“Είναι πιο εύκολο για εμάς να φανταστούμε το τέλος του κόσμου, παρά το τέλος του καπιταλισμού”.

Fredric Jameson

Το πρώτο πράγμα που χάνει κανείς όταν βρίσκεται σε κατ’ οίκον περιορισμό είναι η αίσθηση της πραγματικότητας. Γίνεται πολύ πιο επιρρεπής στις φήμες κάθε είδους, τα ανυπόστατα κουτσομπολιά, αλλά και στον προστακτικό τόνο που διαπερνά τον ηγεμονικό λόγο της εξουσίας. Αιχμάλωτοι μέσα σε ένα κλειστοφοβικό σύμπαν κι εν πολλοίς ανήμποροι να έχουμε πρόσβαση στην πρωτογενή πληροφορία, διατρέχουμε τον πολύ πραγματικό κίνδυνο να γίνουμε έρμαια της προπαγάνδας των ανθρωποφαγικών ΜΜΕ. Η ιστορία με το παραποιημένο βίντεο στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης, καθώς και η αξιολύπητη σιωπή γύρω από το θέμα των υπηρεσιών που υποτίθεται ότι είναι επιφορτισμένες με την τήρηση της δημοσιογραφικής “δεοντολογίας” (ΕΣΗΕΑ, ΕΣΡ), αποδεικνύει περίτρανα ότι τα καθεστωτικά μέσα δεν καταγράφουν την πραγματικότητα που επικρατεί “εκεί έξω”, αλλά τη διαμορφώνουν σε συνεργασία με τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Συνιστούν προέκταση του κρατικού μηχανισμού, εξάρτημα της θεσμισμένης ετερόνομης εξουσίας. Οι ελίτ φαίνεται πως έχουν κατανοήσει καλύτερα από εμάς ότι δεν είναι μόνο η κατάσταση στον “έξω κόσμο” που επιβάλει τη συνθήκη του υποχρεωτικού εγκλεισμού, αλλά και η καραντίνα που σταδιακά επιδρά και συντελεί στη συρρίκνωση των ορίων της δημόσιας σφαίρας και στην αναδιοργάνωση της σε αυταρχικά, συγκεντρωτικά πρότυπα. Υπάρχει εδώ μια διαλεκτική σχέση που δεν πρέπει να αγνοηθεί από τα ταξικά ανταγωνιστικά υποκείμενα.

Πέρα από την ολοφάνερη κονιορτοποίηση του βιοπολιτικού υπόβαθρου μέσα στο οποίο συγκροτούνται παραδοσιακά οι σχέσεις αλληλεξάρτησης και αλληλεγγύης, την υλική συνθήκη της συνεύρεσης στον δρόμο και της άμεσης επαφής διαμέσου της εγγύτητας των σωμάτων, με την πάροδο του χρόνου ο εγκλεισμός τείνει να προσλάβει δική του ζωή.i Να μετατραπεί από μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, σε αυταξία και σκοπός αφ’ εαυτόν. Αυτό που πριν ήταν επιθυμητό (η αδιαμεσολάβητη επαφή, η οικειότητα, η εξωστρέφια), μετατρέπεται αργά αλλά σίγουρα σε πηγή άγχους και ανησυχίας. Οι αισθήσεις και οι κοινωνικές δεξιότητες σιγά, σιγά μουδιάζουν. Η έφεση για συλλογική δράση υποχωρεί και το ακρωτηριασμένο άτομο μαθαίνει να αισθάνεται ολοένα και πιο βολικά μέσα στον μικρόκοσμο του. Ο θόρυβος του κόσμου, το αναπάντεχο και το απρόβλεπτο που συνεπάγεται η συναναστροφή με άλλους ανθρώπους έξαφνα μας τρομάζει και καταλήγει ακόμα και να μας απωθεί. Τελικά, παύει να έχει σημασία αν εκεί έξω υπάρχει ένας ιός που γεμίζει τις πόλεις μας με πτώματα. Το να ανακαλύψει κανείς την “αλήθεια” γίνεται όλο και πιο δύσκολο μέσα σε μια χιονοστιβάδα εκφοβισμού και παραπληροφόρησης. Καλύτερα λοιπόν να μην αναλάβει κανείς το ρίσκο μιας λαθεμένης επιλογής που μπορεί να επιφέρει ανυπολόγιστο προσωπικό κόστος και να επιβάλει την πληρωμή του τιμήματος με αίμα.

