Ο καπιταλισμός και οι ήρωες του
“Ο λόγος που τέτοιοι άνθρωποι εργάζονται τόσο σκληρά μόνο κατά ένα μέρος έχει να κάνει με τις χρηματικές τους απολαβές. Είναι φανερό ότι αντλούν ικανοποίηση από την ίδια την δουλειά, ή από το κύρος και την αναγνώριση που τους παρέχει. Η αίσθηση της αυταξίας τους είναι άρκητα συνδεδεμένη με το πόσο σκληρά ή πόσο επιδέξια επιτελούν την εργασία τους, πόσο γρήγορα ανελίσσονται στην εταιρική ιεραρχία, και με τον σεβασμό που εμπνέουν γι’ αυτόν τον λόγο στους άλλους ανθρώπους. Ακόμα και τα υλικά αγαθά που έχουν στην κατοχή τους, τα επιθυμούν πιο πολύ για την φημη που τα συνοδεύει, και λιγότερο για την πρακτική τους χρήση, αφού ο χρόνος που έχουν στην διάθεση τους καθόλου δεν επαρκεί για να τα ευχαριστηθούν. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν για να ικανοποιήσουν όχι την επιθυμία τους, αλλά το θυμικό τους”.
Francis Fukuyama, Το Τέλος της Ιστορίας
Σε μια από τις πολλές συνεντεύξεις που έκαναν τον γύρω του διαδικτύου με την αφορμή του θανάτου του David Lynch, ο θρυλικός υπερρεαλιστής σκηνοθέτης ρωτήθηκε για τους λόγους που τον οδήγησαν να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Lynch απάντησε ότι ποτέ δεν θέλησε να γίνει σκηνοθέτης. “Κατά βάση ήμουν ζωγράφος”, ανέφερε ο κινηματογραφιστής, “κι έπειτα θέλησα να κάνω τους πίνακες μου να κινούνται”. Αμέσως, το ρομποτάκι της εταιρικής κουλτούρας που είχε απέναντι του θέλησε να μεταφράσει τα λόγια του στο προσφιλές γλωσσικό ιδίωμα του καπιταλισμού. Τον ρώτησε αν μετά την επιτυχία του Eraserehead, πήρε την απόφαση να “κάνει καριέρα” στον χωρο του σινεμά. Εκείνος έβαλε τα γέλια και τον διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε θέλησε να κάνει κάτι τέτοιο. Μπορεί το σινεμά να αποκαλείται η βιομηχανία του κινηματογράφου, ωστόσο το κίνητρο του Lynch δεν ήταν ποτέ το χρήμα ή η επαγγελματική καταξίωση. Για εκείνον, ο κινηματογράφος ήταν απλώς το μέσο που είχε επιλέξει για να εκφράζει τις ιδέες του. Ήταν η ανάγκη που αισθανόταν να εκφραστεί μέσα από τις εικόνες και η αγάπη του για τις ταινίες που τον ώθησαν να ασχοληθεί με το σινεμά. Τα χρήματα δεν έπαιξαν κανέναν απολύτως ρόλο στην κατεύθυνση που πήρε η καλλιτεχνική δημιουργία του. Η ενασχόληση με το σινεμά παρουσιάζεται έτσι ως η κατάληξη μιας προσωπικής εσωτερικής αναζήτησης και πολύ λιγότερο ως μια συνειδητή επαγγελματική επιλογή που βασίζεται σε πεζά κριτήρια κόστους – όφελους.
