Οι ανθελληνικές ταραχές του Τορόντο
Λέγεται πολύ συχνά ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα προσφύγων και μεταναστών. Σχεδόν πέντε εκατομμύρια ‘Ελληνες, περίπου το μισό του συνολικού αριθμού των ανθρώπων που διαβιούν μέσα στην επικράτεια του ελλαδικού κράτους, ζούνε παντού στην υφήλιο, διασκορπισμένοι σε 140 διαφορετικές χώρες. Η ιστορία αυτής της τεράστιας μετακίνησης πληθυσμού παρουσιάζεται πάντοτε ως ειδυλλιακή μέσα στο πλαίσιο της εγκεκριμένης εθνικής αφήγησης. Απαλλαγμένη από κοινωνικούς ανταγωνισμούς ή συγκρούσεις, η ιστορία της μετανάστευσης των Ελλήνων στο εξωτερικό είναι μια μυθοπλασία για υποδειγματικούς νεοφερμένους, που χάρη στην καπατσοσύνη και την εργατικότητα τους, αλλά κυρίως χάρη στον σεβασμό που επέδειξαν για τους νόμους των χωρών που τους υποδέχτηκαν, έγιναν αμέσως αποδεκτοί από τον γηγενή πληθυσμό και κατόρθωσαν να “ενσωματωθούν” με συνοπτικές διαδικασίες. Η αποστειρωμένη αυτή εκδοχή των γεγονότων, σίγουρα καταδεικνύει πολύ λίγα πράγματα για τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιήθηκε οι μεγάλη έξοδος των προλετάριων του ελλαδικού χώρου. Από την άλλη, δείχνει πολύ περισσότερα για τις απαραίτητες “αρετές” που απαιτεί το σύγχρονο ελλαδικό κράτος να επιδεικνύουν οι μετανάστες που καταφτάνουν στο έδαφος του. Το μοντέλο της “υποδειγματικής” μετανάστευσης των Ελλήνων αντιδιαστέλλεται ριζικά στα χαοτικά κι ανεξέλεγκτα ρεύματα του σύγχρονου νομαδισμού των πληθυσμών του παγκόσμιου Νότου.
Ενώ η συντεταγμένη μετακίνηση των Ελλήνων εργατών συντελέστηκε στο πλαίσιο διακρατικών προγραμμάτων που προέβλεπαν την ανταλλαγή εργατών και την μετακίνηση τους προς τις βιομηχανικές χώρες όπου υπήρχε ανάγκη για φτηνή εργασία, οι σύγχρονες πληθυσμιακές ροές ξεκινούν αυθόρμητα από-τα-κάτω και δεν εντάσσονται σε κάποιον ορθολογικό σχεδιασμό για την οικονομία. Οι αιτίες αυτού του μαζικού εκτοπισμού των ανθρώπων που αισθάνονται υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις οικογένειες τους στον παγκόσμιο Νότο για να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη, είναι σίγουρα αντικειμενικές. Έχουν να κάνουν κυρίως με τον διαρκή πόλεμο, την γενικευμένη ανασφάλεια, την εκτεταμένη αποσάρθρωση των κοινωνικών δομών της περιφέρειας, την φτώχεια, το οικονομικό αδιέξοδο, τον περιβαλλοντικό μαρασμό. Στον βαθμό που κάποια κρατική εποπτεία επιβάλλεται σε αυτές τις ροές, αυτή εκδηλώνεται περισσότερο ως μια προσπάθεια