“Μάγισσα, τσούλα, φόνισσα”: Η διαπόμπευση των γυναικών και τα εξουσιαστικά εργαλεία της πατριαρχίας

Η πατριαρχία δε στηρίζεται απλώς σε δομές που είναι έξω από την επιρροή και τον έλεγχό μας. Στην πραγματικότητα, η πατριαρχική νοοτροπία είναι μια νοοτροπία που κληροδοτείται και περνάει από κοινωνίες και γενιές, αλλάζοντας χαρακτήρα ανάλογα με τον ιστορικό τόπο και χρόνο. Σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωπες με άλλους μηχανισμούς καταπίεσης από αυτούς που επικρατούσαν πριν από 50, 100 ή 500 χρόνια. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν ορισμένοι παραλληλισμοί και μοτίβα που έχουν επιβιώσει στο πέρασμα των αιώνων και αποκαλύπτουν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο πόλεμος κατά των γυναικών, των σκέψεων και των σωμάτων τους. Η καταπίεση και η εκμετάλλευση των γυναικών, μέσω των οποίων κατέστη δυνατή η εγκαθίδρυση του πατριαρχικού συστήματος, μπορεί να εντοπιστεί ήδη πριν από χιλιάδες χρόνια. Η ανάπτυξη αυτού του συστήματος μπορεί να συναχθεί από τη διαγραφή των γυναικείων βασικών μορφών και θεοτήτων στις μυθολογίες. Μπορεί, επίσης, να παρατηρηθεί αργότερα στην υποτίμηση της “θηλυκότητας”, του φυσικού και του σωματικού στη (δυτική κυρίως) φιλοσοφία και στο κυνήγι μαγισσών στην Ευρώπη, που ξεκίνησε στα τέλη του Μεσαίωνα. Εξετάζοντας τα ιδεολογικά και ψυχολογικά μέσα πολέμου, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν εναντίον των γυναικών τα τελευταία 5000 χρόνια, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ορισμένα μοτίβα με τα οποία βρισκόμαστε με παρόμοιο τρόπο αντιμέτωπες ακόμα και σήμερα.

Για να θέσουμε το ζήτημα συγκεκριμένα, μπορούμε να μιλήσουμε για μια δαιμονοποίηση των γυναικών, η οποία συνοδεύεται από τη διαπόμπευση και τον εξευτελισμό τους. Στην ιστορική ανάλυση της πατριαρχίας η ηγεμονική-ανδρική ιστορική αφήγηση παρουσιάζει τις γυναίκες ως παθητικούς παράγοντες, οι οποίοι με κανέναν τρόπο και σε καμία περίπτωση δεν έχουν προβάλει αντίσταση. Επιπλέον, το πατριαρχικό σύστημα εκλαμβάνεται ως φυσικό και θεόσταλτο. Ωστόσο, υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος, η οποία θα παρέμενε κρυφή, αν δεν υπήρχαν οι φεμινίστριες που αποκάλυπταν αυτήν την ιστορία αντίστασης τις τελευταίες δεκαετίες. Η ιστορία της πατριαρχίας είναι ταυτόχρονα η ιστορία ενός πολέμου ενάντια στο επαναστατημένο σώμα και το αντιστεκόμενο πνεύμα.

