Δικτατορία στην εποχή του μεταμοντερνισμού
“Δεν είναι αλήθεια ότι σταδιακά καταργούμε την δημοκρατία, διότι στο Σαλβαδόρ δημοκρατία δεν είχαμε ποτέ”.
Ναγίμπ Μπουκέλε, πρόεδρος του Ελ-Σλαβαδόρ i
Στο Σαλβαδόρ τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πρωτόγνωρο πείραμα κοινωνικής μηχανικής. Παραδοσιακά, η χώρα ανήκει στο τόξο των failed states της Καραϊβικής (Γουατεμάλα, Σαλβαδόρ, Ονδούρες), κράτη διαλυμένα, με υποτυπώδεις δομές δημόσιας διοίκησης, με τεράστιες κοινωνικές ανισότητες, φτώχεια και διάχυτη εγκληματικότητα. Εγκλωβισμένες στην βαρυτική έλξη που ασκεί ο ιμπεριαλισμός του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού των ΗΠΑ, οι οικονομίες της περιφέρειας υποφέρουν εδώ και χρόνια από μια μόνιμη υπανάπτυξη που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον απόλυτο ετεροκαθορισμό τους από το ιμπεριαλιστικό κέντρο. Το κατά κύριο λόγο αγροτικό προλεταριάτο, αλλά και οι λούμπεν μάζες των πόλεων στο Σλαβαδόρ προσπάθησαν να διαρρήξουν τον φαύλο κύκλο της φτώχειας και της υπερεκμετάλλευσης εξαπολύοντας τον δικό τους επαναστατικό πόλεμο από το 1979 μέχρι το 1992. Η αναμέτρηση έληξε άδοξα και χωρίς οριστικό νικητή, παρόλο που διήρκεσε 13 ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, την δεκαετία του ’90, η εποχή των κοινωνικών επαναστάσεων είχε ήδη παρέλθει. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το καλύτερο στο οποίο θα μπορούσαν να ελπίζουν οι μαρξιστές αντάρτες που είχαν αγωνιστεί για χρόνια με το όπλο στο χέρι για την ριζοσπαστική αλλαγή της κοινωνίας, ήταν μια συμφωνία κυρίων με τους άλλοτε δυνάστες τους. Μια “εγκάρδια συνεννόηση” με απώτερο στόχο την ειρηνική συνύπαρξη τους στις ανώτερες βαθμίδες της κοινωνικής ιεραρχίας, μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο μεταδημοκρατίας, που αποστρέφεται την πολιτική πράξη που βασίζεται στις ιδεολογικές αρχές κι αφήνει χώρο μονάχα για διαφορές στην τεχνοκρατική διαχείριση του προϋπάρχοντος οικονομικού συστήματος.
Οι χαμένοι φυσικά αυτής της διαδικασίας δεν είναι άλλοι από τα προλεταριακά και λούμπεν στρώματα της πόλης και της υπαίθρου, που δεν ηττήθηκαν απλώς στον κοινωνικό πόλεμο, αλλά υπέστησαν ένα βαρύ συλλογικό τραύμα, βλέποντας κάθε ορατή προοπτική σχετικά με τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας να εξαφανίζεται μπροστά από τα μάτια τους. Ο οριστικός εξοβελισμός της ουτοπίας από το πολιτικό φαντασιακό τόσο των καταπιεσμένων μαζών, όσο και των κυρίαρχων τάξεων, οδήγησε στην συνέχιση του κοινωνικού πολέμου, αλλά με διαφορετικό όνομα. Εφεξής, οι κοινωνικές συγκρούσεις είχαν αποσυνδεθεί απ’ τις πολιτικές ιδέες που τις νοηματοδοτούσαν στο παρελθόν. Οι μάζες παρέμειναν καθηλωμένες σε συνθήκες εξαθλίωσης, μιας και το νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησης που επέβαλλε παντού η καπιταλιστική διεθνοποίηση δεν ενδιαφερόταν να τους θρέψει, ούτε ήταν σε θέση να τους προσφέρει ευκαιρίες ώστε να αποκτήσουν τα μέσα για να επιβιώσουν. Εν ολίγοις, η “εθνική συμφιλίωση” μετά τον μακροχρόνιο εμφύλιο στο Σαλβαδόρ, δεν παρήγαγε μια βιώσιμη προοπτική κοινωνικής αποκατάστασης για τους φτωχούς και τους αποκλεισμένους, αλλά κατέληξε στην επιβολή μιας σειράς από νέους αποκλεισμούς, ακόμα πιο αυστηρούς και απόλυτους, που μετέτρεψαν τους φτωχούς σε μια μάζα περιττών ανθρώπων. Έναν πλεονάζοντα πληθυσμό που το κράτος ενθάρρυνε να μεταναστεύσει μαζικά στο εξωτερικό (με την ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία των ΗΠΑ να αποτελεί τον εύλογο προορισμό), ενώ εκείνοι που αρνήθηκαν να μετακινηθούν έπρεπε να περικυκλωθούν στα γκέτο τους και να επιτηρούνται νύχτα, μέρα από τις δυνάμεις καταστολής.
