Από την “Πλημμύρα” στην Γενοκτονία: Η διαλεκτική εποικισμού/αντίστασης στην Παλαιστίνη.
Κείμενο του συντρόφου, Γιώργου Σωτηρόπουλου
«Έχει κανείς δικαίωμα να εξεγείρεται ή όχι; Ας αφήσουμε το ερώτημα ανοιχτό. Οι άνθρωποι εξεγείρονται· αυτό είναι γεγονός. Και έτσι εισάγεται στην ιστορία η υποκειμενικότητα (όχι των μεγάλων ανδρών, αλλά του καθενός) και παίρνει ζωή. Ένας κατάδικος ρισκάρει τη ζωή του για να διαμαρτυρηθεί για άδικες τιμωρίες. Ένας τρελός δεν αντέχει άλλο τον περιορισμό και τον εξευτελισμό. ένας λαός αρνείται το καθεστώς που τον καταπιέζει. Αυτό δεν καθιστά τον πρώτο αθώο, δεν θεραπεύει τον δεύτερο και δεν εξασφαλίζει για τον τρίτο το αύριο που υποσχέθηκε».
– Michel Foucault, Είναι ανώφελο να εξεγείρεσαι;1
Κανείς και καμία συνεχίζει ο Φουκώ, δεν υποχρεούται να υποστηρίξει μια εξέγερση, ούτε όσον αφορά το συγκεκριμένο της περιεχόμενο και μορφή – πχ., αν είναι ένοπλη ή το ιδεολογικό στίγμα που (ενδεχομένως) έχει – ούτε καν θεωρώντας το ξέσπασμα της δικαιολογημένο, δια της αποδοχής του συναισθηματικού της πυρήνα, το βίωμα (που συγχρόνως είναι και μία αξίωση) αδικίας. Αν κάτι άλλωστε επιβεβαιώνουν οι αντιδράσεις – είτε επίσημες από οργανωμένους φορείς είτε αυτές που ευδοκιμούν στα social media και στον μικρόκοσμο του εν ελλαδι αριστερού και αντιεξουσιαστικού χώρου – που προκάλεσε η επιχείρηση “Πλημμύρα Αλ Άκσα” (όπως ονομάστηκε η επίθεση της Παλαιστινιακής Αντίστασης στο έδαφος του Ισραήλ) και της γενοκτονίας που έχει ακολουθήσει, κανένα γεγονός δεν προσλαμβάνεται “άμεσα”, πόσο μάλλον ένα συμβάν που είναι έμπλεο ιστορικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών προσδιορισμών. Κάθε εμπειρία μεσολαβείται από την μορφή συνείδησης στην οποία εγγράφεται και επιδρά, γεγονός που καθιστά τις διάφορες αποκρίσεις στο εξεγερσιακό συμβάν της 7η Οκτωβρίου και όσα ακολούθησαν αυτής, ενδεικτική (και) του υποκειμένου που τις εκφέρει – δηλαδή, όχι μόνο του τι λέγεται αλλά και ποιος/ποια το λέει.
Αν η πολλαπλώς (πολιτισμικά, ταξικά, ιδεολογικά) προσδιορισμένη μορφικότητα της συνείδησης καθιστά κάθε αξίωση οικουμενικής πολιτικής συμφωνίας στο δίκαιο ή όχι της “Πλημμύρας” αδύνατη, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει αυτοστιγμεί έλλειψη δυνατότητάς κριτικής επί των διαφόρων τοποθετήσεων ούτε κρίσης επί του αντικειμένου των συνειδησιακων ενεργημάτων, εν προκειμένω της 7ης Οκτωβρίου και ευρύτερα του “Παλαιστινιακού ζητήματος”. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, την κριτική, για να διαφύγει αυτή τον φάυλο κύκλο μιας αντιπαράθεσης θέσεων εξωτερικών μεταξύ τους – όμοια μεσαιωνικής κονταρομαχίας που θα λήξει μόνο όταν (και επειδή) οι μονομάχοι κουραστούν – δεν αρκεί να κριθούν οι θέσεις που διατυπώνονται· η κριτική καλείται να πάρει τον χαρακτήρα εμμενούς μετάβασης μέσα από αυτές τις διατυπωμένες θέσεις προς την μορφή συνείδησης που τις εκφέρει, αναδεικνύοντας εν τη πορεία (α) την σχέση της τελευταίας με την πραγματικότητα που ενσωματώνει ως αντικείμενο της και (β) τις προσδιορισμένες αντιφάσεις που η σχέση αυτή περιέχει. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, της κρίσης επί του φαινομένου καθαυτού, μία τέτοια κρίση καθίσταται ορθολογική όχι απλά λόγω της χρήσης κάποιας πραγμοποιημένης “μεθόδου”, αλλά δια της ανάδειξης των λογικών προσδιορισμών του εν λόγω φαινομένου, αποσαφηνίζοντας έτσι τις έννοιες που το διαμορφώνουν ως συγκεκριμένο συμβάν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα του παρόντος κειμένου, η 7η Οκτωβρίου και η Παλαιστινιακή Αντίσταση, μπορούν να ενταχθούν σε μία καταληπτή ιστορία, στην ίδια που συμμετέχουμε και όλοι/όλες εμείς που παίρνουμε θέση προς τα γεγονότα.
