Γράμματα από τη Γάζα
Αναδημοσιεύω εδώ σε δική μου μετάφραση, δύο κείμενα από γυναίκες συγγραφείς που ζουν και γράφουν στη Γάζα. Οι δύο Παλαιστίνιες γράφουν, τη στιγμή που το Ισραήλ έχει σφραγίσει ξανά τα συνοριακά περάσματα της μαρτυρικής περιοχής. Διέκοψε την διανομή της ανθρωπιστικής βοήθειας και βομβαρδίζει ξανά ανελέητα τον άμαχο πληθυσμό, παραβιάζοντας όλους τους όρους της συμφωνίας που υπέγραψε πριν από έναν περίπου μήνα με την Παλαιστινιακή Αντίσταση. Όλα αυτά συμβαίνουν παρά το γεγονός ότι η Χαμάς έχει ήδη δεχτεί να εγκαταλείψει τη διακυβέρνηση της Γάζας. Οι ισλαμιστές έχουν ζητήσει τη δημιουργία μιας αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης “εθνικής ενότητας”, με την αναλογική συμμετοχή όλων των πολιτικών φορέων και για όλους τους Παλαιστίνιους, είτε αυτοί ζουν στην Γάζα, είτε στη Δυτική Όχθη. Παρ’ όλα αυτά, η κτηνωδία του Ισράηλ δεν υπακούει και δεν επηρεάζεται από πολιτικους ελιγμούς. Αυτό που βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, δεν είναι παρά η δεύτερη φάση της γενοκτονίας των Παλαιστίνιων της Γάζας. Θεωρώ ότι έχουμε χρέος να μην αφήσουμε ούτε μια στιγμή από αυτή την προμελετημένη θηριωδία να περάσει χωρίς να καταγραφεί και να αναλυθεί ως αυτό που είναι. Είναι δικό μας καθήκον ως αλληλέγγυοι να αφήσουμε τους Παλαιστίνιους και τις Παλαιστίνιες της Γάζας να μιλήσουν. Να θέσουν οι ίδιοι τους όρους μέσα απ’ τους οποίους θα περιγράψουν και θα αποτιμήσουν συλλογικά την καταπίεση που έχει μετατρέψει την ζωή τους σ’ ένα αδιάκοπο φλερτ με τον θάνατο.
Να μεταφέρουμε την φωνή τους έξω και μακριά απ’ τα τείχη που τους κρατούν εγκλωβισμένους σε μια περιοχή που κάποτε ήταν η μεγαλύτερη ανοιχτή φυλακή του κόσμου και τώρα έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο σφαγείο. Εξάλλου, για πολύ καιρό ο κόσμος, ακόμη και ο κινηματικός κόσμος, δεν άκουγε τους Παλαιστίνιους. Παρασυρμένος από το δηλητήριο της ρατσιστικής προπαγάνδας των σιωνιστών, αγνοούσε ή αρνιόταν πεισματικά να ασχοληθεί με το συλλογικό μαρτύριο αυτών των απόκληρων, να αναγνωρίσει τους Παλαιστίνιους ως καταπιεσμένους. Ο ιδιότυπος αυτός αποκλεισμός του θύματος τώρα πια εμφανίζει όλο και περισσότερες ρωγμες. Το τείχος της σιωπής και της ρατιστικής διαπόμπευσης που είχαν υψώσει οι σιωνιστές εγκληματίες, σιγά, σιγά καταρρέει, μπροστά στον σαδισμό που έχει επιδείξει επανειλημμένα και αποδεδειγμένα η ισραηλινή πολεμική μηχανή. Ωστόσο ο λαός της Γάζας έχει πληρώσει ένα ανυπολόγιστο τίμημα γι’ αυτή την μακάβρια αναγνώριση. Η ιστορία του λαού της Γάζας δεν γράφεται με μελάνι, αλλα με πηχτό, ζεστό αίμα. Εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας ακριβώς την στιγμή που απειλείται με εξαφάνιση. Είναι ο απεγνωσμένος αγώνας που δίνει ολόκληρη η Γάζα για να συνεχίσει να υπάρχει, που την καθιέρωσε στις συνειδήσεις του κόσμου ως έναν τόπο που ανήκει δικαιωματικά σε έναν λαό. Η Jannah Ahmad Abu-Sitta και η Noor Alyacoubi ανήκουν σε αυτή τη γενιά της Παλαιστινιακής διανόησης που γεννήθηκε, μεγάλωσε και μορφωθηκε μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το παν/μιο Al-Azhar, το μορφωτικό ίδρυμα όπου σπούδασε η Noor, δεν υπάρχει πια. Οι σιωνιστές χασάπηδες το γκρέμισαν συθέμελα, ως τμήμα της συστηματικής εκστρατείας που διεξάγουν ενάντια στη συλλογική μνήμη των Παλαιστίνιων και την ικανότητα τους να στοχάζονται και να σκέφτονται για τον εαυτό τους. Από αυτή την άποψη, τα γραπτά της Noor και της Jannah είναι ένα είδος αντάρτικου ενάντια στον κατακτητή και αξίζει να μεταφραστούν, να διατηρηθούν και να διαδοθούν.