Στις ΗΠΑ, οι μετανάστες γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι ήταν ανάγκη να συγκροτήσουν τις δικές τους χωριστές παράνομες οργανώσεις, προκειμένου να διεκδικήσουν μερίδιο απ’ τον πλούτο που παράγουν οι καπιταλιστικές διεργασίες στο επίπεδο του έκνομου προλεταριάτου. Η διαβόητη συμμορία Mara Salvatrucha ή MS-13, δεν γεννήθηκε στους δρόμους της πόλης του Ελ-Σαλβαδόρ, αλλά στις μειονοτικές φτωχογειτονιές των αμερικανικών μητροπόλεων.ii Όταν η κυβέρνηση του Clinton αποφάσισε να απελάσει μαζικά τους Σαλβαδοριανούς που είχαν ποινικό μητρώο, οι συμμορίτες μετέφεραν στις χώρες καταγωγής τους την ανώτερη στρατηγική τους αντίληψη, καθώς και την πείρα που είχαν αποκτήσει μέσα σε ένα πιο ανεπτυγμένο καπιταλιστικό περιβάλλον, σχετικά με πιο αποτελεσματικές μορφές οργάνωσης και καταμερισμού της εργασίας. Οι νεοφερμένοι δεν άργησαν να υπερισχύσουν των τοπικών συμμοριών, μεταμορφώνοντας αμετάκλητα το τοπίο του οργανωμένου εγκλήματος στην χώρα. Από αυτή την άποψη, η διάχυτη βία που μετέτρεψε τις χώρες του λεγόμενου “Βορείου Τριγώνου” (Σαλβαδόρ, Ονδούρες, Γουατεμάλα), ίσως στο πιο επικίνδυνο μέρος του πλανήτη, είναι μια ακόμα συνέπεια της άνισης ανταλλαγής, μία ακόμα τερατογένεση που παρήγαγε η ιμπεριαλιστική εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Οι σκληροπυρηνικοί φονιάδες που έπεσαν σαν ακρίδες το 2000 πάνω στις πόλεις του Σαλβαδόρ κι επέβαλαν ένα καθεστώς τρόμου στους δρόμους και τους δημόσιους χώρους, είναι προϊόντα της εγκληματικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Αμετανόητοι παράνομοι που έλαβαν την εκπαίδευση τους στις απαιτητικές συνθήκες ενός κόσμου έκνομης επιχειρηματικής δραστηριότητας, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού ανταγωνισμού και αποφοίτησαν με κάθε επισημότητα από τα γκουλάγκ του ιδιωτικοποιημένου συστήματος “σωφρονισμού” της Αμερικής.
Η έλευση αυτής της λούμπεν πρωτοπορίας, των χιλιάδων μπαρουτοκαπνισμένων εγκληματιών με ηγετικά προσόντα, επέφερε αντιφατικά αποτελέσματα στην ζωή των περιθωριοποιημένων προλεταριακών μαζών. Από την μία, αύξησε την ικανότητα μιας μερίδας των προλετάριων να δρουν ανεξάρτητα απέναντι στο Κράτος, αφού οι συμμορίες που έκαναν την εμφάνιση τους γρήγορα ανέπτυξαν πολύπλευρη εγκληματική δραστηριότητα, απέκτησαν οικονομική ανεξαρτησία και είχαν τα μέσα να αμυνθούν αφού ήταν οπλισμένες μέχρι τα δόντια. Επιπλέον, ένα σημαντικό ποσοστό των προλεταριακών οικογενειών συντηρούνταν απ’ το έγκλημα και ήταν άμεσα εξαρτημένες από τις δραστηριότητες των συμμοριών για τα εισοδήματα τους. Από την άλλη, το τίμημα που πλήρωσε η νέα γενιά των φτωχών Σαλβαδοριανών ήταν βαρύ, εφόσον η βία στους δρόμους πήρε διαστάσεις επιδημίας, με τα αντίπαλα συνδικάτα του εγκλήματος να επιδεικνύουν όλο και μεγαλύτερη βαναυσότητα στον ανταγωνισμό που είχαν μεταξύ τους για τον έλεγχο της παρασιτικής παραοικονομίας και την απόκτηση ενός διευρυμένου μεριδίου από το εμπόριο ναρκωτικών σε εθνική κλίμακα.
