Τι έχουν τα έρμα και δε μας μοιάζουν;
Δεν υπάρχει, ούτε θα μπορούσε να υπάρξει κάποιο αξιόπιστο manual για την πυροδότηση και διεξαγωγή κοινωνικών και ταξικών αγώνων. Κάθε απόπειρα να συνταχθεί ένας οδηγός «Πώς να το κάνεις σε Δέκα Απλά Βήματα» είναι εκ των πραγμάτων καταδικασμένη σε βέβαιη αποτυχία και δίκαιη χλεύη. Καμιά κοινωνική διαδικασία που σέβεται τον εαυτό της δεν εξελίσσεται προβλέψιμα και γραμμικά, πόσο μάλλον αυτές που διακρίνονται από ιδιαίτερες δυναμικές, και δύνανται να απελευθερώσουν εγκλωβισμένες μέχρι πρότινος δυνάμεις.
Το να προσχωρεί κάποιος σε ένα από τα πολιτικά ρεύματα του αντικαπιταλιστικού κινήματος (παλιά λεγόταν «σοσιαλιστικό»), συνεπάγεται και ότι προτάσσει τον ανάλογο τύπο οργάνωσης και διεξαγωγής τέτοιων αγώνων. Συχνά επίσης, σημαίνει και ότι τείνει να εξαναγκάζει –μεταφορικά ή και κυριολεκτικά– τις κοινωνικές διεργασίες και τα νοήματά τους να ταιριάξουν στις δικές του επιθυμίες και βλέψεις. Κάτι που συνήθως αποδεικνύεται μάταιο και βλαπτικό, περισσότερο για τον ίδιο, παρά για την πραγματικότητα – παρότι δυστυχώς μπορεί να ισχύσει εξίσου και το δεύτερο.
Μια καίριας σημασίας διάκριση που μπορεί και πρέπει να γίνει μεταξύ διαφορετικών πολιτικών στοχεύσεων, είναι στην βάση του αν κάποιος θεωρεί ότι ο ίδιος (και η πολιτική του οργάνωση, συλλογικότητα, ομαδοποίηση κλπ) οφείλει να έχει ρόλο καθοδηγητικό στις εν λόγω διεργασίες, ή αν θεωρεί ότι ο ρόλος που του αρμόζει περισσότερο είναι να λειτουργεί καταλυτικά και προωθητικά για αυτές. Αν δηλαδή θεωρεί πως ο ίδιος είναι αυτός που θα καθοδηγήσει το μαζικό κίνημα, θα καθορίσει τα χαρακτηριστικά του, την πορεία και τις στοχεύσεις του, ότι θα αποτελέσει τον εκφραστή της συνείδησής του, ή αν θεωρεί ότι ο ρόλος του θα πρέπει να είναι η προσπάθεια δημιουργίας όσο το δυνατόν ευνοϊκότερων συνθηκών για την κινητοποίηση του ίδιου του κοινωνικού-ταξικού υποκειμένου, την ενίσχυση της αυτενέργειάς του, την καλλιέργεια της χειραφετητικής του δυνατότητας/ικανότητας, την ανάπτυξη της αυτοσυνειδησίας του και τη σταδιακή ριζοσπαστικοποίησή του.
Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε μια πολιτική «πρωτοπορία» που φαντασιώνεται και σχεδιάζει την ανάδειξη και επικυριαρχία της, δυσφορώντας –αν όχι φρικιώντας– μπροστά στην πιθανότητα η κοινωνική κίνηση να διαφύγει από την «επαγγελματική» της λαβή. Στην δεύτερη, έχουμε μια πολιτική «πρωτοπορία» που φαντασιώνεται και σχεδιάζει την αυθυπέρβαση και αυτοκατάλυσή της (ως διαχωρισμένης «πρωτοπορίας» – όχι ως διακριτής πρότασης οργάνωσης και αγώνα των από τα κάτω), συμφιλιωμένη –αν όχι ενθουσιασμένη– με την πιθανότητα οι μορφές που θα λάβει αυτή η κοινωνική κίνηση, τελικά να αποδειχτούν αρκετά διαφορετικές από αυτές που είχε αρχικά προβλέψει και φανταστεί. (Και, μια ασφαλής ένδειξη ότι τα πράγματα πάνε όντως καλά, θα ήταν μάλλον ακριβώς αυτό, δηλαδή να διαψευστούν οι προβλέψεις και να ξεπεραστεί η φαντασία τής κάθε «πρωτοπορίας».)