Έτσι, οχυρωνόμαστε, ορθώνουμε τείχη και περιφράξεις ανάμεσα σε εμάς και τους γύρω μας. Τα “δύο μέτρα” είναι μόνο η σωματική έκφραση που αντιστοιχεί στη νέα θεώρηση του κόσμου σαν ενός κατακερματισμένου πεδίου μάχης. Δεν είναι η διάψευση της νεοφιλελεύθερης θεωρίας, αλλά η πανηγυρική επικύρωση της στο επίπεδο πλέον της καθημερινής πρακτικής και των διαπροσωπικών σχέσεων. Ακόμη κι αν υποψιαζόμαστε ότι η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι μεγάλες συστημικές φυλλάδες δεν μας λένε όλη την αλήθεια, παραβλέπουμε τα προμηνύματα και κλείνουμε σκόπιμα τα αυτιά μας στους “μόνιμα δυσαρεστημένους” και τους “κατ’ επάγγελμα διαφωνούντες” που δεν εμπιστεύονται την κυβέρνηση και τα φερέφωνα της. Δεν είναι ότι τα πράγματα πάνε καλά, αλλά είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε εκείνους που διαμαρτύρονται επειδή εμείς δεν είμαστε κορόιδα και κατά βάθος δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι μας εξαπάτησαν. Ούτε θέλουμε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει “εκεί ψηλά” κάποιος να φροντίζει για εμάς και να μας προστατεύει. Ο Εμίλ Πουζέ το είχε πει καλύτερα όταν είχε παρομοιάσει την άμεση δράση με την υλιστική μέθοδο της επιστήμης, ενώ σύγκρινε την ψήφο στο Κράτος με την μετάθεση ευθύνης και την παθητικότητα που εμπεριέχεται στη συνήθεια της προσευχής, της δουλικής επίκλησης σε μια ανώτερη αρχή.ii Όπως λοιπόν επιλέγουμε να πιστεύουμε σε έναν πάνσοφο και παντοδύναμο Θεό που σκύβει στοργικά πάνω από τις καθημερινές μας έγνοιες και δυσκολίες, παρά τη συντριπτική κριτική στην οποία έχει υποβάλλει την ιδέα της ύπαρξης του θεού η επιστήμη και ο στρατευμένος αθεϊσμός, έτσι εξακολουθούμε να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στο Κράτος και τους λειτουργούς του, παρά τα πικρά διδάγματα της ιστορίας και τις προειδοποιήσεις που διατυπώνουν τα πιο πολιτικοποιημένα κομμάτια των προλετάριων για την μεταχείριση που παραδοσιακά επιφυλάσσει το Κράτος στα υποτελή στρώματα.