“Καταδικάζεις την Χαμάς”;
Ιδού το ερώτημα που ακούγεται σχεδόν σε όλους τους πολιτικούς χώρους, ο κοινός τόπος που συναντιούνται φιλελεύθεροι, ακρό-κεντρώοι, συντηρητικοί, αλλά και κομμουνιστές αναρχικοί, ελευθεριακοί. Πρόκειται για ερώτημα ρητορικό, καθότι τίθεται με την “σωστή” απάντηση να είναι προειλημμένη, όσο εξίσου σίγουρος είναι ο ηθικός πανικός που θα ακολουθησει εφόσον δοθεί η λάθος απάντηση – ότι η Χαμάς δεν είναι απαραίτητα και αυταπόδεικτα καταδικαστέα. Όμως, το ότι έχουμε να κάνουμε με σχήμα λόγου, δεν αναιρεί την σημαντική λειτουργία του ερωτήματος στην λογοθετική οικονομία που εντάσσεται.
Για τους “mainstream” απολογητές της γενοκτονίας, η σημασία που έχει η άνευ όρων καταδίκη της Χαμάς είναι αρκετά ευνόητη. Εστιάζοντας στην τελευταία και τις “τρομοκρατικές” ενέργειες που λέγεται ότι έχει διαπράξει, όχι μονάχα την 7η Οκτωβρίου αλλά για όσο υφίσταται ως οργάνωση, δεν σχετικοποιουνται απλά οι πολιτικές του Ισραήλ, μα και τίθενται εν δικαίω (έστω με κάποιες “υπερβολές”) – το περιλάλητο “δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα”. Αν υπάρχει επίδικο αφορά την βούληση καθαυτή για πάση θυσία δικαιολόγηση του Ισραήλ, ακόμα και μπροστά στα επίσημα στοιχεία και ανακοινώσεις επίσημων φορέων, που υποτίθεται ότι αποτελούν πυλώνες της διεθνούς κοινωνίας πολιτών. Ως προς αυτό – και εδώ η συνέπεια που οι διάφοροι Μουμτζήδες και (Σώτες) Τριανταφύλλου επιδεικνύουν όταν πρέπει να υποστηρίξουν τους ισχυρούς, επικουρεί το ακόλουθο συμπέρασμα- το ενέργημα της δικαιολόγησης πηγάζει και εκφράζει μια συνείδηση πλήρως ταυτισμένη με την θεσμική μορφή του κόσμου. Έτσι ώστε κάθε βίαιη ενέργεια που εναντιώνεται αυτής, πόσο μάλλον οργανωμένες επιθέσεις σε πυλώνες της, όπως είναι το Ισραηλινό κράτος (η μόνη “Δημοκρατία στην Μέση Ανατολή”, ο “φάρος των δυτικών αξιών”)2, να θεωρείται εχθρική και να τίθεται έξω από την σφαίρα του Δικαίου και του Λόγου. Η αντίφαση εδώ είναι ότι στο όνομα των δυτικών φιλελεύθερων αξιών δικαιολογούνται πρακτικές που καταπατούν κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, στο οποίο μια διεθνής φιλελεύθερη τάξη υποτίθεται ότι θεμελιώνεται. Πρόκειται για μία αντίφαση σαφέστατα λειτουργική στην διατήρηση των συμφερόντων και των προνομίων που τα εν λόγω άτομα απολαμβάνουν, μα και απολύτως ενσωματωμένης στην λειτουργία της διεθνούς τάξης πραγμάτων εδώ και πολλές δεκαετίες (στην πραγματικότητα, πιο πριν από την Pax Americana ή ακόμα και από το Δόγμα Τρούμαν των αρχών του Ψυχρού Πολέμου· παρατηρείται ήδη από τον 19ο αιώνα, στην σύμπλευση φιλελευθερισμού και ιμπεριαλισμού τα χρόνια ακμής της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας).3
Σαφώς πιο παράδοξο, και μπερδεμένο, είναι το γκρουπ των κινηματικών τάσεων, που, ακόμα και όταν δεν διατυπώνουν ρητώς το ερώτημα (που είναι στην αλήθεια αίτημα) καταδίκης της Χαμάς, συμμερίζονται λίγο-πολύ την απόφανση, δηλαδή, συμφωνούν ότι η Χαμάς όχι μόνο δεν χρήζει αλληλεγγύης μα πρέπει ενεργά να αποκηρυχθεί. Το παράδοξο έγκειται στο γεγονός ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με μία συνείδηση που αρνείται την κυρίαρχη θεσμική μορφή του κόσμου. Πράγματι, στην πιο ακραία εκδοχή της, τύπου “Antideutsche”, το παράδοξο γίνεται ιδιαίτερα έντονο καθώς η αντίθεση στον καπιταλισμό και το κράτος συνοδεύεται από μία πλήρη ταύτιση με το κράτος του Ισραήλ. Τόσο έντονο που δεν μπορούμε παρά να μιλήσουμε για διχασμένη συνείδηση, καθώς η αντίφαση μεταξύ (αντικαπιταλιστικής/αντικρατικής) υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας που ενσωματώνει (το Ισραήλ είναι ένα καπιταλιστικό κράτος που έχει σταθερά συνεργαστεί με αντιδραστικά καθεστώτα, από το Νοτιοαφρικάνικο Apartheid στις Χούντες της Λατινικης Αμερικής ενώ και σήμερα εμφανίζεται εμπλεκόμενο στον εφιάλτη του Σουδάν) φτάνει στο επίπεδο της αντινομίας. Για να διατηρηθεί εδώ η υποκειμενική πεποίθηση, χρειάζεται η αντίφαση να ουδετεροποιηθεί μέσα από την δομική θυματοποίηση του Ισραήλ, κάτι που απαιτεί με την σειρά του έναν θύτη, που θα επιτελεί τον ρόλο “του Ναζί” και θα υποστασιοποιεί το θανάσιμο αμάρτημα του αντισημιτισμού. Από όπου λοιπόν και η κατασκευή του “Ισλαμοφασιστα”.
Υπάρχει ωστόσο και η τάση που θεωρεί ότι δεν υφίσταται κανένα παράδοξο, εφόσον η καταδίκη της Χαμάς συνοδεύεται από την καταδίκη του Ισραήλ, με την πολιτική θέση να εμφανίζεται έτσι συνεπής, ως η σωστή διεθνιστική στάση “ενάντια σε όλους τους εθνικισμούς”. Στην πραγματικότητα η συνέπεια δεν αφορά το υποκειμενικό ενέργημα και το αντικείμενο του, παρά πρόκειται για μία συνείδηση αυτοαναφορική. Όχι γιατί δεν υπάρχει τίποτα στο αντικείμενο με το οποίο να μπορεί να ταυτιστεί, κάτι που θα καθιστούσε την αντίφαση υποκειμενικότητας/αντικειμενικότητας δυστυχή· η αυτοαναφορικότητα είναι μάλλον η ήδη δομημένη μορφή της συνείδησης, που καθιστά το ίδιο το υποκείμενο μέτρο των κρίσεων του, εφόσον βρίσκει αξία μόνο σε ό,τι μπορεί να ταυτιστεί – ακόμα αν αυτό πρέπει να γίνει δια της προβολής στο αντικειμένο, όπως πχ., με τις διαδηλώσεις στην Γάζα και στο Ισραήλ, που δεν έχουν κάποιο ρητά ταξικό, πόσο μάλλον αναρχικό ή κομμουνιστικό, πρόσημο – στην πρώτη περίπτωση οι διαδηλώσεις εκφράζουν την αγανάκτηση για μία κατάσταση αφόρητη χωρίς να έχουν κανένα εναλλακτικό πολιτικό ορίζοντα (πέρα από ανοιχτά αντιδραστικές θέσεις), ενώ στην δεύτερη ο κύριος όγκος των αντιδράσεων επικεντρώνεται στις ζωές των ομήρων, ή μένει κυρίως στην ηθική διάσταση της γενοκτονίας, η οποία καθαυτή είναι ανοιχτή προς πάσα πολιτική χρήση (όπως η πολιτική της φιλανθρωπίας και του ανθρωπισμού που ευδοκιμεί στην Δύση). Έτσι, η αντίφαση υποκειμενου (που θέτει αυτό που Πρέπει να γίνει) και αντικειμένου (που δεν είναι όπως Πρέπει) εξέρχεται της συνείδησης στην μορφή μιας άλλης αντίφασης, όπου το υποκείμενο αντικειμενικοποιείται σε μορφές λόγου και δράσης αδύναμες να αναδείξουν τις συγκεκριμένες μορφές αυτού που γενικά εχθρεύονται. Θεωρώντας οτιδήποτε λιγότερο από “το τέλος του κράτους, του έθνους, του κεφαλαίου και της αξίας” ανεπαρκές (ου μη ύποπτο και καταδικαστέα), η κριτική στον Σιωνισμό ως συγκεκριμένη μορφή ιστορικής καταπίεσης καθίσταται άσκοπη και περιττή. Στην “μεγάλη νύχτα” του υπέρ-ριζοσπαστισμού, “όλες οι αγελάδες είναι μαύρες”: τουτέστιν, όλα τα κράτη είναι “γενοκτονικά” όπως και όλα είναι ιμπεριαλιστικά, έτσι ώστε η καταδίκη του κρατισμού και του εθνικισμού να γίνεται αφηρημένη και