Όταν στόχος αποτελεί η πραγματική κινητοποίηση της κοινωνικής βάσης και η υιοθέτηση από όλο και μεγαλύτερο τμήμα της δυναμικών και ακηδεμόνευτων μορφών οργάνωσης και αγώνα, τότε οι τρόποι δράσης και παρέμβασης είναι λογικό να επιλέγονται με βάση αυτήν την επιδίωξη, και ο βαθμός της καταλληλότητάς τους, να κρίνεται εν συναρτήσει με το πόσο προωθητικό προς αυτήν την κατεύθυνση ρόλο εν τέλει επιτελούν.
*
Μια κάπως απλοϊκή σύλληψη, ενδημική σε ένα κομμάτι του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού κινήματος, θέλει τις κοινωνικές διεργασίες και τις διαδικασίες αγώνα να πυροδοτούνται κυρίως –αν όχι αποκλειστικά– εξαιτίας συγκυριακών «μεγάλων» κοινωνικοπολιτικών γεγονότων, στις οποίες μετά απλώς χρειάζεται να δοθούν οι κατάλληλες «ωθήσεις», ώστε να οδηγηθούν σε ένα domino effect. Σύμφωνα με αυτήν την, μάλλον μηχανιστική, αντίληψη, όσο πιο ακραίο είναι το γεγονός που αποτελεί την αφορμή, τόσο καταλληλότερες αρχικές συνθήκες δημιουργεί (γνωστό και ως «momentum»), και όσο πιο έντονες οι «ωθήσεις» που θα έρθουν να προστεθούν, τόσο πιο εύκολα θα εξελιχτεί η επιθυμητή αλυσιδωτή αντίδραση (γνωστή και ως «κλιμάκωση»).
Μια τέτοια ερμηνεία, παρά την αναντίρρητη αγαθότητα των προθέσεών της, καθίσταται ανεπαρκής –και γι’ αυτό παραπλανητική– στον βαθμό που παραγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο που παίζουνε μέσα σε βάθος χρόνου τα κοινωνικά και ταξικά μορφώματα, με τις (όποιες) αγωνιστικές δομές και διεργασίες τους, τόσο στο να κατασταθεί το κοινωνικό περιβάλλον όντως ευαίσθητο σε τέτοια «μεγάλα γεγονότα», όσο και στο να υπάρχουν σχήματα και διαδικασίες μέσω των οποίων μπορεί να εκφραστεί και να κινητοποιηθεί με αγωνιστικό πρόσημο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνικής βάσης, όταν μια τέτοια στιγμή έρθει. Είναι αυτά τα μορφώματα –προϋπάρχοντα ή νεοσύστατα– που θα έχουν επίσης τη δυνατότητα να περισώσουν και να διατηρήσουν ένα μέρος της εκπεφρασμένης κοινωνικής δυναμικής όταν επέλθει η «αποκλιμάκωση», με προοπτική την περαιτέρω αξιοποίησή της στις καθημερινές στιγμές του κοινωνικού-ταξικού ανταγωνισμού, ακόμα και όταν –ή μάλλον, ειδικά όταν– η όποια επόμενη «μεγάλη στιγμή» αργεί να έρθει.