Η Μυρωδιά του Θανάτου Επιστρέφει στη Γάζα, της Jannah Abu-Sitta
Δεν ξέρω τι ώρα είναι.
Δεν θυμάμαι τι μέρα είναι.
Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι είμαι ξύπνια και οι πύραυλοι της κατοχής κάνουν το έδαφος να τρέμει.
Ανάβω το τηλέφωνο μου και κοιτάζω μέσα στη λάμψη της μικρής οθόνης: είναι 18 Μαρτίου 2025, 02:00 το πρωί.
Πέντε λεπτά πριν, κοιμόμουνα βαθιά. Λίγες ώρες πριν, εγώ και η οικογένεια μου είχαμε μαζευτεί για να φάμε μαζί στο σπίτι μας, στην Khan Younis.
Παρά την θλίψη που έχει πέσει πάνω από τη Γάζα σαν ομίχλη, προσπαθήσαμε να κάνουμε όμορφες τις νύχτες του Ραμαζανιού.
Η μητέρα μου έφτιαξε τσάι στον φούρνο κι εγώ είχα μαζέψει μπίσκοτα για όλη την οικογένεια.
Μετά πέσαμε για ύπνο, διασκορπιστήκαμε στο σπίτι, ο καθένας πιάνοντας από μια γωνιά για να κοιμηθεί, ή να διαβάσει μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.
Αλλά τώρα είμαι ξύπνια και είμαι σίγουρη ότι ο ολόκληρος ο πληθυσμός της Γάζας έχει ξυπνήσει μαζί μου διότι οι εκρήξεις είναι τόσο δυνατές.
Ξαφνικά βρισκόμαστε σε μια τρομαχτική νέα πραγματικότητα.
Τα λεπτά περνούν και οι ήχοι του βομβαρδισμού γίνονται πιο δυνατοί. Οι εκρήξεις συνεχίζονται και προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω πόσο μας έχουν πλησιάσει.
Η μικρή μου αδερφή έχει ξυπνήσει κι αυτή και κλαίει. Προσπαθώ να κάνω κάτι για να την ηρεμήσω, αλλά και το δικό μου άγχος είναι αφόρητο.
Θα επιβιώσουμε;
Δεν ξέρω πώς να περιγράψω αυτό που αισθάνομαι τώρα.
Γράφω από ένα κτήριο κοντά στο Ιατρικό Κέντρο Nasser.
Παρακολουθώ τα ασθενοφόρα και τα αυτοκίνητα που τρέχουν φρενιασμένα σε μια απεγνωσμένη κούρσα να σώσουν μια ψυχή απ’ τον θάνατο.
Αλλά την ίδια στιγμή έχω την αίσθηση ότι κάθε ασθενοφόρο μεταφέρει μια ψυχή που σιγά, σιγά φεύγει από αυτή τη γη.