Μεταξύ άλλων, το κουρδικό γυναικείο κίνημα έχει αναλύσει την αξιοσημείωτη απεικόνιση των γυναικείων μορφών στη σουμεριακή, βαβυλωνιακή, ινδική και ελληνική μυθολογία. Μιλάνε για μια σύγκρουση που συνέβη στις μυθολογίες. Πρόκειται για μια σύγκρουση που κατέστρεψε την εικόνα της λατρευόμενης θεάς και άρχισε να της αποδίδει κυρίως καταστροφικές ιδιότητες. Από αυτό το δυστύχημα μπορεί να ανιχνευθεί η αρχή της πατριαρχικής κοινωνίας. Σήμερα, όταν ενημερωνόμαστε για τις θεές των μυθολογιών, συναντάμε αντιφατικές παραδόσεις. Πολλές ισχυρές, δυνατές θεές περιγράφονται ταυτόχρονα ως δόλιες και σχεδόν δαιμονικές. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα αποτελούν οι ινδικές θεές Ντούργκα και Κάλι, οι οποίες περιγράφονται ως ανεξάρτητες και ισχυρές μορφές, οι οποίες, σε αντίθεση με άλλες θεές, δεν έχουν σύζυγο ή αρσενικό αντίστοιχο. Η θεά Ντούργκα συμβολίζει τη ζωή και τον θάνατο, την καλοσύνη και την τιμωρία ταυτόχρονα. Αντίστοιχα, η Κάλι, η οποία λέγεται ότι γεννήθηκε από το μέτωπο και τον θυμό της Ντούργκα, είναι η θεά της δημιουργίας και της ανανέωσης, αλλά και του θανάτου και της καταστροφής. Και οι δύο συμβολίζουν τη σεξουαλικότητα και τη δημιουργική δύναμη (σάκτι στην ινδουιστική παράδοση), η οποία είναι η αρχέγονη γυναικεία ενέργεια, αλλά με αυτόν τον τρόπο μάλλον αντιπροσωπεύουν κατά κύριο λόγο τη σκοτεινή και καταστροφική πλευρά της αυτής της δημιουργικής δύναμης. Σε ορισμένες περιπτώσεις περιγράφονται ως φιγούρες που γελούν δυνατά, είναι καταστροφικές και χορεύουν δαιμονικά. Στον αντίποδα, υπάρχουν θεές όπως η Σίτα, η οποία περιγράφεται μάλλον ως ήμερη και αντιπροσωπεύει την πίστη, τη γονιμότητα και το σθένος.

Οι θεές Κάλι και Ντούργκα δεν είναι τα μόνα παραδείγματα που μας δείχνουν ότι η απεικόνιση ισχυρών γυναικείων θεών συνοδεύεται σε πολλές περιπτώσεις από δαιμονοποίηση. Η θεά Λίλιθ των Σουμερίων, η οποία είναι ταυτόχρονα η πρώτη γυναίκα στην εβραϊκή μυθολογία, προβάλλει αντίσταση στην υποταγή και αντιπροσωπεύει την ανεξαρτησία και τη σεξουαλική ελευθερία. Σε μεταγενέστερες απεικονίσεις αποτελεί φόβητρο, ούσα δαίμονας, αποπλανήτρια ή παιδοκτόνος. Αυτό το μοτίβο δαιμονοποίησης της γυναικείας αυτοδιάθεσης, της δύναμης και της ελεύθερης σεξουαλικότητας κατάφερε να διαρκέσει επί αιώνες, μέχρι τον Μεσαίωνα στην Ευρώπη, όπου έλαβε χώρα μια από τις πιο αιματηρές και σκληρές εκστρατείες στην ιστορία της πατριαρχίας.