Εκεί όμως που πραγματικά αστοχεί μια τέτοια προσέγγιση, είναι στον βαθμό που αδυνατεί να αντιληφθεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να έχει κανείς έστω και την ελάχιστη πιθανότητα, τόσο να διαγνώσει τις πραγματικές ανάγκες και επιθυμίες της υπόλοιπης κοινωνικής βάσης (της οποίας αποτελεί απλώς μέρος), όσο και να επιλέξει και να προτείνει μορφές αγώνα που δύνανται να ανταποκριθούν όντως σε αυτές τις ανάγκες/επιθυμίες, είναι να βρίσκεται στην καρδιά αυτών των κοινωνικών διεργασιών και στην πρώτη γραμμή αυτών των κοινωνικών-ταξικών αγώνων[1].
Είτε μας αρέσει είτε όχι, δεν έχουν αξιόλογες πιθανότητες να υιοθετηθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα προτάσεις ριζοσπαστικότερης και μαχητικότερης δράσης (ακόμα και αν αυτές προκύπτουν από τις απαραμείωτης σημασίας εμπειρίες αγώνα ενός πολιτικού χώρου, ακόμα και αν η προσπάθεια αυτές να αξιοποιηθούν κοινωνικά επιχειρείται από αυτόν τον πολιτικό χώρο με τις καλύτερες των προθέσεων) αν εκείνες δεν πηγάζουν από τις συλλογικές ανάγκες διεξαγωγής ενός αγώνα· αν η υιοθέτηση αυτών των μορφών δράσης, δεν αποτελεί αναγκαίο τρόπο συνέχισης αυτού του αγώνα, αναγκαία απόπειρα υπέρβασης των κοινώς βιωμένων και πιστοποιημένων ορίων πάνω στα οποία έχει προσκρούσει (π.χ. το όριο της αστυνομικής καταστολής, της αστικής νομιμότητας, της ταξικής δικαιοσύνης κλπ)· αν δεν αποτελούν αναγκαία επιλογή μπροστά στον κίνδυνο της συλλογικής υποχώρησης και ήττας.
Κοντολογίς, τόσο οι «ικανές αρχικές συνθήκες» όσο και οι «δυνατότητες κλιμάκωσης», δεν πέφτουν από τον ουρανό, ούτε είναι προϊόντα τύχης, αλλά είναι (και) αποτελέσματα αργής και μεθοδικής δράσης/παρέμβασης στους κοινωνικούς μας χώρους (σχολεία, σχολές, χώροι εργασίας, γειτονιές κλπ). Καμία βραχύβια και ευκαιριακή συμμετοχή σε κοινωνικά-ταξικά μορφώματα και καμία εξωτερική «ώθηση» από ένα διακρινόμενο και διαχωρισμένο πολιτικό σώμα που θεωρεί ότι κατέχει την «αλάθητη συνταγή» για την περιβόητη «κλιμάκωση», δεν είναι ικανά να λειτουργήσουν πραγματικά προωθητικά σε έναν κοινωνικό-ταξικό αγώνα (παρά μόνο εντελώς συγκυριακά και επιδερμικά).
Μόνο ως κούφιες μπορούν να αντηχήσουν ιδεολογικές κατηχήσεις, θεωρητικές διακηρύξεις και ηθικοπλαστικές νουθεσίες προερχόμενες από όσους νομίζουν ότι γνωρίζουν με απόλυτη βεβαιότητα τον δρόμο για την «έφοδο στον ουρανό». Αυτός ο δρόμος, ή θα ανοιχτεί βήμα το βήμα και συλλογικά, ή θα μείνει αβάδιστος.
Κάθε υπερφίαλη ρητορική που επιχειρηματολογεί για το αντίθετο καλλιεργεί ελπίδες ανεδαφικές, σχεδόν ψευδαισθητικές· όταν δεν είναι απλή φενάκη.
*
Αποτελεί προφανές γεγονός ότι οι απαιτήσεις μιας έγκαιρης και στοχευμένης πολιτικής δράσης, καθόλα αναγκαίας στη συνθήκη της κρατικο-καπιταλιστικής βαρβαρότητας που ζούμε (και πεθαίνουμε), προϋποθέτει την ύπαρξη αναβαθμισμένων πολιτικών συμφωνιών – δε χωράει αμφιβολία επ’ αυτού.