Ωστόσο, όταν εκλαμβάνουμε τους συνανθρώπους μας σαν απειλή, όταν η ζωή ολόκληρη παίρνει όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά μιας δοκιμασίας χωρίς τέλος, η συλλογική επιθυμία τείνει να λαμβάνει αρνητικό πρόσημο. Εκείνο που επιθυμούν πιο πολύ τα λαϊκά στρώματα είναι έναν προστάτη, μια υπέρτατη αρχή που θα εγγυηθεί την ασφάλεια τους με αποφασιστικότητα και σιδερένια πυγμή. Άλλωστε, ιστορικά οι δικτατορίες πάντοτε επιστράτευσαν λόγους διαφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος για να δικαιολογήσουν την άνοδο τους στην εξουσία. Στον μεσοπόλεμο προφασίστηκαν την ανάγκη που υπήρχε να αποκρούσουν την “απειλή” που ενσάρκωνε για το κοινωνικό σύνολο η κομμουνιστική πέμπτη φάλαγγα. Στις μέρες μας ανέλαβαν να περιφρουρήσουν την ανήμπορη κοινωνία από τον ίδιο της τον εαυτό και απ’ τον αόρατο εσωτερικό εχθρό που την πολιορκεί. Στον ακραία ετερόνομο λόγο του ναζισμού, του φασισμού και τον αντικομμουνιστικών στρατιωτικών δικτατοριών του μεσοπολέμου οι έννοιες της κοινωνικής υγιεινής ταυτίστηκαν σταδιακά με τις πρακτικές της κρατικής καταστολής των φορέων της ταξικής σύγκρουσης, μέχρι που συγχωνεύτηκαν εντελώς μέσα στο νοσηρό φαντασιακό ενός αποκρουστικού ταξικού ρατσισμού. Έτσι, οι χιτλερικοί παρομοιάζαν τους Εβραίους με επιδημία που λίγο, λίγο κατέτρωγε από τα μέσα την υγεία της “πολιτισμένης” Ευρώπης, ενώ ο δικτάτορας Παπαδόπουλος παραληρούσε συγκρίνοντας τον εαυτό του με χειρουργό που εκτελούσε εγχείρηση σε ένα άρρωστο σώμα, αυτό της ελλαδικής κοινωνίας που είχε κυριευτεί από τη σύγκρουση και τη διχόνοια. Για πόσο καιρό θα κρατούσε η “επέμβαση” ήταν άμεσα συνυφασμένο με την βαρύτητα και την έκταση που είχε πάρει η “μόλυνση” της κοινωνίας από τις ανατρεπτικές κομμουνιστικές ιδέες.iii

Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα, φτάσαμε στο σημείο όπου ο Όρμπαν μπόρεσε να καταλύσει τη “δημοκρατία” στην Ουγγαρία έπειτα από μια σχεδόν ανιαρή συνδερίαση του ουγγρικού κοινοβουλίου.iv Αλλά μήπως κάτι παρόμοιο δεν έχει συμβεί και στα καθ’ ημάς; Το κοινοβούλιο παραμένει σχεδόν ανενεργό, οι μαζικές συγκεντρώσεις έχουν τεθεί εκτός νόμου. Παντού περιπολεί η αστυνομία και η κυβέρνηση κυβερνά με διατάγματα (ΠΝΠ). Σημείο αναφοράς για την άσκηση της εξουσίας συνιστά μια Εθνική Επιτροπή για την Προστασία της Δημόσιας Υγείας, με αμφιλεγόμενη θεσμική υπόσταση, που δεν εντάσσεται διοικητικά ούτε στο υπουργείο υγείας, ούτε στην γραμματεία πολιτικής προστασίας. Πόσο σύννομα είναι όλα αυτά και πόσο συνταγματικά; Στην πραγματικότητα τον νόμο περιστολής των πολιτικών ελευθεριών που πέρασε ο Όρμπαν στις 31/03, η κυβέρνηση στην Ελλάδα τον έχει βάλει σε εφαρμογή από τις 20/03. Τι κι αν η οργανική συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στο μέγεθος μιας φυσικής καταστροφής και στην ανεπάρκεια των μέσων που εχει στη διάθεση του το Κράτος για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της, κατοχυρώνεται με όρους αιτιώδους συνάφειας από τον νομικό ορισμό που περιλαμβάνει η επίμαχη ΠΝΠ και ορίζει ρητά κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να κηρυχτεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης;v Ο φοβισμένος λαός, που από την μία τον προτρέπουν να μην χάνει την ψυχραιμία του κι από την άλλη τον υποβάλλουν σε μια συστηματική εκστρατεία ψυχολογικού πολέμου μέσω των μίντια, εγκρίνει σε ποσοστό 70% τους μέχρι τώρα χειρισμούς της κυβέρνησης.