να αγγίζει τους πάντες, θύτες και θύματα, καταπιεστές και καταπιεσμένους, ακόμα και λαούς που δεν έχουν το δικαίωμα να αυτοπροσδιοριστούν, όπως οι Παλαιστίνιοι, μα που αν ήταν κράτος – μας λένε – θα κάνανε τα ίδια ή και χειρότερα. Το επιχείρημα είναι προβληματικό σε όλες του τις όψεις: (α) λογικά, αφού για να υπάρχει ιμπεριαλισμός, αποικιοκρατία, επικοισμός και εθνοκάθαρση, κάποια κράτη εξ ορισμού δεν γίνεται να είναι ιμπεριαλιστικά, αποικιοκρατικά, και επικοιστικά, ενώ και η γενοκτόνια προυποθέτει και εκφράζει μια απόλυτα υλική ανισότητα, που εγγράφεται στο φαντασιακό του θύτη ως ζωή που δεν αξίζει να υπάρχει· (β) επιστημολογικά, εφόσον πρόκειται για επιχείρημα αντι-γεγονοτικό (counter-factual), που δεν γίνεται ούτε να επικυρωθεί ούτε να διαψευστεί (δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα έκαναν οι Παλαιστίνιοι αν ήταν στην θέση του Ισραήλ, μπορούμε μόνο να το υποθέσουμε, και οι υποθέσεις ενημερώνονται όχι μόνο ή τόσο από στοιχεία αλλά από υπάρχουσες αντιλήψεις και προκαταλήψεις)· (γ) πολιτικά, καθότι εμμένοντας στην “ριζική κριτική των πάντων”, το υποκείμενο αποτυγχάνει να εστιάσει την δράση του στον ενικό υπέυθυνο μιας καθόλα συγκεκριμένης γενοκτονίας, το Σιωνιστικό κράτος.
Το προηγούμενο παρενθετικό σημείο είναι κρίσιμο για την περαιτέρω ανάπτυξη της ανάλυσης. Ενώ η κριτική σε μαζικά κινήματα εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα στο όνομα υψηλων εννοιών – των οποίων φυσικά το περιεχόμενο μόνο οι δυτικοί γνωρίζουν στην ορθόδοξη του μορφή – δεν είναι καινούργια, λίγες οργανώσεις έχουν λοιδορηθεί όσο η Χαμάς: τρομοκράτες, εγκληματική οργάνωση, φανατικοί που εκτελούν αντιπάλους, μέχρι και όμοιοι της ελληνορθόδοξης αδελφότητας “Ο Σωτήρ” έχει ειπωθεί ότι είναι. Η τελευταία σύγκριση, αν και αβάσιμη στο περιεχόμενο της, μας επιτρέπει να διακρίνουμε ως κινητήρια δύναμη μία γενική εχθρότητα προς την θρησκεία, η οποία συγκεκριμενοποιείται στην πεποίθηση ότι ο μουσουλμανισμός όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει βάση κάποιου αριστερού/ελευθεριακού προτάγματος ή έστω να μην αντιφάσκει τον κομμουνισμό και την αναρχία (είτε ως ιδεολογίες είτε ως μορφές κοινωνίας) αλλά ότι είναι εκ φύσεως αντιδραστικός. Κάπως έτσι, οι ριζοσπαστικές/κινηματικές τάσεις που εχθρεύονται με πάθος την Χαμάς καταλήγουν να αναπαράγουν, με τον δικό τους τρόπο, μια προοπτική, που όχι μόνο αποτελεί κοινό τόπο με ακροκεντρώους, φιλελευθερους και συντηρητικούς πολέμιους της Χαμάς αλλά ένα γενικευμένο φαινόμενο στον δυτικό κόσμο: την Ισλαμοφοβία.4 Η αντίφαση εδώ ολοκληρώνεται, καθόσον οι δηλωμένοι εχθροί του κράτους και του κεφαλαίου – και στο επίπεδο της υποκειμενικότητας δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε αυτήν την πεποίθηση – γίνονται ένα κομμάτι του μωσαικού που διαμορφώνει το δυτικό υποκειμένο ως διακριτή ιστορική φιγούρα, της οποίας παραδειγματική υπόσταση είναι ο στρατευμένος ή έστω πολιτικοποιημένος διανοούμενος/καλλιτέχνης· που μιλάει εξ ονόματι της ‘διεθνούς κοινότητας”, (ή) του “προλεταταριακού διεθνισμού”, (ή) της “απόλυτης ελευθερίας”, (ή) της “ανθρωπινης κοινότητας” μα απορρίπτει μία ολόκληρη ιστορία αγώνων επειδή δεν ταυτίζεται με αυτήν.
