Όταν κοιμήθηκα πεινασμένη
Όταν κοιμήθηκα πεινασμένη
της Shaimaa Eid, Παλαιστίνιας συγγραφέως από την Γάζα
Όταν πήγα για ύπνο το βράδυ, πεινούσα. Προσπάθησα να αγνοήσω τον πόνο στο στομαχι μου που δυνάμωνε και να πείσω τον εαυτό μου ότι το ένα και μοναδικό γεύμα που είχα φάει όλη την ημέρα ήταν αρκετό. Αλλά την πείνα δεν μπορείς να την κάνεις να σωπάσει – ειδικά όταν επιστρέφει διαρκώς κάθε μέρα που περνάει. Όταν γίνεται ο κανόνας, αντί για εξαίρεση.
Όμως η πείνα δεν ήταν το μόνο βαρος που κουβαλούσα εκείνη την ημέρα. Η σωματική προσπάθεια που πρέπει να καταβάλλει κάποιος απλώς για να ανταπεξέλθει στην καθημερινότητα, έχει γίνει αφόρητα εξαντλητική. Απ’ την καθημερινή μεταφορά του νερού με τα χέρια, το περπάτημα μεγάλων αποστάσεων – είτε για να κάνω την δουλειά μου ως δημοσιογράφος, ή χτενίζοντας τις τοπικές αγορές αναζητώντας απελπισμένα κάτι φαγώσιμο για να μας κρατήσει και να μας δώσει δύναμη να συνεχίσουμε – όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε μια πολύ σκληρή πραγματικότητα, όπου ακόμη και τα πιο αναγκαία αγαθά για την επιβίωση είναι σε έλλειψη.
Δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι τους γέρους γονείς μου, που πάσχουν και οι δύο από χρόνιες ασθένιες κι έχουν ανάγκη από τακτική διατροφή για να μένουν σταθεροί. Με κάθε γεύμα που χάνουν, φοβάμαι πιο πολύ για την υγεία τους. Μετά από πολλή προσπάθεια κι ατελείωτο ψάξιμο, κατόρθωσα τελικά να βρω ένα κιλό αλεύρι. Το ανακατέψαμε, το ψήσαμε και βγάλαμε οκτώ μικρά καρβέλια ψωμί. Τα μοιράσαμε σε μερίδες για να μας κρατήσουν τέσσερις μέρες – ένα καρβελάκι για κάθε μέρα για τον πατέρα και την μητέρα μου. Δεν τρώμε για να χορτάσουμε, τρώμε για να αντέξουμε μια ακόμη μέρα.
Αλλά ότι περνάω εγώ δεν είναι τίποτα μπροστά στον ήχο των αναφιλητών που άκουσα όταν μίλησα στο τηλέφωνο με έναν απ’ τους συγγενείς μας. Έκλαιγε ανεξέλεγκτα, λέγοντας ότι το σπίτι της είχε αδειάσει τελείως από οτιδήποτε φαγώσιμο, ενώ τα παιδιά της τσίριζαν και διαμαρτύρονταν επειδή πεινουσαν στο διπλανό δωμάτιο. Με φωνή που θρηνούσε ήδη μου είπε, “Τα παιδιά μου πεθαίνουν απ’ την πείνα, η αγορά είναι άδεια κι εγώ δεν ξέρω τι να κάνω για να τα καταφέρω να κοιμηθούν”. Έμεινα σιωπηλή – δεν μπορούσα να βρώ έστω μια λέξη για να την παρηγορήσω, ή έναν τρόπο για να τους σώσω.
Όλο και συχνότερα οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να σωριάζονται στους δρόμους απ’ την εξάντληση. Τα κλαματα των παιδιών, τα βογκητά των ηλικιωμένων και τα ρουφηγμένα απ’ την πείνα προσωπα έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας. Χθες ένα παιδί που το έλεγαν Yazan Al-Dreimly πέθανε από την πείνα. Ο Yazan δεν ήταν ο πρώτος και δεν θα είναι ο τελευταίος. Περίπου 17,000 παιδιά στην Γάζα υποφέρουν όπως κι εκείνος, κάτω απ’ την πίεση της ανελέητης πολιορκίας των ισραηλινών, της καταπίεσης και της πείνας.