Αρκεί να αναφέρουμε ότι σχεδόν 60.000 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους κατά τη διάρκεια του πολέμου ανάμεσα στους δύο ηγεμονικούς συμμορίτικους σχηματισμούς, την MS-13 και την Barrio 18. Παρ’ όλα αυτά, η ισχύς που συγκέντρωσαν σε βάθος χρόνου αυτές οι οργανώσεις παράνομων ήταν τόσο μεγάλη, και η επιρροή τους στην κοινωνία τόσο διευρυμένη, που οι κρατικές αρχές υποχρεώθηκαν να αναγνωρίσουν έμμεσα την ύπαρξη τους και να επιζητήσουν τρόπους για να συνεργαστούν μαζί τους, ώστε να φέρουν σε πέρας την “εθνική στρατηγική” που είχαν καταστρώσει για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Έτσι, στις φτωχές περιοχές που βρίσκονταν κάτω απ’ την σιδερένια πειθαρχία των συμμοριών, όπου η κυβέρνηση είχε μηδαμινή παρουσία, ήταν οι MS-13 και η 18 που ανέλαβαν να επιβάλλουν την απαγόρευση της κυκλοφορίας, να διασφαλίσουν ότι οι κάτοικοι φορούν την προστατευτική μάσκα στους δημόσιους χώρους, ακόμα και να διανέμουν την ανθρωπιστική βοήθεια που προερχόταν από τις κρατικές υπηρεσίες, στις φτωχές κοινότητες όπου υπήρχε η μεγαλύτερη ανάγκη.iii
Η τακτική αυτή της άτυπης “συγκυβέρνησης” με τις συμμορίες δεν ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του covid. Είχε το ιστορικό προηγούμενο της στις διπλωματικές επαφές ανάμεσα στους ειδικούς διαμεσολαβητές που διόρισαν οι κυβερνήσεις της καθεστωτικής Αριστεράς και στους φυλακισμένους ηγετικούς πυρήνες των συμμοριών. Η τακτική αυτή της διαπραγμάτευσης, έριξε το βάρος της στην παροχή ιδιαίτερων προνομίων για τα φυλακισμένα μέλη των συμμοριών με αντάλλαγμα την μείωση της βίας στους δρόμους. Αποτέλεσε την “κοινωνικά ευαίσθητη” προσέγγιση του σοσιαλφιλελευθερισμού για την ύφεση της συμμορίτικης βίας. Την εναλλακτική πρόταση της Αριστεράς για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, σε αντιδιαστολή με την πολιτική της “σιδερένιας γροθιάς” (mano dura) των δεξιών κομμάτων.iv Λίγοι γνωρίζουν ότι ο αυτόκλητος “φιλόσοφος-βασιλιάς” του Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, ο άνθρωπος που διατείνεται ότι μόνος του έβαλε τέλος στην τρομοκρατία των συμμοριών κι επανέφερε την τάξη στην χώρα, ξεκίνησε την πολιτική του σταδιοδρομία από την Αριστερά, από το κόμμα FMLN, που αποτέλεσε την νόμιμη μετεξέλιξη της μαρξιστικής ένοπλης οργάνωσης Farabundo Marti, η οποία πολέμησε στον εμφυλιο. Επιπλέον, για όσο καιρό ήταν δήμαρχος της πολης του Σαλβαδόρ, ο Μπουκέλε αναδείχτηκε σε έναν από τους ικανότερους διαπραγματευτές που διέθετε η κυβέρνηση ως προς την ρύθμιση των σχέσεων του Κράτους με τις συμμορίες.