Είναι δίκαιο τελικά να εξεγείρεσαι (ακόμα και αν είσαι Μουσουλμάνος);
Μιλώντας για αγώνες που έχουν μία διάσταση ετερότητας, χωρίς ωστόσο να είναι απόλυτα διαφορετικοί (“καθαρή διαφορά”), η κριτική των μορφών συνείδησης μεταβαίνει στο κοινό τους αντικείμενο. Στο οποίο καλούμαστε να αποδώσουμε δικαιοσύνη (“επιστημολογική δικαιοσύνη” έχει αρχίσει να λέγεται, σε αντίστιξη στον κυρίαρχο επιστημολογικό ιμπεριαλισμό). Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, το επίδικο δεν είναι να αποκτήσουμε απλά “σωστές ιδέες” λες και αυτές υφίστανται έξω από δεδομένες μορφές συνείδησης. Πρέπει να ανοιχτούμε στο αντικείμενο, όχι σαν παθητικοί δέκτες μα ως ενεργά υποκείμενα στοχασμού. Μια τέτοια ενεργή διάσταση υπάρχει αντιστοίχως και στις μορφές που παρουσιάστηκαν προηγουμένως, εφόσον δύναται να διακριθεί ως κοινό τους ενέργημα (όχι απαραίτητα συνειδητό, τουλάχιστον όχι σε όλες τις περιπτώσεις): η ηθελημένη άγνοια ως συστατικός προσδιορισμός μιας συνείδησης όπου η υποκειμενική πεποίθηση προσπαθεί να διατηρηθεί ενάντια στην πραγματικότητα που μετέχει. Το φαινόμενο αυτό έχει διαγνωσθεί συμπυκνωμένα από την Ανατ Ματάρ, πολιτική επιστήμονα από το Ισραήλ, με αναφορά στις τυπικές αφαιρέσεις που θεμελιώνουν, υποτίθεται, δεσμευτικές για όλους ηθικές προσταγές, π.χ., ότι “οι αμυνόμενοι έχουν πάντα δίκιο”. Με τα λόγια της, αυτή “η αφαίρεση και η στροφή προς τις αρχές δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια άρνηση να γνωρίζουμε, να εξετάζουμε γεγονότα».5 Αντιστρόφως, το άνοιγμα στο αντικείμενο πρέπει να περιλαμβάνει έναν αναλυτικό στοχασμό στα γεγονοτικά στοιχεία που το συνθέτουν ως μορφή ανεξάρτητη (αν και όχι απόλυτα ετερογενή) από τα δικά μας συνειδησιακά/νοητικά ενεργήματα.