Εχει περάσει ένας μήνας από τότε που μύρισα ξανά θάνατο στη Γάζα, αλλά τώρα ξαναθυμάμαι αυτήν την οσμή με μια αίσθηση μακάβριας οικειότητας.
Προσπαθώ να γράψω για ελπίδα και για ψυχική δύναμη, αλλά η μόνη φωνή που μπορώ τώρα να εκφράσω, είναι αυτή του τρόμου που βγαίνει από μέσα μου.
Γράφω σε σας τώρα, χωρίς να ξέρω αν αυτή τη φορά θα επιβιώσουμε, ή αν θα δούμε αύριο τον ήλιο να ανατέλλει. Δεν προλάβαμε να φάμε το suhoor, το πρωινό μας πριν την ανατολή του ήλιου [στμ. γεύμα που επιβάλλεται από τους κανόνες του ραμαζανιού].
Η μητέρα μας τώρα μας προειδοποίησε να μην πλησιάζουμε στο μπαλκόνι, για να μην μας χτυπησουν τα θραύσματα από καμιά οβίδα.
Ο χρόνος κυλάει κι έρχεται το πρωί.
Ο αδερφός μου πήγε στο νοσοκομείο για να δει αν τραυματίστηκε κανείς.
Εκεί, στο νεκροτομείο , μου είπε ότι είχαν καταφτάσει πολλοί δημοσιογράφοι, μαζί με ανθρώπους που έψαχναν για τους αγαπημένους τους.
Ένας άνδρας που φρουρούσε το νεκροτομείο τους φώναξε, “Σας παρακαλώ μην πλησιάζετε και μην παίρνετε φωτογραφίες”.
Ζήτησε από τα πλήθη των αντρών να σεβαστούν τις γυναίκες που βρίσκονταν στον χώρο.
Σήμερα είχαμε σχεδιάσει να πάμε με την μικρή μου αδερφή για να τις αγοράσουμε καινούρια ρούχα για [την γιορτή] του Eid.
Όμως τώρα θα μείνουμε κλεισμένοι μέσα.
Είμαστε καλοί άνθρωποι, με βαθιά αισθήματα. Ονειρευόμαστε ταξίδια διαφορετικά από την εξορία του υποχρεωτικού εκτοπισμού και σπίτια διαφορετικά από τα άβολα αντίσκηνα μας.
Θρηνούμε όταν θάβουμε τα παιδιά μας, και προσπαθούμε να καταλάβουμε πώς ο θάνατος έγινε κάτι το συνηθισμένο.
Πώς μια χούφτα άνθρωποι μπορούν να ελέγχουν την μοίρα ενός άλλου, ολόκληρου λαού.
Άδεια για να ζήσουμε: Τι γίνεται τώρα που το Ισραήλ Ξαναρχίζει τον Πόλεμο ενάντια στη Γάζα; (της Noor Alyacoubi, 22 Μάρτη 2025)
Ξανά και ξανά, βρισκόμαστε παγιδευμένοι. Περικυκλωμένοι από θάνατο, εκρήξεις και αμείλικτους σκοτωμούς – όλα αυτά με το κλείσιμο του ματιού.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της Τρίτης (22-03-25), ενώ οι άνθρωποι ρύθμιζαν τα ξυπνητήρια τους για το suhoori, ο Ισραηλινός στρατός εξαπέλυσε μια τρομαχτική ομοβροντία από πυραύλους σε όλη την έκταση της Λωρίδας της Γάζας – σε βορρά και νότο. Η ξαφνική επίθεση διέλυσε την εύθραυστη ησυχία της νύχτας, αντικαθιστώντας την με φωτιά, καταστροφή και απόγνωση.
Ξύπνησα τρομοκρατημένη, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Για μια στιγμή, πίστεψα ότι ονειρευόμουν. Πάλεψα για να συλλάβει το μυαλό μου τι πραγματικά συνέβαινε, αλλά η εκωφαντική ηχώ από τις εκρήξεις δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολία – αυτό δεν ήταν όνειρο. Αυτός ήταν ένας ακόμα γύρος ισραηλινών βομβαρδισμών. Ήταν το ίδιο συναίσθημα που είχα το πρωί της 7ης Οκτ, όταν ξύπνησα υπό τους ήχους της καταστροφής, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω ότι βρισκόμασταν ξανά σε κατάσταση πολέμου, ενός πολέμου που είχε κηρύξει το Ισραήλ.