Στην αρχή του καπιταλισμού ο πόλεμος ενάντια στο επαναστατημένο σώμα εντάθηκε, όταν το, νέο τότε, κυρίαρχο σύστημα επιχείρησε να εκμεταλλευτεί και να μετατρέψει κάθε δημιουργική, εποικοδομητική ενέργεια του ανθρώπου σε εργατική δύναμη. Πριν και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν ευρέως διαδεδομένες οι δοξασίες για ζωντανές ενέργειες στη φύση και φυσικές δυνάμεις όπως οι μάγοι και, κυρίως, οι μάγισσες. Στο βιβλίο της “Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα”, η Σίλβια Φεντερίτσι γράφει ότι η πρακτική της μαγείας δεν ήταν συμβατή με την εξελισσόμενη καπιταλιστική τάξη και εργασία. Ο καπιταλισμός, ένα σύστημα που υπολογίζει, κάνει λογικές προβλέψεις και καταλήγει σε συμπεράσματα και πειθαρχήσεις, αντιτάχθηκε στη μαγεία, η οποία θεωρούνταν τότε άνομη, απρόβλεπτη, χαοτική και κακή. Ως αποτέλεσμα της δαιμονοποίησης των επαναστατημένων γυναικών, υπήρξε μια σεξιστική εκστρατεία και ένα κυνήγι μαγισσών, το οποίο συχνά ξεχνιέται στην ανάλυση της ιστορίας του καπιταλισμού. Οι επαναστατημένες γυναίκες που δε συμμορφώνονταν με τα κοινωνικά πρότυπα χαρακτηρίζονταν ως μάγισσες από τους ίδιους τους συγγενείς και τους γείτονές τους. Η “ακολασία”, η απόκτηση “νόθων” παιδιών, οι ισχυροί δεσμοί μεταξύ των γυναικών, η σοφία και η γνώση για τη φύση, η σύνδεση με τη φύση, η κατοχή γατών (χιλιάδες γάτες δολοφονήθηκαν επίσης!), η πορνεία, η μοιχεία, η ζωή χωρίς άντρα ή το “κακό μητρώο” στην κοινωνία θεωρούνταν στοιχεία που αποδείκνυαν ότι μια γυναίκα ήταν μάγισσα. Μάγισσα ήταν, επίσης, μια γυναίκα που δεν ήταν υποταγμένη, που διαφωνούσε, που υπερασπιζόταν τον εαυτό της ή έβριζε. Οι μάγισσες αποτελούσαν κατά κάποιο τρόπο σύμβολο αντίστασης κατά της πατριαρχικής τάξης. Η αντίσταση των γυναικών απαντήθηκε με την υποβάθμιση και τη διαπόμπευσή τους από την εξουσία. Η εκτέλεση των 60.000 μαγισσών ήταν μια δημόσια πράξη, ένα ντροπιαστικό γεγονός, όνομα και πράξη, όπου οι γυναίκες που είχαν αποκλειστεί από την κοινωνία κάηκαν στην πυρά. Η τιμωρία και τα βασανιστήρια των μαγισσών στόχευαν στη δαιμονοποίηση και τον εξευτελισμό τους. Η φύση, η μαγεία, οι μάγισσες και οι γυναίκες, που μέχρι τότε αποτελούσαν σημαντικά μέρη της ζωής καταστράφηκαν και υποβαθμίστηκαν στο πλαίσιο της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της εμφάνισης της ορθολογιστικής επιστήμης.