Προφανές γεγονός όμως αποτελεί επίσης (ή τέλος πάντων, θα έπρεπε να αποτελεί) και ότι η αγκίστρωση σε τέτοιες –κατά περίπτωση απαραίτητες, επαναλαμβάνουμε– αναβαθμισμένες πολιτικές συμφωνίες, συχνά μας οδηγεί σε επιλογές επίμονα αποσχισμένης δράσης, που με τη σειρά της έχει ως «παρενέργεια» την υιοθέτηση μιας σθεναρά ελιτίστικης στάσης – και το αντίστροφο. Αυτό μάλιστα τείνει να συμβαίνει απέναντι όχι μόνον προς την κοινωνική βάση γενικά, αλλά μέχρι και προς το ίδιο το μαζικό κίνημα. Το αποτέλεσμα, είναι η δημιουργία ενός κλειστού πολιτικού «κυκλώματος» του οποίου η δυνατότητα γείωσης στο κοινωνικό-ταξικό πεδίο όλο και ατονεί, επηρεάζοντας έτσι το περιβάλλον του, και δεχόμενο επιρροές από εκείνο, όλο και λιγότερο. Ιδανικές συνθήκες, αξίζει να παρατηρήσουμε, για να ευδοκιμήσουν και να διασπαρθούν «αυτοεκπληρούμενες προφητείες», που θέλουνε το χάσμα μεταξύ πολιτικού και κοινωνικού πεδίου να βαθαίνει όχι εξαιτίας τής αδυναμίας και απροθυμίας των «ριζοσπαστών», αλλά εξαιτίας, υποτίθεται, της αλλοτρίωσης που χαρακτηρίζει την κοινωνία και της ατολμίας που διακατέχει το υπόλοιπο κίνημα.
Απότοκο της ενίσχυσης αυτού του στεγανού τρόπου σκέψεις/δράσης και του οικειοθελούς βαθέματος του χάσματος μεταξύ κοινωνικού και πολιτικού πεδίου, είναι μια δράση της οποίας οι μορφές και τα περιεχόμενα τείνουν να γίνονται όλο και πιο αυτοαναφορικά (ακόμα και όταν δεν υπάρχει η αντικειμενική αναγκαιότητα για τόσο αυστηρή οριοθέτηση), επιλεγμένα κυρίως με γνώμονα τη σφυρηλάτηση μιας πολιτικής ταυτότητας που επισκιάζει κάθε άλλη κοινωνική ταυτότητα φέρει κάποιος (έμφυλη, ταξική κλπ). Ο τρόπος οργάνωσης και τα μέσα πάλης δεν κρίνονται ως περισσότερο ή λιγότερο κατάλληλα με γνώμονα την ικανότητά τους να εμπνεύσουν και να εμπλέξουν κι άλλα κομμάτια των καταπιεσμένων-εκμεταλλευόμενων, αλλά με κριτήριο τον βαθμό στον οποίο ανταποκρίνονται σε ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό «πρότυπο»[2].
Έτσι, μια άκρως προβληματική σχέση συνάπτεται και αναπτύσσεται (όταν συνάπτεται και αν αναπτύσσεται) με κοινωνικά υποκείμενα που δε μοιράζονται την ίδια πολιτική ταυτότητα με εμάς, παρότι κάλλιστα, μπορεί να μοιράζονται αρκετές από τις κοινωνικές ταυτότητες, καθώς και την πρόθεση να αγωνιστούνε κόντρα στην καταπίεση και την εκμετάλλευσή τους. Στην λιγότερο δυσλειτουργική εκδοχή της, αυτή η σχέση παίρνει τη μορφή μιας βεβιασμένης προσπάθειας να προσλάβει το κοινωνικό υποκείμενο χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε κάτι συγγενικό με εμάς, και άρα περισσότερο οικείο μας, ακόμα και αν αυτό γίνει με προφανή επιπολαιότητα, αναστέλλοντας ή και ακυρώνοντας τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις δικές του μοναδικές δυνατότητες. Αν το κοινωνικό υποκείμενο αποδειχτεί απρόθυμο για μια τέτοια προσαρμογή, κινδυνεύει μέχρι και να απαξιωθεί ή να υποτιμηθεί, καθώς μοναδικός δείχτης της συνειδησιακής του «βαθμίδας» και της πολιτικής του «αξιοσύνης», αποτελεί το πόσο πλησιάζει στο «πρότυπο» που λέγαμε παραπάνω – του οποίου την αρτιότερη ενσάρκωση, περιττεύει να πούμε, αποτελούμε φυσικά εμείς.