Ανακάθισα απότομα, χτενίζοντας με τα μάτια μου το σκοτεινό δωμάτιο. Το πρώτο μου ένστικτο ήταν να αναζητήσω την δίχρονη κόρη μου, Lya, και τον άντρα μου.
Ως εκ θαύματος, η Lya συνέχιζε να κοιμάται , παρά τους εκκωφαντικούς κρότους των εκρήξεων. Είχε μεγαλώσει έχοντας για συντροφιά τους ήχους του πολέμου. Ήταν μόλις 6 μηνών όταν ξεκίνησε αυτός ο εφιάλτης. Οι ρουκέτες και οι πύραυλοι έχουν γίνει κομμάτι του κόσμου της. Όσο κι αν με ποναει, βρίσκω παρηγοριά στο γεγονός ότι είναι ακόμα πολύ μικρή για να κατανοήσει σε όλο του το μέγεθος τον τρόμο που μας περιβάλλει.
Ο άντρας μου ωστόσο, ήταν ξύπνιος. Το πρόσωπο του ήταν κατάχλωμο απ’ το σοκ, και αντανακλούσε τον ίδιο φόβο που είχε φωλιάσει στην καρδιά μου.
“Τι συμβαίνει;” ρώτησα με μια φωνή λίγο πιο δυνατή από ψίθυρο.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και απάντησε με φωνή που την βάραινε η φρίκη. “Το Ισραήλ απόφάσισε να ξαναρχίσει τον πόλεμο εναντίον της Γάζας”.
Για μια στιγμή σταμάτησα να αναπνέω, προσπαθώντας να ακούσω κάποια ένδειξη κίνησης απ’ έξω. Είχαν αρχίσει οι άνθρωποι να τρέχουν πανικόβλητοι; Τα ασθενοφόρα είχαν βγεί στους δρόμους για να σώσουν τους τραυματίες; Η γειτονιά μου δεχόταν επίθεση εκείνη τη στιγμή; Βομβάρδισα τον άντρα μου με ερωτήσεις χωρίς τελειωμό. Η απάντηση του ήταν συνέχεια η ίδια: “Δεν ξέρω. Ακόμα δεν έχουν πει κάτι στις ειδήσεις”.
Τράβηξα την Lya πιο κοντά μου, χαϊδεύοντας με το χέρι μου τις απαλές της μπούκλες. Αναρωτήθηκα για πόσο καιρό ακόμα θα είμαστε υποχρεωμένοι να ζόυμε έτσι – πόσες ακόμα νύχτες θα κλέψουν από εμάς, πόσες ακόμα ανατολές του ήλιου θα φέρουν σε μας φωτιά αντί για φως.
Μια νέα κήρυξη πολέμου
Οι εκρήξεις συνεχίστηκαν για σχεδόν 30 λεπτά. Κάθε βόμβα έκανε τους τοίχους να δονούνται, τα παράθυρα να κροταλίζουν και την αίσθηση της ασφάλειας μας να εξασθενεί.
Με το πρώτο φως της μέρας, αποκαλύφθηκε και η βλοσυρή πραγματικότητα της επίθεσης. Η απολογισμός των θυμάτων άρχισε να αυξάνει με ανησυχητικούς ρυθμούς. Σύμφωνα με το Παλαιστινιακό Υπουργείο Υγείας, πάνω από 300 άμαχοι είχαν δολοφονηθεί εξαιτίας της επίθεσης που εξαπέλυσε το Ισραήλ την Τρίτη τα ξημερώματα.
