Η πραγματικότητα για την εργατική τάξη και το σύνολο της κοινωνικής βάσης είναι ζοφερή. Η κρίση των μνημονίων τελείωσε με μια καθοριστική υποβάθμιση της ζωής των πολλών. Αμέσως μετά την κρίση αυτή ήρθε η πανδημία και αμέσως μετά την πανδημία επίκειται μια ακόμα νέα οικονομική κρίση επιπέδου μνημονίων. Οι συνθήκες χειροτερεύουν ραγδαία σε όλα τα επίπεδα ήδη επί δέκα συνεχόμενα χρόνια. Μισθοί και συντάξεις καταποντίζονται, δημόσια αγαθά ιδιωτικοποιούνται, εργατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα χάνονται. Φαινόμενα ενεργής κρατικά κατευθυνόμενης λογοκρισίας, ποινικοποίησης μέσων κοινωνικής αντίδρασης, στρατιωτικού εξοπλισμού της αστυνομίας, είναι κανονικότητα. Την ίδια ώρα ο εθνικισμός επιστρέφει με απειλές πολέμου, δισεκατομμύρια για όπλα, φανταστικούς θριάμβους κατά ξυπόλυτων μεταναστών στον Έβρο. Είμασταν μέχρι χθες κλεισμένοι/ες μέσα χωρίς να γνωρίζουμε αν σε έξι μήνες θα έχουμε δουλειά, σπίτι, ρεύμα, ακόμα και ίντερνετ που απαιτείται για δουλειά και εκπαίδευση. Έξω ένα μικρό χωριό πεθαίνει από COVID κάθε μέρα μέσα και έξω από διαλυμένα νοσοκομεία και η ιδιωτική υγεία περνάει τη χρυσή της εποχή.. Κι ενώ δεν ξέρουμε καν πότε θα τελειώσει η πανδημία, όσο είμαστε μέσα ο «έξω κόσμος» μεταμορφώνεται σε κάτι ακόμα πιο άσχημο από αυτό που αφήσαμε πριν την πανδημία. Η κατηφόρα μετατρέπεται σε ελεύθερη πτώση.

Αυτά όμως είναι γνωστά στους πάντες, και στο ερώτημα τι πρέπει να κάνουμε ως πολιτικά και κοινωνικά μαχόμενα υποκείμενα ο τίτλος της απάντησης είναι γνωστός: «Οργάνωση και αγώνας και σε πολιτικό και σε ταξικό/κοινωνικό επίπεδο, αντίσταση στα καθεστωτικά σχέδια, διεκδίκηση αλλά και συνολικοποίηση σε επαναστατική κατεύθυνση»…
Η περιγραφή όμως που πρέπει να ακολουθήσει τον τίτλο απέχει πολύ από το να είναι καν συνεκτική πόσο μάλλον ολοκληρωμένη.
Τα δομικά της στοιχεία υπάρχουν. Είναι η ίδια η πραγματικότητα καταπίεσης και εκμετάλλευσης, είναι οι μάζες των από κάτω και η λανθάνουσα ισχύς τους, είναι η αντίδραση που πάντα ξεσπά όταν συσσωρευτεί πίεση. Είναι οι υπάρχοντες σχηματισμοί σε πολιτικό και σε ταξικο/κοινωνικό πεδίο. Είναι επίσης οι χιλιάδες μεμονωμένοι/ες αγωνιστές/τριες που βρίσκονται παντού και πυκνώνουν πρώτοι/ες τις τάξεις κάθε μεγάλου, αυθόρμητου λαϊκού ξεσπάσματος.
Αλλά το έχουμε δεί ξανά αυτό το έργο και έχουμε την εμπειρία να πούμε ότι επανάληψη του ίδιου μοτίβου δεν θα μπορέσει καν να ανακόψει την υποχώρηση της τάξης μας. Ισως, ένα τέτοιου τύπου ξέσπασμα να φτάνει για να τρομάξει το κράτος και να το υποχρεώσει σε προσωρινή αναδίπλωση, σε μια υπερόξυνση της καταστολής όπως αυτή του νόμου περί διαδηλώσεων ή στη Νέα Σμύρνη, αλλά μαζικές εξώσεις δεν αποτρέπει, ούτε εξασφαλίζει έστω φτηνό ρεύμα και σίγουρα δεν υπερασπίζεται Κυριακές αργίες και υπερωρίες…
Μπροστά στην ίδια πρόκληση μιας ασταμάτητης πολύμορφης κρίσης που τραβάει ήδη πάνω από δεκαετία δεν μπορούμε παρά να αναζητούμε τι είναι αυτό που λείπει, ποια απουσία ευθύνεται για τις ήττες των προηγούμενων χρόνων.
