Το “Εμπρός” αντιμέτωπο με τον ιμπεριαλισμό του Κράτους.

“Αν το κράτος σκοτώσει την κοινωνία για να ζήσει, θα πρέπει μετά να πεθάνει από μαρασμό, διότι δεν είναι παραγωγικό, αλλά καταναλώνει μόνο. Παραγωγική είναι αποκλειστικά η κοινωνία”.

Diego Abad de Santillan, Διερχόμενος μεταξύ συντρόφων

Σε ένα βιβλίο που εξέδωσε με θέμα μια κριτική αποτίμηση του αντιεξουσιαστικού λόγου στην Ελλάδα, ο Γ. Καλιόρης έγραψε ότι η ιστορία της κοινωνίας όπως την ξέρουμε σήμερα, είναι συνυφασμένη με την έννοια του Κράτους. Είναι σχεδόν ακατόρθωτο για τον αμερόληπτο μελετητή να διαχωρίσει την νεωτερική αντίληψη της κοινωνίας απο την κρατική μορφή. Η ιδέα της κοινωνίας ως σύνολο, ως υλική πραγμάτωση της αλληλεγγύης ανάμεσα στους ανθρώπους, σίγουρα δεν είναι νοητή χωρίς το Κράτος να επιτελεί τον κεντρικό ρόλο του οργανισμού που είναι επιφορτισμένος να συγκεντρώνει τους πόρους και να διευθύνει από-τα-πάνω τη χρήση και την κατανομή τους.i Από αυτή την άποψη, ο αναρχικός λόγος ασκεί εύκολη κριτική , εφόσον και οι ίδιοι οι αναρχικοί γνωρίζουν ότι δεν θα κληθούν ποτέ να φέρουν σε πέρας τις μεγαλεπίβολες διακηρύξεις τους. Μπορούν πάντοτε να υπολογίζουν στο Κράτος, που τόσο πολύ αποστρέφονται κατά τα άλλα, για την παροχή αγαθών και υπηρεσιών τις οποίες γενιές ολόκληρες ακτιβιστών έχουν συνηθίσει να θεωρούν δεδομένες. Σαν αντίλογο στα επικριτικά σχόλια του Καλιόρη μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι η θέση του απέναντι στο αναρχικό πρόταγμα είναι τουλάχιστον αντιδιαλεκτική , εφόσον δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τη διαρκή και άνιση αλληλεπίδραση που υπάρχει ανάμεσα στο Κράτος και την κοινωνία, τον έμφυτο ιμπεριαλισμό που διέπει την κρατική αρχή απέναντι σε κάθε υγιή, αυτοοργανωμένη έκφραση των λαϊκών στρωμάτων.

Η υπόθεση με το σφράγισμα από τον κατοχικό στρατό της “δημοκρατίας” του αυτοδιαχειριζόμενου θεάτρου “Εμπρός”, δείχνει πως το Κράτος δεν έχει καμία διάθεση να ανεχτεί έναν αυτόνομο κατειλημμένο χώρο που κατά γενική ομολογία κρίνεται “επιτυχημένος”, με την έννοια ότι είχε καταφέρει να εδραιώσει την ύπαρξη του και να υλοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τις προγραμματικές επιδιώξεις σύμφωνα με τις οποίες δημιουργήθηκε. Δεν θα επαναλάβω εδώ τον αριθμό των θεατρικών παραστάσεων, των εκδηλώσεων και των εικαστικών δρώμενων που, τούτα τα πολύ δύσκολα για την τέχνη χρόνια, μπόρεσαν να βρουν ένα σπίτι στο Εμπρός. Το άρθρο του Δ. Παπαϊωάννου, πάλαι ποτέ αγαπημένου παιδιού της νεοελληνικής αισθητικής του “εκσυγχρονισμού”, δείχνει σε ποιο βαθμό ο εν λόγω αυτόνομος χώρος είχε μετατραπεί σε ορόσημο της αθηναϊκής αντικουλτούρας, που με τη σειρά του βρισκόταν σε δημιουργικό διάλογο με τα πιο ενσωματωμένα καλλιτεχνικά ρεύματα, λειτουργώντας πολλές φορές σαν σημείο αναφοράς ακόμα και για την κυρίαρχη εμπορευματική κουλτούρα.

