Αντίο μικροϊδιοκτησία.

“Όταν κανείς ονειρεύεται μόνος του είναι ουτοπία. Όταν ονειρεύονται πολλοί μαζί είναι επανάσταση”.
σύνθημα σε τοίχο

Να λοιπόν που η κυβερνητική πολιτική της προλεταριοποίησης επιβεβαιώνεται από τα πιο επίσημα χείλη. Μόλις πριν από μερικές ημέρες, ο ίδιος ο υπουργός “ανάπτυξης” παραδέχτηκε δημόσια ότι ο θεσμός της μικροϊδιοκτησίας είναι προορισμένος να εξαφανιστεί από το οικονομικό τοπίο της μεταμνημονιακής Ελλάδαςi. Τα κονδύλια που θα διοχετεύσει το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης στις τράπεζες, τα οποία υποτίθεται ότι έχουν σαν σκοπό την επανενεργοποίηση της λειτουργίας της πραγματικής οικονομίας, δεν θα είναι διαθέσιμα σε επιχειρήσεις με 2,3 άτομα προσωπικό, διαμήνυσε ο υπουργός. Ακολουθώντας τον W. Benjamin, ο μαρξιστής στοχαστής T. Eagleton έχει γράψει ότι το παρελθόν δεν είναι κάτι το κλειστό και συντελεσμένο, αλλά αντίθετα αποκτάει κάποιο νόημα μόναχα όταν φωτίζεται από την πολιτική πράξη που εκτυλίσσεται στο σήμεραii. Έχοντας κατά νου τούτη την παρατήρηση και ακούγοντας τον Γεωργιάδη να μιλάει ανοικτά για διαβαθμισμένη πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση των τραπεζών, μπορεί νομίζω κανείς εύκολα να ερμηνεύσει αναδρομικά τα υποχρεωτικά λοκ-ντάουν των δύο προηγούμενων χρόνων ως εργαλεία της πιο σκληρής ταξικής πολιτικής, πέρα βέβαια από τη διάσταση της όποιας υγειονομικής τους χρησιμότητας.

Αποκαλύπτεται στο λυκόφως της πανδημικής δυστοπίας η πρόθεση των ακροδεξιών ελίτ του νεοφιλελευθερισμού, οι οποίες έχουν αναγάγει τον ντεμέκ “αντι-κρατισμό” τους σε πολεμική κραυγή, να αξιοποιήσουν στο έπακρο της κρατικές αρμοδιότητες τους έτσι ώστε να φέρουν σε πέρας μια κολοσσιαία άσκηση κοινωνικής μηχανικής. Να επισπεύσουν με τα τεχνητά μέσα που τους παρέχει η κρατική διαχείριση, τις διαδικασίες της συστημικής αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου. Διαδικασίες που θέτουν πλέον σαν ομολογημένο στόχο την εξάλειψη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών μέσα απ’ τις οποίες συντελείται η αναπαραγωγή της μικροαστικής τάξης, η οποία για δεκαετίες αποτέλεσε τον κορμό του ελλαδικού καπιταλιστικού σχηματισμού. Η προτροπή του μαθητευόμενου μάγου Γεωργιάδη στις μικρές επιχειρήσεις να συγχωνευτούν ακούγεται σαν μια ακόμη κούφια προπαγανδιστική εξαγγελία, μιας και είναι αντικειμενικά και πρακτικά αδύνατο για την μικροϊδιοκτησία να συνενωθεί σε μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες. Κι αυτό γιατί ως κλάδος της παραγωγής, η μικροϊδιοκτησία είναι από τη φύση της απομονωμένη, πολυδιασπασμένη και διακατέχεται από ταξικά ένστικτα έντονου ατομικισμού και ανταγωνισμού. Εξάλλου, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που θα αναλάβουν από μόνες τους, ή σε σύμπραξη με την εγχώρια ολιγαρχία, να φέρουν σε πέρας αυτή τη διαδικασία συγκέντρωσης του κεφαλαίου και περαιτέρω συσσώρευσης της οικονομικής δύναμης, υπάρχουν ήδη κι έχουν λάβει το πράσινο φως από την κυβέρνηση να ενεργήσουν καταπώς επιτάσσει το επιχειρηματικό τους συμφέρον. Βλέπετε η ενοποίηση είναι πάντοτε μια ευκολότερη υπόθεση όταν είναι ελεγχόμενη και δρομολογείται από πάνω προς τα κάτω, παρά το αντίστροφο.

Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι τι σημασία μπορεί να έχει η επικείμενη εξαφάνιση των μικρομεσαίων στρωμάτων ως προς τη διαμόρφωση μιας ριζοσπαστικής μεταβατικής στρατηγικής για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας σε ελευθεριακά πρότυπα. Για τους αναρχικούς του ελλαδικού χώρου, η φιγούρα του μικροαστού διαχρονικά αποτέλεσε την ενσάρκωση του κακού. Την μαζική υλική βάση πάνω στην οποία στήριξε τη συντηρητική εξουσία του ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός στην Ελλάδα, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Και πράγματι, τα κοινωνικά στρώματα των μικρών επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων αποτέλεσαν μια καθόλου ευκαταφρόνητη μάζα ανεξάρτητων επιχειρηματιών που σε μεγάλο βαθμό, επιβίωνε χάρη στην εγγενή αδυναμία του μεγάλου κεφαλαίου να επιβάλει την πλήρη ηγεμονία ως προς τους υλικούς όρους αναπαραγωγής του ελληνικού καπιταλισμούiii. Από την μία, η προοπτική της απόκτησης μικρής ιδιοκτησίας χάρισε στον ελλαδικό καπιταλισμό μια ζωτικότητα κι έναν φαντασιακό δυναμισμό, αφού ο προσπορισμός ατομικού κεφαλαίου (με την μορφή της ιδιόκτητης επιχείρησης) θεωρήθηκε σαν το μέσο για κοινωνική ανέλιξη, ενώ επέτρεπε στον κάτοχο της ιδιοκτησίας να διάγει έναν σχετικά ανεξάρτητο, ατομιστικό κοινωνικό βίοiv. Φυσικά, η κυριαρχία της μικρής επιχείρησης στην οικονομία μεταφράστηκε και σε μια συνακόλουθη ενδυνάμωση των δομών της πατριαρχικής εξουσίας μέσα στον μικρόκοσμο της νεοελληνικής οικογένειας. Ο ιδιοκτήτης που είχε πετύχει να “φτιάξει το δικό του μαγαζί”, δεν μπορούσε παρά να είναι και ο αδιαφιλονίκητος ιδιοκτήτης- αρχηγός που διηύθυνε τις υποθέσεις του σπιτιού, στρογγυλοκαθισμένος στην κορυφή της άτυπης οικογενειακής ιεραρχίας.

Αν οι αναρχικοί έχουν κάποια απήχηση στα εργαζόμενα στρώματα, αυτή μπορεί να βρεθεί κυριώς ανάμεσα στους υπαλλήλους που εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών, σε καταστήματα ή μικρές επιχειρήσεις με 3,4 άτομα προσωπικό. Συνεπώς, ήταν απόλυτα φυσικό η μικρή ιδιοκτησία να βρεθεί στο επίκεντρο των πολιτικών και οικονομικών αναλύσεων τους. Περισσότερο σπρωγμένοι από προσωπικά ταξικά βιώματα και λιγότερο εξαιτίας μιας συνειδητής προσπάθειας για τη διεύρυνση της αναρχικής επιρροής, οι αναρχικές αναλύσεις επέμεναν στην έμφυτη μοχθηρία και τον “αντικειμενικό” αντιδραστικό ρόλο που επιτελούσε το εξατομικευμένο κεφάλαιο στην ετερόνομη κοινωνική ολότητα. Ακόμη περισσότερο , υποστήριξαν οτι οι μικροϊδιοκτησία ήταν στην πραγματικότητα η μήτρα μέσα στην οποία εξυφαίνονται και διαχέονται στον κοινωνικό ιστό οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις η αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας. Οι μικρές επιχειρήσεις μπήκαν κατά καιρούς στο στόχαστρο της άμεσης δράσης των αλληλέγγυων αναρχικών οργανώσεων, μιας κι εξέλειπε το υπόβαθρο για οργανωμένες συνδικαλιστικές παρεμβάσεις. Η μικρή επιχείρηση έγινε το προνομιακό πεδίο δράσης ενός αδέσμευτου και μαχητικού συνδικαλισμού βάσης, που, δια του παραδείγματος, ερχόταν σε χτυπητή αντιδιαστολή με τον φιλικό προς το μεγάλο κεφάλαιο, υποταγμένο συνδικαλισμό των κεντρικών εργατικών ομοσπονδιών.