χειραγώγησης αυτών των ανθρώπων που βρίσκονται σε θέση απόλυτης αδυναμίας, ώστε να χρησιμοποιηθούν ως όπλο στο πεδίο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών ανάμεσα στα κράτη. Η θέση αυτή βέβαια αποκρύπτει το γεγονός ότι οι μετανάστες συνιστούν απειλή μονάχα στο μέτρο που το Κράτος αποφασίζει να τους αντιμετωπίσει με αυτούς τους όρους. Η δυνατότητα για την παροχή ουσιαστικής κοινωνικής αρωγής στους κατατρεγμένους, δεν εξαρτάται μόνο απ’ τους διαθέσιμους πόρους, ή τους μηχανισμούς κοινωνικής αλληλεγγύης που βρίσκονται σε λειτουργία. Εξαρτάται κυρίως απ’ το αν το κοινωνικό μοντέλο που επικρατεί, είναι προσανατολισμένο προς την αλληλοβοήθεια και την αναδιανομή, ή αν έχει αναγάγει την θεσμοποιημένη ανισότητα, που εκφράζεται μέσα απ’ την ιεροποίηση του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας, σε υπέρτατο καθήκον και θεμελιακή αρχή της κοινωνικής μας οργάνωσης. Από αυτή την άποψη, οι μετανάστες αποτελούν πράγματι απειλή. Όχι γιατί πρόκειται να υφαρπάξουν τον πλούτο που έτσι κι αλλιώς δεν διαθέτουμε, αλλά γιατί η άφιξη τους αμφισβητεί ακόμα πιο έντονα τη ανισοκατανομή της δύναμης σε όλες τις μορφές της που αποκρυσταλλώνεται μέσα στις θεσμοποιημένες κοινωνικές ιεραρχίες.
Παρά τις υποτιθέμενες ιστορικές διαφορές, όταν οι Έλληνες μετανάστες διέσχισαν τον Ατλαντικό στις αρχές του 20ου αιώνα, για να αναζητήσουν την τύχη τους στην Μέκκα του καπιταλισμού, βρέθηκαν κι εκείνοι αντιμέτωποι με τις πολιτισμικές προκαταλήψεις και τον σκληροπυρηνικό ρατσισμό των προνομιούχας αγγλοσαξονικής μειοψηφίας. Ας θυμηθούμε εδώ το ταξίδι που πραγματοποίησε στην Ελλάδα ο αμερικανός ανθρωπολόγος Fairchild το 1911, επιφορτισμένος απ’ το Κογκρέσο με την αποστολή να διεξαγάγει “επιστημονική” έρευνα με θέμα την πραγματική φυλετική καταγωγή των Ελλήνων. Ο έγκριτος επιστήμονας έπρεπε να τεκμηριώσει αν οι σκουρόχρωμοι μετανάστες που μόλις είχαν καταφτάσει στις ακτές των ΗΠΑ πληρούσαν τις “επιστημονικές” προδιαγραφές για να ταξινομηθούν ως μια υποδιαίρεση της κυρίαρχης λευκής φυλής, ή αν είχαν επιμολυνθεί από προσμίξεις, πράγμα που θα τους υποβίβαζε αυτόματα στις κατώτερες βαθμίδες της φυλετικής ιεραρχίας. Μόνο όταν ο ανθρωπολόγος διαβεβαίωσε τις αρχές των ΗΠΑ για τα καθησυχαστικά αποτελέσματα της έρευνας του, οι μετανάστες στις ΗΠΑ απέκτησαν κάποια στοιχειώδη δικαιώματα που τους επέτρεψαν να βελτιώσουν κάπως τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης τους.
