Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που η Αραβική Άνοιξη συγκλόνισε συθέμελα τις αραβικές κοινωνίες. Μια σειρά από μεγαλειώδεις μαζικές εξεγέρσεις που ξέσπασαν από την μία άκρη του αραβικού κόσμου μέχρι την άλλη και πέτυχαν με την ορμή και την αποφασιστικότητα τους να ανατρέψουν δεσποτικά καθεστώτα που μέχρι εκείνη τη στιγμή φαίνονταν πως είναι απρόσβλητα στη δυσαρέσκεια των καταπιεσμένων και κατείχαν μια εξουσία που δεν λογοδοτούσε σε τίποτε και κανέναν. Ακόμη περισσότερο, τα συστήματα αυτά εξουσίας ήταν τόσο ανθεκτικά στο χρόνο και τόσο αποτελεσματικά στο να καταστέλλουν ανελέητα κάθε απόπειρα για μεταρρύθμιση, που στο μυαλό του εξωτερικού παρατηρητή είχαν φτάσει να ταυτίζονται υπαρξιακά και να θεωρούνται ιδεοτυπικά της κουλτούρας των Αράβων. Σαν να αποτελούσαν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας έμφυτης ροπής της αραβικής μάζας προς την υποταγή και την απολυταρχία. Σπουδαία μυαλά της δυτικής φιλοσοφίας όπως ο Καστοριάδης, εξέλαβαν τα καθεστώτα αυτά ως την επιβεβαίωση των ευρωκεντρικών τους προκαταλήψεων και συμπέραναν ότι στον μουσουλμανικό κόσμο δεν ήταν δυνατό να ριζώσουν οι φαντασιακές σημασίες που παρήγαγαν τα ιδανικά της αυτονομίας και της δημοκρατίας στη Δύση.i

Η Αραβική Άνοιξη προς στιγμή διέλυσε όλες εκείνες τις κατεστημένες αντιλήψεις και άνοιξε ένα παράθυρο ελπίδας για τους λαούς που ξεσηκώθηκαν, αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο που παρακολουθούσε από μακριά με κομμένη την ανάσα. Ηλέκτρισε το πολιτικό φαντασιακό των απανταχού ριζοσπαστικών ρευμάτων, βεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά στην πορεία του ιστορικού γίγνεσθαι ότι ακόμα και τη στιγμή της πιο απόλυτης παντοδυναμίας του, ένα καθεστώς εξακολουθεί να είναι ευάλωτο στις εξεγερσιακές διαθέσεις των υπηκόων του. Έθεσε ωστόσο κι ένα ερώτημα που έχει τεράστια σημασία για τη σύγχρονη ριζοσπαστική σκέψη και το οποίο μπορούσε να απαντηθεί μονάχα μετά την απόκτηση μιας χρονικής απόστασης από τα δραματικά γεγονότα. Κατά πόσο ήταν δυνατό για μια εξέγερση χωρίς συνεκτικά ταξικά υποκειμενα και τις αντίστοιχες αντισυστημικές πολιτικές δομές να επιφέρει μια μόνιμη αλλαγή στις κοινωνικές σχέσεις και να διασφαλίσει ότι το παλαιό καθεστώς δεν θα είχε τα μέσα να εξαπολύσει την αντεπανάσταση του; Δυστυχώς, μια σύντομη ματιά στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η χώρα από την οποία ξεκίνησε το κύμα των εξεγέρσεων του 2011, η Τυνησία, θα μας πείσει ότι η σημερινή ζοφερή πραγματικότητα απέχει πολύ από τα οράματα για μια “πολιτική της αξιοπρέπειας” , αυτό που οι Άραβες αποκαλούν karama, που αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη πίσω από τις μαζικές κινητοποιήσεις του 2011.

Στις 25 Ιουλίου του τρέχοντος έτους, ο εκλεγμένος Πρόεδρος της χώρας, Κάις Σάγιεντ, αποφάσισε μονομερώς να αναστείλει την ισχύ των περισσότερων από τα άρθρα του καινούριου, επαναστατικού Συντάγματος που είχε ψηφιστεί το 2014, για λόγους “προστασίας του Κράτους”, όπως ισχυρίστηκε δημόσια.ii Προχώρησε επίσης στη διάλυση του κοινοβουλίου και στην επ’ αόριστο αναβολή των επόμενων εθνικών εκλογών. Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, η διοργάνωση πραξικοπημάτων σε διάφορες χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας και ημιπεριφέρειας συνιστούσε το θλιβερό προνόμιο των στρατιωτικών. Στις μέρες μας, και κατά τρόπο μάλλον ειρωνικό, ο άνθρωπος που διέταξε την αναστολή των κανόνων της δημοκρατικής διακυβέρνησης στην Τυνησία δεν είναι κάποιος σκληροτράχηλος αντικομμουνιστής συνταγματάρχης, αλλά ένας ευφραδής κι εκλεπτυσμένος πανεπιστημιακός καθηγητής του δικαίου.

