιστά “επαναστατικό τουρισμό”. Η καθεστωτική αριστερά εδώ και χρόνια αντιπαραβάλει τον “ρεαλισμό” και το πνεύμα “υπευθυνότητας” που την διακρίνει με την επίπλαστη “ανεμελιά” των αντιεξουσιαστικών ρευμάτων. Αν οι αναρχικοί αντιτίθενται μαζικά στον πόλεμο, αυτό δεν συμβαίνει επειδή πράττουν από θέση ιδεολογικής αρχής, αλλά διότι δεν διαθέτουν στρατηγική αντίληψη γύρω από το τι χρειάζεται για να κατακτήσει κανείς την εξουσία και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να οικοδομηθεί ο (κρατικός) σοσιαλισμός. Ο κύριος καθηγητής φτάνει μάλιστα μέχρι το σημείο να ισχυριστεί ότι η ΑΟΖ αποτελεί ιστορική κατάκτηση του αντιαποικιοκρατικού κινήματος, η οποία προστατεύει τους αδύναμους λαούς από την αυθαίρετη επιβολή του δίκαιου των ισχυρών. Για τους “ρεαλιστές” σοσιαλιστές αυτού του τύπου φαίνεται πως ισχύει η ρήση του Καρλ Σμιτ , όταν έγραψε ότι , “Αν ένας λαός φοβάται τους κόπους και τον κίνδυνο της πολιτικής του ύπαρξης, τότε θα βρεθεί ένας άλλος λαός, ο οποίος θα τον απαλλάξει από αυτούς τους κόπους, αναλαμβάνοντας την προστασία του απέναντι στους εξωτερικούς Εχθρούς και έτσι και την πολιτική εξουσία”.i

Φυσικά, δεν έχει κανένας αντίρρηση ότι η οικονομία χρειάζεται να έχει πρόσβαση σε όσο το δυνατόν πιο διευρυμένους πόρους έτσι ώστε να μην βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να “αυτοδιαχειριζόμαστε τη φτώχεια μας”, όπως είχε πει κάποτε ο Τ. Φωτόπουλος. Για να μπορεί δηλαδή να λειτουργήσει σαν μια αυτόνομη και συλλογική δραστηριότητα της κοινωνίας που θα διαθέτει τα μέσα για να βελτιώσει αποτελεσματικά το βιοτικό επίπεδο των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων. Όμως υπάρχουν πολλοί τρόποι για να εξασφαλίσει κανείς αυτή την πρόσβαση, χωρίς παράλληλα να διατρέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει στρατιωτική σύρραξη με κάποιο από τα αστικά κράτη με τα οποία συνορεύει το ελλαδικό κράτος. Ειδικά σε ότι αφορά το κομμουνιστικό πρόταγμα , αν έχει μια ηθική αξία που το ξεχωρίζει αυτή είναι η διασφάλιση ίσης πρόσβασης για όλους , χωρίς διακρίσεις ή εξαιρέσεις. Συνακόλουθα, δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η πολεμοκαπηλία και μια ανταγωνιστική στάση προς την Τουρκία συνάδει με μια κομμουνιστική ηθική προάσπισης των λαϊκών συμφερόντων. Είναι μάλιστα αυτή η αντίληψη για την οικοδόμηση πραγματικών κοινοτήτων που θα εδράζονται σε χειροπιαστά υλικά συμφέροντα τα οποία τα μέλη τους θα μοιράζονται από κοινού, η οποία παρακίνησε τον αναρχικό στοχαστή Ρούντολφ Ρόκερ να διατυπώσει την άποψη ότι οι κύριες πλουτοπαραγωγικές πηγές , όπως για παράδειγμα η ενέργεια, θα πρέπει να τεθούν κάτω από καθεστώς συλλογικής ιδιοκτησίας που θα εξασφαλίζει ίση και ελεύθερη πρόσβαση σε όλους τους λαούς, ως τη θεμελιακή συνθήκη για την εξάλειψη των ανταγωνισμών και την επιβολή μιας διαρκούς ειρήνης στις διεθνείς υποθέσεις.ii Κόντρα σε αυτή τη λογική, το ελλαδικό κράτος μέχρι σήμερα δεν έχει κάνει τίποτε άλλο απ’ το να προσπαθεί να αποκλείσει μέσω της διπλωματίας την Τουρκία από την εκμετάλλευση των ενεργειακών αποθεμάτων του Αιγαίου και να την περικυκλώσει στρατιωτικά μέσω του περιφερειακού στρατηγικού άξονα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου.iii Είτε μας αρέσει, είτε όχι, η Τουρκία είναι γειτονική χώρα κι εφόσον αρνούμαστε κάθε πολιτική διαλόγου και συνεννόησης θα βρεθούμε εγκλωβισμένοι μέσα σε μια δυναμική κλιμακούμενης σύγκρουσης που αναπαράγεται τόσο αντικειμενικά, όσο και υποκειμενικά.