Αλλά και στον Καναδά, όπου ο ρατσισμός δεν ήταν επίσημος θεσμός του Κράτους όπως στις ΗΠΑ, η κατάσταση δεν ήταν πολύ καλύτερη για τους νεοφερμένους. Στο Τορόντο, η ελληνική μεταναστευτική κοινότητα αποτελούνταν από 3.000 ψυχές. Το 1918, ισοδυναμούσαν μόλις με το 0,05% του, κατά κύριο λόγο, αγγλοσαξονικού πληθυσμού της πόλης. Είχαν όμως στην κατοχή τους το 35% των καφετεριών, των μανάβικών, των εστιατορίων και των λουστράδικων της περιοχής. Επιπλέον, ήταν πάγια τακτική για τους Έλληνες μικροϊδιοκτήτες να προσλαμβάνουν στα μαγαζιά τους άλλους Έλληνες μετανάστες, ή να τα διαχειρίζονται οικογενειακά, με τους συγγενείς τους να καταλαμβάνουν τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας. Οι Έλληνες κατα βάση συμπεριφέρονταν ως άνθρωποι που είχαν εσωτερικεύσει το καπιταλιστικό ήθος που κυριαρχούσε στην Καναδική κοινωνία. Άνοιγαν μαγαζιά και κρατούσαν αποστάσεις από κάθε εκδήλωση κοινωνικού ριζοσπαστισμού, ή από οργανωμένες συλλογικές απόπειρες για την κατοχύρωση ενός βαθμού αυτοδιάθεσης για τα προλεταριακά στρώματα. Παρ’ όλα αυτά, η ανάδειξη αυτής της μικρής αλλά συμπαγούς μικρο-επιχειρηματικής τάξης, δεν είχε απαραίτητα θετικό αντίκτυπο στην κυρίαρχη λευκή πλειοψηφία της Καναδικής κοινωνίας. Το μεσογειακό παρουσιαστικό των Ελλήνων δεν τους βοηθούσε να περνούν απαρατήρητοι, ενώ και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των προλετάριων που είχαν κάνει το άλμα σε αυτόν τον νέο κόσμο δεν ευνοούσε την γρήγορη εκμάθηση της γλώσσας των “γηγενών”. Αυτό είχε το αποτέλεσμα ότι οι μετανάστες συναναστρέφονταν κυρίως μεταξύ τους, δίνοντας στους μη-Έλληνες την εντύπωση μιας κλειστής και ξενοφοβικής ομάδας.
Σε όλα τα παραπάνω ήρθε να προστεθεί και η επίσημη ουδετερότητα του ελλαδικού κράτους κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η στάση αυτή που οφειλόταν στις εσωτερικές διαμάχες της ελλαδικής αστικής τάξης, προκάλεσε έντονη δυσφορία στην καναδική κοινή γνώμη, μιας και περίπου 650.000 νεαροί Καναδοί είχαν διασχίσει αντίστροφα τον ωκεανό για να καταταγούν εθελοντικά στις ένοπλες δυνάμεις της “αυτού μεγαλειότητας”. Το πρόβλημα πήρε πραγματικά εκρηκτικές διαστάσεις όταν μετά τη λήξη του πολέμου, δεκάδες χιλιάδες βετεράνοι επέστρεψαν στον Καναδά. Οι περισσότεροι είχαν δει τους συντρόφους τους να πεθαίνουν στα πεδία των μαχών, ενώ πολλοί από αυτούς είχαν υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς και ακρωτηριασμούς, που τους καθιστούσαν κοινωνικά ευάλωτους και πρακτικά εξαρτημένους από τις ανύπαρκτες δομές κοινωνικής αλληλεγγύης του Καναδικού κράτους. Στα μάτια αυτών των προλεταριοποιημένων μαζών των πρώην στρατιωτών, οι Έλληνες μετανάστες που δεν είχαν πάρει μέρος στον Μεγάλο Πόλεμο, ήταν “παράσιτα” και “λουφαδόροι” που τους είχε επιτραπεί να συσσωρεύουν πλούτο ανενόχλητοι την ώρα που οι “καθαρόαιμοι” Καναδοί έχυναν το αίμα τους στο όνομα της δόξας της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Έτσι, όταν η Ένωση Βετεράνων συγκάλεσε το συνέδριο της στο Τορόντο, τον Αύγουστο του 1918, το σκηνικό για μια από τις πιο αποκρουστικές στιγμές στην ιστορία της πόλης είχε ήδη στηθεί. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια αφορμή. Η θρυαλλίδα που θα προκαλούσε τη γενικευμένη έκρηξη. Αυτή δόθηκε όταν ένας γαλλοκαναδός βετεράνος με το όνομα Claudernay, επισκέφτηκε μεθυσμένος ένα από τα εστιατόρια ελληνικής ιδιοκτησίας, το White City Cafe. Κατά κανόνα τα μαγειρεία αυτά δεν ήταν εστιατόρια πολυτελείας, αλλά λαϊκές ταβέρνες όπου οι εξαθλιωμένοι βετεράνοι μπορούσαν να βρουν ένα πιάτο φαγητό σε τιμές που ήταν προσιτές γι’ αυτούς. Ωστόσο, για τους όλο και πιο απογοητευμένους απόμαχους, οι Έλληνες είχαν στήσει έναν ύπουλο μηχανισμό για να απομυζούν με νόμιμο τρόπο και τις τελευταίες οικονομίες αυτών των παραμελημένων “ηρώων”. Αντί να τα βάλουν με το Κράτος που τους είχε χρησιμοποιήσει σαν κρέας για τα κανόνια του, οι βετεράνοι έψαχναν να βρουν στους μετανάστες το εξιλαστήριο θύμα για την δικαιολογημένη ταξική δυσαρέσκεια τους.