Στις δημόσιες δηλώσεις που έχει κάνει ως τώρα αναφορικά με το πώς αντιλαμβάνεται το μελλοντικό πολίτευμα της χώρας, ο Σάγιεντ αναφέρθηκε στις ματαιωμένες ελπίδες της επανάστασης. Στην αδυναμία της πολιτικής ελίτ των μετεπαναστατικών κομμάτων να φέρει σε πέρας ένα πρόγραμμα εκδημοκρατισμού και μεταρρύθμισης της πολιτικής ζωής, στην ατιμωρησία των στελεχών που υπηρέτησαν τη δικτατορία του Μπεν Αλί και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η τυνησιακή οικονομία. Στα διαγγέλματα του συχνά κατονόμασε ευθέως το κοινοβουλευτικό σύστημα σαν το καρκίνωμα που απειλούσε να βουτήξει την κοινωνία της Τυνησίας σε μια διαρκή κατάσταση αναβρασμού και ατελείωτων κοινωνικών συγκρούσεων. Όπως έκανε ο Αλ-Σίσυ στην Αίγυπτο πριν απ’ αυτόν, ο Σάγιεντ καταφεύγει στον βοναπαρτισμό.iii Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος και όχι οι ελίτ των επαγγελματιών πολιτικών του νέου κομματικού κατεστημένου είναι ο προνομιακός ερμηνευτής της λαϊκής βούλησης, ότι η δεσποτική του διακυβέρνηση είναι απαραίτητη για να σωθεί η επανάσταση από τους πολιτικάντηδες και τους φανατικούς Αδελφούς Μουσουλμάνους που εργάζονται μεθοδικά και αθόρυβα για να υπονομεύσουν τις κατακτήσεις της. Το αντίδοτο που πρότεινε ο Τυνήσιος Πρόεδρος είναι η δημιουργία ενός ισχυρού, συγκεντρωτικού προεδρικού συστήματος , με μια παράλληλη ελεγχόμενη αποκέντρωση αρμοδιοτήτων στις αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με αυτόν τον τρόπο, εξήγγειλε ο Σάγιεντ, ο μέσος πολίτης θα μπορεί να αποκτήσει πραγματικό έλεγχο και λόγο πάνω στις διαδικασίες που καθορίζουν στις συνθήκες της ζωής του/της. Ο ελέφαντας στο δωμάτιο που κάνει ότι δεν βλέπει o Σάγιεντ και οι υποστηρικτές του είναι βέβαια η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του Προέδρου, τη στιγμή που κανένα αντίστοιχο όργανο εθνικής εμβέλειας δεν προβλέπεται να δημιουργηθεί ως αντίβαρο για να συνδέσει ομοσπονδιακά τους αποκεντρωμένους θεσμούς που υποτίθεται ότι θα εκφράζουν με πιο άμεσο τρόπο τη θέληση των μαζών.

Πώς όμως έφτασαν τα πράγματα ως εδώ; Όσο περίεργο κι αν ακούγεται , η πορεία που ακολούθησε η Τυνησία για να φτάσει στην πλήρη συμπλήρωση του αντιεξεγερσιακού κύκλου που ενσαρκώνουν τα σημερινά διατάγματα του Σάγιεντ, θυμίζει αρκετά την εξέλιξη που βιώσαμε στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας από την περίοδο του Μνημονίου κι έπειτα. Ειδικότερα αναφέρομαι εδώ στους βίους παράλληλους της ελληνικής αντιμνημονιακής εξέγερσης της τριετίας 2010-2012 και της εξέγερσης στην Τυνησία που εκτυλιχθηκε περίπου μέσα στην ίδια χρονική περίοδο (2011-2014) και παρήγαγαν συγκρίσιμα αποτελέσματα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, μπορεί κανείς να διακρίνει την αποτυχία των δύο ξεσηκωμών να παράξουν μέσα από μαζικές κινηματικές διεργασίες τους δικούς τους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς διακυβέρνησης , που θα μπορούσαν ή να αντικαταστήσουν τις υφιστάμενες δομές πολιτικής αντιπροσώπευσης, ή στη χειρότερη περίπτωση, να επιτύχουν κάποιο είδος συνταγματικής αναγνώρισης, κατά τον ίδιο τρόπο που οι πληβειακές συνελεύσεις αποτελούσαν μέρος, έστω και υποδεέστερο, του πολιτεύματος στην αρχαία Ρώμη.

