Την Πέμπτη 23/4 ο πρόεδρος την ΗΠΑ έκανε μια “ρηξικέλευθη” πρόταση στην επιστημονική κοινότητα σχετικά με την αντιμετώπιση του κορονοϊού. Η λύση για το πρόβλημα, σύμφωνα με τον ίδιο, θα ήταν ο εμβολιασμός κρουσμάτων με απολυμαντικό. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, φαντάζεται αυτή την ένεση να σκοτώνει τον ιό μέσα σε ένα λεπτό! Έδωσε και δεύτερη λύση στο πρόβλημα προτείνοντας έκθεση των ασθενών σε υπεριώδη ακτινοβολία.
Ενθαρρυντικός παράγοντας προκειμένου να κάνει αυτές τις νέες δηλώσεις, ήταν μια αμερικανική έρευνα σύμφωνα με την οποία ο ιός εξασθενεί πιο γρήγορα όταν εκτίθεται σε ηλιακό φως και υψηλές θερμοκρασίες. Σαφώς ο Τραμπ, όντας τελείως άσχετος από βασικές ιατρικές γνώσεις, παρερμήνευσε αυτήν την έρευνα. Οι δηλώσεις του αποτελούν κίνδυνο για την δημόσια υγεία και δεν θα έπρεπε ποτέ κανείς να τον πάρει στα σοβαρά.
Η τελευταία αυτή έρευνα, έδειξε πως ο ιός covid-19 ακμάζει σε εσωτερικούς χώρους και ξηρές συνθήκες, υποχωρεί όμως σε περιβάλλον αυξημένης θερμοκρασίας και υγρασίας ή σε περιπτώσεις έκθεσης στον ήλιο. Αυτό το πόρισμα δημιουργεί ελπίδες για την πρόβλεψη της συμπεριφοράς του ιού, καθώς δημιουργεί το ενδεχόμενο να ακολουθήσει συμπεριφορά άλλων αναπνευστικών ασθενειών που επίσης παύουν να έχουν ισχύ όταν αυξάνεται η θερμοκρασία.
Δείτε το βίντεο των “ριζοσπαστικών” δηλώσεων εδώ:
Οι (για ακόμη μια φορά) τραγελαφικές δηλώσεις του Τραμπ όμως πέρα από το άφθονο γέλιο ή οργή που προκαλούν μας υπενθυμίζουν τα εξής: Αρχικά, τον βαθμό σήψης του καπιταλιστικού συστήματος που με ολοένα κι αυξανόμενο ρυθμό αναδεικνύει ως ηγέτες φαιδρούς τύπους όπως ο Τραμπ κι ο Μπολσονάρου. Αυτό το γεγονός όμως καταδεικνύει ταυτόχρονα τον βαθμό ολοκλήρωσης και τον συσχετισμό ισχύος που έχει διαμορφωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν χρειάζονται οι «χαρισματικοί» ηγέτες του παρελθόντος καθώς η πολιτική σφαίρα έχει υποταχθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στην οικονομική σφαίρα. Οι δυνατότητες άσκησης πολιτικής και κυβερνητικής εξουσίας μέσα στα πλαίσια του αστικού πολιτικού συστήματος στενεύουν όλο και περισσότερο αφού οι στρατηγικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται σε αυτό το επίπεδο. Οι καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις, έχοντας στερέψει από τις παλιότερες αντιθέσεις μεταξύ τους καθώς ακολουθούν όλες την ίδια πολιτική με ελάχιστες και κυρίως αισθητικού τύπου διαφορές, με τη σειρά τους έχουν υποταχθεί στους κανόνες του θεάματος. Εκλέγεται αυτός που θα κάνει τον μεγαλύτερο ντόρο στα social media.
Ταυτόχρονα όμως η ανάδειξη οπερετικών φιγούρων στις θέσεις εξουσίας συνεχίζει να έχει ισχυρό ιδεολογικό αλλά και υλικό αντίκτυπο. Ο Τραμπ ως πρόεδρος μπορεί να μην αποφασίζει τη στρατηγική του καπιταλιστικού σχηματισμού των ΗΠΑ αλλά σε καμία περίπτωση δε μπορούμε να πούμε πως δεν έχει στα χέρια του εξουσία. Όταν βρίσκεται ένας τέτοιος άνθρωπος σε αυτή τη θέση ισχυροποιεί πολύ περισσότερο την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού που στη συνθήκη της πανδημίας ξεγυμνώνεται και συνοψίζεται στο εξής: μας ενδιαφέρει η οικονομία κι όχι οι άνθρωποι. Πέρα από αυτό, ο φασισμός με κυβερνητική κάλυψη θεριεύει όπως είδαμε στις πρόσφατες διαδηλώσεις ένοπλων ακροδεξιών ομάδων σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ που διεκδικούσαν την άμεση άρση του lockdown και την επανεκκίνηση της οικονομίας, διαδηλώσεις οι οποίες διεξάχθηκαν μετά από την προτροπή του ίδιου του Τραμπ.
Το ερώτημα είναι αν στη συνθήκη του μονοπωλιακού διεθνοποιημένου καπιταλισμού υπάρχει περιθώριο για την ανάδειξη προοδευτικών ηγετών και τη συνακόλουθη άσκηση διαφορετικής πολιτικής, πάντα όμως μέσα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία από την Ελλάδα και το τσίρκο της “κυβέρνησης της αριστεράς”, οι συνεχόμενες αποτυχίες αριστερών τύπου Κόρμπιν και Σάντερς αλλά κι η λατινοαμερικάνικη εμπειρία των αριστερών κυβερνήσεων των τελευταίων 20 χρόνων (χωρίς να μηδενίζουμε συνολικά τη λατινοαμερικάνικη εμπειρία καθώς εμπεριείχε πλήθος κινημάτων πέρα από τον κυβερνητισμό κι όντως βελτίωσε τη θέση των υποτελών τάξεων) θεωρούμε πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Κι εδώ έρχεται η μεγάλη πρόκληση για τα κοινωνικά κινήματα. Πολύ επιγραμματικά (καθώς είναι ένα θέμα που σηκώνει τεράστια συζήτηση) έχουμε μπροστά μας δύο δρόμους. Ο πρώτος είναι να ακολουθήσουμε την πεπατημένη του 20ου αιώνα και να ριχτούμε με τα μούτρα στην προσπάθεια κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας με στόχο να κατακτήσουμε και την κρατική θέτοντας σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων. Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός της συνεχούς διεύρυνσης των αυτοοργανωμένων δομών αγώνα, η συνεχής σύγκρουση με την εξουσία κράτους και κεφαλαίου και μέσω αυτής η συγκρότηση της εργατικής και κοινωνικής αντιεξουσίας με τελικό στόχο το τσάκισμα της κρατικής δομής και τη δημιουργία μιας απελευθερωμένης από τα κρατικοκαπιταλιστικά δεσμά κοινωνίας. Τα διλήμματα που δίχασαν το εργατικό κίνημα στην Πρώτη Διεθνή, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κλπ επανέρχονται συνεχώς με νέες μορφές. Ο δεύτερος δρόμος που εμείς προκρίνουμε δεν είναι άλλο ένα αναρχικό καπρίτσιο όπως μπορεί να διατείνονται συναγωνιστές από την Αριστερά αλλά ίσως ο μοναδικός τρόπος πλέον να ανατρέψουμε τον συσχετισμό δύναμης που έχει δημιουργηθεί. Τα παραδείγματα των Ζαπατίστας και της Ροζάβα συνηγορούν σε αυτό.