Αν υπήρχαν εύκολες απαντήσεις θα είχαν ήδη βρεθεί. Οι απαντήσεις μπορεί να είναι μόνο δύσκολες και δεν μπορεί παρά να προκύψουν μέσα από δύσκολες ερωτήσεις που ακολουθούν άβολες διαπιστώσεις. Και το πρώτο σημείο της δυσκολίας είναι πως οι ερωτήσεις αυτές, για όσους αγωνιούν για την «επόμενη μέρα» της βάσης, είναι ο χρονικός ορίζοντας. Δηλαδή τι γίνεται τώρα, τους επόμενους μήνες και λίγα χρόνια. Πως τους σταματάμε; Πως θα κουνηθεί λίγο ο τροχός που έχει «πιάσει αράχνες»;
Δεν είμαστε σίγουρα οι μόνοι, μέσα στον κόσμο του αγώνα, που αντίστοιχοι διάλογοι έχουν ξεκινήσει πάνω σε διάφορες πλατφόρμες. Εμείς επιλέγουμε για αρχή την πλατφόρμα της πολιτικής καθαρότητας. Όχι με την μορφή ενός αυστηρού ιδεολογικού προσδιορισμού αλλά με τη μορφή της καθαρής και ωμής θέασης των συνθηκών, των δυνατοτήτων, των περιορισμών, και των δικών μας και του κινήματος και της βάσης που ανήκουμε. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές έχει ξεκινήσει ήδη η τελική επίθεση, στο «άγιο δισκοπότηρο» των εργατικών δικαιωμάτων, στο 8ωρο. Επιστρέφουμε στον 19ο αιώνα, δεν είναι υπερβολή…
Θέτουμε λοιπόν δημόσια τον πυρήνα αυτού του διαλόγου, με τους όρους καθαρότητας που διεξάγεται ακριβώς γιατί θεωρούμε ότι δεν έχουμε την πολυτέλεια ως εργαζόμενοι/ες και άνεργοι/ες να αφεθούμε στην ελεύθερη πτώση, στην επιστροφή στις «φάμπρικες» σε συνθήκες παράλληλα καθολικού ελέγχου, σε έναν δυστοπικό συνδυασμό 19ου και 21ου αιώνα.

Ρωτάμε λοιπόν:
1. Γιατί έχουμε ακόμα ανάγκη τα ψοφίμια της ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ για να προκηρυχτεί μια γενική απεργία ή έστω μια μεγάλη πανεργατική διαδήλωση;
2. Εφόσον δεχόμαστε τον δυϊσμό ανάμεσα στην πολιτική οργάνωση και στην αυτοοργάνωση των από τα κάτω, και εφόσον θεωρούμε τους κοινωνικούς αγώνες απόφαση και έργο της ίδιας της βάσης, πώς φανταζόμαστε ότι μπορούν να σχεδιαστούν και να πυροδοτηθούν την επόμενη περίοδο εφόσον οι υπάρχουσες κοινωνικές δομές αγώνα, με ριζοσπαστικό πρόσημο, δεν επαρκούν;
3. Έχουμε την δυνατότητα να περιμένουμε μέχρις ότου πραγματωθούν διαδικασίες όπως ο μαζικός συνδικαλισμός σε σωματεία βάσης ή ο σχηματισμός συνελεύσεων σε κάθε γειτονιά; Δεν αμφιβάλλουμε ότι αυτός οφείλει να είναι διαρκής και ενεργός στόχος κάθε απελευθερωτικής/επαναστατικής πολιτικής, αλλά πόσο γρήγορα, αντικειμενικά, μπορούμε να περιμένουμε να ξεδιπλωθεί αυτή η δύναμη στο επόμενο κοντινό διάστημα ώστε να αναλάβει το βάρος καθολικών κινητοποιήσεων;
4. Πώς ακριβώς θα αντιπαρατεθούμε και θα σταματήσουμε την επίθεση ενάντια στην τάξη μας μες την πανδημία ότι δεν έχουμε καθορίσει και ιεραρχήσει μια πλατφόρμα διεκδικήσεων σε όλο το μήκος και το πλάτος του μετώπου σύγκρουσης; Πώς μια τέτοια πλατφόρμα που υπερβαίνει τις μεμονωμένες διεκδικήσεις μπορεί να συνταχθεί μέσα στη βάση, να γίνει κτήμα της, να παλευτεί και να κερδηθεί;