Με το Ισράηλ να επανακκινεί τον πόλεμο του ενάντια στη Γάζα και να παραβιάζει την συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, ο πανικός εξαπλώθηκε σε όλη την Λωρίδα. Οι πολίτες προσπαθούσαν όπως, όπως να ξαναετοιμάσουν τις τσάντες που είχαν για έκτακτη ανάγκη, που συνήθως περιλαμβάνουν επίσημα έγγραφα, μερικά ρούχα και κάποια είδη πρώτης ανάγκης, για την περίπτωση που ο Ισραηλινός στρατός εκδώσει ξαφνικά διαταγές για εκκένωση της περιοχής.
Το κλείσιμο του περάσματος Karam Abu Salem για σχεδόν δύο εβδομάδες είχε ήδη μπλοκάρει τον εφοδιασμό της Γάζας με φαγητό και ανθρωπιστική βοήθεια, κάτι που συνιστούσε και την πρώτη παραβίαση της εκεχειρείας από το Ισραήλ. Οι κάτοικοι της Γάζας διατηρούσαν την ελπίδα ότι τα πέρασματα θα άνοιγαν εκ νέου και θα επιτρεπόταν ξανά η είσοδος των αγαθών. Ωστόσο, όπως ήταν αναμενόμενο, το Ισραήλ συνέτριψε αυτές τις ελπίδες τερματίζοντας κι επίσημα την συμφωνία.
Αυτός ο απολεισμός και η ανανέωση της κήρυξης πολέμου σε βάρος της Γάζας αναθέρμαναν τους φόβους των κατοίκων της Γάζας ότι θα βρεθούν για μια ακόμη φορά αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας. Οι άνθρωποι όρμησαν σε όσες αγορές έχουν απομείνει για να προμηθευτούν οποιαδήποτε βασικά είδη διατροφής μπορούσαν να βρουν, προκαλώντας την εκτόξευση της ζήτησης και την εξαφάνιση πολλών προϊόντων ζωτικής σημασίας.
Ο λαός της Γάζας, ειδικά όσοι βρίσκονται στον Βορρά, αντιμετώπιζαν το φάντασμα της λιμοκτονίας για σχεδόν 15 μήνες. Επειδή φοβόντουσαν ότι ο ίδιος εφιάλτης θα επαναληφθεί, οι άνθρωποι αυτή τη φορά αντέδρασαν διαφορετικά στο σφράγισμα των συνοριακών περασμάτων, ψάχνοντας απεγνωσμένα για ότι προμήθειες μπορούσαν να βρουν.
Ο αγώνας για επιβίωση
Ο Γιούσεφ, όπως και πολλοί άλλοι, είχε τη συνήθεια να αποθηκεύει όσπρια και τροφές σε κονσέρβα, πιστεύοντας ότι αυτές είναι τα πιο χρήσιμα είδη στις συνθήκες ακραίας σπάνης που δημιουργεί ο πόλεμος. Ο Γιούσεφ έχει εμπειρία στο να επιβιώνει. Ήταν ένας απ’ τους λίγους κατοίκους που παρέμειναν ακλόνητοι στη βόρεια Γάζα, υπομένοντας την πείνα, την προσχεδιασμένη λιμοκτονία και τον εκτοπισμό.
“Εγώ ξέρω τι πάει να πει λιμοκτονία , και κάνω ότι μπορώ για να εξασφαλίσω τις ανάγκες της οικογένειας μου αν το κλείσιμο των περασμάτων συνεχιστεί”, είπε. “Και ξέρω πως ότι αυτό που βρίσκω σήμερα, δεν πρόκειται να το ξαναβρώ αύριο”.
Αλλά ο 52χρονος Abu Ahmed δεν ήταν και πολύ σίγουρος για τη χρησιμότητα του να συσσωρεύει κανείς αγαθά. Όταν τον ρώτησα αν εκείνος είχε φροντίσει για τις ανάγκες της δικής του οικογένειας, εκείνος μου απάντησε απλά, “Και τι θα γίνει αν αναγκαστούμε να φύγουμε;”.
Ο Abu Ahmed έχει μια εξαμελή οικογένεια — την γυναίκα του, έναν γιό και τέσσερις κόρες. Έχοντας αποκτήσει εμπειρία από πολλαπλούς εκτοπισμούς παλιότερα, καταλαβαίνει πολύ καλά ότι το να κουβαλά κάποιος προμήθειες ενώ τον υποχρεώνουν να μετακινηθεί είναι από μόνο του μια μεγάλη πρόκληση.