Δεν έχω κανέναν λόγο να αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια του συμπαθούς καλλιτέχνη, με εντυπωσιάζει όμως ο βαθμός που η προσωπική του αφήγηση είναι διαποτισμένη από τους φαντασιακούς μύθους που πλάθει ο καπιταλισμός για τον εαυτό του. Η κατανόηση της τέχνης ως δημιουργίας που λαμβάνει χώρα σε ένα “ανώτερο” επίπεδο, απρόσβλητη από τις διαδικασίες αξιοποίησης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου, καθρεφτίζει την επιτακτική ανάγκη του καπιταλισμού να αρνηθεί τον εαυτό του. Να ξορκίσει στο συνειδητό επίπεδο την αλλοτρίωση που προκαλεί στη δράση των κοινωνικών υποκειμένων, συλλογικών ή μεμονωμένων, που εγκλωβίζονται μέσα στα γρανάζια του. Εδώ τα χρήματα παρουσιάζονται όχι ως αυτοσκοπός, αλλά ως παρεπόμενο, μια δευτερογενής συνέπεια μεγαλύτερων κι “ευγενέστερων” πραγμάτων. Στο επίκεντρο είναι η διαδικασία του προσωπικού μετασχηματισμού του υποκειμένου, η ψυχική ωρίμανση και το ξεπέρασμα των ατομικών αντιφάσεων του. Από αυτή την σκοπιά, η αγορά δεν είναι ένας καταναγκαστικός μηχανισμός που εκμαιεύει την υποταγή κι αναπαράγει τον ιεραρχικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, κραδαίνοντας πάνω από τα κεφάλια μας το πάντα απειλητικό “φάσμα της πείνας”, όπως έλεγε ο Πολάνυϊ, αλλά ένα σχεδόν μεταφυσικό πεδίο αυτοπραγμάτωσης.i Θυμίζει την αρένα των σαμουράι, με την οποία παρομοίαζε τις επιχειρήσεις ο Φουκουγιάμα πίσω στο 1992. Ένα πεδίο δράσης όπου τα υποκείμενα μπορούν να διοχετεύουν τις τάσεις και τις ροπές που προέρχονται από το θυμικό τους στοιχείο, να μάχονται για την υπεροχή αλλά τώρα πια με τρόπο ειρηνικό και πολιτισμένο.ii
Σε αυτή την μεταλλαγμένη καπιταλιστική αγορά, ο εργαζόμενος δεν αναζητά κάτι να κάνει. Μια δουλειά για να βγάλει τα προς τον ζην, τετριμμένη και χωρίς νόημα, κατά τον Graeber, ή ακόμα χειρότερα, εξουθενωτική, ανθυγιεινή κι επικίνδυνη, για την πλειονότητα των προλετάριων. Η αγορά είναι ο χώρος όπου μπορείς να ανακαλύψεις την κλίση σου, εκείνο το επάγγελμα που ταιριάζει πιο πολύ στα φυσικά χαρίσματα και τις δεξιότητες σου. Κι όταν οι ατομικές δεξιότητες με κάποιον μαγικό τρόπο αντιστοιχίσουν με την εργασία που τους αναλογεί, ο καθένας θα αναλάβει τον ρόλο που του αρμόζει στο σύστημα του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας. Με άλλα λόγια, στην αγορά δεν βρίσκεις απλώς κάτι για να κάνεις, το επάγγελμα σου είναι αυτό που είσαι. Καταλήγουμε έτσι στις δικαιωματικές ιεραρχίες, στην “φυσική αριστοκρατία” του Τόμας Τζέφερσον, που δεν είναι το προϊόν απολιθωμένων κοινωνικών προνομίων ή αποτέλεσμα της μεροληπτικής μεταχείρισης των διεφθαρμένων κέντρων της πολιτικής εξουσίας, αλλά πιστή αντανάκλαση της διαφοράς στα φυσικά χαρίσματα του κάθε μεμονωμένου ατόμου. Οι Πουριτανοί αγγλοσάξονες που αποίκησαν την Αμερική πίστευαν με όλη τους την ψυχή ότι η συσσώρευση ατομικού πλούτου αποτελούσε ένδειξη της εύνοιας του θεού. Σύμφωνα με αυτή την λογική, η αγορά ανταμείβει την αυτογνωσία με ευημερία, την κοινωνική χρησιμότητα με ευτυχία.
