Σχετικά με τον εκλογικό θρίαμβο των φασιστών του AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ και τις ευθύνες της Αριστεράς και των κινημάτων.
Δεν είναι η “woke κουλτούρα”. Είναι η ταξική πάλη.
Μετά την αναμενόμενη μεγάλη νίκη της ακροδεξιάς του AfD στην Σαξονία-Άνχαλτ – η οποία μάλλον προαναγγέλλει και μια μελλοντική παρόμοια εικόνα σε ολόκληρη την Γερμανία – είδα πολλούς νεοσυντηρητικούς της Αριστεράς να διατρανώνουν πως η κύρια αιτία βρίσκεται μέσα στην ίδια την σύγχρονη Αριστερά, την μορφή και τα προτάγματά της.
Σαν μια αφαιρετική προσέγγιση και χωρίς να πολυκοιτάξει κάνεις τι ακριβώς εννοεί ο ποιητής, θα μπορούσε κάποιος να συμφωνήσει. Πράγματι, η Αριστερά, ιδίως στην Δύση, έχει παίξει τον ρόλο της ως μη αξιόπιστη λύση για την εργατική τάξη, ενώ τα κινήματα γενικότερα έχουν αποτύχει να εκπληρώσουν τον ιστορικό κοινωνικό – πολιτικό τους ρόλο, του αναρχικού – ελευθεριακού συμπεριλαμβανομένου αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς.
Όταν όμως διαβάσει κάποιος λίγο πιο βαθιά τις αιτιάσεις και το φταίξιμο που αποδίδει αυτή η κριτική στην ευρύτερη Αριστερά, καταλαβαίνει πως κάτι πάει πολύ λάθος με την εποχή μας γενικά και πως η κυριαρχία των αξιών και της ιδεολογίας της αστικής τάξης επάνω στην εργατική αλλά και τα κινήματα της, είναι πολύ πιο διευρυμένη από όσο νομίζουμε, και με πολλούς και διάφορους τρόπους.
Λένε λοιπόν αυτές οι κριτικές πως το φταίξιμο της Αριστεράς (και των κινημάτων ευρύτερα) είναι πως παράτησαν τον εργατικό, λαϊκό, ταξικό λόγο. Όλα καλά ως εδώ, καθότι αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για ένα σημαντικό κομμάτι της Δυτικής κυρίως Αριστεράς, ιδίως της Ευρωπαϊκής. Κάπου εδώ όμως σταματάει το καλό και ξεκινάνε τα παρατραγουδά.
Σύμφωνα με τις κριτικές αυτές, η Αριστερά έχει αντικαταστήσει τον ταξικό-λαϊκό με τον “δικαιωματικό”, τον “woke” λόγο. Ασχολήθηκε υπερβολικά με το έμφυλο ζήτημα, τους μετανάστες και όλα αυτά που (δήθεν) δεν αφορούν τις πλατιές εργατικές μάζες που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Παρόμοιες (θετικές όμως) κριτικές είχαν ασκήσει και κατά την επιτυχία του Μαμντάνι στην Νέα Υόρκη, λέγοντας πως ο νυν Δήμαρχος νίκησε το δεξιό αλλά και το κεντρώο-φιλελεύθερο κατεστημένο επειδή άφησε δήθεν πίσω του την “woke agenta” και ασχολήθηκε με τα καθημερινά υλικά προβλήματα των φτωχότερων τάξεων. Κάτι που, σύμφωνα με τους φωστήρες της συντηρητικής Αριστεράς, δεν έκαναν οι ομόσταβλοί του στην Ευρώπη –και ιδίως στην Γερμανία- και έτσι δόθηκε χώρος στους Ναζί να απευθυνθούν στους εργαζόμενους και να τους κάνουν να στρέψουν την οργή τους στην αντίθετη κατεύθυνση από εκεί που πρέπει.
Φυσικά, αυτή η ανάλυση έχει τόση σχέση με τα προτάγματα της οποιασδήποτε Αριστεράς, όση έχει και ο φασισμός με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ενώ φυσικά ένα μεγάλο κομμάτι της εξευγενισμένης Αριστεράς, αυτής που φυτοζωεί στον Δυτικό Καπιταλισμό, παράτησε όντως εντελώς τον ταξικό λόγο και την εργατική απεύθυνση, το ζήτημα δεν είναι φυσικά ότι ξεκίνησε ή συνέχισε να μιλάει για τις μειονότητες, τους μετανάστες, τα lgbtqi+ άτομα κλπ. Οποιοσδήποτε έχει την παραμικρή σχέση με την ιδέα της κοινωνικής απελευθέρωσης, το ευρύτερο εργατικό κίνημα κλπ, αντιλαμβάνεται πως ταξική πολιτική χωρίς ευθεία και αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση των κοινωνικά βαλλόμενων ομάδων και των δικαιωμάτων τους, απλά δεν υπάρχει. Το “συμφέρον του Έλληνα, Γερμανού, Ιταλού” κλπ εργάτη δεν μπορεί να τεθεί απέναντι σε οποιουδήποτε μετανάστη, ούτε και η ενασχόληση με το έμφυλο ζήτημα μπορεί να μπει σε κάποιο ζύγι σε σχέση με τις εργατικές διεκδικήσεις. Αντίθετα, οι τελευταίες, αν δεν συμπεριλαμβάνουν την ολότητα της εργατικής τάξης -που αποτελείται από cis άνδρες, cis γυναίκες, gay queer, trans, λευκούς, μαύρες κλπ- τότε είναι πιο αδύναμες και ελλιπείς.