Άλλωστε , το θεμελιώδες ζήτημα για κάθε πολιτική κοινότητα δεν είναι μονάχα το πώς σχετιζόμαστε μεταξύ μας, αλλά ακόμα περισσότερο, ο τρόπος που αλληλεπιδρούμε με όσους δεν ανήκουν από πολιτική, οικονομική, πολιτισμική σκοπιά, στην κοινότητα μας. Ή μάλλον, για να το θέσουμε καλύτερα, το πώς σχετιζόμαστε μεταξύ μας επιδρά καταλυτικά στον τύπο, όσο και στο περιεχόμενο των σχέσεων που αναπτύσσουμε με όσους βρίσκονται εκτός της κοινότητας και αντίστροφα.iv Έτσι, το να προετοιμάζεται κανείς για πόλεμο δεν του εξασφαλίζει την ειρήνη, όπως ισχυριζόταν εσφαλμένα ο Θουκυδίδης. Το παράδειγμα της Βόρειας Κορέας είναι αρκετό για να καταλάβει κάποιος ότι η έμφαση στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας με στρατιωτικά μέσα έχει σαν αποτέλεσμα τη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας στο σύνολο της. Όπως και το Ισραήλ, η Βόρεια Κορέα, δεν είναι μια χώρα που έχει στρατό, αλλά ένας στρατός που έχει μια χώρα. Όπως παρατηρούσε ο Κονδύλης, “Ο πόλεμος αποτελεί συνέχεια της πολιτικής υπό δύο θεμελιώδεις έννοιες. Όταν ο όρος ‘πολιτική’ εκλαμβάνεται με την αντικειμενική του σημασία, για να χαρακτηρίσει τη διαμορφωμένη μέσα στο χρόνο ιστορικοκοινωνική φυσιογνωμία ενός συλλογικού πολιτικού υποκειμένου, τότε ο πόλεμος συνεχίζει την πολιτική υπό την έννοια ότι αποτυπώνει εκ των πραγμάτων, και ανεξάρτητα από τα τρέχοντα μελήματα και βουλήματα των δρώντων προσώπων, τη φυσιογνωμία αυτή […]”.v Αν όμως ο Κονδύλης έχει δίκιο, τότε δεν υπάρχει λόγος για να μην εκλάβει κανείς την πολιτική συνολικά σαν τη δραστηριότητα που σαν μοναδικό σκοπό της έχει την κατά το δυνατό αρτιότερη προετοιμασία ενός λαού για πόλεμο.

Σίγουρα, κάποιος μπορεί να αντιτείνει τα συνήθη επιχειρήματα περι καπιταλιστικής περικύκλωσης και της ανάγκης που έχει η Βόρεια Κορέα να φροντίσει για την άμυνα της απέναντι στον ιμπεριαλιστικό εχθρό. Το πρόβλημα που σε μεγάλο βαθμό αντικρούει αυτή τη συλλογιστική είναι ότι η ίδια εσωστρεφής αντίληψη για τις βασικές προϋποθέσεις του μετασχηματισμού της κοινωνίας σε σοσιαλιστικά πρότυπα επικράτησε ιστορικά και στις σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στα κράτη του υπαρκτού σοσιαλισμού. Προσωπικά πιστεύω ότι το δόγμα του “σοσιαλισμού σε μία χώρα” ήταν το πολιτικό προϊόν της δυσμενούς γεωπολιτικής συγκυρίας μέσα στην οποία υποχρεώθηκε να οργανώσει την μετάβαση σε ένα σύστημα σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων η σοβιετική νομενκλατούρα. Πράγμα που σημαίνει ότι ακόμα κι αν ο Τρότσκυ με την “μόνιμη επανάσταση” που ευαγγελιζόταν είχε κατορθώσει να επικρατήσει στην εσωκομματική διαμάχη για την εξουσία, ο δρόμος που θα ακολουθούσε η ΕΣΣΔ είχε ήδη επικαθοριστεί αποφασιστικά από τις ευρύτερες ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες εκτυλίχθηκε το επαναστατικό δράμα.