Το υπουργείο υγείας της Γάζας ανακοίνωσε σήμερα (18-07-25) ότι τα επείγοντα των νοσοκομειων που έχουν απομείνει κατακλύζονται από πολίτες που υποφέρουν από έντονη σωματική εξάντληση εξαιτίας της πείνας. Στην ανακοίνωση γινόταν ειδική μνεία ότι εκατοντάδες περιπτώσεις είναι στα πρόθυρα του θανάτου, αφού τα σώματα τους εχουν καταπέσει σε βαθμό που είναι πέρα απ’ τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Την ώρα που πήγαινα στην αγορά, είδα μια γυναίκα με χλωμό πρόσωπο που λιποθύμησε στην μέση του δρόμου. Προσπάθησε κάτι να πει, αλλά η πείνα την κυρίευσε πριν φτάσουν σε μας τα λόγια της. Όπως γράφω αυτές τις γραμμές, έπρεπε να σταματήσω αρκετές φορές, για να πάρω ανάσες και να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου. Ακόμη και το γράψιμο έχει γίνει ένα εξουθενωτικό έργο – μια δραστηριότητα που την κάνουμε με σώματα αδύναμα και μυαλά βαρία από την οδύνη.
Τις τελευταίες μέρες, η πείνα έπαψε να είναι απλώς ένα εσωτερικό συναίσθημα ή ένας σιωπηλός πόνος – έχει γίνει μια έντονη, ζωντανή σκηνή που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, σε κάθε δρόμο και κάθε γωνία. Βλέπω παιδιά που ψάχνουν στα σκουπίδια για αποφάγια ή ψιχουλα από ψωμί. Μανάδες που κάθονται στα σκαλιά των κατεδαφισμένων σπιτιών τους, πνιγμένες από τη θλίψη και την ανημπορία. Παρακολουθούν την ανάσα των παιδιών τους να επιβραδύνεται μπροστά στα μάτια τους. Δεν είναι σε θέση να τους προσφέρουν απολύτως τίποτα.
Έχω μια γνωστή, μια ηλικιωμένη γειτόνισα που όλοι την ξέρουν και την αγαπούν για το πόσο υπομονετική είναι και για τη γενναιοδωρία της. Χθες τη βρήκα να κλαίει ήσυχα πίσω απ’ την μισάνοιχτη πόρτα της – ήταν η δεύτερη συνεχόμενη μέρα που δεν είχε κατορθώσει να βρει τίποτα να μαγειρέψει για τα εγγόνια της.
Στη γειτονιά μας, η μυρωδιά μιας απλής σούπας φτιαγμένης με νερό και μερικά όσπρια – όποτε είναι διαθέσιμα κι αυτά – γεμίζει τον αέρα και φέρνει στις μνήμες μας μυρωδίες από τσιμπούσι. Αυτή η πείνα δεν κάνει διαχωρισμούς ανάμεσα σε δημοσιογράφους, ένα παιδία, αρρώστους, ή ηλικιωμένους. Όλοι μας έχουμε γίνει τα θύματα αυτής της πολιορκίας, αυτής της λιμοκτονίας. Μερικοί έχουν μάθει να σιωπούν, άλλοι καταπίνουν τα δάκρυα τους και πολλοί δεν έχουν πια την ικανότητα να μιλήσουν. Την έχασαν εξαιτίας του πόνου.