Στην πλέον δυσλειτουργική εκδοχή αυτής της σχέσης, έσχατη αλλά και αναμενόμενη προέκταση της παραπάνω συνθήκης, το κοινωνικό υποκείμενο λογίζεται ως δεδομένα πολιτικά ανάξιο και υπανάπτυκτο, μιας και δεν έχει ήδη προσχωρήσει στις πολιτικές μας τάξεις, κάτι που δύναται να δικαιολογήσει μέχρι και την ενδεχόμενη εργαλειοποίησή του. Όπως σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, κάποιος «υψηλός» σκοπός καθορισμένος φυσικά από μια ολιγάριθμη «ελίτ» που κατέχει την (επαναστατική/εξεγερτική στην προκειμένη) «αλήθεια», καθαγιάζει ως όφειλε τα μέσα. Στην εν λόγω εκδοχή τού κατά τα άλλα διαχρονικού και βαθύτατα ταξικού (εδώ με την πολιτική και όχι οικονομική έννοια) δράματος, σκοπός καθίσταται το να εκφραστούν οι «πραγματικά» ριζοσπαστικές και μαχητικές διαθέσεις τής «τάξης» των πολιτικά «άξιων/ανεπτυγμένων». Μικρή έως καμία σημασία έχει σε ποιόν βαθμό η πολιτική δράση έχει τη δυνατότητα να συμπαρασύρει και άλλα κομμάτια των καταπιεσμένων, καθώς βασικός –αν όχι μοναδικός– στόχος είναι η αυτοπραγμάτωση και αυτοέκφραση αυτής της αδιάλλακτα διαχωρισμένης από την υπόλοιπη κοινωνική βάση και το υπόλοιπο κίνημα, «ελίτ». Μια συντεχνιακή λογική τείνει να κυριαρχήσει, απαράλλαχτη στον πυρήνα της από ανάλογες διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων, θολώνοντας τα όρια μεταξύ συλλογικών αναγκών/επιθυμιών και ατομικής αυτοεπιβεβαίωσης/αυτοϊκανοποίησης.
Σε έναν τόσο ασφυκτικά στενεμένο ορίζοντα πολιτικής αντίληψης και δράσης, ελλοχεύει καταφανώς ο κίνδυνος τα μέσα πάλης να αποκτήσουν αυταξία, να αναχθούν στον μόνο αναγνωρίσιμο σκοπό, και η αδιερώτητη προσκόλληση σε αυτά ασχέτως των λοιπών συνθηκών και αναγκών, να αποτελέσει συγκροτητικό στοιχείο πολιτικής ταυτότητας[3].
*
Ο αναρχισμός αποτελεί την πλέον ριζοσπαστική πτέρυγα του αντικαπιταλιστικού κινήματος, ασκώντας την πιο αδιαπραγμάτευτα δριμεία και ριζική κριτική σε κάθε κοινωνική σχέση καταπίεσης και εκμετάλλευσης, σε κάθε κοινωνική σχέση εξουσίας.
Αυτό είναι κάτι που μοιραία τον διαφοροποιεί από την υπόλοιπη κοινωνική βάση[4], ειδικά όταν εκείνη σε σημαντικό ποσοστό δε συμμερίζεται την ανάγκη να λάβει τόσο ανυποχώρητα μαχητική στάση κόντρα στο κράτος και το κεφάλαιο, είτε λόγο παραίτησης και συνθηκολόγησης, είτε λόγω παθητικής ή ενεργητικής στήριξης του status quo[5].