Έτσι, ο Claudernay άρχισε να συμπεριφέρεται προκλητικά και να απευθύνεται στους υπαλλήλους του μαγαζιού με υποτιμητικό τρόπο, εκτοξεύοντας βρισιές και προσβολές προς τους σερβιτόρους. Όταν ο ιδιοκτήτης του ζήτησε να αποχωρήσει, εκείνος εξοργίστηκε και χτύπησε έναν απ’ τους εργαζόμενους. Τελικά, ο γαλλοκαναδός οδηγήθηκε με τη βία έξω απ’ το μαγαζί, όπου τον παρέλαβε αργότερα η αστυνομία. Παρ’όλο που την επόμενη μέρα ο ξεμέθυστος πλέον βετεράνος επέστρεψε στο μαγαζί και ζήτησε συγγνώμη, γρήγορα στους κύκλους των απόστρατων διαδόθηκε η φήμη ότι το προηγούμενο βράδυ οι “βρωμο-έλληνες” είχαν ξυλοκοπήσει βάναυσα έναν βετεράνο. Η φήμη σάρωσε τα ξενοδοχεία όπου διέμεναν προσωρινά οι βετεράνοι, όπως η φωτιά σαρώνει τα σπαρτά σ’ ένα λιβάδι. Μετά από κάποιες ώρες, ένας όχλος μαζεύτηκε εξώ απ’ το White City Cafe κι άρχισε να αποδοκιμάζει έντονα το προσωπικό και τους ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα. Ο Έλληνας ιδιοκτήτης ίσα που πρόλαβε να διαφύγει μαζί με τους πελάτες και τους εργαζόμενους από την πίσω είσοδο του κτηρίου, προτού ο εξαγριωμένος όχλος εισβάλλει στο κατάστημα και το κάνει γυαλιά, καρφιά. Όταν εμφανίστηκε η σύζυγος του Καναδού συνέταιρου του Έλληνα ιδιοκτήτη και ρώτησε τους βετεράνους γιατί το έκαναν αυτό, αυτοί την έβρισαν, την έριξαν κάτω και την χτυπησαν άσχημα.
