Οι άναρθρες κραυγές για επαναφορά της θανατικής ποινής κι εμείς

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή κάποια αποτρόπαια εγκλήματα, όπως η πρόσφατη υπόθεση του κατ’ επανάληψη βιασμού και εξαναγκαστικής έκδοσης επί πληρωμή ενός 12χρονου κοριτσιού από ένα κάθαρμα με το όνομα Ηλίας Μίχος στα Σεπόλια, έχουν πληθύνει οι φωνές, ουσιαστικά οι άναρθρες κραυγές, κυρίως στα social media, για επαναφορά της θανατικής ποινής. Αυτό το μοτίβο είναι συχνό και επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε τέτοια υπόθεση, όχι φυσικά μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς.

Για να πούμε την αλήθεια, είναι κάποια εγκλήματα τόσο βαριά, κάποιες πράξεις τόσο χυδαίες και αποκρουστικές, που ακόμη κι εγώ ο ίδιος -που είμαι πολέμιος της θανατικής ποινής αλλά ακόμη και των ίδιων των φυλακών ως θεσμού στην καπιταλιστική κοινωνία- πιστεύω ότι ο “άνθρωπος” που τα διέπραξε κατατάσσεται πέραν του οποιουδήποτε σωφρονισμού και τις οποιασδήποτε επανόρθωσης, ενώ ακόμη και ο “πραγματικά ισόβιος” εγκλεισμός του δεν θα ικανοποιούσε τις ψυχές των θυμάτων ή των συγγενών τους, ούτε φυσικά και το περίφημο “κοινό περί δικαίου αίσθημα”. Γενικά, υπάρχουν πράξεις που καμία τιμωρία δεν φαντάζει αρκετά δίκαιη ως ανταπόδοση. Τέτοιες πράξεις είναι π.χ. (και εντελώς ενδεικτικά) οι παιδοβιασμοί -όπως αυτός που αναφέραμε παραπάνω- οι μαζικές δολοφονίες μαθητών σε σχολεία (κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά στις ΗΠΑ) και άλλες πολλές.

Σίγουρα, θα μου πείτε και θα έχετε δίκιο, η απάντηση δεν βρίσκεται στην τιμωρία καθ’αυτήν, αλλά καταρχάς στην πρόληψη και κατά δεύτερον και πιο σημαντικό, στην εξάλειψη των κοινωνικών συνθηκών που επιτρέπουν (ή καλύτερα ευνοούν και τρέφουν) να συμβαίνουν τέτοιου είδους εγκλήματα. Δηλαδή ουσιαστικά στην ανατροπή του ίδιου του σαπισμένου κρατικο-καπιταλιστικού συστήματος και των αξιών του, της εκμετάλλευσης των άλλων ανθρώπων και της περιφρόνησης της ίδιας της ζωής.

Πράγματι, αυτή είναι μια απάντηση, σχετικά εύκολη, που μπορεί να αποτελέσει ένα κινηματικό πρόταγμα. Είναι όμως η μισή απάντηση. Τι γίνεται στο προκείμενο, στο σήμερα, που δεν έχουμε καταφέρει ακόμη αυτή την ανατροπή;  Με ειλικρινή προβληματισμό πιάνω τον εαυτό μου πολύ συχνά να αναρωτιέται, κάθε φορά που αυτό το θέμα προκύπτει, πως μπορείς να “τιμωρήσεις παραδειγματικά” έναν βιαστή – προαγωγό ενός ανήλικου παιδιού ή έναν δολοφόνο 20 μαθητών. Και ποιον σκοπό θα έχει αυτή η τιμωρία, πέρα από τον παραδειγματισμό των υπολοίπων υποψήφιων βιαστών, δολοφόνων κλπ; Την επανένταξή του δράστη στην κοινωνία, “αφού έχει πληρώσει γα το έγκλημά του”; Είναι πράγματι αυτό που θέλουμε για κάθε δράστη τέτοιων ενεργειών; Σε κάθε περίσταση; Πιστεύουμε ότι π.χ. ο μακροχρόνιος εγκλεισμός είναι δυνατόν να καλύψει αυτό το κενό, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ηθικά θα ήταν αρκετός ως ανταπόδοση για τέτοιου είδους ακραία εγκλήματα; Πιστεύουμε ότι ακόμη και το καλύτερο “σωφρονιστικό σύστημα” στο κόσμο μπορεί να εγγυηθεί την επανένταξη στην κοινωνία ΟΛΩΝ των ανθρώπων, ανεξαρτήτως της φύσης του εγκλήματος που διέπραξαν; Η απάντηση σε αυτό  -πέρα από το προταγματικό της κομμάτι που δώσαμε λίγο πιο πάνω και που μεταθέτει το πρόβλημα στην (μετ)επαναστατική περίοδο-  είναι πάρα πολύ δύσκολη και αφήνεται έτσι ένα κενό, το οποίο ακριβώς έρχονται να καλύψουν αυτές οι άναρθρες κραυγές που ζητούν την επαναφορά της θανατικής ποινής.