Αυτός είναι εν τέλει και ο κατάλληλος τρόπος για να προσεγγιστεί το ερώτημα που ο Φουκώ αφήνει ανοιχτό, περί του δικαιώματος στην εξέγερση (και το οποίο θεωρώ ότι η Φουκωική σκέψη σε κανένα σημείο της ανάπτυξης της δεν απαντά ικανοποιητικά). Διότι η δυνατότητα απάντησης στο εν λόγω ερώτημα συναρθρώνεται με, και εξαρτάται από, τη δυνατότητα (ή μη) πολιτικών κρίσεων με βάσιμες αξιώσεις αλήθειας, και πιο συγκεκριμένα την δυνατότητα διατύπωσης ουσιωδών κριτηρίων δικαιοσύνης. Τέτοια κριτήρια δεν δύναται να εξαχθούν από, ή ακόμα λιγότερο να εξισωθούν με, μία φορμαλιστική ταύτιση της δικαιοσύνης με την ακριβοδικία, η οποία επιτρέπει το νοσηρό φαινόμενο υπολογισμού πτωμάτων και απωλειών, όπως για άλλη μια φορά βλέπουμε να ασκείται από “μετριοπαθείς” πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, δημοσιολόγους και, δυστυχώς, “κινηματικούς”. Στα πόσα πτώματα Παλαιστινίων άραγε το Ισραήλ χάνει το “δικαίωμα του στην αυτοάμυνα”; Υπάρχει κάποιος προσδιορίσιμος αριθμός Ισραηλινών που δικαιολογούνταν να σκοτώσουν όσοι Παλαιστίνιοι πέρασαν τα σύνορα, κατ’ αναλογία των δεινών που βιώνουν στην καθημερινότητα τους και περιλαμβάνουν θανάτους οι οποίοι δεν καταγράφονται στα θύματα του Ισραηλινού στρατού, μα σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές συνθήκες στην Γάζα, όπως ελλιπή πρόσβαση σε κατάλληλες υγειονομικές δομές, κακή διατροφή και εκτεταμένη μόλυνση;6 Μετά από πόσα πτώματα Παλαιστινίων μπορούμε να κάνουμε κριτική στο Ισραήλ χωρίς να πέσει πάνω μας η Δαμόκλειος σπάθη του αντισημιτισμού; Το πρόβλημα εδώ δεν βρίσκεται μονάχα στο ότι ο φορμαλισμός καθαυτός είναι κενός περιεχομένου, καθόσον το πραγματικό ζητούμενο, που εκκρεμεί της φορμαλιστικής ταύτισης δύο όρων, είναι η δυνατότητα απόφανσης τι είναι ακριβοδίκαιο.7 Ακόμα περισσότερο, το πρόβλημα – όπως η παράδοση της διαλεκτικής σκέψης υπογραμμίζει, από τον Χέγκελ μέχρι τον Ιστβάν Μεζάρος – είναι ότι κάθε αφηρημένη φόρμουλα έχει πάντα-και-ήδη προσδιορισμένο περιεχόμενο, το οποίο όμως τίθεται ρητά μόνο εκ των υστέρων, έτσι ώστε να εμφανίζεται, άρα και να νομιμοποιείται, ως θεωρητική επαγωγή του φορμαλιστικού ορισμού.8 Στην περίπτωση που το περιεχόμενο υφίσταται ως υπαρκτή μορφή, ο φορμαλισμός δρα απολογητικά προς αυτήν (κλασσικό παράδειγμα εδώ ο τρόπος που η φορμαλιστική ταύτιση “ελευθερίας” με την “απουσία παρέμβασης” λειτουργεί απολογητικά στις λειτουργίες της καπιταλιστικής αγοράς, π.χ. στην ελεύθερη απόλυση εργαζομένων και στην άρνηση αστικών κυβερνήσεων, όπως καλή ώρα της Νέας Δημοκρατίας, να παρέμβουν)· σε περίπτωση που το περιεχόμενο τίθεται με όρους ιδανικού, ένα Δέον που μένει να πραγματωθεί, ο φορμαλισμός οδηγείται στην αυτοαναφορικότητα, όπου η συνείδηση κλείνεται στον εαυτό της, αφού η πραγματικότητα κρίνεται με βάση αυτό που το υποκείμενο μπορεί να ταυτιστεί.
Στον αντίποδα κάθε φορμαλισμού που υπάγει το αντικείμενο σε μία γενικότητα που εν τέλει είναι μερική και συγκεκριμένη, για να αναγνωρίσουμε στοχαστικά το αντικείμενο χρειάζεται να το εκθέσουμε στην προσίδια έννοια του. Στον “πόλεμο της Γάζας”,9 συγκεκριμένα, υπάρχει από την μία πλευρά το ξεκάθαρο γεγονός ότι για το κράτος του Ισραήλ μία ζωή Εβραίου αξίζει περισσότερο από τις ζωές χιλιάδων Παλαιστίνιων, ακόμα και παιδιών. Όχι στην βάση κάποιου ορθολογικού υπολογισμού κανονιστικής φύσεως, αλλά μιας ιδεολογίας, του Σιωνισμού, που στις διάφορες μορφές του συνοδεύει εξ αρχής την θέσπιση του Εβραϊκού κράτους του Ισραήλ και δικαιολογεί τον συστηματικό εποικισμό περιοχών πέραν των αρχικών συνόρων του 1948.10 Το γεγονός καταδεικνύει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα κράτος εποικιστικό, που δημιουργείται με τις ευλογίες των Μεγάλων Δυνάμεων, και σταθερά έκτοτε υποστηρίζεται από αυτές, σε ένα πλαίσιο ευρύτερων μετατοπίσεων στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και εν είδη άτυπης συνέχισης της δυτικής αποικιοκρατίας στην Μέση Ανατολή. Φυσικά, το εποικιστικό αυτό κράτος είναι επίσης καπιταλιστικό, κάτι που καθορίζει σε σημαντικό