Σίγουρα, πρωτοπόροι της τέχνης όπως ο Lynch, ξεχωρίζουν απ’ το γεγονός ότι αψηφούν τους φορμαλιστικούς κανόνες που επιβάλλει η εμπορευματοποίηση στις διαδικασίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αντί να μιμούνται τυφλά και με δουλοπρέπεια τα προϋπάρχοντα μοτίβα, οραματίζονται πώς θα αφηγηθούν την ιστορία τους σε αντιδιαστολή με τις καθιερωμένες φόρμες που προωθούν οι καπιταλιστικές εταιρείες παραγωγής της μαζικής κουλτούρας. Έτσι, η ρήξη μπορεί να επέλθει τόσο σε σχέση με τα εκφραστικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης , όσο και στο επίπεδο του νοήματος, ή και στα δύο. Η ίδια η πράξη μη-συμμόρφωσης, της αμφισβήτησης του ευρέως διαδεδομένου μοντέλου είναι μια εκδήλωση γενναιότητας εκ μέρους του δημιουργού, εφόσον η βιομηχανία για την οποία έκανε λόγο ο Lynch, είναι μια επιχείρηση σαν όλες τις άλλες, που σαν λόγο ύπαρξης έχει την μεγέθυνση της κερδοφορίας της. Και συνώνυμη της κερδοφορίας, δηλαδή της μαζικότητας, δεν είναι ούτε ο πειραματισμός, ούτε η αφαίρεση. Οι επιθυμητές ιδιότητες σε αυτή την περίπτωση είναι η μηχανική μίμηση, η τυποποίηση, η αναγωγή σε έναν κατώτατο κοινό παρονομαστή. Έτσι, η ίδια η βιομηχανία της διασκέδασης αναδεικνύεται στο ισχυρότερο ανάχωμα για την ανάδειξη νέων τάσεων, την ανανέωση των κατεστημένων πεποιθήσεων, την διατήρηση κι ενθάρρυνση του διαρκούς και διαχρονικού διαλόγου μέσα απ’ τον οποίο εξελίσσεται η καλλιτεχνική δημιουργία. Εξάλλου, αυτη η σύγκρουση είναι κάτι που βίωσε και ο ίδιος ο Lynch όταν η εταιρεία που είχε αναλάβει την αρχική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του Dune αφαίρεσε απ’ τον σκηνοθέτη κάθε δημιουργικό έλεγχο από την κόπια της ταινίας που τελικά προβλήθηκε στις αίθουσες. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο σκηνοθέτης αποκήρυξε την ταινία και αρνήθηκε να την αναγνωρίσει ως δικό του δημιούργημα.
Είναι λοιπόν αλήθεια ότι με λίγη τύχη θα μπορούσαμε όλοι να είμαστε εκατομμυριούχοι; Σύμφωνα με την λογική των καπιταλιστών, ο πλούτος έρχεται ως αβίαστο επακόλουθο σε εκείνους που αναζητούν την αλήθεια, την χρησιμότητα ή την καινοτομία, που συνεισφέρουν με τον τρόπο τους στο “κοινό καλό”. Η υλική ευμάρεια είναι το επιστέγασμα, η τυπική επικύρωση της κοινωνικής χρησιμότητας της ατομικής συμβολής του υποκειμένου. Αν οι πληβείοι δεν ζουν στον ίδιο κόσμο της αφθονίας που ζει η άρχουσα τάξη και οι παρατρεχάμενοι της, δεν θα πρέπει να αναζητήσουν τις αιτίες γι’ αυτό στις ιεραρχικές δομές που αναπαράγουν την πιο τερατώδη ανισοκατανομή της δύναμης, αλλά στις δικές τους εσφαλμένες επιλογές. Στην εγγενή αδυναμία τους να “παίξουν με επιτυχία το παιχνίδι”, όπως έλεγε ο Ζ. Μπάουμαν.iii Οδηγούμαστε έτσι σε μια ερμηνεία της κοινωνικής δυσαρέσκειας, και συνακόλουθα των συλλογικών αντιστάσεων που απορρέουν από αυτήν, με κλινικούς, ψυχαναλυτικούς όρους. Η πολιτική διαφωνία και το αίτημα για ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή, δεν είναι το αυτονόητο αποτέλεσμα της δικαιολογημένης αγανάκτησης που νιώθουν οι πολλοί μπροστά σε ένα καταπιεστικό και διεφθαρμένο κοινωνικό σύστημα που ευνοεί τους λίγους, αλλά σύμπτωμα ψυχικής ανισορροπίας, της αδυναμίας του υποκειμένου να αναγνωρίσει την ατομική ευθύνη που φέρει για τις επιλογές του. Έτσι, κατά την διατύπωση του Mark Fisher, η καταπίεση που ασκεί ο καπιταλισμός είναι διπλή. Όχι μόνο σε κάνει να αισθάνεσαι άσχημα επειδή οι συνθήκες της ζωής σου χειροτερεύουν, αλλά μέσα από την απονομιμοποίηση της διαφωνίας ανάγοντας την κριτική σε ψυχική νόσο, σε υποχρεώνει να αισθάνεσαι άσχημα ακριβώς επειδή αισθάνεσαι άσχημα.iv
Ο πίνακας είναι του Aleksandar Todorovic και είναι τμήμα μιας ευρύτερης σειράς από έργα με τίτλο, Religion Remastered.
i Κ. Πολάνυι, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός (Νησίδες).
ii F. Fukuyama, The End of History and the Last Man (Penguin), σελ. 223-235.
iii Ζ. Μπάουμαν, Η Εργασία, ο Καταναλωτισμός και οι Νεόπτωχοι (Μεταίχμιο).
iv M. Fisher, Capitalist Realism (Zero Books).