Φυσικά, ούτε οι MS-13, ούτε η 18 είναι τίποτα ήρωες της εργατικής τάξης. Η πιο αποκρουστική πτυχή της παράνομης αυτοκρατορίας που είχαν δημιουργήσει, ήταν η ακραία θυματοποίηση του άμαχου πληθυσμού των υποβαθμισμένων αστικών κοινοτήτων όπου είχαν εγκαθιδρύσει τα προσωπικά τους φέουδα. Η εξουσία των συμμοριών ήταν απόλυτη και ο τρόμος ήταν η μέθοδος διακυβέρνησης που είχαν επιλέξει. Πέρα από τα ναρκωτικά, η MS είχε δημιουργήσει αυτοσχέδιους μηχανισμούς “φορολόγησης” των κατοίκων, εκβιάζοντας πλανόδιους πωλητές, μικρομαγαζάτορες, ταξιτζήδες και οδηγούς λεωφορείων και αποσπώντας από αυτούς τεράστια χρηματικά ποσά, με αντάλλαγμα την δυνατότητα τους να βιοπορίζονται στις περιοχές που ήλεγχε η MS. Επιπλέον, όλες οι καθημερινές συλλογικές δραστηριότητες της κοινότητας είχαν ανασταλεί επ’ αόριστο (αθλητικές εκδηλώσεις, υπαίθρια παζάρια, συναυλίες, κοινοτικές γιορτές, κλπ), αφού οι γονείς έτρεμαν να αφήσουν τα παιδιά τους να κυκλοφορούν στους δρόμους όπου κινδύνευαν κάθε στιγμή να χάσουν την ζωή τους από την σαδιστική βία των συμμοριτών.
Αυτός ο φόβος αποτέλεσε τελικά και την αχίλλειο πτέρνα των συμμοριών, αφού έδωσε την ευκαιρία στον Μπουκέλε να εμφανιστεί ως ο μέγας ειρηνοποιός, ο εγγυητής της ασφάλειας των απλών ανθρώπων. Το 2019, ο Μπουκέλε κατέβηκε στις εκλογές για την προεδρεία ως επικεφαλής μιας ευρείας συμμαχίας μικρών κομμάτων (GANA), που αποτέλεσε έναν τρίτο εναλλακτικό πόλο, πέρα από το δικομματικό κατεστημένο της δεξιάς και της Αριστεράς που μονοπωλούσε την εξουσία καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου απ’ το τέλος του εμφυλίου κι έπειτα. Η ιδεολογική έμφαση της υποψηφιότητας του δόθηκε στην ανάγκη να παταχθεί ο εσωτερικός εχθρός και να ελευθερωθούν οι υποβαθμισμένες αστικές κοινότητες του Σαλβαδόρ από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της Mara και της Barrio-18. Όλα τα ζητήματα τα οποία κανονικά εμπεριέχονται σ’ ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης, όπως η λήψη μέτρων για κοινωνική δικαιοσύνη, η αναδιανομή του πλούτου, η οργάνωση της εργασίας, ή η οικονομική ανάπτυξη, πέρασαν σε δεύτερη μοίρα και υποτάχθηκαν στην μεγάλη αναγκαιότητα, την σύγκρουση μέχρις εσχάτων με τις συμμορίες. Την εποχή του εμφυλίου, οι μαρξιστές αντάρτες του Farabundo Marti πολέμησαν για να απαλλάξουν τους προλετάριους απ’ τους εκμεταλλευτές και τους δυνάστες τους. Τώρα, το μετεμφυλιακό Κράτος υποσχόταν απλώς ότι θα σώσει τους προλετάριους από τον εαυτό τους. Η πολιτική είχε υπαχθεί οριστικά στον στόχο της επαναφοράς της “έννομης τάξης” και γι’ αυτό απώλεσε την όποια αυτονομία της. Ο Μπουκέλε επικράτησε με το θριαμβευτικό ποσοστό του 53%, έναντι μόλις 32% του δεύτερου, υποψήφιου της Δεξιάς συμμαχίας ARENA.v Σίγουρα, ο “λαός” είχε μιλήσει στις κάλπες, όμως σε αντιδιαστολή με την εικόνα που παρουσιάζουν τα συντηρητικά έντυπα σχετικά με ένα “έθνος” αφυπνισμένο και συσπειρωμένο γύρω απ’ τον ηγέτη του, που αποποιείται με τη θέληση του τα δικαιώματα του λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την πολυπόθητη ασφάλεια, η συμμετοχή στις εκλογές του 2019 ήταν μόλις 52%. Ενώ το 2024, ύστερα από τέσσερα χρόνια επιτυχιών ενάντια στις συμμορίες, το ποσοστό του Μπουκέλε παρέμεινε εξαιρετικά χαμηλό, στο 52,60%.