Ίσως αυτό να είναι κάτι το οποίο δεν χώνεψε ποτέ πολύ καλά, τόσο η νεοφιλελέφτ Αριστερά από την μία – που οικειοποιήθηκε τον φιλελεύθερο, ατομοκεντρικό λόγο σε σχέση με αυτά τα ζητήματα- όσο και αυτή που της ασκεί την κριτική, δηλαδή η συντηρητική, η “πατριωτική”, η δήθεν “πιο λαϊκή” Αριστερά. Ίσως βέβαια και να το καταλάβαιναν, αλλά, έχοντας αμφότερες εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες και ευκαιριακές τακτικές, το αγνόησαν. Και εξ αιτίας αυτής της αδυναμίας κατανόησης ή συνειδητής αγνόησης, δεν κατάφεραν ποτέ να περάσουν αυτό το απλό μήνυμα στους δοκιμαζόμενους από την φτώχεια εργάτες και εργάτριες: Το Κεφάλαιο μας θέλει διαιρεμένους/ες για να είμαστε πιο αδύναμοι/ες. Για αυτό και υπερτονίζει και οξύνει τις διαφορές μεταξύ μας.
Αν όμως θα έπρεπε να αναδείξουμε ένα σφάλμα της φιλελέφτ Δυτικής Αριστεράς, αυτό δεν είναι σίγουρα η ενασχόληση της με τα κοινωνικά δικαιώματα, ούτε και η…”woke κουλτούρα”. Αν και ίσως θα έπρεπε να το κάνουμε, σε σχέση με τον τρόπο που επέλεξε να ασχοληθεί με αυτά, τον φιλελεύθερο δηλαδή, ο οποίος βέβαια δεν είναι αποκομμένος από το γενικότερο πλάισιο των πολιτικών της όπως θα δούμε παρακάτω.
Αυτό λοιπόν στο οποίο θα έπρεπε κυρίως να ασκήσουμε κριτική είναι το γεγονός ότι, στην προσπάθεια της να αναδειχθεί σε έναν ρεαλιστικό “πόλο εξουσίας”, έναν σοβαρό συνομιλητή του συστήματος, η Ευρωπαϊκή, Δυτική Αριστερά (συμπαρασύροντας και πολλά κινήματα μαζί της) μετατράπηκε σε ένα proxy του εχθρού στο εσωτερικό της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων. Μετέφερε την λογική του “There is no Alternative” από τα κιτάπια των νεοφιλελεύθερων γκουρού και του Κεφαλαίου, στις ίδιες τις ζωές των προλετάριων. Και αυτό το έκανε μάλιστα αρκετές φορές από θέσεις εξουσίας, όπως πχ στην Ελλάδα ή στην Ιταλία δεκαετίες νωρίτερα, πιο πρόσφατα στην Χιλή του Μπόριτς. Αλλά, ακόμη περισσότερες φορές το έπραξε από την θέση του δήθεν αντιπάλου της εξουσίας, ασκώντας μια ξεδοντιασμένη, καθαρά συστημική αντιπολίτευση, πλήρως ενταγμένη στα πλαίσια του καπιταλισμού – και ακόμη χειρότερα, συχνά-πυκνά του νεοφιλελευθερισμού.
Όταν η εργατική τάξη έχει αυτού του είδους την “Αριστερά” ως αντιπαράδειγμα σε όσα βιώνει, τότε έχει χάσει κάθε προοπτική εναλλακτικής προς εκείνη την κατεύθυνση, της κοινωνικής απελευθέρωσης δηλαδή. Όταν ταυτόχρονα βομβαρδίζεται καθημερινά από τον κυρίαρχο λόγο, που της διαμορφώνει άποψη υποσυνείδητα, χωρίς καμία δυνατότητα μαζικού και οργανωμένου επαναστατικού αντιλόγου, τότε είναι πολύ πιθανό να στρέψει την προσοχή της προς εκείνον τον πυλώνα της πολιτικής, που προβάλλεται ως δήθεν “διαφορετικός”, ως “εναλλακτικός” του υπάρχοντος, ως “αντισυστημικός” ακόμη, απλά και μόνο επειδή αμφισβητεί κάποιες αξίες του δυτικού φιλελευθερισμού -κάποιες βασικές ανθρώπινες αξίες ας πούμε καλύτερα. Τις οποίες βεβαία και οι ίδιοι οι φορείς του δυτικού φιλελευθερισμού δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αποτινάξουν από πάνω τους, προκειμένου να μην χάσουν την εξουσία και να προσαρμοστούν στην νέα πραγματικότητα (πχ ο πιο πρόσφατος αντί-μεταναστευτικός Νόμος της ΕΕ, τα pushback στην Μεσόγειο, η υποστήριξη στην γενοκτονία των Παλαιστινίων κλπ).