Φαίνεται πως όλα αυτά καθόλου δεν άρεσαν στην ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, που βλέπει σαν κοινωνικά ωφέλιμο μόνο ότι αποφέρει κέρδος και υποχρεώνει την κοινωνία να εμπεδώσει τους κανόνες και τις αξίες του συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Φυσικά, τα κυβερνητικά παπαγαλάκια προτάσσουν την προστασία του “θεμελιακού δικαιώματος στην ιδιοκτησία” σαν το βασικό κίνητρο πίσω από την οργανωμένη εκστρατεία που διεξάγουν εδώ και καιρό ενάντια στους κατειλημμένους χώρους που αποτελούν τις βάσεις του αυτόνομου ταξικού κινήματος. Εδώ ωστόσο έγκειται και η έμμεση επικύρωση της ήττας από την μεριά του Κράτους, εφόσον ο ίδιος ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας εμφανίζεται απροκάλυπτα να λειτουργεί ως εμπόδιο για την πληρέστερη ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών της κοινωνίας. Διότι εκτός από ορμητήρια και κέντρα πολιτικής ζύμωσης του ανταγωνιστικού κινήματος, οι καταλήψεις πολλές φορές λειτουργούν και σαν αντιθεσμοί που επιτελούν άκρως απαραίτητο κοινωνικό έργο. Δηλαδή , αναπληρώνουν με τη δράση τους τα κενά που αφήνει πίσω της η αναλγησία της αγοράς, με τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και τις άτυπες ιεραρχίες που καλλιεργεί ανάμεσα στους ταξικούς νικητές και τους ταξικούς χαμένους.

Από αυτή την άποψη, η στρατιωτικού τύπου παρέμβαση του Κράτους σε έναν χώρο παραγωγής τέχνης δείχνει ότι το ίδιο το Κράτος είναι ανίκανο να αξιοποιήσει τη δημόσια περιουσία που έχει σφετεριστεί στο όνομα της κοινωνίας, μιας και το κτίριο είχε προ πολλού εγκαταλειφθεί στην μοίρα του προτού οι καταληψίες αποφασίσουν να το μετατρέψουν σε ζωντανό κύτταρο πολιτισμού. Επίσης, δείχνει ότι το Κράτος προτιμάει να συντρίψει κάθε αυτόνομη εστία κοινωνικής αναπαραγωγής, παρά να επιτρέψει τη λειτουργία χώρων που μπορεί να ικανοποιούν μια δεδομένη κοινωνική ανάγκη, αλλά εκφεύγουν από τον δικό του έλεγχο και απ΄τον έλεγχο του κεφαλαίου. Το μέγεθος της ιδεολογικής ήττας της κρατικής αρχής είναι τέτοιο, ώστε ακόμα κι ένας αρθρογράφος από τα έγκατα της φιλοκυβερνητικής προπαγάνδας αναγκάστηκε να αναρωτηθεί, “ Τι είναι, στα αλήθεια, περισσότερο ωφέλιμο για την πόλη; Ένα ακόμα δημόσιο κτίριο ή ένας χώρος που παράγει πολιτισμό και επιτρέπει σε καλλιτέχνες του εμπορικού περιθωρίου να εκφραστούν;”.ii

Επανερχόμαστε με αυτόν τον τρόπο στο φιλοσοφικό αξίωμα του Καλιόρη περί της ιστορικής αναγκαιότητας που υπογραμμίζει την ύπαρξη του Κράτους. Αν το μοντέρνο Κράτος αναδείχτηκε σε κυρίαρχη πολιτική μορφή της νεοτερικής κοινωνίας , αυτό δεν οφείλεται κατ’ ανάγκη στα προτερήματα του, αλλά πιο πολύ στο καταστροφικό έργο του και στην επιθετικότητα που επέδειξε απέναντι σε κάθε συλλογικό θεσμό κοινωνικής αναπαραγωγής που υπήρχε πριν ή μαζί με αυτό. Η συρρίκνωση των κρατικών αρμοδιοτήτων στη βάση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου μιας “επιτελικής” κρατικής διοίκησης, είναι λογικό ν’ αφήνει χώρους απ’ όπου μπορούν ξανά να αναβρύσουν οι δημιουργικοί χυμοί της κοινωνίας και να συγκροτηθούν εκ νέου από-τα-κάτω οι δεσμοί της αλληλοβοήθειας ανάμεσα στους προλετάριους. Το 2019, η ακροδεξιά κυβέρνηση της ΝΔ πανηγύριζε για την εκκένωση της κατάληψης μεταναστών του City Plaza, η οποία λειτούργησε για τρία χρόνια σαν ένα υποδειγματικό εγχείρημα που έδειχνε το δρόμο για μια διαφορετική αντιμετώπιση στην πράξη του ζητήματος της υποδοχής και της ενσωμάτωσης του μεταναστευτικού προλεταριάτου στην ελλαδική κοινωνία. Σε τι κατάσταση βρίσκεται άραγε σήμερα το “απελευθερώμενο” (σύμφωνα με τον βουλευτή της ΝΔ, Καιρίδη) κτίριο και ποιος είναι ο εποικοδομητικός ρόλος που επιτελεί για το “κοινωνικό σύνολο”;