Αυτή πια δεν είναι απλώς μια έλλειψη φαγητού – είναι η κατάρρευση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι άνθρωποι εδώ αισθάνονται ότι ολόκληρος ο κόσμος τους γύρισε την πλάτη, και ότι ο αργός θάνατος από την πείνα έχει μετατατραπεί σε ένα “νόμιμο” εργαλείο πολιτικής πίεσης. Εδώ η πείνα δεν είναι η εξαίρεση. Είναι μια συστηματική πολιτική που μας κυκλώνει απ’ όλες τις κατευθύνσεις, με την κάλυψη μιας παγκόσμιας σιωπής που μόνο ντροπιαστική μπορεί να την πει κανείς.
Σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, η πείνα δεν είναι πια μια αίσθηση παροδική – έχει γίνει το βασικό χαρακτηριστικό της ζωής εδώ στην Γάζα. Αν περπατήσει κάποιος στους δρόμους θα δει μανάδες που κουβαλούν τα παιδιά τους, που αναζητουν ένα καρβέλι ψωμί κι άνεργους πατεράδες που υπομένουν σιωπηρά το βάρος της ανημπορίας τους. Οι αγορές είναι άδειες, η βοήθεια δεν επαρκεί και τα γεύματα δεν μετριούνται με μερίδες, αλλά με μπουκίες. Τώρα πια μετράμε τις φρατζόλες το ψωμί με τον ίδιο τρόπο που καπού αλλού μετρούν τα φάρμακα. Τις χωρίζουμε προσεκτικά για να φτάσουν για κάθε μέλος της οικογένειας, για να επιβιώσουμε.
Οι άνθρωποι εδώ δεν ζητούν πολυτέλειες, αλλά το ελάχιστο που χρειάζεται για να μπορέσουν να ζήσουν. Καθαρό νερό, αρκετά καύσιμα για έναν μικρό φούρνο, φάρμακα για να απαλύνουν τον πόνο των αρρώστων, ένα ζεστό γεύμα που θα καθησυχάσει την καρδιά μιας μητέρας. Με κάθε μέρα που περνάει, οι ελπίδες στερεύουν και η ψυχολογική πίεση εντείνεται. Πολλοί γνωστοί μου τώρα πια έχουν πέσει σε κατάθλιψη και μερικοί έχουν χάσει τη δύναμη για να συνεχίζουν αδιαμαρτύρητα, αφού δεν διακρίνουν πια τον ορίζοντα του τέλους του μαρτυρίου τους.
Μέσα σ’ όλα αυτά, η αλληλεγγύη του κόσμου δεν έχει ατονίσει – αυτό είναι το τελευταίο καταφύγιο μας. Οι γείτονες μοιράζονται κάθε φαγώσιμο που κατορθώνουν να περιμαζέψουν, οι φίλοι ανταλλάζουν τα λίγα που έχουν, και οι οικογένειες μοιράζονται το ρύζι και τα όσπρια που έχουν απομείνει. Αυτές είναι απόπειρες για να επιβιώσει κάποιος μέσα σε συνθήκες πείνας, χωρίς όμως να χάσει την αξιοπρέπεια του.
Ποιος νόμος στον κόσμο επιτρέπει να εξαναγκάζεις σε λιμοκτονία δύο εκατομμύρια ανθρώπους; Σύμφωνα με ποιον νομικό ή ηθικό κώδικα τελείται αυτό το έγκλημα, που έρχεται να προστεθεί στο έγκλημα της γενοκτονίας;
Τι θα γινόταν αν ένα μόνο παιδί στο Ισραήλ πεινούσε; Πόσες οργανώσεις θα είχαν κινητοποιηθεί για να το βοηθήσουν; Πόσες δηλώσεις πολιτικών θα είχαν δει το φως της δημοσιότητας; Πόσες πόρτες θα είχαν ανοίξει για να το σώσουν;
Κι όμως εδώ στην Γάζα , έχουμε αφεθεί να πεθάνουμε μέσα στη σιωπή.
– Το πρωτότυπο κείμενο στα Αγγλικά μπορείτε να βρείτε εδώ.