Όσο περνούσε η ώρα, στο σημείο μαζευόταν όλο και περισσότερος κόσμος. Ξαφνικά, το σύνθημα που όλοι περίμεναν διαδόθηκε από στόμα σε στόμα: “Πάμε να κυνηγήσουμε Έλληνες”. Κατά την προσφιλή συνήθεια κάθε μεταναστευτικής κοινότητας, τα ελληνικά καταστήματα ήταν συγκεντρωμένα σε μια σχετικά μικρή περιοχή στο μητροπολιτικό κέντρο του Τορόντο. Το έργο λοιπόν της μάζας των εξαγριωμένων βετεράνων ήταν μάλλον εύκολο. Παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες έκλεισαν νωρίς τα καταστήματα τους εκείνη την ημέρα και δεν άνοιξαν ξανά το απόγευμα, εκείνοι έσπασαν τα παράθυρα των μαγαζιών με πέτρες και τούβλα. Αφού λεηλάτησαν οτιδήποτε είχε κάποια αξία, μαζί με όσες προμήθειες φαγητού που υπήρχαν στην κουζίνα, έπειτα προχώρησαν να καταστρέψουν ολοσχερώς τα μαγαζιά. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις οι Έλληνες ιδιοκτήτες σύρθηκαν με το ζόρι έξω από τα καταστήματα τους κι αφού τους υποχρέωσαν να παρακολουθήσουν την καταστροφή, ύστερα τους ξυλοφόρτωσαν άγρια. Όσο αυτά συνέβαιναν η αστυνομία δεν έκανε απολύτως τίποτα για να προστατέψει τους μετανάστες. Ήταν ολοφάνερο ότι οι αρχές θεωρούσαν ευτύχημα το γεγονός ότι η οργή των απόστρατων είχε εξοστρακιστεί προς την ανυπεράσπιστη ελληνική μεταναστευτική κοινότητα. Ωστόσο, η αστυνομία φρόντισε να παρατάξει την αμυντική της γραμμή κατά μήκος της διασταύρωσης Yonge και Richmond, εμποδίζοντας την πρόσβαση του εξαγριωμένου όχλου προς το οικονομικό κέντρο της πόλης, εκεί όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι πόροι και τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Οι βετεράνοι μπορούσαν να τρομοκρατήσουν όσο ήθελαν τους ξενόφερτους, αλλά δεν έπρεπε να τολμήσουν να πατήσουν το πόδι τους εκεί όπου είχε φτιάξει τις υλικές υποδομές της η οικονομική εξουσία της πόλης και της χώρας ολόκληρης.
Οι βιαιοπραγίες συνεχίστηκαν και το επόμενο βράδυ. Στις ταραχές συμμετείχε συνολικά ένας όχλος που έφτασε μέχρι και τους 5.000 ανθρώπους. Όταν, την τρίτη μέρα, η αστυνομία αποφάσισε να επέμβει χρησιμοποιώντας αχαλίνωτη βία για να συντρίψει τους ταραχοποιούς (οι οποίοι είχαν αρχίσει να διενεργούν επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα όπου κρατούνταν οι σύντροφοι τους) , κάπου 15 καταστήματα είχαν καταστραφεί και οι ζημιές ανέρχονταν συνολικά σε 100.000 δολάρια, δηλαδή 1,5-2 εκατομμύρια με σημερινά δεδομένα. Το ελλαδικό κράτος και το κράτος του Καναδά θέλησαν πολύ γρήγορα να εξαλείψουν από την συλλογική ιστορική μνήμη αυτό το επεισόδιο ρατσιστικής βαρβαρότητας. Το καναδικό κράτος ουδέποτε δέχτηκε να αποζημιώσει τους μετανάστες για την οικονομική ζημιά που είχαν υποστεί, ενώ τα ρατσιστικά πογκρόμ υποτίθεται ότι δεν έχουν θέση σε μια εθνική αφήγηση του πάντοτε “ανεκτικού” και “πολυπολιτισμικού” Καναδά. Από την άλλη, η εξαφάνιση αυτού του δραματικού γεγονότος από την επίσημη ιστορία του ελλαδικού μεταναστευτικού προλεταριάτου, επιτρέπει να διατηρηθεί άθικτος ο μύθος του “υποδειγματικού” Έλληνα μετανάστη, που έγινε δεκτός με τυμπανοκρουσίες στις χώρες υποδοχής του.
– Το κείμενο ως επί το πλείστον βασίστηκε για τις πληροφορίες που αφορούν το ιστορικό υπόβαθρο των γεγονότων στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ “Violent August”, που είναι διαθέσιμο στο You Tube.