Πράγματι, η θανάτωση τέτοιων ανθρώπων φαντάζει σε πολλούς ως η μοναδική λύση, αφού ακόμη και ο εξοστρακισμός τους θα σήμαινε την μετάθεση του προβλήματος από την μια κοινότητα στην επόμενη στην οποία θα προσκολλούταν ο δράστης. Πρέπει όμως κάπου εδώ να ξεκαθαρίσουμε μια μικρή -αλλά μάλλον μεγάλη- διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην επιθυμία για τερματισμό της ζωής ενός καθάρματος και στην επίκληση της θεσμικής, νομικής επαναφοράς της θανατικής ποινής: Άσχετα αν κάποιος είναι ή δεν είναι από θέση αρχής αντίθετος ή σύμφωνος  με την αφαίρεση της ζωής ενός ανθρώπου ως τιμωρία για κάποιο ειδεχθές έγκλημα, πιστεύω ότι όλοι μας κατανοούμε την διαφορά, από την μια, ανάμεσα π.χ. σε μια τέτοια μεμονωμένη πράξη αυτοδικίας από έναν συγγενή, φίλο κλπ ενός θύματος ή μια πολιτική εκτέλεση ενός καθάρματος από μια ένοπλη Ε.Ο. (όπως έχει συμβεί πολλάκις στο παρελθόν), και, από την άλλη, στην ανάθεση σε μια θεσπισμένη αρχή, πόσο μάλλον ένα καπιταλιστικό κράτος, της συγκεκριμένης ευθύνης και δικαιοδοσίας. Ή, εν τέλει, αυτή η διαφορά ίσως και να μην είναι και τόσο ξεκάθαρη σε όλους, και σε αυτό μπορεί να φταίμε κι εμείς, δηλαδή τα κινήματα, καθώς όταν μιλάμε για “κρεμάλες στους φασίστες”, “αφεντικά σε πηγάδες” και άλλα παρόμοια, δεν επεξηγούμε επαρκώς ότι πρέπει να υπάρχει η σύμπνοια μέσων, σκοπών και κοινωνικών συνθηκών. Ότι, δηλαδή, δεν θέλουμε να κρεμαστούν οι φασίστες και τα αφεντικά στην Πλατεία Συντάγματος, μετά από κάποια δικαστική απόφαση του αστικού κράτους, αλλά να είναι οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι αυτοί που σε μια επαναστατική -ή έστω εξεγερσιακή- συνθήκη θα εφαρμόσουν την δική τους Δικαιοσύνη, με την κυριολεκτική έννοια της έξης και όχι την θεσμική. Και πως μερικές φορές δεν μας χαλάνε οι “έκτακτες περιστάσεις” όπως αυτές που αναφέραμε παραπάνω (μια αυτοδικία ή μια πολιτική εκτέλεση), όταν τα εγκλήματα ενάντια στους καταπιεσμένους και τους εκμεταλλευόμενους είναι τόσο βαριά αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει το κίνημα των από-τα-κάτω να πάρει την συλλογική του εκδίκηση και να εφαρμόσει την δική του Δικαιοσύνη (Βέβαια, ακόμη και αυτό είναι μια τεράστια κουβέντα, το κατά πόσο δηλαδή κάποιος -ποιος;- δικαιοδοτείται -από ποιους;- να απαντήσει -πως;- με αυτόν τον τρόπο στην καταστολή, στο κράτος, στα αφεντικά κλπ. Ας το βάλουμε όμως αυτό στην άκρη και ας πάμε παρακάτω).