Τον διαφοροποιεί επίσης με ένα κρίσιμο τρόπο και από το υπόλοιπο αντικαπιταλιστικό κίνημα, το οποίο προτάσσει μια πολύ λιγότερο ριζοσπαστική εκδοχή αλλαγής τής παρούσας συνθήκης. Λιγότερο ριζοσπαστική γιατί διατίθεται να νομιμοποιήσει και να μεταχειριστεί κάθετες (δηλαδή εξουσιαστικές) μορφές οργάνωσης, αξιολογώντας τες ως αναγκαίο, υποτίθεται, κακό. Αυτή η καθετότητα παίρνει την μορφή καθοδηγητών και καθοδηγούμενων, πολιτικής «πρωτοπορίας» και «μάζας» στο τώρα, ενώ κατά το στάδιο του «σοσιαλιστικού» κράτους, παίρνει τη μορφή διαχειριστών της κρατικής εξουσίας από την μία και υπόλοιπης κοινωνίας από την άλλη.
Στον αντίποδα, ο αναρχισμός ευαγγελίζεται και προτάσσει την χειραφέτηση και αυτοοργάνωση της ίδιας της κοινωνικής βάσης. Είναι το μόνο πολιτικό ρεύμα που σθεναρά αρνείται να αποτελέσει τον αντιπρόσωπο κάποιου άλλου, τον καθοδηγητή ή ηγέτη του, που εχθρεύεται κάθε ενδεχόμενο κατάληψης ή διαχείρισης της κρατικής (και κάθε άλλης) εξουσίας από μια πολιτική «ελίτ». Αντ’ αυτού, αγωνίζεται για τον πραγματικό, ριζικό μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής, πιστεύοντας ολόψυχα ότι το ανθρώπινο γένος έχει τη δυνατότητα επιτέλους να εξανθρωπιστεί, οικοδομώντας μια κοινωνία ισότητας, ελευθερίας και αλληλεγγύης.
Γι’ αυτούς όμως τους λόγους, προκύπτει και η εξής τραγική αντίφαση: ενώ το αναρχικό ρεύμα αποτελεί το πλέον ριζοσπαστικό και προωθημένο πολιτικά κομμάτι τής κοινωνικής βάσης, καθότι όπως είπαμε δεν αρκείται σε ημίμετρα και συμβιβασμούς, την ίδια στιγμή, τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό του όραμα δεν τον επιφυλάσσει για τον εαυτό του, αλλά για εκείνα ακριβώς τα κομμάτια τής κοινωνικής βάσης που για την ώρα μένουν να συνθηκολογούν και να συμβιβάζονται.
Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στα σπλάχνα του αναρχικού ρεύματος από τα γεννοφάσκια του[6]. Το συγκροτεί θεμελιακά και το διαμορφώνει καθοριστικά, και η ιστορία του κινήματος αυτού, θα μπορούσε να ειδωθεί (και) σαν μια εκτύλιξη αυτού του δράματος.
Είναι λογικό αυτή η συνθήκη να δημιουργεί ποικίλες επιπλοκές, παράγοντας συχνά έναν ελιτισμό, στην καλύτερη περίπτωση ενοχικό, και στη χειρότερη θρασύ. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, αν λάβουμε υπόψιν μας τον τραγικό βαθμό στον οποίον μπορεί να έχει εμποτιστεί η υπόλοιπη κοινωνική βάση από την κυρίαρχη ιδεολογία, δρώντας ουσιαστικά κόντρα στα ίδια της τα συμφέροντα, δρώντας κανιβαλικά και απάνθρωπα (ρατσισμός, σεξισμός, εθνικισμός, φασισμός κλπ).