βαθμό τις πολιτικές στα Παλαιστινιακά εδάφη και προς τον Παλαιστινιακό λαό. Στην παρούσα συγκυρία, ο Σιωνισμός λειτουργεί σαφώς σαν ιδεολογικό όχημα μιας επιθετικής καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (που θα δημιουργήσει μια “Ριβιέρα”) από την σκοπιά της οποίας ο Παλαιστινιακός πληθυσμός είναι κατά βάση πλεονάζων, έχοντας χάσει ακόμα και την αξία να είναι εργατική δύναμη προς εκμετάλλευση. Πρόκειται για σημαντικό σημείο, που βοηθά στην θεωρητική εμβάθυνση της διαπίστωσης που έκανε πρόσφατα η Francesca Albanese στο πόρισμα της για τα Ηνωμένα Έθνη: έχουμε να κάνουμε με μία “οικονομία της γενοκτονίας”, η οποία αποτελεί συνέχεια μιας “οικονομίας της κατοχής”, με τις δύο να αποτελούν (και εδώ η Μαρξική ανάλυση παραμένει αξεπέραστη) φαινομενολογικές αποτυπώσεις της ανάπτυξης του κεφαλαίου. Στα συντρίμμια της Γάζας θα επενδυθούν κεφάλαια, θα υπάρξει μια ολόκληρη διαδικασία αξιοποίησης και συσσώρευσης, με (άντληση υπεραξίας από) εργατική δύναμη που δεν θα έχει προσδοκίες να συγκροτηθεί ως ανεξάρτητος λαός αλλα που θα προέρχεται σε σημαντικό βαθμό από άλλα κράτη, πρακτική που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχει κανονικοποιηθεί στον σύγχρονο καπιταλισμό.
Η λειτουργικότητα ωστόσο του Σιωνισμού προς την κεφαλαιακή συσσώρευση δεν σημαίνει και λογική υπαγωγή του, λες και επάγεται εξ αυτής. Ο Σιωνισμός είναι ένα πρότζεκτ με την δική του συνοχή και ενεργή πραγματικότητα, που ασκεί διαμορφωτική (όχι μόνο νομιμοποιητική σε δεύτερο επίπεδο) επίδραση στην δημιουργία του επικοιστικού κράτους του Ισραήλ.11 Έπεται, ότι ούτε ο εποικισμός αποτελεί κάποιο δευτερεύον κατηγόρημα, παρά ουσιώδη στιγμή του συγκεκριμένου καπιταλιστικού κράτους που δημιουργήθηκε το 1948 και αργά αλλά σταθερά (δυστυχώς, πλέον, γοργά) επεκτείνεται στα εδάφη που εξ αρχής στόχευε. Το ότι αυτό το κράτος έχει δημοκρατικά στοιχεία – υπό την έννοια ότι προσδιορίζεται από θεσμούς, δικαιώματα και αρχές που έχουν ιστορικά καταχωρηθεί ως συστατικές μορφές ενός δημοκρατικού κράτους – δεν αλλάζει το γεγονός ότι η δικαιική του υπόσταση είναι ενός “κράτους κυρίαρχης φυλής ή εθνότητας” (Herrenvolk State και συγκεκριμένα Herrenvolk Democracy).12 Και όπως κάθε άλλη μορφή, η δεδομένη αυτή μορφή-κράτους έχει τόσο προσδιορισμένη πραγματικότητα όσο και προσδιορισμένες δυνατότητες. Τα δύα αυτά χαρακτηριστικά δεν είναι εξωτερικά το ένα στο άλλο. Το κάθε άλλο, από την μία, η πραγματικότητα εκφράζει ένα σύνολο δυνατοτήτων που εχουν ενεργοποιηθεί, ενώ από την άλλη η δυνατότητα μεσολαβείται πάντα από την πραγματικότητα (διαπίστωση που διαχωρίζει άλλωστε την κριτική σκέψη από έναν αφελή ουτοπισμό που ο Χέγκελ παρομοιάζει με “πολιτική της μπυραρίας”). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που έχει υπάρξει σθεναρή άρνηση να αναγνωριστεί ο γενοκτονικός χαρακτήρας της Ισραηλινής επιχείρησης στην Γάζα (σε σημείο που προσφάτως υποστηρίχθηκε ότι η αληθινή γενοκτονία διαπράχθηκε την 7η Οκτωβρίου).13 Διότι όσο και να δαιμονοποιηθεί η Χαμάς δεν μπορεί να εξηγηθεί εξ αυτής η πραγματικότητα ούτε της γενοκτονίας ούτε της εθνοκάθαρσης. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση γενοκτονίας (περιλαμβανομένου φυσικά του Ολοκαυτώματος), αυτή που διεξάγεται σήμερα σε ζωντανή μετάδοση – αν και δεν πρέπει να λησμονειται η απαγόρευση ξένων δημοσιογράφων, από το Ισραήλ, και όχι από την Χαμάς – πραγματοποιείται επειδή ενυπήρχε σαν δυνατότητα μιας υφιστάμενης μορφής· εν προκειμένω, του Herrenvolk κράτους του Ισραήλ και της σιωνιστικής του ιδεολογίας. Σε αυτό το πλαίσιο ο εποικισμός, ως συστηματική πολιτική, φέρει την γενοκτονία ως πρακτική τελική λύση στον στόχο που επιτελεί, και που δεδομένες ιστορικές συνθήκες μπορούν να ενεργοποιήσουν. Σήμερα τέτοιες συνθήκες δυνατότητας είναι η προαναφερθείσα οικονομική αναδιάρθρωση, η επικράτηση της Άκρας Δεξιάς στο Ισραήλ και τα γεωπολιτικά συμφέροντα των Δυτικών Δυνάμεων, πάνω απ΄ όλες των ΗΠΑ, που τις έχουν οδηγήσει στην επίμονη υποστήριξη του Ισραηλινού κράτους.
