Ο συμβουλιακός κομμουνισμός ήταν ένα μαχητικό εργατικό κίνημα που πρωτοεμφανίστηκε στη Γερμανία και την Ολλανδία κατά τη δεκαετία του 1920. Σήμερα επιβιώνει ως ένα σημαντικό θεωρητικό ρεύμα που εμπνέει τους ελευθεριακούς κομμουνιστές.

Το βασικό (και απλό) επιχείρημα του συμβουλιακού κομμουνισμού, σε έντονη αντίθεση με τους ρεφορμιστές σοσιαλδημοκράτες και τους λενινιστές, είναι ότι τα εργατικά συμβούλια, που προκύπτουν στους χώρους εργασίας και στις κοινότητες κατά τις περιόδους σφοδρού αγώνα, είναι η φυσική μορφή της οργάνωσης της εργατικής τάξης. Αυτή η άποψη είναι εντελώς αντίθετη με τα ρεφορμιστικά ή λενινιστικά επιχειρήματα που τονίζουν ότι η εργατική τάξη δεν είναι σε θέση να κάνει τίποτα από μόνη της και για αυτόν τον λόγο πρέπει να βασιστεί στα κόμματα της πρωτοπορίας, στις κάλπες (και στους καπιταλιστικούς κρατικούς θεσμούς που αμφότερα συνεπάγονται), ώστε να επιλύσει τα προβλήματά της.

Αυτά τα συμπεράσματα οδήγησαν τους συμβουλιακούς κομμουνιστές στην υιοθέτηση πολύ παρόμοιων θέσεων με αυτές των αναρχικών της ταξικής πάλης και των επαναστατών συνδικαλιστών, με κύρια διαφορά συχνά, αλλά όχι πάντα, να αποτελεί η δέσμευση των συμβουλιακών κομμουνιστών στη μαρξική θεωρία και τις αναλυτικές μεθόδους της. Ως εκ τούτου, υπάρχουν ιστορικές, αλλά και σημερινές περιπτώσεις στενής συνεργασίας μεταξύ των δύο ρευμάτων, ακόμα και σε σημείο όπου πολλοί επηρεασμένοι από τον συμβουλιακό κομμουνισμό αγωνιστές να γίνονται μέλη ταξικών αναρχικών και επαναστατικών συνδικαλιστικών ομάδων.

Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές υποστηρίζουν ότι η κοινωνία και η οικονομία θα πρέπει να διαχειρίζονται από τους συντονισμούς των εργατικών συμβουλίων, τα οποία αποτελούνται από εκπροσώπους που εκλέγονται στους χώρους εργασίας και μπορούν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή από εκείνους που τους εξέλεξαν. Ως εκ τούτου, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές αντιτίθενται στον γραφειοκρατικό κρατικό σοσιαλισμό. Αντιτίθενται, επίσης, στην ιδέα ενός επαναστατικού κόμματος κατόχου της εξουσίας, πιστεύοντας ότι κάθε κοινωνική αναταραχή που καθοδηγείται από ένα από αυτά τα «επαναστατικά» κόμματα θα καταλήξει απλώς σε μια δικτατορία του κόμματος. Ο Όττο Ρύλε, ένας βασικός συντελεστής στην ανάπτυξη του συμβουλιακού κομμουνισμού, έγραψε ότι η επανάσταση δεν είναι κομματική υπόθεση.

Αντίθετα, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές πιστεύουν ότι ο ρόλος μιας επαναστατικής οργάνωσης δεν είναι να πραγματοποιήσει την επανάσταση για λογαριασμό της εργατικής τάξης, αλλά μόνο να κάνει προπαγάνδα μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης, ενθαρρύνοντας τον λαό να αναλάβει τον έλεγχο των δικών του αγώνων μέσω των αμεσοδημοκρατικών θεσμών των εργατικών συμβουλίων.

Μερικές φορές πιστεύεται ότι οι συμβουλιακοί κομμουνιστές διατηρούν μια θέση «έξω και ενάντια» στις γραφειοκρατικές ρεφορμιστικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, βλέποντάς τες ως τροχοπέδη για τη μαχητικότητα των εργαζομένων, πιστεύοντας ότι η ηγεσία αυτών των ρεφορμιστικών συνδικάτων -ο ρόλος της οποίας θεωρείται ως κάτι περισσότερο από «μπάτσους με τραγιάσκα»- θα ξεπουλήσει πάντα στο τέλος τα μέλη της βάσης. Είναι αλήθεια ότι, τουλάχιστον ιστορικά, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές υπήρξαν πολέμιοι των συνδικάτων. Ωστόσο, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο στο οποίο έγραφαν οι συμβουλιακοί κομμουνιστές. Για παράδειγμα, οι Γερμανοί συμβουλιακοί κομμουνιστές της δεκαετίας του 1920 είχαν πλήρη επίγνωση του ρόλου των γερμανικών συνδικαλιστικών οργανώσεων στην προδοσία της επαναστατικής απόπειρας των εργαζομένων το 1918. Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή, διατηρώντας μια πολύ κριτική αντίληψη για τα συνδικάτα και τον αντιδημοκρατικό τους χαρακτήρα, όσοι εμπνέονται από τους συμβουλιακούς κομμουνιστές, γενικά πιστεύουν στη δημιουργία αυτόνομων ταξικών οργανώσεων που αγωνίζονται και κάνουν αγκιτάτσια μέσα και έξω από τα συνδικάτα.

Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές εξέφραζαν προφανώς μια ισχυρή κριτική στην «επιτυχημένη» ρωσική επανάσταση του 1917. Αν και θεώρησαν ότι αρχικά είχε μια φύση προσφιλή προς την εργατική τάξη, κατέληξε να είναι μια αστική επανάσταση, καθώς οι νέοι «κομμουνιστές» ηγέτες αντικατέστησαν την παλιά φεουδαρχική αριστοκρατία με μια κρατική καπιταλιστική γραφειοκρατία. Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές υποστηρίζουν ότι το Μπολσεβίκικο Κόμμα απλώς ανέλαβε τον ρόλο των ιδιωτών καπιταλιστών, παρά πως απαλλάχθηκε από αυτόν.

Οι συμβουλιακοί κομμουνιστές προέκυψαν σε μεγάλο βαθμό από τα απλά μέλη μέσα από τις τάξεις του γερμανικού συνδικαλιστικού κινήματος, τα οποία αντιτάχθηκαν στα σωματεία τους και οργάνωσαν ολοένα και πιο ριζοσπαστικές απεργίες προς το τέλος του 1917 και στις αρχές του 1918. Αυτές οι τάσεις διαμόρφωσαν τελικά το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας (KAPD), την εργατική του ένωση ονόματι AAUD (Γενική Ένωση Εργατών Γερμανίας) και την AAUD-E (Γενική Ένωση Εργαζομένων – Οργάνωση Ενότητας), της οποίας το απόγειο υπήρξε η συμβολή της στην, αποτυχημένη παρόλα αυτά, γερμανική επανάσταση του 1918-1919. Παρόμοιες τάσεις αναπτύχθηκαν στα εργατικά κινήματα της Ιταλίας, της Βουλγαρίας και της Ολλανδίας.

Η βιαίως κατασταλμένη, αλλά προσωρινώς επιτυχημένη, εξέγερση των εργατών κατά της ΕΣΣΔ στην Ουγγαρία το 1956 χρησιμοποιείται συχνά ως πρακτικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα εργατικά συμβούλια μπορούν να προκύψουν φυσικά από την εργατική τάξη κατά τη διάρκεια περιόδων εντατικής ταξικής πάλης, ακόμα και ελλείψει της ξεκάθαρης αφοσίωσης των εργατών στη συμβουλιακή κομμουνιστική θεωρία.

Έκτοτε οι συμβουλιακές κομμουνιστικές ιδέες έγιναν αποδεκτές από πολλούς ελευθεριακούς κομμουνιστές ανά την υφήλιο, με ομάδες όπως αυτές των Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (Socialisme ou Barbarie) και της Καταστασιακής Διεθνούς (Internationale Situationniste) να έχουν επηρεαστεί ιδιαίτερα από αυτές. Ωστόσο, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές δεν ήταν ποτέ μέρος της αναρχικής παράδοσης και έτσι η από κοινού ομαδοποίησή τους με τους ελευθεριακούς κομμουνιστές θεωρείται ανακριβής. Τούτου λεχθέντος, η AAUD-E αργότερα εργάστηκε προς την κατεύθυνση της επαναπροσέγγισής της με τους αναρχικούς της ταξικής πάλης και τους επαναστάτες συνδικαλιστές στο Block Antiautoritärer Revolutionäre (Μπλοκ Αντιεξουσιαστών Επαναστατών). Λαμβάνοντας υπόψη αυτό, μαζί με την αντι-μπολσεβικική, αντικομματική και αντικρατική τους προσέγγιση της δικτατορίας του προλεταριάτου, είναι αποδεκτό, πλέον, να λογαριάζουμε τους συμβουλιακούς κομμουνιστές ως ένα αντι-εξουσιαστικό ρεύμα μέσα στο ιστορικό εργατικό κίνημα.

Εντούτοις, αυτές οι ομάδες χαρακτηρίζονται μερικές φορές υποτιμητικά ως οιονεί συμβουλιακές από τους αριστερούς κομμουνιστές, επειδή έχουν απροκάλυπτη εμμονή με τον αυθορμητισμό των εργατών και «παραδίδονται» σε όσα περιγράφει ο Μαρκ Σίπγουεϊ ως «μια κενή, φορμαλιστική έμφαση στα εργατικά συμβούλια που αγνοεί εντελώς το κομμουνιστικό περιεχόμενο της εξίσωσης του συμβουλιακού κομμουνισμού». Αυτό θεωρείται επικίνδυνο, επειδή είναι πιθανό οι εργαζόμενοι να είναι σε θέση να καταλάβουν αυθόρμητα τα μέσα παραγωγής κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, αλλά να καταλήξουν πάραυτα σε μια μορφή «αυτοδιαχειριζόμενου καπιταλισμού», στην οποία τα ομοσπονδοποιημένα εργατικά συμβούλια θα κυβερνούν τον κόσμο, αλλά οι δυσάρεστες καπιταλιστικές μισθολογικές σχέσεις θα εξακολουθούν να διατηρούνται.

Αντίθετα, οι συμβουλιακοί κομμουνιστές πιστεύουν ότι η εργατική τάξη πρέπει να ωριμάσει, ώστε να διαθέτει ισχυρή πολιτική συνείδηση και να θέσει ως στόχο της τον κομμουνισμό και την κατάργηση του καπιταλισμού. Τα συμβούλια είναι μόνο τα μέσα με τα οποία μπορεί να υλοποιηθεί αυτός ο στόχος. Αυτή ήταν και η κριτική που άσκησαν οι αριστεροί κομμουνιστές του KAPD, όταν η AAUD-E διασπάστηκε από το KAPD απορρίπτοντας μια ξεχωριστή πολιτική οργάνωση (κόμμα) των κομμουνιστών.

Μετάφραση και επιμέλεια κειμένου: Ευριπίδης Καλτσάς

Πηγή: https://libcom.org/thought/council-communism-an-introduction