Ο ελιτισμός αυτός όμως, αναμενόμενη –πιθανώς και αναγκαία σε πρώτο βαθμό– ατομική θωράκιση σ’ έναν άκαρδο κόσμο, θα πρέπει να αναγνωρίζεται από εμάς ως κάτι που πρέπει να διαρρήξουμε πάση θυσία, κάτι που πρέπει να μετουσιώσουμε επειγόντως σε ασίγαστη επιθυμία για συλλογικοποίηση και αγώνα ενάντια στις συνθήκες που τον γεννούν και τον θρέφουν, προτού μας νεκρώσει ανεπίστρεπτα ο εγκλωβισμός στον ασφυκτικό κλωβό του.
Αν αντιθέτως, αυτός ο ελιτισμός μάς οδηγήσει στο να περιχαρακωθούμε στην πολιτική μας ταυτότητα, αρκούμενες/οι σε μορφές ατομικής αυτοέκφρασης και αυτοπραγμάτωσης, τότε «επιλύουμε» την παραπάνω τραγική αντίφαση με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: βαθαίνοντας το χάσμα στο εσωτερικό των καταπιεσμένων-εκμεταλλευόμενων αντί γεφυρώνοντάς το, κόβοντας κάθε δεσμό με την υπόλοιπη κοινωνική βάση αντί καλλιεργώντας μια αμοιβαία γόνιμη αλληλεπίδραση μαζί της, ατσαλώνοντας και διατρανώνοντας τον ελιτισμό μας αντί απεργαζόμενες/οι τρόπους να τον υπονομεύσουμε[7].
Ανεπίγνωστα (ή απλώς ανομολόγητα), κινδυνεύουμε έτσι να υπαναχωρήσουμε στην αποδοχή μιας αναπόδραστα και αδιατάρακτα «κάθετης» διάρθρωσης των κοινωνικών-ταξικών αγώνων. Μόνο που σ’ αυτήν την περίπτωση, αντί να προτάξουμε ανένοχα τον έλεγχο του κοινωνικού-ταξικού σώματος από ένα πολιτικό σώμα, θα υπονοήσουμε την «απορρόφησή» του από αυτό. Τον πολιτικό επικαθορισμό του. Στη λογική της συνεπαγωγή αυτή η αντίληψη (αν δεν αποσυρθεί εντελώς από την επαναστατική προοπτική αρκούμενη σε παροδικές εξεγερτικές στιγμές), μοιραία θα απομακρυνθεί από την ιδέα μιας πραγματικά κοινωνικής επανάστασης, και θα διαμορφώσει απλώς μια διαφορετική εκδοχή πολιτικής επανάστασης: θα περιμένει (ή χειρότερα, θα απαιτεί) από την υπόλοιπη κοινωνική βάση εκείνη να «ασπαστεί» τον αναρχισμό. Και όταν δεν το κάνει, θα απορεί και θα θυμώνει μαζί της.
Το τραγικά ειρωνικό, όπως διαφαίνεται από τα παραπάνω, είναι ότι με αυτόν τον τρόπο, αντί ο αναρχισμός να διαφυλάξει, όπως νομίζει, τα πλέον ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά του, στην πραγματικότητα θα τα απεμπολήσει, εγγίζοντας τα πολιτικά ρεύματα από τα οποία αγωνιούσε τόσο να διακριθεί.
Ηλιάδης Αλέξανδρος
Απρίλιος 2025
*εικόνα: Καραβάτζο, Νάρκισσος, 1597-99
[1] Κάποιες επιπλέον σκέψεις επ’ αυτού μπορούν να βρεθούν εδώ https://www.alerta.gr/archives/18470.
[2] «Πρότυπο» το οποίο ενίοτε λαμβάνει άκρως συγκεκριμένα αισθητικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά, με δυσδιάγνωστη την πολιτική αναγκαιότητα που τα υπαγορεύει, λες και αποτελεί σχεδόν ηθελημένη επιλογή το να μένει «περιθωριακό» και «μειονοτικό» κοινωνικό φαινόμενο. Όπως και κάθε άλλο πρότυπο, έτσι και το αντικομφορμιστικό, παράγει έναν δικό του κομφορμισμό, που μόνο ανεπηρέαστος από (σοσιαλ)μιντιακές αναπαραστάσεις δε φαίνεται να είναι.