“Όταν εκκενώνουμε, σκεφτόμαστε να έχουμε μαζί τα απαραίτητα επίσημα έγγραφα, ρούχα, στρώματα, μαξιλάρια και κουβέρτες”, είπε ο Abu Ahmed. “Δεν σκεφτόμαστε το φαγητό, δεν μπορούμε να κουβαλάμε μαζί μας φαγητό.”
Ο Abu Ahmed έχει ήδη υποστεί μιαν απέραντη προσωπική απώλεια – ο μεγαλύτερος γιός του δολοφονήθηκε σε μια ισραηλινή επιδρομή από αέρος. Έχοντας πλέον μείνει με έναν μόνο νεαρό γιο, νιώθει το βάρος του να είναι ο μοναδικός πάροχος για τη γυναίκα και τις κόρες του. “Δεν έχω άλλους γιους για να με βοηθήσουν να κουβάλησω τις προμήθειες. Γιατί να αγοράσω τόσα πράγματα, που τελικά δεν θα μπορώ να τα κουβαλήσω μόνος μου;”.
Ο αναγκαστικός εκτοπισμός είναι μια τροματική πραγματικότητα για όλους τους κατοίκους της Γάζας όσο ο πόλεμος συνεχίζεται. Ενώ ο Yousef είναι πεισμένος ότι πρέπει να μαζεύει προμήθειες και ο Abu Ahmed διαφωνεί, πολλοί άλλοι δεν διαθέτουν καν την οικονομική δυνατότητα για να έχουν τέτοια διλήμματα.
“Μόλις και μετά βίας μπορώ να φοντίσω για τις καθημερινές ανάγκες της οικογένειας μου εξαιτίας των τιμών που έχουν εκτιναχτεί στα ύψη και της ανυπαρξίας των ευκαιριών για απασχόληση,” είπε ο 32χρονος Abu Omar.
Οι τιμές των βασικών ειδών έχουν φτάσει στον Θεό. Ένα κιλό ζάχαρη έχει ανέβει απ΄τα 7 NIS (τοπικό νόμισμα – περίπου $1.50) στα 15 NIS (περίπου $4), ενώ ένα λίτρο λαδιού μαγειρέματος εκτινάχτηκε από τα 9 NIS ($2) στα 30 NIS ($8). Για τις οικογένειες που ήδη ζούσαν σε συνθήκες φτώχειας, ακόμα και τα βασικά είδη είναι πια έξω απ’ την εμβέλεια τους.
“Τα χρήματα δεν μου φτάνουν για να αγοράζω έξτρα πράγματα και να τα αποθηκεύω για τις δύσκολες μέρες που έρχονται. Δεν έχω δουλέψει απ’ τον Οκτώβρη του 2023. Στην πραγματικότητα, βασίζομαι στην ανθρωπιστική βοήθεια για να επιβιώσω,” συνέχισε.
“Και δεν είμαι καν σίγουρος ότι αύριο θα είμαι ζωντανός, πόσο μάλλον την επόμενη εβδομάδα,” κατέληξε.
Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, η αβεβαιότητα μεγαλώνει. Ο λαός της Γάζας αναρωτιέται: Για ποσο ακόμα θα υπομένουμε αυτό το μαρτύριο; Πόσο ακόμα μπορούμε να αντέξουμε προτού ο κόσμος αρχίσει να μας δίνει σημασία; Και, το πιο σημαντικό, πότε θα μας επιτραπεί να ζήσουμε – ελεύθεροι απ’ τον φόβο, ελεύθεροι απ’ τον πόλεμο”;
i Γεύμα πριν την ανατολή του ήλιου που τρώνε οι μουσουλμάνοι αντί του πρωινού, την περίοδο της νηστείας του ραμαζανιού.
Πηγές :
Electronic Intifada
Palestine Chronicle