Το κράτος και το κεφάλαιο έχουν ιστορικά αποδείξει ότι όταν τους δοθεί ο χώρος και η δικαιοδοσία από τους καταπιεσμένους, μπορούν πολύ εύκολα να χρησιμοποιήσουν την ηλεκτρική καρέκλα, την κρεμάλα κλπ προκειμένου να απαλλαγούν από τους πολιτικούς τους αντιπάλους (αναρχικούς, κομμουνιστές, συνδικαλιστές), βαφτίζοντάς τους εχθρούς της κοινωνίας. Επίσης, σε καθεστώτα και εποχές στις οποίες υπάρχει έντονη ρατσιστική προκατάληψη, αυτή τείνει να αποτυπώνεται, εκτός των άλλων, και στην ευκολία με την οποία θα καταδικαζόταν κάποιο μέλος μιας μειονότητας σε θάνατο, χωρίς επαρκείς αποδείξεις και στοιχεία. Κάτι τέτοιο συνέβαινε κατά κόρον στις ΗΠΑ στο (όχι και τόσο μακρινό) παρελθόν, με τους Αφροαμερικάνους: Πολλοί είχαν εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες ως δράστες εγκλημάτων που δεν είχαν διαπράξει, ακόμη και μετά από προβοκάτσιες ρατσιστών – white supremacists, της Κου-Κλουξ-Κλαν κλπ- για να προκαλέσουν ακριβώς αυτή τη αντίδραση και την καταδίκη. Όταν μετά από χρόνια και αγώνες συγγενείς των θυμάτων, οργανώσεις και κινήματα αποδείκνυαν την αθωότητά τους, το πουλάκι πλέον είχε πετάξει, κυριολεκτικά: Δεν μπορείς να επαναφέρεις στην ζωή έναν νεκρό, όσες συγγνώμες κι αν ζητήσεις, όσες αποζημιώσεις κι αν πληρώσεις. Άλλωστε, αν το καλοσκεφτούμε, και σήμερα περίπου το ίδιο συμβαίνει στις ΗΠΑ, όπου ο θεσμικός ρατσισμός φυλακίζει κατά κόρον μειονότητες -ιδίως μαύρους- και φτωχούς, δυο κατηγορίες που πολύ συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Φανταστείτε δηλαδή να υπήρχε εκ νέου απελευθέρωση της θανατικής ποινής (που δε έχει ωστόσο καταργηθεί σε όλες τς πολιτείες ακόμη, ενώ τουλάχιστον 11 από αυτές έχουν επιβάλει την τιμωρία της θανατικής ποινής την τελευταία 10ετία).

Επιπλέον, η ιστορία μας έχει δείξει πως οι χώρες που εφαρμόζουν την τιμωρία της θανατικής ποινής πολύ σπάνια σταματάνε σε εγκλήματα όπως αυτά που προαναφέραμε (παιδοβιασμούς, μαζικές δολοφονίες κλπ), αλλά πολύ εύκολα “υποκύπτουν” στις “άναρθρες κραυγές” των κάθε απόχρωσης φασιστο-συντηρητικών και η βεντάλια της εφαρμογής της θανατικής καταδίκης ανοίγει. Με λίγα λόγια, όπου υπάρχει το νομικό οπλοστάσιο στην διάθεση του Κράτους και δεν υπάρχει η ανεπτυγμένη κοινωνική και ταξική συνείδηση του τι εστί στην πραγματικότητα αυτή η τιμωρία, ποιον εξυπηρετεί και εναντίον ποιανού στρέφεται κυρίως, τα πράγματα μπορεί να πάρουν πραγματικά πολύ άσχημη τροπή .

Το ερώτημα “ποια -εναλλακτική της θανατικής ποινής- τιμωρία μπορεί να είναι επαρκής/λειτουργική/κοινωνικά νομιμοποιημένη/δίκαιη για τέτοιου είδους ακραία εγκλήματα” παραμένει ακόμη εν μέρει αναπάντητο, όσο μιλάμε για τον σημερινό εξουσιαστικό, καπιταλιστικό κόσμο. Τα επαναστατικά κινήματα του σήμερα, αυτά που πολέμησαν άλλωστε για την κατάργηση της θανατικής ποινής σε πολλά μέρη του πλανήτη, ακόμη δεν μπορούν να δώσουν κάποια ολοκληρωμένη απάντηση -και ίσως εν τέλει να μην είναι και δική τους δουλειά κάτι τέτοιο. Αλλά και οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι, όταν στο παρελθόν ήρθαν αντιμέτωποι με το δίλημμα αυτό, στις δικές τους επαναστατικές απόπειρες, δεν κατάφεραν σχεδόν ποτέ να το αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά και να λύσουν τον γρίφο. Και δεν μιλάμε φυσικά για την εντελώς ειδική συνθήκη της φάσης της ένοπλης σύγκρουσης, όταν δηλαδή επ ουδενί δεν ετίθετο προς αμφισβήτηση το ζήτημα  της αναγκαίας επαναστατικής βίας, δηλαδή της  θανάτωσης την ώρα της μάχης, στις επαναστατικές συγκρούσεις με τον ταξικό εχθρό. Μιλάμε πάντα για το σημείο πέρα και μετά από την συνθήκη αυτή: Όταν δηλαδή η ίδια η επανάσταση καθιέρωνε τον εαυτό της ως την νέα επικρατούσα κοινωνική οργάνωση. Αντίθετα με το προσδοκώμενο, σε περιπτώσεις π.χ. όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση (αλλά και σε άλλες, προγενέστερες ή μεταγενέστερες επαναστάσεις), η ίδρυση σωμάτων ειδικού σκοπού -όπως αυτό της ΤσέΚα, της μυστικής αστυνομίας της μπολσεβίκικης εξουσίας- και η αποχαλίνωση της δράσης τους προς την κατεύθυνση των μαζικών εκτελέσεων με συνοπτικές διαδικασίες ακόμη και απλών “υπόπτων” πολιτικών αντιπάλων, μάλλον δεν εξοπλίζει με τα καλύτερα εργαλεία τους μελλοντικούς επαναστάτες προς αυτή την κατεύθυνση.

Φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση αποτέλεσε ίσως η Παρισινή Κομμούνα -πάντα αυτή!- της οποίας οι υπεύθυνες για τους αιχμαλώτους αρχές, υπό τις οδηγίες του αντιπροσώπου της αστυνομικής δύναμης των κομμουνάρων Théophile Ferré, αρνήθηκαν να προβούν σε μαζικές εκτελέσεις, μέχρι και την τελευταία στιγμή, χαρακτηρίζοντάς τες “εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας”, την ίδια ώρα που εξασφάλιζαν τα προς το ζην στις οικογένειες των αιχμαλώτων και όλα αυτά όχι σε κάποια μοντέρνα, φιλελεύθερη αστική δημοκρατία του 21ου αιώνα, αλλά το 1871, εν μέσω κοινωνικής επανάστασης και άγριων συγκρούσεων! Σύμφωνα με πηγές της εποχής (π.χ. την “Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871”, που έγραψε το 1876 ο P.O. Lissagaray, ο οποίος μάλιστα συμμετείχε σε αυτήν ενεργά) η Παρισινή Κομμούνα εκτέλεσε, τις τελευταίες ώρες τη ύπαρξής της και εν μέσω επίθεσης από τους Βερσαλλιέρους, 63 από τους 300 αιχμαλώτους της και άφησε τους υπόλοιπους να φύγουν ή τους “ξέχασε” απλά στα κελιά τους μέχρι που μπήκαν στην πόλη οι εχθροί. Σε πλήρη αντίθεση με αυτές τις αξίες της Κομμούνας βρέθηκε φυσικά το αντίπαλο καθεστώς των αστών Βερσαλλιέρων, το οποίο εκτέλεσε άμεσα, μετά την επικράτησή του επί των κομμουνάρων, 20.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά έως και 11 ετών και καταδίκασε σε αργό θάνατο δεκάδες χιλιάδες ακόμη, μέσω της εξορίας και ταξιδιών επάνω σε “πλωτά φέρετρα”.

Συνοψίζοντας λοιπόν, τα κινήματα των καταπιεσμένων ακόμη δεν έχουν δώσει απάντηση στο παραπάνω φλέγον ερώτημα, αυτό που τέθηκε τόσες φορές, αυτό που ξυπνάει τα πιο σκοτεινά ένστικτα μερίδας της κοινωνίας και δίνει φωνή στις άναρθρες κραυγές για επαναφορά της θανατικής ποινής. Ακόμη όμως και αν δεν έχουν καταφέρει να καταθέσουν μια ολοκληρωμένη πρόταση για το σήμερα, θα πρέπει πάντα να προτάσσουν την αντίθεσή τους στις κραυγές αυτές που ζητούν να οπλίσουν και πάλι τα χέρια των δυναστών μας -του Κράτους και του Κεφαλαίου που το διατάζει- με την έννομη δικαιοδοσία της αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής. Ακόμη και αν βαθιά μέσα μας πιστεύουμε ότι κάποια καθάρματα δεν αξίζουν να ζουν, ποτέ δεν θα πρέπει να συγχέουμε αυτή μας την πεποίθηση με την επιθυμία τη επίσημης επαναφοράς της θανατικής ποινής. Αρκετούς ανθρώπους της τάξης μας, αρκετούς καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους ωθούν έμμεσα ή άμεσα στον θάνατο οι κοινωνικές συνθήκες  -δηλαδή η φτώχεια, η ακρίβεια, η εξαθλίωση, η εργασιακή επισφάλεια και ανασφάλεια- που μας έχουν επιβάλλει τα αφεντικά και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι, χωρίς να έχουν στα χέρια τους την θανατική ποινή κατοχυρωμένη νομικά. Δεν χρειάζεται να τους χαρίσουμε -κυριολεκτικά- ακόμη ένα όπλο.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