Όπως και να’ χει, οπλισμένος με την αδιαμφισβήτητη “λαϊκή εντολή” που έλαβε μέσω της εκλογικής διαδικασίας, ο Μπουκέλε δεν άργησε τα πάρει μέτρα για το μεθοδικό ξήλωμα του πολιτεύματος. Πιστός στην μεταδημοκρατική και “απολιτίκ” μεταμοντέρνα αντίληψη που τον έφερε στην εξουσία, ο νέος πρόεδρος συντόνισε όλες τις θεσμικές λειτουργίες του αδύναμου και αναποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού που είχε παραλάβει, ώστε να εξαπολύσει ένα πογκρόμ εναντίον των φτωχών στο όνομα της καταπολέμησης των εγκληματικότητας. Τον Μάρτη του ’22, ο Μπουκέλε ανακοίνωσε με διάταγμα ότι η χώρα είχε περιέλθει σε “κατάσταση εξαίρεσης”. Όλα τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών αναστάλθηκαν προσωρινά, ενώ έκτακτες εξουσίες χορηγήθηκαν στον στρατό και την αστυνομία που ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν τις πόλεις από τις συμμορίες. Οι φτωχογειτονιές τέθηκαν σε πολιορκία και οι στρατιώτες προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις, χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν με νομικούς κανόνες ή προϋπάρχουσες διαδικασίες δικαίου. Όσοι έφεραν τα χαρακτηριστικά τατουάζ των συμμοριών, ή απλώς το παρουσιαστικό τους δεν άρεσε στους μπάτσους, τσουβαλιάστηκαν στις κλούβες με συνοπτικές διαδικασίες. Στο τέλος αυτής της μετωπικής επίθεσης του Κράτους, ένα πλήθος από 78.000 προλετάριους είχε συλληφθεί από τις δυνάμεις καταστολής. Οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στο υπερσύγχρονο κάτεργο CECOT, και τέθηκαν υπό κράτηση σε άθλιες συνθήκες μέσα σε ομαδικά κελιά, χωρίς απαγγελία κατηγορίας και χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για το πότε επρόκειτο να δικαστούν. Στο μεταξύ, και προκειμένου να εξασφαλίσει σίγουρες καταδικαστικές αποφάσεις στις δίκες-παρωδία με 900 ή ακόμα και 1000 κατηγορούμενους, ο νέος πρόεδρος κατήργησε την αυτονομία των τοπικών δικαστηρίων και μετέφερε τις αρμοδιότητες τους στο κεντρικό δικαστικό σύστημα υπό την επίβλεψη της κυβέρνησης. Παράλληλα, ο Μπουκέλε κινήθηκε για να ισχυροποιήσει τη θέση του έναντι των πολιτικών του αντιπάλων. Πρώτα, έστειλε τον στρατό να εισβάλλει στο κοινοβούλιο και να εκφοβίσει τους βουλευτές που εκείνη την ημέρα θα ψήφιζαν για την επικύρωση ή την απόρριψη του “πολεμικού” κρατικού προϋπολογισμού του. Έπειτα, διόρισε μια σειρά από κυβερνητικούς δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο κι έτσι μπόρεσε να εγκριθεί η υποψηφιότητα του και να εκλεγεί πρόεδρος για δεύτερη συνεχόμενη φορά, κάτι που κανονικά απαγορευόταν ρητά από το σύνταγμα της χώρας.