Η αδυναμία αυτή για πολιτική αυτοθέσμιση / αυτοέκφραση, που φανερώνει και το ιστορικό όριο των μαζικών εξεγέρσεων της εποχής μας, σχεδόν νομοτελειακά οδήγησε στην προσφυγή σε κόμματα διαμαρτυρίας, τα οποία χωρίς να έχουν κάποια άμεση σχέση με την εξέγερση, ανέλαβαν παρ’ όλα αυτά να παίξουν τον ρόλο του πολιτικού διαμεσολαβητή που θα υποκαθιστούσε με θεσμική πολιτική δράση την αντιπολίτευση του δρόμου. Τον ρόλο ενός μεταπράτη του επιτακτικού αιτήματος που είχαν διατυπώσει τα λαϊκά στρώματα στους δρόμους και τις πλατείες για μια εκ βάθρων ανανέωση του ηθικά χρεοκοπημένου πολιτικού σκηνικού, για την εξάλειψη της διαφθοράς και την κατοχύρωση της αξιοπρέπειας και της δικαιοσύνης για τα πιο ευάλωτα στρώματα. Δύο διαμετρικά αντίθετα πολιτικά κόμματα, ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και το απαγορευμένο μέχρι το 2011, ισλαμιστικό Ενάχντα (Ennahda= Αναγέννηση) στην Τυνησία, μπόρεσαν έτσι να διεκδικήσουν μια συμβολική ταύτιση με τα ταξικά υποκείμενα της εξέγερσης στις δύο χώρες και να αναρριχηθούν στην εξουσία με την υπόσχεση να υλοποιήσουν εργολαβικά τα κυριότερα αιτήματα των κοινωνικών υποκειμένων που έλαβαν μέρος σ’ αυτήν.

Όπως όμως συνέβη και με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ουδέποτε μπήκε στον κόπο να εμβαθύνει τους δεσμούς του κόμματος με τα κοινωνικά κινήματα της αντιμνημονιακής περιόδου αλλά απλώς κολάκεψε το φαντασιακό τους με ψηφοθηρική/επικοινωνιακή διάθεση, έτσι και το Ενάχντα απλώς εκμεταλλεύτηκε την αντικαθεστωτική οργή των λαϊκών στρωμάτων και το κύρος του ως πρώην απαγορευμένου κόμματος, για να εξασφαλίσει τη νίκη του στις εκλογές του 2011, τις πρώτες μετά την πτώση του Μπεν Αλί. Και οπως έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ, το διάστημα που οι ισλαμιστές βρέθηκαν στην εξουσία σημαδεύτηκε περισσότερο από την αγωνία τους να επιτύχουν την αναγνώριση του κόμματος ως μια αξιοσέβαστη θεσμική εναλλακτική και πολύ λιγότερο από μια ουσιαστική θέληση για μια δραστική μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος. Έτσι, η κυβέρνηση του Ρασίντ Γκανούσι (Rachid Ghannouchi, ιδρυτής και πρόεδρος του Ενάχντα) που διήρκεσε από το 2011 μέχρι το 2013 δίστασε να φέρει για ψηφοφορία στο κοινοβούλιο τον “νόμο για την προστασία της επανάστασης”, σύμφωνα με τον οποίο όσοι πολιτικοί είχαν υπηρετήσει σε κυβερνήσεις του έκπτωτου καθεστώτος Μπεν Αλί αποκλείονταν διά νόμου από την δυνατότητα κατοχής οποιουδήποτε κρατικού αξιώματος. Το Ενάχντα έφερε τελικά προς ψήφιση μια μετριοπαθέστερη εκδοχή του νομοσχεδίου που δεν έκλεινε την πόρτα στα στοιχεία του παλαιού καθεστώτος.iv Ούτε βέβαια αποτόλμησαν οι ισλαμιστές να σύρουν ενώπιον της δικαιοσύνης τα παλαιά κομματικά στελέχη του RCD (Rassemblement Constitutionnel Democratique, κόμμα του πρώην δικτάτορα), για τις τρομακτικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που είχαν διαπράξει ή για την μετατροπή των διαφόρων υπηρεσιών του κρατικού μηχανισμού σε ιδιωτικά φέουδα για τον προσωπικό τους πλουτισμό. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι τον Δεκέμβρη του 2013 το κοινοβούλιο είχε θεσμοθετήσει με πανηγυρικό τρόπο τον “Νόμο για την Μεταβατική Δικαιοσύνη”, ως έναν από τους οργανικούς νόμους του νέου τυνησιακού κράτους που προέβλεπε την παραδειγματική τιμωρία των συνεργατών του Μπεν Αλί, την υλική αποζημίωση για τους ανθρώπους που είχαν χάσει τη ζωή τους στην επανάσταση του 2011, καθώς και την υλική και ηθική αποκατάσταση όσων είχαν υποστεί πολιτικές διώξεις από την εποχή ακόμα του προέδρου Μπουργκίμπα.v