5. Πώς μπορούν τα χωριστά μέτωπα του κοινωνικού αγώνα (εργατικό, τοπικό, δικαιωματικό, πολιτισμικό, οικολογικό…) να αποκτήσουν συνεκτικούς κρίκους που θα επιτρέψουν την ελπίδα για μια ενιαία παράταξη δυνάμεων ενάντια σε κεφάλαιο και κράτος;
6. Ποια η σχέση, των πολιτικών μας σχηματισμών με τις οργανώσεις βάσης; Πόσο αντιλαμβανόμαστε τις οργανώσεις βάσης χρησιμοθηρικά; Ειδικά όταν οι ίδιοι κύκλοι ανθρώπων δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε όλα τα πεδία; Πώς αποδεικνύουμε ως λανθασμένη την βαθιά ριζωμένη (και πολύ λογική με βάση την έως τώρα εμπειρία) καχυποψία για καπέλωμα απέναντι σε κάθε νέα πρωτοβουλία στο κοινωνικό πεδίο;
7. Πώς μπορούμε να εμπλέξουμε οργανωτικά αυτή την μεγάλη μάζα κόσμου που έως τώρα επιλέγει ατομικούς και ευκαιριακούς δρόμους συμμετοχής στα κοινά;
8. Πώς μπορούμε να διαχειριστούμε ταυτόχρονα, αρμονικά και σχεδιασμένα την άτεγκτη επαναστατική φύση των πολιτικών μας μηχανισμών με την διεκδικητική φύση και την πραγματιστική θέαση των μηχανισμών κοινωνικού αγώνα σε βάθος χρόνου;
9. Ποιο είναι το κοινό έδαφος πάνω στο οποίο, στο κοινωνικό πεδίο, μπορούν να συνυπάρξουν με ταχύτητα αποφάσεων και εμπιστοσύνη, δυνάμεις και άτομα από τα δύο βασικά ρεύματα του ανατρεπτικού φάσματος, την αριστερά και την αναρχία; Πώς μπορούν και μέσα σε ποια όρια, να συνλειτουργήσουν αγωνιστικά κομμάτια, διατηρώντας μεν την διακριτότητά τους στην πολιτική στρατηγική, αλλά και την κοινότητά τους στην δέσμευση για υπεράσπιση των συμφερόντων της τάξης μας;
10. Ποια τα όρια και γιατί δεν επιτυγχάνουν μακροπρόθεσμα τα πολιτικά μέτωπα, όχι μόνο ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις, αλλά ακόμα και στο εσωτερικό των ίδιων πολιτικών χώρων; Πόσο τέτοιας φύσης μέτωπα μπορούν τελικά να ανταποκριθούν στις σημερινές ανάγκες του αγώνα;
11. Σε ποια γλώσσα πρέπει να μιλήσουμε στο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνικής βάσης που απέχει κάθε οργανωμένης πολιτικής και κοινωνικής στράτευσης; Σε ποιο βαθμό είμαστε διατεθειμένοι να προσαρμόσουμε την φόρμα τόσο του λόγου, όσο και της δράσης, ώστε να εξασφαλίσουμε αν μη τι άλλο την μεταδοτικότητα του προτάγματος; Στο (συχνά παραπλανητικό) φάσμα ανάμεσα στον ελιτισμό και τον λαϊκισμό ποιο είναι το σημείο της δικής μας ισορροπίας;
12. Πώς θα κόψουμε τον δρόμο σε καθεστωτικές δυνάμεις να οικειοποιηθούν τους διεκδικητικούς αγώνες της βάσης; Πώς θα καταπολεμήσουμε την συστημική προπαγάνδα που στο όνομα του ρεαλισμού καταλαμβάνει κινήματα και τα εξαργυρώνει με ψήφους και εξουσία; Πώς θα εμποδίσουμε την «πολιτική τροφοδοσία» του κάθε Σύριζα όπως έγινε με τους αντιμνημονιακούς αγώνες (ή παλαιότερα του ΠΑΣΟΚ); Πώς θα εμποδίσουμε το ρεφορμισμό και την αστικοδημοκρατική θεσμικότητα να καβαλήσει την αυτοοργανωμένη, μαζική, μαχητική διεκδίκηση;