Φυσικά, όπως είπε και ο λοιμωξιολόγος-εκκλησιαστικός ψάλτης Τσιόδρας, αν δεν είχαν παρθεί τα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή, τώρα θα θρηνούσαμε δεκάδες χιλιάδες αρρώστων και νεκρών. Είναι πολύ πιθανό ότι ο “λαμπρός επιστήμων” έχει δίκιο, ωστόσο ο καθένας είναι σε θέση να αντιληφθεί τη δυσκολία του να κρίνει κανείς το έργο των πολιτικών προϊστάμενων του Κράτους σύμφωνα με πράγματα που δεν συνέβηκαν. Διότι αυτό που δεν συνέβηκε, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να εξακριβωθεί, να μετρηθεί και να τεκμηριωθεί. Όπως έγραψε ο Ζ. Μπάουμαν σχετικά με αυτό το νέο κοινωνικό παράδειγμα, το σύγχρονο κράτος “έχοντας αναιρέσει την προηγούμενη προγραμματική του δέσμευση να πατάξει την υπαρξιακή αβεβαιότητα κι ανασφάλεια που παράγεται από την αγορά […] πρέπει να αναζητήσει άλλες, μη οικονομικές εκδοχές τρωτότητας κι αβεβαιότητας πάνω στις οποίες θα στηρίξει τη νομιμότητα του. Αυτή η εναλλακτική λύση φαίνεται να έχει πρόσφατα εντοπιστεί […] στο θέμα της προσωρινής ανασφάλειας: τρέχοντες και προοιωνιζόμενοι, φανεροί ή κρυφοί, πραγματικοί ή υποτιθέμενοι φόβοι, για απειλές ενάντια στην ανθρώπινη ζωή, τις περιουσίες και τις κατοικίες – είτε προκύπτουν από πανδημίες και ανθυγιεινές δίαιτες, είτε από την υιοθέτηση κάποιων τρόπων ζωής, είτε από εγκληματικές δραστηριότητες ή αντικοινωνική συμπεριφορά των ‘υπό-τάξεων’ […]”.vi

Δεν μιλάμε εδώ για ιδεολογική φενάκη και ψευδή συνείδηση με παλαιομαρξιστικούς όρους, αλλά για ατομική και συλλογική ξένωση των υποτελών ταξικών υποκειμένων. Την παραγωγή μιας αλλοτριωμένης υποκειμενικότητας που αντιστοιχεί στην εκτεταμένη κοινωνική σήψη που παράγει ο νεκροκαπιταλισμός, τις τιμωρητικές κοινωνικές πρακτικές διαμέσου των οποίων επιβάλλεται η πιο αμείλικτη βιοπολιτική καπιταλιστική εξουσία. Η βιοπολιτική εξουσία παράγει η ίδια την κρίση της και, με τη σειρά της, η κρίση λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση της αναγκαιότητας της βιοπολιτικής κυριαρχίας. Εκείνο που γίνεται ξεκάθαρο μέσα από το πουργκατόριο της πανδημίας είναι ότι η κοινωνική συμβίωση, η συλλογική μας ζωή μέσα σε σταθερές κοινωνικές δομές, είτε θα είναι διαρθρωμένη με γνώμονα το κοινό καλό και την προστασία του συνόλου των μελών της κοινωνίας με τη συνακόλουθη εξασφάλιση της ισότιμης κάλυψης των αναγκών τους, ή θα μετατραπεί σε ζούγκλα όπου το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Και η κοινωνία δεν θα είναι παρά μια καταναγκαστική ένωση όπου κάποιοι ευημερούν σε βάρος όλων των υπολοίπων. Μέση λύση ή τρίτη εναλλακτική πολύ απλά δεν υπάρχει.