Η έχθρα μάλιστα που τρέφει ο αναρχικός χώρος προς τα “μικρά αφεντικά” μεγάλωσε στο βαθμό που η μικροαστική τάξη αποτέλεσε ένα από τα κύρια συστατικά στοιχεία της κοινωνικής συμμαχίας που επιδίωξε να οικοδομήσει το ΚΚΕ , μετά τη σταδιακή απόσυρση του από τα καθήκοντα εργολαβικής εκπροσώπησης των εργατικών στρωμάτων, όταν ήρθε σε ρήξη με τους εργάτες που οργάνωσαν τις άγριες απεργίες στη Μαντέμ Λάκκο και στο Μαντούδιv. Το εκπορευόμενο απο την ΕΣΣΔ δόγμα της “ειρηνικής συνύπαρξης” πήρε στα καθημάς την μορφή του αστικοδημοκρατικού συνασπισμού ως απαραίτητου σταδίου στο δρόμο για την “μεγάλη σοσιαλιστική επανάσταση”vi. Το ΚΚΕ δεν ανέλαβε απλώς να προασπίσει με τη γραμμή του τα ταξικά συμφέροντα των μικροϊδιοκτητών, αλλά τους παραχώρησε και μια περίοπτη θέση στη “σοσιαλιστική” κοινωνία που προεικονίζει μέσα από τα επίσημα κομματικά κείμενα του:

“Η εργατική εξουσία εκφράζει τη συμμαχία της με τους μεμονωμένους αυτοαπασχολούμενους και τους συνεταιρισμένους αγρότες, δίνοντας τη δυνατότητα της ξεχωριστής αντιπροσώπευσής τους μέσω των Συμβουλίων τους, για τα οποία ψηφίζουν αντίστοιχα και οι συνταξιούχοι. Τα Συμβούλια αυτά έχουν μεταβατικό χαρακτήρα, αφού αντιστοιχούν σε μεταβατικές μορφές ιδιοκτησίας, με προοπτική την ένταξη αυτών των στρωμάτων στην άμεσα κοινωνική παραγωγή. Ο εργατικός χαρακτήρας της εξουσίας διασφαλίζεται στη σύνθεση των περιφερειακών και κεντρικών οργάνων, στα οποία εκπροσωπούνται οι αυτοαπασχολούμενοι και οι συνεταιρισμένοι αγρότες”vii.

Συμφωνά με αυτή την ανάλυση, το μεγάλο κεφάλαιο αποτελεί τον κοινό εχθρό τόσο των μικροαστών, που διατρέχουν τον κίνδυνο να τεθούν εκτός αγοράς από την επεκτατική του δράση, όσο και των προλετάριων, η εργασία των οποίων υποτιμάται διαρκώς έτσι ώστε να μεγενθύνουν την κερδοφορία τους οι μεγάλοι καπιταλιστικοί όμιλοι. Φυσικά, σε αυτό το σημείο η ανάλυση του ΚΚΕ δεν λέει τίποτε το καινούριο ή το συνταρακτικό. Ο ίδιος ο Μπακούνιν άλλωστε είχε επιστήσει κάποτε την προσοχή των μικροαστών στους αδυσώπητους νόμους που διέπουν την οικονομική εξέλιξη του καπιταλιστικού συστήματος, οι οποίοι καθιστούν βέβαιη τη σταδιακή παρακμή “του μεγαλύτερου μέρους της μεσαίας αυτής τάξεως στην σημερινή κατάσταση της αστοκρατίας κατά το πρώτο τόσο, ώστε να αφομοιωθεί λίγο αργότερα μέσα στο προλεταριάτο, πάντοτε λόγω αυτής της τεράστιας συγκεντρώσεως του πλούτου σε λιγότερα χέρια”viii. “Αν διέθετε λίγο περισσότερο νου και καρδιά”, συνεχίζει λίγο πιο κάτω ο Μπακούνιν, “[η μικρομεσαία τάξη] θα έσπευδε να συνενωθεί με εμάς, προκειμένου να πολεμήσουμε την μεσαία και μεγαλοαστική τάξη, η οποία δεν την συνθλίβει λιγότερο από ότι αυτή συνθλίβει το προλεταριάτο”. Ο Μπακούνιν ωστόσο ποτέ δεν έφτασε στο σημείο να απαιτήσει φορολογικά προνόμια για τους μικρομεσαίους , ή να διατυπώσει το όραμα του για έναν “σοσιαλισμό των καταστηματαρχών”, όπως έκανε στις μέρες μας το ΚΚΕ. Ο εμποτισμός των οργάνων του ΚΚΕ με τις πιο σάπιες μικροαστικές αξίες είναι μάλιστα τόσο έντονος, ώστε κατά τη διάρκεια των συγκρουσιακών συμβάντων του Δεκέμβρη 2008, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε το εμετικό “διήγημα”, “Το λάθος τηλεφώνημα ενός φονιά”. Σε αυτό το λιβελογράφημα, ο συντάκτης λίγο, πολύ εξύμνησε τον δολοφόνο μπάτσο ως έναν παραστρατημένο “ταξικό αδελφό”, τσακισμένο από τις κακουχίες και τις αναποδιές μιας λούμπεν προλεταριακής ζωής. Για τους δε εξεγερμένους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δημοσιογραφικό όργανο του ΚΚ έκφρασε τις πιο μύχιες σκέψεις της κομματικής ηγεσίας όταν έγραφε:

“Και να ‘ρχονται αυτά τα κωλόπαιδα, που δεν έχουν δουλέψει στη ζωή τους, που δεν ξέρουν τι θα πει βάρδια και ξενύχτι, τι πάει να πει μεροκάματο και τι σφαλιάρα κάθε είδους από το αφεντικό και να σου ρίχνονται μετά από δώδεκα ώρες ορθοστασία στις γωνίες ή στις εισόδους τραπεζών, να ‘ρχονται και να σε βρίζουν και να σου πετάνε ό,τι βρουν στο δρόμο. Και να σου πω κάτι άλλο; Πόσοι από αυτά τα κωλόπαιδα είναι εργαζόμενοι των 700 ευρώ που λένε και ξαναλένε; Να σου πω εγώ; Κανένας! ‘Η κάτι πρεζόνια είναι ή κάτι τύποι από τα βόρια προάστια που βαριούνται στη σιγουριά του σπιτιού ή τα πραχτοράκια, οι πεμπτοφαλαγγίτες που λέγαμε πριν. Ποιος μεροκαματιάρης προλαβαίνει να βγει στους δρόμους, πόσοι από τους αναγκεμένους έχουν τέτοιες πολυτέλειες;”ix.

Όπως και να ‘χει, τούτη η συντονισμένη από-τα-πάνω εκστρατεία τσακίσματος της μικροαστικής τάξης είναι βέβαιο ότι θα σπρώξει τον μεγάλο όγκο των μικρομεσαίων εκλογικά προς την κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ. Μια μεταστροφή ωστόσο που δεν προβλέπεται να έχει αποτέλεσμα , εφόσον η εμβέλεια της διακυβέρνησης των κομμάτων εξουσίας υπόκειται εκ των προτέρων στους σιδερένιους νόμους της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, καθώς και στην καθοριστική επιρροή που ασκεί το μεγάλο κεφάλαιο στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Σίγουρα, ένα χαρακτηριστικό της μικροαστικής τάξης είναι το κατά πόσο αυτή είναι ευμετάβλητη ως προς τις πολιτικές και ιδεολογικές της προτιμήσεις. Οι μικροαστοί ως επί το πλείστον αδυνατούν να χαράξουν μια αυτόνομη ταξική γραμμή, εφόσον η ίδια η κοινωνική υπόσταση τους , τους καθιστά εξαρτημένους και τους δίνει έναν ρόλο επικουρικό ως προς τα ταξικά υποκείμενα που έχουν τη δύναμη να καθορίζουν την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης. Αυτό σημαίνει ότι εκεί όπου το μεγάλο κεφάλαιο εμφανίζεται σαν ο αδιαμφισβήτητος κύριος της συγκυρίας, η μικροαστική τάξη στοιχίζεται πρόθυμα πίσω απ’ τα ψευδεπίγραφα λάβαρα των καπιταλιστών, χωρίς να έχει πραγματική συνείδηση ή κατανόηση των ταξικών της συμφερόντων. Αντίθετα, εκεί που η συστημική κυριαρχία έδειχνε να παραπέει , ένα μέρος των μικρομεσαίων βρέθηκε να αγωνίζεται στο πλευρό της εργατικής τάξης κι ενστερνίστηκε τις νέες μορφές ταξικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας, όπως στην περίπτωση των κοινωνικοποιημένων υπηρεσιών (εστίαση, κουρεία, κλπ.) της επαναστατημένης Βαρκελώνης την περίοδο 1936-9x.