13. Πώς θα απευθυνθούμε στα νέα μέλη της εργατικής τάξης και των ανέργων που με βεβαιότητα θα έρθουν μαζικά την επόμενη περίοδο ως αποτέλεσμα της καταστροφής και της προλεταριοποίησης των μικροαστικών στρωμάτων; Πώς θα διαχειριστούμε τις ταξικές τους αυταπάτες;
14. Υπάρχει και ποια είναι η ποσοτική κρίσιμη μάζα, οι όροι μαζικότητας, ώστε ένα νέο εγχείρημα κοινωνικού αγώνα να είναι ικανό να κάνει τα πρώτα βήματα που θα κάνουν νοητά τα πιθανά μελλοντικά του άλματα και να μην πνιγεί εξαρχής;
15. Ποιους/ες και πόσους/ες από την τάξη μας, με ποια και πόσο αυστηρά πολιτικά/ιδεολογικά όρια, αποκλείουμε κόσμο από οργανωτικά σχήματα, μέτωπα και αγώνες;
16. Πόσο αντέχουμε σε μια πενταετία από τώρα να περιγράφουμε τις σημερινές εξελίξεις ως μια μαύρη περίοδο για την κοινωνική βάση, ως μια κομβική ήττα του κινήματος, ως μια ακόμα χαμένη «ευκαιρία» για τον κόσμο του αγώνα, ακόμα μεγαλύτερη από αυτή των μνημονίων;

Αυτά δεν είναι παρά ένα εμβληματικό απάνθισμα ενός συνόλου ερωτημάτων που προκύπτουν, όταν η αγωνία για το μέλλον σε μια τόσο μαύρη συγκυρία συνενώνεται με τον ρεαλισμό και την ανάγκη για αποτελεσματικότητα, για ορατές λύσεις που θα δοκιμαστούν άμεσα στην πράξη. Ασφαλώς οι ερωτήσεις δεν γίνονται σε φιλοσοφικό επίπεδο, ούτε καν στα πλαίσια αυτόνομων πολιτικών ζυμώσεων. Θέλουν να καταλήξουν, θέλουμε μια έμπρακτη αρχή που οδηγεί σε ρίσκα, σε διάθεση πόρων και κόπων με πιθανότητες νίκης για την βάση. Κι ακριβώς επειδή θέλουμε κάτι τέτοιο δεν μας επιτρέπεται να λειτουργούμε ούτε με επίπλαστες αισιοδοξίες, ούτε προκρούστεια επιχειρώντας να τροποποιούμε την πραγματικότητα για να ταιριάξει σε επιτελικά πολιτικά σχέδια. Κανείς δεν είναι αφελής να γίνει νεροκουβαλητής κανενός, κανείς – από όσα σχήματα και άτομα υπογράφουν αυτό το κείμενο, δεν έχει χρόνο και κόπο να διαθέσει σε τουφεκιές στον αέρα. Αναζητούμε αυτό που πρέπει να κάνουμε ώστε να συνδράμουμε ενεργά στην έξοδο από το συλλογικό αγωνιστικό τέλμα και καλούμε όποιον/α συμμερίζεται την φύση και τα δεδομένα αυτού του διαλόγου να έρθει και να πάρει μέρος σε αυτόν.

Αν δεν ψάξουμε, δεν θα βρούμε, αν δεν δούμε καθαρά θα πέσουμε ξανά, όποιος θέλει βρίσκει τρόπο, όποιος δεν θέλει βρίσκει αφορμές.
Ο διάλογος έχει ξεκινήσει και απευθύνεται σε αγωνιστές/τριες που αντιλαμβάνονται με κοινό τρόπο τις δυναμικές και τα ερωτήματα που περιγράψαμε. Οι συζητήσεις φιλοξενούνται κάθε Σάββατο στις 5.00μμ στο Κ*ΒΟΞ.

Πρωτοβουλία για την δημιουργία μετώπου βάσης
(άτομα από Εργατική πτέρυγα, Αρχή Διαλόγου, Ρουβίκωνα, Πολιτική ανυπακοή, Σύντροφοι/ισσες)


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