Κι αν υπάρχει ένα προφανές συμπέρασμα που πρέπει να αντλήσουν οι προλετάριοι από αυτή την παγκόσμια κρίση της δημόσιας υγείας, είναι ότι το σύστημα της οικονομίας της αγοράς είναι ιδανικά ακατάλληλο για να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που επωμίζεται εξορισμού μια οργανωμένη κοινωνία σε συνθήκες κρίσης, δηλαδή την από κοινού άμυνα των μελών της κοινωνίας για την αντιμετώπιση της. Απο την μία, είναι αδύνατο η κοινωνία να κινητοποιήσει τους συλλογικούς πόρους που έχει στη διάθεση της για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη άμυνα της (ιατροί, νοσηλευτές, νοσοκομεία, κλινικές, ιατρικές υποδομές, τεχνολογικός εξοπλισμός, ερευνητικά εργαστήρια, φαρμακο-βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κλπ.), εφόσον η πλειονότητα των πόρων αυτών μονοπωλούνται από εγωιστικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που δεν γνωρίζουν πώς να συνεργάζονται μεταξύ τους κι εκμεταλλεύονται την υγεία σαν εμπόρευμα, με ολέθριες επιπτώσεις για το σύνολο της κοινωνίας. Έτσι, η εξύμνηση της γενναιόδωρης “εθελοντικής προσφοράς” των ιδιωτών στο πρόσφατο διάγγελμα του πρωθυπουργού στη Βουλή, δεν είναι παρά ένας ευφάνταστος τρόπος για να αποκρυφτεί το γεγονός ότι ένα τεράστιο απόθεμα υλικών υποδομών υγείας, αλλά και συσσωρευμένου πλούτου, π.χ. των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών, παραμένουν ανενεργά και αρνούνται να συνεισφέρουν στην εκστρατεία αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης.vii Και όχι μόνο δεν συμβάλλουν, αλλά δυσχεραίνουν και τις προσπάθειες για μια αποτελεσματική απόκρουση της πανδημίας σε μαζική κλίμακα, για παράδειγμα αυξάνοντας στο διπλάσιο το αντίτιμο για τις ΜΕΘ στα ιδιωτικά νοσοκομεία.

Από την άλλη, από τη φύση του το σύστημα της οικονομίας της αγοράς αδυνατεί να αντιληφτεί και να προσαρμόσει τον τρόπο λειτουργίας του με γνώμονα το “συμφέρον της κοινωνίας”. Κι αυτό γιατί αναγνωρίζει μονάχα ως υπαρκτές τις ανάγκες των ανθρώπων που υποστηρίζονται με χρήμα. Ο φτωχός και ο μεροκαματιάρης προλετάριος, οι επισφαλείς εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι μετανάστες, πολύ απλά δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν περιλαμβάνονται σε αυτή την φαντασιακή σύλληψη του καπιταλιστικού “κοινού καλού”. Όμως, αν οι φτωχοί δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για να αποκτήσουν πρόσβαση στο τεστ πρόληψης του κορωναϊού κι αν οι ιδιωτικές εταιρείες επιμένουν να πωλούν πανάκριβα το “προϊόν” τους υπακούοντας στον κανόνα της αυξημένης ζήτησης, τότε οι φτωχοί μετατρέπονται σε υγειονομική ωρολογιακή βόμβα. Εδώ πια φτάνουμε στην αποθέωση του παρανοϊκού χαρακτήρα της διάρθρωσης της παραγωγής και της κατανάλωσης στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Γιατί όσο η πανδημία χειροτερεύει και αυξάνονται οι μολυσμένοι, τόσο θα γιγαντώνεται εκθετικά η τιμή του τεστ και των ιατρικών μέσων αντιμετώπισης της λοίμωξης στην αγορά. Αλλά όσο αυξάνονται οι τιμές, τόσο θα μειώνεται ο αριθμός εκείνων που θα είναι πραγματικά σε θέση να έχουν πρόσβαση στα μέσα για μια αποτελεσματική ιατρική αντιμετώπιση της πανδημίας! Αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι η συνεχιζόμενη προσήλωση στους, κατά τα άλλα “φυσικούς”, νόμους της αγοράς θα έχει σαν αποτέλεσμα μια ανεπανάληπτη ανθρωπιστική καταστροφή, την αργή γενοκτονία των λαϊκών στρωμάτων. Την παλινόρθωση του καπιταλισμού με τίμημα την καταστροφή του κόσμου, όπως θα έλεγε κι ο Φρ. Τζαίημσον.