Σε όσους τώρα ρωτάνε πως τα καταφέρνουν εν τέλει οι φασίστες του πάλαι ποτέ 0% να γίνονται κυβέρνηση σε ένα κρατίδιο της πιο δυνατής ευρωπαϊκής χώρας, ενώ η όποια επαναστατική αριστερά έχει ακόμη απομείνει -όχι φυσικά τα κακέκτυπα του σταλινισμού/μπρεζνιεφισμού ή η Πουτινική “αριστερά”- δεν μπορεί να γεμίσει ούτε μισό αμφιθέατρο, οι λόγοι σίγουρα είναι περίπλοκοι, κοινωνικοί, πολιτικοί. Κυρίως όμως, θα ήθελα να υπενθυμίσω πως η ακροδεξιά ήταν, είναι και θα παραμείνει εφεδρεία του συστήματος, του καπιταλισμού. Και ως τέτοια, μπορεί να πάρει το απαραίτητο μπουστάρισμα – ακόμη και την εξουσία – όταν χρειαστεί. Ακριβώς όπως, από την άλλη μεριά, η Σοσιαλδημοκρατία και η φιλελέφτ Αριστερά μετατράπηκαν ιστορικά κι αυτές σε εφεδρείες και πήραν την εξουσία όταν αυτό ήταν αναγκαίο, ώστε να μην εξαπλωθεί η επαναστατική προοπτική στην δοκιμαζόμενη εργατική τάξη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως, οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, όταν αποτύγχαναν παταγωδώς, άνοιγαν ταυτόχρονα τον δρόμο στην ακροδεξιά.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως η επαναστατική αριστερά, αλλά και το δικό μας, το Αναρχικό – Ελευθεριακό κίνημα, πρέπει να μείνει με τα χέρια σταυρωμένα και να μοιρολογάει το “Τέλος της Ιστορίας” ή να βρει μια δικαιολογία για να παραμείνει αδρανής. Ποτέ η Επανάσταση δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Αν ήταν, δεν θα είχαν δολοφονηθεί, βασανιστεί, φυλακιστεί εκατομμύρια επαναστάτες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Να είμαστε έτοιμοι/ες και σίγουροι/ες πως όλα αυτά θα τα ξαναζήσουμε, αν επιμείνουμε στην επαναστατική προοπτική.
Όμως, όπως έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου να λέω, η Επανάσταση δεν είναι σπριντ. Είναι μαραθώνιος. Απαιτεί σχέδιο, στρατηγική και τις κατάλληλες τακτικές. Και η δουλειά μυρμηγκιού, που τόσο κοροϊδεύουν κάποιοι και άλλο τόσο την βαριούνται οι περισσότεροι, είναι το πρώτο και πιο σημαντικό στάδιο, ακριβώς επειδή, αν και είναι καθολικά απαραίτητη για την συνέχεια του αγώνα, δεν είναι ούτε φανταχτερή, ούτε σου δίνει κάποιο μπουστάρισμα αδρεναλίνης, δεν σου επιτρέπει καν τις περισσότερες φορές να δεις καθαρά ένα άμεσο αποτέλεσμα όσων κοπιάζεις να χτίσεις. Αλλά, ωστόσο, όσο πιο δυνατός είναι ο εχθρός, τόσο μεγαλύτερο ζήλο πρέπει να δείχνουμε, τόσο μεγαλύτερο κόπο πρέπει να καταβάλουμε ακόμη και στις βαρετές αυτές “δουλειές” της Επανάστασης. Βασικά, ιδίως σε αυτές. Γιατί αν δεν ρίξεις θεμέλια, δεν χτίζεις. Και τα θεμέλια δεν μπαίνουν – δυστυχώς – με δυναμίτη και φωτιά, ακόμη κι αν η τάση για καταστροφή είναι κι αυτή δημιουργική, όπως είπε κι ο Μπακούνιν. Ο δυναμίτης, μεταφορικός ή κυριολεκτικός, είναι κι αυτός χρήσιμος για κάποιους σκοπούς και δεν πρέπει να τον ξεγράψουμε από το οπλοστάσιό μας. Όμως τα θεμέλια μπαίνουν με καθημερινό ιδρώτα, με καθημερινή ταξική πάλη σε μοριακό επίπεδο. Συνάδελφο τον συνάδελφο, γείτονα τον γείτονα, συντρόφισσα την συντρόφισσα,
Το γεγονός ότι τόσα χρόνια δεν έχουμε ακόμη βάλει τα απαραίτητα θεμέλια ώστε να χτίσουμε, κάποια στιγμή, την Επανάσταση, είναι το μεγάλο μας λάθος. Ποτέ δεν είναι αργά όμως. Μόνο πιο δύσκολα. Συνεχίζουμε.