[3] Κάπως έτσι επιλύεται και το εκ πρώτης όψεως παράδοξο, «πρωτοπορίες» με κατά τα άλλα τόσο αδιαπραγμάτευτα υψηλά πολιτικά standards για το οτιδήποτε, να συγχρωτίζονται τόσο αγόγγυστα με κοινωνικά κομμάτια με τα οποία συγγενεύουν ελάχιστα έως καθόλου πολιτικά, αρκεί εκείνα να μεταχειρίζονται παρόμοια μέσα, ασχέτως λοιπών κινήτρων ή επιπτώσεων. Προφανώς, μόνο ως αξιέπαινη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η διάθεση παρέμβασης σε κομμάτια των καταπιεσμένων που δε συγγενεύουν πολιτικά με εμάς. Όμως προκύπτει εύλογα απορία αναφορικά με το γιατί είναι κάποιος διατεθειμένος να βάλει έναν κουβά νερό στο κρασί του σε μια τέτοια περίπτωση, ενώ σε άλλες, δεν καταδέχεται να βάλει ούτε σφηνάκι. Ποιο πολιτικό κριτήριο είναι εν πάση περιπτώσει αυτό που επιστρατεύεται για να αξιολογηθεί ως πιο «συγκρουσιακή» κίνηση π.χ. η επίθεση μιας ολιγομελούς ομάδας στις δυνάμεις καταστολής κατά τη διάρκεια μιας πορείας, που δε βρίσκει ιδιαίτερα μιμητές ή υποστηρικτές, εν συγκρίσει με μια μεθοδική και κοπιαστική εργατική παρέμβαση σ’ ένα εχθρικό για τον συνδικαλισμό εργασιακό περιβάλλον, που δημιουργεί όρους συλλογικοποίησης και διεκδίκησης για άτομα τα οποία δεν είχαν πρότερη επαφή με παρόμοιες διαδικασίες; Άραγε, δε φαντάζει το λιγότερο ως πολιτικά πρωτόλεια μια άποψη που θέλει τον βαθμό «συγκρουσιακότητας» μιας δράσης, να καθορίζεται αποκλειστικά και μόνον εν συναρτήσει με το μέγεθος της ποινής που επισύρει σ’ ένα ενδεχόμενο δικαστήριο;
[4] Προφανώς αυτό ποικίλει ανάλογα την ιστορική περίοδο και την κοινωνική συνθήκη, ανάλογα, δηλαδή, της έντασης των κοινωνικών-ταξικών αγώνων.
[5] Τα ζητήματα της αλλοτρίωσης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, των μηχανισμών προπαγάνδας κλπ είναι αρκετά πολύπλοκα για να θιχτούν εδώ.
[6] Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στον βίο και την πολιτεία του Μιχαήλ Μπακούνιν για να πειστεί επ’ αυτού.
[7] Θα εθελοτυφλούσαμε και θα υπεκφεύγαμε, αν δεν παραδεχόμασταν ότι δυστυχώς υπάρχουν περιπτώσεις όπου συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές πρέπει να παρθούν, παρά, ή ακόμα και σε ευθεία σύγκρουση με τη βούληση κάθε άλλου (κυριολεκτικά κάθε άλλου: είτε είναι η υπόλοιπη κοινωνική βάση, το υπόλοιπο μαζικό κίνημα, ο υπόλοιπος πολιτικός χώρος, η υπόλοιπη συλλογικότητα κλπ), γιατί το επιτάσσει μια προτεραιότητα που την κρίνουμε ως κορυφαία. Όμως αυτές οι περιπτώσεις θα πρέπει σαφώς να αποτελούν κάτι εξαιρετικά σπάνιο, και οι όποιες τέτοιες αποφάσεις, θα πρέπει να υποβάλλονται στη βάσανο της κριτικής διερώτησης και ανασκόπησης, άτεγκτα, και με ένταση ανάλογη της μοναχικότητας που φαίνεται να συνυποθέτουν.