Παρ’ όλα αυτά, η παλινδρομική αυτή ιστορική κίνηση της μικρής ιδιοκτησίας προϋποθέτει την ύπαρξη αντιτιθέμενων κοινωνικών πόλων, και πρώτα απ’ όλα ένα ισχυρό και ταξικά δραστήριο προλεταριάτο. Κι ενώ στην Ισπανία το αναρχικό εργατικό κίνημα παρείχε τα δομικά εχέγγυα για μια ριζοσπαστική ταξική συμμαχία με τους μικροαστούς, στην Ελλάδα του 21ου αιώνα η αποψίλωση της μικροαστικής τάξης που δρομολογεί το μεγάλο κεφάλαιο είναι ίσως προϋπόθεση για την ανάδυση ενός συνεκτικού και ισχυρού προλεταριακού κινήματος. Αυτο δεν σημαίνει ότι ως εκ θαύματος θα εμφανιστεί από την μία μέρα στην άλλη ένα αμιγώς προλεταριακό κίνημα για έναν ριζοσπαστικό μετασχηματισμό σε ελευθεριακά πρότυπα. Ωστόσο, όπως προείπαμε, τα μικρομεσαία στρώματα είναι από τη φύση τους κατακερματισμένα και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέσα σε σχέσεις αμοιβαίου ανταγωνισμού. Επιπλέον, το “μικρό αφεντικό” θα είναι πάντοτε αντίθετο με την ταξική χειραφέτηση των προλετάριων, μιας και η θεσμοποιημένη δυνατότητα εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας των άλλων, συνιστά και την μοναδική διέξοδο που διαθέτει ο καταστηματάρχης από μια ζωή απόλυτα προσδεδεμένη στην αναγκαιότητα της ατομικής του εγρασίας. Μια ζωή που σε τελική ανάλυση ελάχιστα διαφέρει από αυτήν του πιο φτωχού και οικονομικά εξαρτημένου προλετάριου.

Σίγουρα, δεν μπορεί κανένας να χαίρεται όταν τα όνειρα των ανθρώπων γκρεμίζονται και ολόκληρες κοινωνικές τάξεις οδηγούνται στην κατάρρευση και στην καταστροφή των υλικών όρων διαβίωσης τους. Δεν θα πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι αυτή η καταστροφή μπορεί να ανοίξει επιτέλους το δρόμο της μετάβασης από ένα ιστορικό στάδιο της εξέλιξης του συστήματος της οικονομίας της αγοράς κατά το οποίο ο καθένας /μια από εμάς έκανε όνειρα για τη βελτίωση των συνθηκών μόνο της δικής του/της ζωής, σε μια νέα φάση όπου, επιτέλους, το όνειρο του ενός δεν ακυρώνει το όνειρο του άλλου. Όπου μπορούμε να ξεκινήσουμε να ονειρευόμαστε μαζί μια συλλογική λύτρωση που θα μας περιλαμβάνει όλους.


i Συγχώνευση ή λουκέτο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμηνύει ο Αδ. Γεωργιάδης, https://thepressproject.gr/sygchonefsi-i-louketo-gia-tis-mikromesaies-epicheiriseis-diaminyei-o-ad-georgiadis/.

ii T. Eagleton, Hope Without Optimism (Yale University Press).

iii Τ. Φωτόπουλος, Η Ελλάδα ως Προτεκτοράτο της Υπερεθνικής Ελίτ (Γόρδιος).

iv Αναφερόμαστε εδώ στο επίπεδο του ηγεμονικού κοινωνικού φαντασιακού και όχι στις δομικές, μακρο-οικονομικές δυσλειτουργίες που προκαλούσε η εξάπλωση της μικροϊδιοκτησίας, όπως για παράδειγμα, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή.

v Α. Κασάπη, Το εργοστάσιο ως χώρος ανάδυσης της εργατικής υποκειμενικότητας:Μια προσέγγιση των εργατικών αγώνων της περιόδου 1974-1977, http://www.historein.gr/2011/05/1974-1977.html.

vi Δ. Μπελαντής, ΚΚΕ, εξεγέρσεις και “αστική-δημοκρατική” νομιμότητα, http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1067.

vii Για την παρέμβαση του κόμματος στους αυτοαπασχολούμενους της πόλης, https://www.komep.gr/m-article/Gia-tin-parembasi-toy-Kommatos-stoys-aytoapasxolomenoys-tis-polis/.

viii Μ. Μπακούνιν, Αντιεξουσιαστικός Σοσιαλισμός (Κάστανος), σελ. 54-55.

ix https://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=28%2F12%2F2008&pageNo=8&id=10422.

x https://www.workerscontrol.net/authors/self-management-agriculture-industry-and-public-services-during-1936-spanish-revolution.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