Επιπρόσθετα, στη δυτική φιλοσοφία η υποτίμηση της φύσης, του σώματος και κάθε τι υλικού«συνέπλευσε» με την υποτίμηση των γυναικών, οι οποίες ανακηρύχθηκαν παράλογα, ανορθολογικά, ασταθή, απρόβλεπτα και ψυχαναγκαστικά όντα. Φιλόσοφοι, επιστήμονες, ψυχαναλυτές και πολλοί άλλοι ασχολήθηκαν με αυτό. Όλες αυτές οι μέθοδοι δυσφήμισης και δαιμονοποίησης των γυναικών μέσω της διαπόμπευσης, των κατηγορητηρίων, της υποταγής και της αντικειμενοποίησης επιβίωσαν στο πέρασμα των αιώνων. Και η σημερινή κοινωνία δεν απαλλάσσεται από την ιδέα ότι μια γυναίκα που ζει μια αυτοκαθοριζόμενη, ελεύθερη και ανεξάρτητη ζωή, που οργανώνεται και συμμαχεί με άλλες γυναίκες, λογομαχεί, φωνάζει, διαφωνεί, συζητά, αποφασίζει για το σώμα της, αποφασίζει για την ερωτική και σεξουαλική της ζωή ή αντιστέκεται με άλλους τρόπους στα σεξιστικά πρότυπα, πρέπει να “ντρέπεται”. Η διαπόμπευση, ο εξευτελισμός, η έκθεση (λέξη-κλειδί: revenge porn) και οι κατηγορίες αποτελούσαν ανέκαθεν εργαλεία του πατριαρχικού συστήματος, τα οποία θα πρέπει οπωσδήποτε να αναλυθούν πιο εντατικά προκειμένου να καταπολεμηθούν. Ο τρόπος και η έκτασή τους αλλάζουν ανάλογα με τις πολιτισμικές και κοινωνικές πραγματικότητες, αλλά για να αναφέρουμε μερικά μόνο παραδείγματα, οι γυναίκες συχνά θεωρούνται καθρέφτες της “τιμής” και της “υπερηφάνειας” των οικογενειών τους. Το τι φοράει μια γυναίκα, με ποιον περνάει τον χρόνο της, ποιον αγαπάει ή αν αγαπάει, ποιον παντρεύεται ή όχι και πολλά άλλα τραγελαφικά πρότυπα καθορίζουν την υπόληψή της στην κοινωνία. Κρίνεται -και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σχεδόν σε όλες μας- για τον τρόπο που ντύνεται, για το σώμα της, για τον τρόπο που περπατάει, γελάει ή χορεύει και κυρίως για τις αποφάσεις της σχετικά με τη σεξουαλική της ζωή. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι η κοινωνία μας έχει μια στρεβλή σχέση με το θέμα της σεξουαλικότητας γενικά, η οποία διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από τη διαστροφή και την επίδειξη δύναμης, αλλά ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη σεξουαλικότητα των γυναικών. Η σεξουαλική ζωή της γυναίκας καθορίζει τη λεγόμενη αγνότητά της. Μόλις αυτή απομακρυνθεί από τα κοινωνικά πρότυπα θεωρείται ακάθαρτη. Αυτό αποτελεί μέρος ενός παλιού μοτίβου που μπορούμε να αναγνωρίσουμε ήδη από τη μυθολογία. Η εικόνα που έχει η κοινωνία για τις γυναίκες είναι αυτή ενός εξαιρετικά αμφίθυμου και απρόβλεπτου όντος. Από τη μία πλευρά, η γυναίκα θεωρείται σύμβολο γονιμότητας, αγνότητας, εδαφικότητας και μητρικής αγάπης, ενώ είναι κοινωνικά αποδεκτή μόνο με αυτά τα χαρακτηριστικά. Από την άλλη πλευρά, το αργότερο όταν μια γυναίκα αρχίζει να αντιστέκεται, αποκαλύπτεται η άλλη όψη του νομίσματος και τότε χαρακτηρίζεται ως ένα ανεξέλεγκτο, “υστερικό”, δόλιο, ακάθαρτο και διαβολικό ον που πρέπει να ελέγχεται και να υποτάσσεται. Ανάμεσα σε αυτούς τους “πόλους της θηλυκότητας” δε φαίνεται να υπάρχουν γκρίζες ζώνες και μέσω της δημιουργίας του διαχωρισμού “τσούλας-αγίας” εντείνεται ακόμη περισσότερο η ψυχολογική και συναισθηματική πίεση στις γυναίκες*. Η ντροπή, η αμηχανία και οι εις βάρος τους κατηγορίες είναι τα μέσα πολέμου που χρησιμοποιεί η σεξιστική κοινωνία σε κάθε τομέα της ζωής. Το αίσθημα της ντροπής και της ενοχής υποτίθεται ότι θα κάμψει το πνεύμα της, γυναίκας θα υποτάξει τις (συλλογικές) αντιστάσεις της και θα αποδυναμώσει την αυτοπεποίθησή της.

Εναπόκειται σε εμάς και στις επόμενες γενιές επαναστατικών φεμινιστριών και στη νεολαία να αποκαλύψουμε αυτά, αλλά και άλλα μέσα πολέμου της πατριαρχίας και να προβάλλουμε τη συλλογική μας αντίσταση εναντίον τους. Μάγισσα, σκύλα, τσούλα, παιδοκτόνος, όποιο όνομα μας δίνουν, ας καθορίσουμε εμείς οι ίδιες τα ονόματα, τα χρώματα, τα πνεύματα, τις ζωές και την επανάστασή μας και ας επαναστατήσουμε ενάντια στην αποχαύνωση της ζωής και του κόσμου, ενάντια στις τεχνητές ιεραρχίες και εξουσίες.

Πηγή: Academy of Democratic Modernity


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