Ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Έντουαρντ Χέρμαν έγραψαν το βιβλίο Manufacturing Consent (Κατασκευάζοντας την Συναίνεση) στα 1988. Βασικός στόχος του βιβλίου ήταν να αποδείξει ότι τα ΜΜΕ των ΗΠΑ (αλλά και γενικότερα) είναι “αποτελεσματικοί και παντοδύναμοι ιδεολογικοί θεσμοί που πραγματοποιούν μια προπαγανδιστική λειτουργία υποστήριξης του συστήματος, βασιζόμενα σε δυνάμεις της αγοράς, εσωτερικοποιημένες υποθέσεις και αυτο-λογοκρισία, χωρίς φανερό εξαναγκασμό”.

Αυτό το μοντέλο της προπαγάνδας βασίζεται σε πέντε φίλτρα, σύμφωνα με τους συγγραφείς:

  • Το μέγεθος, η ιδιοκτησία και ο προσανατολισμός τους στο κέρδος: Τα ΜΜΕ είναι ιδιοκτησία μεγάλων ιδιωτικών ομίλων, προσανατολισμένα στην αποκομιδή κέρδους, αλλά και στην γενικότερη ικανοποίηση των ιδιαίτερων συμφερόντων των ιδιοκτητών τους.
  • Η εξασφάλιση της “άδειας λειτουργίας” από τους διαφημιστές: Τα σύγχρονα ΜΜΕ βασίζουν την κύρια πηγή των εσόδων τους στις διαφημίσεις και όχι στις πωλήσεις ή τις συνδρομές. Έτσι, είναι αναγκασμένα να προσαρμόζουν την ατζέντα τους στις πολιτικές πεποιθήσεις και τα συμφέροντα των διαφημιστικών εταιριών. Αυτό είναι κάτι που εμποδίζει την ανάπτυξη των εντύπων της εργατικής τάξης και τον πλουραλισμό των Μέσων.
  • Οι πηγές των ΜΜΕ και οι “φρουροί των πυλών”: Οι “δυνατοί παίκτες”, οι ισχυροί των ΜΜΕ έχουν την δυνατότητα να διαθέσουν τους πόρους για να έχουν στην κατοχή τους μια πληθώρα πρωτογενών πηγών, από τις οποίες αντλούν τις ειδήσεις. Αυτές τις ειδήσεις στην συνέχεια τις “μοιράζουν” σε χαμηλό κόστος στα Μέσα που δεν έχουν την ίδια δυνατότητα. Έτσι, αυτοί οι κολοσσοί λειτουργούν ως “Φρουροί των πυλών”(από τις οποίες δηλαδή περνούν οι ειδήσεις) με συγκεκριμένους τρόπους: Πρώτον, μπορούν να ελέγχουν ποιες ειδήσεις θέλουν να μοιραστούν μαζικά στα υπόλοιπα ΜΜΕ και γενικά στο κοινό και δεύτερον μπορούν να αποκλείσουν από τις πηγές τους όποιο ΜΜΕ, έντυπο κλπ δεν έχει τα ίδια συμφέροντα. Επιπλέον, προκειμένου να μην χάσουν την πρόσβαση σε συγκεκριμένες ιδιωτικές πηγές ή στις αντίστοιχες κυβερνητικές, οι κολοσσοί των ΜΜΕ παραμορφώνουν τις ειδήσεις ή τις φιλτράρουν κατάλληλα, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να ευνοεί τις επιχειρήσεις, τους καπιταλιστές, την ίδια την κυβέρνηση -αν έχουν καλές σχέσεις μαζί της.
  • Εξαναγκασμός μέσω της “βιομηχανίας παραπόνων και καταγγελιών”: Τα παράπονα και οι καταγγελίες σχετικά με μια είδηση, ένα πρόγραμμα κλπ μπορούν να αποβούν μοιραία για τα έσοδα ενός Μέσου, αφού επηρεάζουν την διαφήμιση, τις συνδρομές κλπ. Έτσι, το φιλτράρισμα ειδήσεων ή η παραμόρφωσή τους εξαιτίας του φόβου της καταγγελίας και των παραπόνων, λειτουργούν υπέρ του αποκλεισμού συγκεκριμένων απόψεων ή ακόμη και επαληθευμένων γεγονότων.
  • Πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία/Αντικομμουνισμός: Γνωστό στα καθ’ ημάς φίλτρο, παλαιότερα υπό την μορφή του αποκλεισμού των κομμουνιστικών και επαναστατικών ιδεολογιών και απόψεων από την δημόσια σφαίρα, ποινικοποίηση των ίδιων των εννοιών και απόπειρα συνυφασμού τους στις συνειδήσεις του κοινού με το αντικοινωνικό έγκλημα. Οι συγγραφείς θεωρούν πως μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, ο “Αντικομμουνισμός” αντικαταστάθηκε με το γενικότερο “Πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία”, αφού ο κύριος εχθρός του συστήματος επανεξετάστηκε.