Σύμφωνα με την λογική της ατομικής ευθύνης που επαναλαμβάνει από την αρχή της κρίσης η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, η ευθύνη σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να βαραίνει τους ίδιους τους ασθενείς που εξαιτίας της ανικανότητας, ή κάποιας εγγενούς “κατωτερότητας” τους, δεν είχαν τα χρήματα που θα τους επέτρεπαν να αποκτήσουν πρόσβαση στο τέστ. Έπεσαν θύματα της φυσικής επιλογής του καπιταλισμού και υπό αυτή την έννοια καλώς τιμωρήθηκαν. Σύμφωνα με τη δική μας λογική, τη λογική του στρατευμένου ταξικού ανθρωπισμού, αποκλειστικά υπαίτιος για αυτή την αφύσικη κατάσταση, είναι ο καπιταλισμός και ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας που υφαρπάζει και περιχαρακώνει αγαθά που είναι κοινωνικά αναγκαία, αποκλείοντας από τη χρήση τους την μεγάλη πλειονότητα των ετεροκαθοριζόμενων κοινωνικών στρωμάτων. Κι αυτό είναι που θα πρέπει προσπαθήσουμε ν’ αλλάξουμε μέσω της συντεταγμένης συλλογικής μας δράσης.

i) “Η αλληλεγγύη συνυφάνθηκε με την κοινωνικότητα, την άμεση διαπροσωπική επαφή, την συλλογική και δια ζώσης, πρωτίστως, δράση […] Όταν λοιπόν η ‘εγγύτητα μεταξύ αλλήλων’ εμπεριέχει την πιθανότητα πρόκλησης κακού σε αλλήλους, τι μένει από την έννοια και πράξη της αλληλεγγύης”; Χρ. Γιοβανόπουλος, Η Αλληλεγγύη την εποχή της πανδημίας, https://thepressproject.gr/i-allilengyi-tin-epochi-tis-pandimias/.

ii) Ενδεικτικά, ο Πουζέ αποκαλούσε τους γραφειοκράτες αξιωματούχους των συνδικάτων και τους πολιτικούς των “εργατικών” κοινοβουλευτικών κομμάτων, “νέους επισκόπους”. Στο E. Pouget, Direct Action, https://libcom.org/library/direct-action-emile-pouget.

iii) https://thecaller.gr/xronomixani/apriliou-diaggelma-paralirima-diktatoras-papadopoulos/.

iv) Σ. Λυκουργιώτης, Δικτατορία των Μαγυάρων: προμήνυμα κινδύνου;, https://www.alerta.gr/%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CF%85%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BD-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B1-%CE%BA%CE%B9/.

v) Α.Γ. Γκουρμπάτσης, Το νομικό πλαίσο επιβολής του μέτρου της καραντίνας, λόγω κορωνοϊού, https://www.huffingtonpost.gr/entry/to-nomiko-plaisio-epivoles-toe-metroe-tes-karantinas-loyo-koronoioe_gr_5e8027d3c5b6256a7a2c0d3e.

vi) Z. Bauman, Παράπλευρες Απώλειες (Εκδόσεις 21ου) σελ. 88-89.

vii) https://thepressproject.gr/o-mitsotakis-pleki-to-egkomio-ton-idioton-gia-tin-krisi-tou-koronoiou/.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