Ο Polanyi είχε γράψει ότι το ζητούμενο για την οικονομία της αγοράς στα πρώτα βήματα επιβολής της κυριαρχίας της, ήταν η κατάλυση των εξωθεσμικών δικτύων αλληλοβοήθειας και των κολλεκτιβιστικών συστημάτων που καθιστούσαν βιώσιμη την αναπαραγωγή της κοινωνίας έξω από τη διαμεσολάβηση των εμπορευματικών σχέσεων του κεφαλαίου.iii Αυτή η διαδικασία δεν αντιστοιχεί σε ένα στάδιο της ιστορικής εξέλιξης της οικονομίας της αγοράς που έχει ολοκληρωθεί οριστικά και αμετάκλητα. Είναι μια διαρκής διαδικασία που πρέπει συνεχώς να ανανεώνεται (αυτό που οι μαρξιστές αποκαλούν “πρωταρχική συσσώρευση”), εφόσον οι δομές κοινωνικής αλληλεγγύης έχουν την τάση να ξεπηδούν αυθόρμητα εδώ κι εκεί, όπου ο μηχανισμός της αγοράς αποδεικνύεται ελαττωματικός και αδυνατεί να καταγράψει και να λειτουργήσει σαν όχημα ικανοποίησης των λαϊκών αναγκών. Όπως το θέτει όμορφα και απλά ο Santillan, “Η καπιταλιστική οικονομία δεν έχει για φυσικό της ρυθμιστή τις πραγματικές ανάγκες, αλλά το νόμο της ζήτησης και της προσφοράς. Ο νόμος ετούτος ωστόσο δεν μπορεί να επαληθευτεί παρά μόνο ανάμεσα σ’ αυτους που κατέχουν τα προϊόντα και σ’ αυτούς που διαθέτουν τα νομισματικά μέσα για να τα εξασφαλίσουν. Ο άνεργος – που δεν μπορεί να αγοράσει παπούτσια, ακόμα κι αν περπατά ξυπόλητος, που δεν μπορεί να αποκτήσει ένα παλτό ακόμα κι αν τρέμει απο το κρύο, που δεν μπορει να αγοράσει μια μπουκιά ψωμί, ακόμα κι αν λιποθυμά απ’ την πείνα – δεν συγκαταλέγεται στην κατηγορία των καταναλωτών της καπιταλιστικής αγοράς”.iv

Τις πιο πολλές φορές , οι καταληψίες επιδεικνύουν ιδιαίτερη πολιτική ευφυϊα αλλά και προσοχή αναφορικά με τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία επιλέγουν το χώρο που προορίζεται να αποτελέσει τη στέγη για το συλλογικό εγχείρημα τους. Συνήθως επιλέγονται γι’ αυτόν τον σκοπό κτίρια που ανήκουν στο δημόσιο και είναι απο καιρό ανενεργά. Η διαδικασία εκκένωσης ενός τέτοιου κτιρίου μόνο απλή δεν είναι και συνήθως φέρνει στο φως τις λανθάνουσες αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών βαθμίδων της κρατικής μηχανής, αλλά και τις πολιτικές αντιφάσεις στο εσωτερικό του κράτους, ανάλογα με το ποια κομματική φράξια κατέχει το ένα, ή το άλλο φέουδο της κρατικής γραφειοκρατίας. Από αυτή την άποψη, η εντατικοποίηση της εκστρατείας εναντίον των καταλήψεων δείχνει προς μια συγκεντροποίηση των κρατικών λειτουργίων από την μία, και προς την καθιέρωση μιας ενιαίας λογικής στην άσκηση της εξουσίας, από την άλλη. Πίσω απ’ αυτή τη λογική υπάρχει η αποφασιστικότητα των ελίτ να επιβάλλουν την απονέκρωση εκεί που υπάρχει ζωή, την τεχνητή ακινησία εκεί που υπάρχει αδιάκοπη κίνηση, την εκκωφαντική σιωπή εκεί που κάποτε αντηχούσε η μουσική. Η οργανωμένη λήθη είναι στην πραγματικότητα το πρόγραμμα που επιφυλάσσει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός για τους αδύναμους και τους ηττημένους της κοινωνικής πάλης.

i Γ. Καλιόρης, Όλα ή Τίποτα (Εκδόσεις Αρμός), σελ. 39-51.

ii Μια κακή παράσταση στο Εμπρός, https://admin.protagon.gr/apopseis/mia-kaki-parastasi-sto-ebros-44342289345.

iii Κ. Πολάνυι, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Νησίδες), σ. 176.

iv D. Abad de Santillan, Ένα Ελευθεριακό Πρόταγμα, Τόμος Β (Στάσει Εκπίπτοντες), σ. 89.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