Από το εμετικό ρεπορτάζ “ειδικού σκοπού” του OPEN σε σχέση με την Παραλία της Θεσσαλονίκης και την “ανευθυνότητα” των πολιτών, έχουν περάσει ήδη αρκετές ημέρες, ώστε να βγάλουμε κάποια ασφαλή συμπεράσματα.

Έχοντας εξετάσει γενικότερα τον ρόλο των ΜΜΕ και τον τρόπο που λειτουργούν, οφείλουμε να πούμε δυο λόγια σχετικά με το πόσο στο “ντούκου” πέρασε ένα τόσο καταφανώς κατασκευασμένο ρεπορτάζ από την κοινωνία, ακόμη και μετά το “ξεσκέπασμά” του. Μπορεί εν τέλει το ρεπορτάζ να μην ήταν προϊόν κάποιου προγράμματος video editing και οι ποδηλάτες να μην “έπεφταν στην θάλασσα”, αλλά όπως αναλύθηκε και σε προηγούμενο άρθρο μας, άλλα video τραβηγμένα την ίδια μέρα, αλλά και η ανάλυση του ellhnikahoaxes (όσο προβληματική κι αν είναι) αποδεικνύουν ότι το περιεχόμενο του βίντεο ήταν παραπλανητικό.

Είναι η τέταρτη μέρα από το ρεπορτάζ και δεν έχουμε παρατηρήσει κάποια ακραία αντίδραση, κάποια αγανάκτηση από μεριάς των τηλεθεατών απέναντι στο γεγονός. Αυτό θεωρώ ότι είναι απολύτως ενδεικτικό της κατάστασης την οποία βιώνουμε: Φόβος, απομόνωση, τρομοκρατία των ΜΜΕ, αβεβαιότητα για το μέλλον, συνθέτουν την εξίσωση που οδηγεί μαθηματικά στην συναίνεση.

Ειδικά όταν λείπει από την εξίσωση αυτή το στοιχείο της μαζικής και ριζοσπαστικής αμφισβήτησης, που προέρχεται από την πεποίθηση ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Και κυρίως ότι δεν είναι οι πολίτες οι κύριοι υπεύθυνοι για την μετάδοση και την ελλιπή αντιμετώπιση του ιού, αλλά το κράτος και το κεφάλαιο, που αλληλεξαρτώμενα, κατέστρεψαν τη δημόσια υγεία προς χάριν της ιδιωτικής.

Αυτά τα δυο στοιχεία δεν είναι πως δεν υπάρχουν καθόλου στην σημερινή συγκυρία. Πολλές πρωτοβουλίες πολιτών (και πέραν του α/α χώρου και άλλων ριζοσπαστικών οργανώσεων) έχουν ξεκινήσει μια γενικευμένη καμπάνια αλληλεγγύης, ενάντια στον φόβο και τον αποκλεισμό. Αλλά δυστυχώς μέχρι στιγμής αποτελούν την μειοψηφία, χωρίς να λαμβάνουν φυσικά την οποιαδήποτε δημοσιότητα από τα καθεστωτικά ΜΜΕ, με την προπαγάνδα να έχει ακόμη το πάνω χέρι και να τροφοδοτεί με συνεχή ψέματα και διαστροφή της πραγματικότητας τους πολίτες. Χαρακτηριστική είναι η καταγγελία της ΟΕΝΓΕ (Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδας), για τον τρόπο με τον οποίο η κρατική τηλεόραση παρουσίασε και ουσιαστικά διέστρεψε το περιεχόμενο της συνέντευξης τύπου που έδωσαν την 1η Απρίλη σχετικά με τις ελλείψεις στην υγεία και τη δραματική κατάσταση στα νοσοκομεία.