Κι αν το Ενάχντα αντιμετώπισε τους πολιτικούς αντιπάλους του με δουλικότητα και φόβο, απέναντι στην μαζική κομματική του βάση επέδειξε μια μάλλον υπεροπτική αδιαφορία. Για παράδειγμα, στον “εθνικό διάλογο” που οργανώθηκε σαν το πρώτο βήμα για τη διαδικασία κατάρτισης ενός νέου συντάγματος κοινής αποδοχής απ’ όλες τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, το Ενάχντα γρήγορα υποχρεώθηκε να πραγματοποιήσει στροφή 180 μοιρών και υπαναχώρησε από μια καταστατική αρχή του. Την ανάγκη το νέο σύνταγμα να κάνει ρητή αναφορά στον ισλαμικό νόμο (σαρία) ως πηγή έμπνευσης και νομιμοποίησης της νέας εξουσίας. Φυσικά, σε έναν δυτικό αναγνώστη αυτό μπορεί να φαντάζει σαν μια ελπιδοφόρα εξέλιξη. Παρ’ όλα αυτά, στα μάτια των φτωχών κατοίκων των πόλεων της Τυνησίας, που αποτελούν τον κύριο όγκο των οπαδών του κινήματος, η ενδοτική αυτή στάση ερμηνεύτηκε σαν λιποταξία από την μοναδική εγγύηση που είχαν ότι οι “θεόπνευστοι” ηγέτες του Ενάχντα δεν θα συμπεριφέρονταν σαν τους διεφθαρμένους αρχηγούς των υπόλοιπων κομμάτων μόλις καταλάμβαναν την εξουσία. Με τη σειρά της, αυτή η αποξένωση των πληβειακών στρωμάτων εξέθρεψε στους κόλπους τους το μικρόβιο της βίαιης σαλαφιστικής ιδεολογίας, με αποκορύφωμα τις πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015 που έπληξαν ευθέως την τουριστική βιομηχανία της χώρας.vi Σε μια πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας, η πολιτική του Ενάχντα διατυμπανίστηκε από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης (κάποιες με εμφανείς δεσμούς με το παλαιό καθεστώς) ότι αποτέλεσε τον καταλύτη για τις επιθέσεις, τη στιγμή που η σταδιακή εγκατάλειψη της ισλαμιστικής ταυτότητας από το κόμμα και η προσχώρηση του σε πιο μετριοπαθείς, συστημικές θέσεις ήταν ο κυριότερος παράγοντας που άνοιξε τον δρόμο για την εξάπλωση του ριζοσπαστικού ισλαμισμού στην χώρα.