Από την άλλη, είναι το πεπρωμένο κάθε συλλογικού πολιτικού εγχειρήματος για τον αυτοκαθορισμό της κοινωνίας να γεννιέται μέσα σε μια γεωπολιτική συνθήκη που είναι δυσμενής για τις επιδιώξεις του. Ο αντι-ιμπεριαλισμός εν πολλοίς συνιστά την απάντηση που αποπειράθηκε να δώσει η μαρξική επαναστατική θεωρία σε αυτό το επαναλαμβανόμενο και δυσεπίλυτο ιστορικό πρόβλημα. Το ζήτημα ωστόσο είναι ότι η μιλιταριστική αντίληψη για την επανάσταση παραμένει ακόμα κι αφότου οι συνθήκες που την δημιούργησαν έχουν θεωρητικά εκλείψει. Όταν οι κομμουνιστές ανέλαβαν την εξουσία στην Κίνα, αμέσως στράφηκαν προς το “αδελφικό” καθεστώς της ΕΣΣΔ για να ζητήσουν βοήθεια σε τρόφιμα, πολεμοφόδια και κυρίως, υπερπολύτιμη τεχνογνωσία για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας τους. Ο Μάο έτρεφε απεριόριστο θαυμασμό για τον Στάλιν και πίστευε βαθιά στην αναπόφευκτη φιλία και την αλληλεγγύη που χαρακτήριζε “αντικειμενικά” τους δεσμούς ανάμεσα σε δυο σοσιαλιστικά κράτη. Παρ’ όλα αυτά, οι σοβιετικοί αντιμετώπισαν τους Κινέζους κομμουνιστές με περιφρόνηση, σαν τους φτωχούς συγγενείς οι οποίοι όφειλαν να αναγνωρίσουν έμπρακτα την κυρίαρχη θέση που κατείχε η ΕΣΣΔ στην γεωπολιτική ιεραρχία του ανατολικού μπλοκ. Αρνήθηκαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την επιστροφή εδαφών που είχε αποσπάσει ο τσαρισμός από την Κίνα προπολεμικά, ή να μοιραστούν τα μυστικά της ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης της ΕΣΣΔ , κάτι που η Κίνα είχε απελπιστικά ανάγκη για να εισέλθει στο γκρουπ των ανεπτυγμένων βιομηχανικών κρατών. Ουσιαστικά, όχι μόνο δεν συμπεριφέρθηκαν με γνώμονα την αλληλεγγύη προς το “αδελφό” κομμουνιστικό καθεστώς, αλλά επιχείρησαν να προσδέσουν την Κίνα στο γεωπολιτικό άρμα της σοβιετικής ισχύος. Κάτι που λίγο έλειψε να οδηγήσει σε ανοικτό πόλεμο τους δύο σοσιαλιστικούς γίγαντες. Έτσι, αν ο σοβιετικός σοβινισμός αρχικά υπήρξε το παράγωγο των αντικειμενικών συνθηκών της περικύκλωσης, αργότερα έγινε ο ίδιος ο κύριος υπαίτιος που αναπαρήγαγε υποκειμενικά μια πανομοιότυπη συνθήκη, μην μπορώντας να ξεχωρίσει τον φίλο από τον εχθρό και υιοθετώντας μια ιεραρχική αντίληψη για τις σοσιαλιστικές σχέσεις που, μοιραία, είχε στο επίκεντρο την παλιά συντηρητική έννοια του σοβιετικού “εθνικού συμφέροντος”. Με βάση τα παραπάνω, σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι η αφορμή εξαιτίας της οποίας ο Τρότσκυ προχώρησε στη συγγραφή του έργου που εξηγεί πιο διεξοδικά τις ιδέες πίσω από την θεωρία του της διαρκούς επανάστασης, ήταν η πολεμική με τον ορθόδοξο μαρξισμό που διεξαγόταν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα γύρω απο τις αποτυχημένες οδηγίες που είχε δώσει ο Στάλιν στο ΚΚ Κίνας, οι οποίες είχαν σαν τραγική κατάληξη την συντριβή της πρώτης κινεζικής επανάστασης μέσα σε ένα λουτρό αίματος.vi