Το περίεργο είναι ότι παρόλο που η κατάσταση εξαίρεσης τυπικά στρέφεται πρωτίστως ενάντια στις συμμορίες, υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι μέχρι και 30.000 σκληροπυρηνικοί συμμορίτες είναι ακόμα ελεύθεροι, χωρίς να υπολογίζουμε αυτούς που πρόλαβαν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Από το σύνολο των 78.000 φυλακισμένων, μόνο οι 31.898 έχουν επιβεβαιωμένους δεσμούς με τις συμμορίες, ή ταυτοποιήθηκαν ως μέλη σύμφωνα με τους συμβολισμούς των τατουάζ που έφεραν στο σώμα τους. Η διάκριση άλλωστε ανάμεσα στους συμμορίτες και τους κοινούς κρατούμενους είναι φανερή και μέσα στις φυλακές, όπου η κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει παραχωρήσει στα υψηλόβαθμα στελέχη, αλλά και σε απλά μέλη της MS και της 18, ειδικά “προνόμια” και βελτιωμένες συνθήκες κράτησης σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό της CECOT. Επίπλέον, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ίδιας της αστυνομίας μόνο 83 καραμπίνες και βαρέα όπλα κατασχέθηκαν μέσα στο 2023, σε σύγκριση με τα 508 όπλα που είχαν πέσει στα χέρια των μπάτσων το 2019, όταν έγιναν και οι αρχικές επιδρομές των σωμάτων καταστολής.vi Πράγμα που σημαίνει ότι ο αφοπλισμός των παράνομων σχηματισμών απ’ το Κράτος επουδενί δεν έχει ολοκληρωθεί. Αντ’ αυτού, οι συμμορίες φαίνεται ότι διατηρούν άθικτο τον οπλισμό τους, αποθηκεύοντας τον σε μυστικές τοποθεσίες για να τον χρησιμοποιήσουν ξανά όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Όλα αυτά, δημιουργούν εύλογες απορίες και παραπέμπουν πιο πολύ σε μια λογική διαπραγμάτευσης και συνδιαλλαγής με τα συνδικάτα των παρανόμων, αντί για τον αδιάλλακτο υπαρξιακό πόλεμο ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα που ισχυρίζεται ότι έχει κηρύξει ο “φιλόσοφος-βασιλιάς” του Σαλβαδόρ.
Συμπερασματικά, αυτό που συμβαίνει στο Σαλβαδόρ, δεν είναι παρά η συνέχιση του εμφυλίου με άλλα μέσα. Τόσο οι μηχανισμοί του Κράτους, όσο και οι οργανώσεις βάσης των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων, επιτελούν ακριβώς τις ίδιες οικονομικές λειτουργίες και τα ίδια καθήκοντα κοινωνικής αναπαραγωγής τα οποία επιτελούσαν και την περίοδο πριν τον εμφύλιο. Μια αντίφαση που τελικά ήταν αδύνατο να επιλυθεί ειρηνικά και οδήγησε τις δύο πλευρές σε στρατιωτική σύρραξη. Το Κράτος εξακολουθεί να αποτελεί τον εγγυητή των συμφερόντων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην περιοχή, αλλά και των ταξικών προνομίων της εγχώριας κομπραδόρικης και παρασιτικής αστικής τάξης. Από την άλλη, τα εκτεταμένα δίκτυα οικονομικού εκβιασμού που είχε στήσει η Mara δεν έβαζαν στον στόχαστρο μόνο τους μικροϊδιοκτήτες, αλλά και τα τοπικά παραρτήματα των μεγάλων επιχειρήσεων. Πίσω από την μεταμοντέρνα και μεταδημοκρατική γλώσσα της αποπολιτικοποίησης, οι συμμορίες έφερναν σε πέρας μια μορφή πρωτόγονης αναδιανομής. Έναν αυτοσχέδιο μηχανισμό επαναοικειοποίησης από τα υποτελή κοινωνικά στρώματα, ενός μικρού μέρους του πλούτου που υφαρπάζουν σε καθημερινή βάση οι ελίτ μέσω των θεσμικών λειτουργιών της οικονομίας. Η δραματική μείωση στα ποσοστά των βίαιων δολοφονιών είναι βέβαια κάτι που κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Παρ’ όλα αυτά, οι προλετάριοι συνεχίζουν να ζουν μέσα στον φόβο. Απλώς την θέση της MS και της Barrio-18, έχει πάρει τώρα ο στρατός και η αστυνομία που έχουν αποκτήσει εξουσία ζωής και θανάτου πάνω στις κοινότητες τους.
i El Salvador’s Bukele: From ‘World’s Coolest Dictator’ to ‘Philosopher-King’.
ii How Los Angeles Taught the Mara Salvatrucha to Hate.
iii MS 13, a history.
iv D. Rojas, The Bukele Model and the Future of El Salvador.
v 2019 Salvadoran presidential election – Wikipedia.
vi El Salvador’s Police Reports Contradict Bukele’s Triumphalism.