Ας γυρίσουμε, όμως, για λίγο σε αυτά τα “πέντε φίλτρα της καθεστωτικής προπαγάνδας” που συνόψισαν οι Τσόμσκι και Χέρμαν. Ο απλός λαός μπορεί να επέμβει ελάχιστα απέναντί τους, δεν μπορεί δηλαδή να ασκήσει κάποιον “κοινωνικό έλεγχο” στα ΜΜΕ, αφού τα ιδιωτικά συμφέροντα είναι τεράστια και ασκούν επιρροή στην κοινωνία με διάφορους άλλους τρόπους πέραν των Μέσων. Μοναδική διέξοδος των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευομένων ως προς τα υπάρχοντα ΜΜΕ είναι η δημόσια καταγγελία τους, ιδίως όταν πρόκειται για περιπτώσεις εξόφθαλμης εξαπάτησης, που μπορεί να εξουδετερώσουν σε μεγάλο βαθμό τα υπόλοιπα φίλτρα, όταν υπερβούν τα εσκαμμένα (βλέπε το video του OPEN).

Η αμέσως επόμενη λογική επιλογή είναι η δημιουργία των εναλλακτικών, αυτοδιαχειριζόμενων και επαναστατικών μέσων ενημέρωσης και αντιπληροφόρησης από το συνειδητοποιημένο και ριζοσπαστικοποιημένο κομμάτι των καταπιεσμένων, τους αναρχικούς και τους υπόλοιπους διεθνιστές και επαναστάτες. Μόνο που, σε αντίθεση με τα κυρίαρχα ΜΜΕ, οι δυνατότητές τους να βρουν χώρο στον ολοκληρωτικά εμπορευματοποιημένο δημόσιο λόγο είναι ελάχιστες και εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από το σπάσιμο της σχέσης πομπού-δέκτη με τους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους. Να επιβάλουν, δηλαδή, οι “από-τα-κάτω” τα δικά τους μέσα στον δημόσιο λόγο, με την υλική και πολιτική στήριξή τους.

Εδώ ακριβώς είναι που εμπλεκόμαστε εμείς, ως αναρχικοί, ως διεθνιστές και ως άνθρωποι της αντι-πληροφόρησης, ως πολέμιοι της καθεστωτικής προπαγάνδας: Έχοντας ζήσει περιόδους όπου τα κοινωνικά και ταξικά αντανακλαστικά ήταν οξυμένα και το κίνημα βρισκόταν καθημερινά και μαζικά στον δρόμο, στο πλευρό των καταπιεσμένων και των μαζικών τους διεκδικήσεων, είδαμε πως  ήταν πολύ δυσκολότερο για την καθεστωτική προπαγάνδα να κάνει την δουλειά της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η εποχή του δημοψηφίσματος του Τσίπρα. Δεν θα αναλύσουμε εδώ τις διάφορες τακτικές που ακολούθησε το αναρχικό και ευρύτερο επαναστατικό κίνημα απέναντι στην μπλόφα της σοσιαλδημοκρατίας. Θα επισημάνουμε απλά ότι ένας λαός (το μεγαλύτερο κομμάτι του οποίου αποτελεί σταθερά η εργατική τάξη και οι εκμεταλλευόμενοι) τον οποίο τα καθεστωτικά ΜΜΕ βομβάρδιζαν καθημερινά με προπαγάνδα υπέρ του “ΝΑΙ” και του “Μένουμε Ευρώπη”, τα αμφισβήτησε και συγκρούστηκε ανοιχτά μαζί τους, με το σύνθημα “Αλήτες – Ρουφιάνοι – Δημοσιογράφοι” να βρίσκεται στα στόματα της πλειοψηφίας, είτε εν τέλει μπήκε στην διαδικασία να ψηφίσει “ΟΧΙ” -με οποιοδήποτε κριτήριο και αν το έπραξε- είτε επέλεξε να αναδείξει τις εγγενείς αντιφάσεις και την υποκρισία της διαδικασίας.

Πρέπει, λοιπόν, να συνεχίσουμε να παρεμβαίνουμε με κάθε δυνατό τρόπο στην κοινωνία και τις καταπιεσμένες κοινωνικές τάξεις, να σπάσουμε τον φόβο και να αναδείξουμε το ψέμα. Να προσπαθήσουμε να δομήσουμε από την αρχή το αίσθημα της κοινότητας και της αλληλεγγύης, απέναντι σε αυτό της κοινωνικής απομόνωσης. Αυτά για το τώρα.

Γιατί μόλις ξεμπερδέψουμε με όλο αυτό, έχουμε ακόμη σημαντικότερους και σκληρότερους αγώνες να δώσουμε.