Τέλος, σε μια σοσιαλιστική κοινότητα που αναπαράγεται με μοναδικό κριτήριο έναν εθνικό προσδιορισμό της συλλογικής ταυτότητας, είναι λογικό οι μετανάστες να εμφανίζονται σαν πλεονάζων πληθυσμός που είναι αδύνατο να αφομοιωθεί δημιουργικά στο κοινωνικό σύνολο. Σε μια θεωρητική απόπειρα εναλλακτικής νοηματοδότησης της έννοιας της κοινότητας, ο George Caffentzis περιέγραψε τα “Κοινά” σαν συλλογικά εγχειρήματα που αφορούν την αυτοδιαχείριση των κοινοτικών πόρων και έχουν σαν συνδετικό κρίκο των μελών τους την από κοινού συνεισφορά και παροχή εργασίας.vii Ακόμα όμως κι αυτή η κολεκτιβιστική σύλληψη έρχεται τελικά αντιμέτωπη με την ιδέα της αυθεντικής, οργανικής κοινότητας ως σύνολο που συγκροτείται γύρω από την ικανοποίηση πραγματικών υλικών αναγκών, οι οποίες κατ’ ανάγκη δεν μπορούν παρά να είναι πεπερασμένες, μετρήσιμες και σαφώς καθορισμένες στον χώρο και τον χρόνο. Το ίδιο ισχύει για οποιοδήποτε εννοιολογικό σχήμα προσπαθεί να συλλάβει τις προϋποθέσεις της θέσμισης της αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας σε μαζική κλίμακα, εφόσον η αυτοθέσμιση της κοινότητας συνεπάγεται ένα συλλογικό όργανο που συνέρχεται τακτικά για να καθορίσει ρητά και δημοκρατικά το εύρος και είδος αυτών των αναγκών. Οπότε προϋποθέτει εκ νέου την οριοθέτηση της κοινότητας και όσων συναποφασίζουν για τους στόχους που υπηρετεί με τη συλλογική δραστηριότητα της.

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, μου φαίνεται ότι θα πρέπει να δεχτούμε ότι εξίσου σημαντικό με το δικαίωμα της ελεύθερης διέλευσης κι εγκατάστασης των μεταναστών, είναι και το δικαίωμα που έχουν αυτοί οι άνθρωποι να μην ξεριζώνονται και να διακινδυνεύουν τις δικές τους ζωές και των παιδιών τους για μια καλύτερη τύχη στις μητροπόλεις του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Για να το πούμε διαφορετικά, το δικαίωμα που έχουν αυτοί ο άνθρωποι να μένουν στον τόπο τους. Ο ιμπεριαλισμός του συστήματος της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς καταστρέφει συστηματικά τις συνθήκες διαβίωσης στις χώρες που ανήκουν στην πολιτική και οικονομική περιφέρεια του. Από αυτή την άποψη, η υπεράσπιση των υλικών όρων της συλλογικής ύπαρξης των υποτελών κοινοτήτων του διεθνούς προλεταριάτου δεν μπορεί παρά να αποτελεί κομμάτι της διεθνιστικής αντίληψης, αλλά και της μεταβατικής στρατηγικής του σύγχρονου αντισυστημικού κινήματος.

i C. Schmitt, Η Έννοια του Πολιτικού (Εκδόσεις Κριτική), σελ. 73.
ii L. Van Der Walt, Black Flame (AK Press), σελ. 310-314.
iii Συνέντευξη με τον καθηγητή Αλέξη Ηρακλείδη: “Η Τουρκία δεν είναι επιθετική”, https://thepressproject.gr/synentefxi-me-ton-kathigiti-alexi-irakleidi-i-tourkia-den-einai-epithetiki/.
iv Οι συστημικές ελίτ προσπαθούν να διαχειριστούν κατασταλτικά τις υπερεθνικές μεταναστευτικές ροές όχι γιατί συνιστούν έναν πλεονάζοντα πληθυσμό που “αντικειμενικά” είναι αδύνατο να απορροφηθεί από οποιαδήποτε μορφή οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, αλλά ακριβώς επειδή ο ερχομός τους φανερώνει τα αντικειμενικά όρια των κυρίαρχων θεσμών της καπιταλιστικής ετερονομίας. Η απορρόφηση των μεταναστών προϋποθέτει μια σαρωτική αλλαγή κοινωνικού παραδείγματος και από αυτή την άποψη, οι νομάδες του υπερεθνικού προλεταριάτου συνιστούν για την καθεστηκυία τάξη έναν κίνδυνο που έρχεται απ’ έξω και την ίδια στιγμή είναι και “εσωτερικός”.
v Π. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου (Θεμέλιο), σελ. 381.
vi “Όπως και να ‘χει, η συγγραφή τούτου του έργου δεν γίνεται πια να αναβληθεί, διότι είναι ακριβώς πάνω στην πάλη ενάντια στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης που βασίστηκε η υπεράσπιση της τυχοδιωκτικής γραμμής αναφορικά με τα [επαναστατικά] προβλήματα της Ανατολής, δηλαδή πλέον της μισής ανθρωπότητας”. L. Trotsky, The Permanent Revolution (Merit Publishers), σελ. 162.
vii G. Caffentzis & S. Federici, Commons Against and Beyond Capitalism, https://europhilomem.hypotheses.org/files/2016/02/Upping-the-Anti.pdf.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