Τόσο μεγάλη είναι η δυσαρέσκεια των λαϊκών στρωμάτων με την ατολμία και τα ημίμετρα της μεταβατικής πολιτικής των κομμάτων που ξεπήδησαν μέσα από την εξέγερση, ώστε οι απολογητές της αντεπανάστασης στον αραβικό κόσμο, με πρώτη την κρατική εφημερίδα Αλ-Αχράμ της Αιγύπτου, έγραψε πρόσφατα ότι πολλοί Τυνήσιοι δηλώνουν πως τα πράγματα ήταν καλύτερα στη χώρα πριν το 2011, όταν ο δικτάτορας ήταν ακόμα στην εξουσία.vii Έτσι, αποκομμένοι κι εγκαταλελειμμένοι από τη βάση τους και σε καθεστώς απομόνωσης από τους ομολόγους τους στο πολιτικό κατεστημένο που τόσο τους απεχθάνονται, οι ισλαμιστές δεν άργησαν να χάσουν την εξουσία και τώρα είναι αντιμέτωποι με το φάσμα μιας δικτατορίας το ίδιο σκληρής με εκείνη που ανατράπηκε το 2011. Αν η ιστορία της μετεωρικής ανόδου τους στην εξουσία θυμίζει κάτι από τον ΣΥΡΙΖΑ του 2015, αυτό δεν συμβαίνει επειδή υπάρχουν ιδεολογικές ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κόμματα, ή πολιτισμικές ομοιότητες ανάμεσα σε Τυνησία και Ελλάδα. Συμβαίνει κυρίως διότι και τα δύο κόμματα αποτέλεσαν τους ακούσιους φορείς μιας ανολοκλήρωτης ρήξης με το υπάρχον. Τα ιστορικά όργανα ενός κοινωνικού μετασχηματισμού που έμεινε στη μέση.

– Στην αρχική εικόνα βλέπουμε τον μουσικό Lotfi Gharbi που το 2016 τοποθέτησε το πιάνο του σε έναν δρόμο της Μπιζέρτε που είχε γεμίσει από σκουπίδια κι έδωσε εκεί ένα μικρό κονσέρτο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την ολιγωρία και την αδιαφορία των μετεπαναστατικών αρχών. Το μήνυμα της δράσης αυτής δεν ήταν μόνο η ανάγκη για καθαριότητα στον συγκεκριμένο χώρο, αλλά η καθαριότητα στους δημόσιους χώρους ως μια βασική αρχή του νέου αξιοπρεπούς συλλογικού βίου (Karama) τον οποίο διεκδίκησαν οι Τυνήσιοι μέσω της αντικαθεστωτικής επανάστασης του 2011. Μιαν υπόσχεση που τα κομματα τα οποία διαδέχτηκαν τον Μπεν Αλί έχουν επανειλημμένα αθετήσει. Εδω, το βίντεο από τη δράση που ακτιβιστή – μουσικού: https://www.youtube.com/watch?v=9zG3T0qSV_A.

i Αναφέρομαι εδώ στην όψιμη θέση που έκφρασε ο Καστοριάδης σύμφωνα με την οποία η αποτυχία της οικονομίας ανάπτυξης στις χώρες του Νότου και ως εκ τούτου η διεύρυνση της παγκόσμιας ανισότητας οφειλόταν στο γεγονός ότι «η καταπληκτική εξάπλωση της Δύσης συνάντησε μπροστά της κοινωνίες οι οποίες είχαν τελείως άλλου είδους φαντασιακές θεσμίσεις και είχαν δημιουργήσει, κατά συνέπεια, τελείως άλλου είδους ανθρωπολογικούς τύπους και καθόλου τον τύπο του Δυτικού πολίτη […] ή του βιομηχανικού εργάτη ή του βιομηχανικού επιχειρηματία». Στο Κ. Καστοριάδης, Θρυμματισμένος Κόσμος (Υψιλόν), σελ. 91.

ii N. Marzouki, Whatever Happened to Dignity? The Politics of Citizenship in Post-Revolution Tunisia, https://merip.org/2021/12/whatever-happened-to-dignity-the-politics-of-citizenship-in-post-revolution-tunisia/.

iii Reem Abou-El-Fadl, Mirror Images: A Decade on from Gezi and Tahrir in Turkey and Egypt, https://www.jadaliyya.com/Details/42973/Mirror-Images-A-Decade-on-from-Gezi-and-Tahrir-in-Turkey-and-Egypt.

iv N. Marzouki, Tunisia’s Rotten Compromise, https://merip.org/2015/07/tunisias-rotten-compromise/.

v El. Kazemi, Transitional Justice in Tunisia: Any Role for Islam?, https://www.e-ir.info/2018/10/19/transitional-justice-in-tunisia-any-role-for-islam/.

vi https://en.wikipedia.org/wiki/2015_Sousse_attacks.

vii J. Zogby, Tunisia’s Bumpy Road, https://english.ahram.org.eg/NewsContentP/4/429043/Opinion/Tunisia;s-Bumpy-Road.aspx.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