Ανάλογη ιστορικότητα έχει προφανώς η Παλαιστινιακή Αντίσταση και οι διάφορες πολιτικές της μορφές και εκφάνσεις, από τον κοσμικό αριστερισμό του PLO στον πολιτικό ισλαμισμό της Χαμάς. Όλες οι οργανώσεις, σαφώς, έχουν για κοινό τους τόπο την εθνική αυτοδιάθεση, που επιτρέπει να θεωρηθούν “εθνικιστικές”. Τι σημαίνει όμως αυτό; Γίνεται ένας φορμαλιστικός ορισμός του εθνικισμού να υπάγει μια ιστορία που περιλαμβάνει τόσο ετερόκλητες μορφές, από το NSDAP, τον Πινοσέτ και τον Άδωνι Γεωργιάδη μέχρι τον IRA, τον Γκάντι και τον Τόμας Σανκάρα; Στην συγκεκριμένη περίπτωση και την δεδομένη ιστορική συγκυρία, σε έναν κόσμο εθνών που το δικαίωμα να δηλωσεις Παλαιστίνιος δεν αναγνωριζόταν – “Αραβο-Ισραηλινή” διαμάχη την λένε διάφορα εγχειρίδια – πως θα μπορούσε ο αυτοπροσδιορισμός ως ενεργή πραγματικότητα ενός υποκειμένου να μην μεσολαβηθεί από ένα εθνικό στοιχείο; Ακόμα κι έτσι πάντως, ο εθνικισμός δεν αποτελεί καθολικό προσδιορισμό της Παλαιστινιακής Αντίστασης, όπως ακριβώς δεν ήταν σε πολλούς άλλους αντιαποικιοκρατικούς αγώνες και επαναστάσεις του παρελθόντος.14 Αντιθέτως, οι εν λόγω αγώνες και επαναστάσεiς είχαν έναν διεθνιστικό χαρακτήρα, τόσο στην μορφή διεξαγωγής και οργάνωσης όσο και στο πρόταγμα τους· οι διάφοροι αγώνες γίνονταν νοητοί ως στιγμές μιας ευρύτερης διαδικασίας ενάντια στο διεθνές σύστημα του ιμπεριαλισμού, κάτι που δημιουργούσε πραγματικά δίκτυα αλλυλεγγύης, όπως την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας από την Κούβα στην Αγκόλα, αλλά και ένα ενιαίο όραμα για μια εναλλακτική διεθνή κοινότητα. Οι δύο βασικότερες μορφές διεθνισμού ήταν ο Πανισλαμισμός και, όπως η προηγούμενη ιστορική αναφορά υποδεικνύει, ο κομμουνισμός. Ο οποίος έγινε πραγματικά διεθνής, δηλαδή επεκτάθηκε ως μαζικό κίνημα σε όλο τον κόσμο, ακριβώς λόγω της ικανότητας του να διαμεσολαβήσει και να εγγράψει ως στιγμή του τις προσδοκίες των αποικιοκρατούμενων λαών για ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη. Όποια κι αν ήταν τα αποτελέσματα – σίγουρα εδώ δεν μπορεί να γίνει μια εμπεριστατωμένη ανάλυση – χρήζει ως υπενθύμιση ότι η δημιουργία ενός συστήματος καπιταλιστικών εθνών-κρατών δεν ήταν προκαθορισμένη, παρά καθορίστηκε μέσα και από μαζικούς αγώνες, οι οποίοι περιείχαν κι άλλους προσανατολισμούς. Αν οι τελευταίοι ηττήθηκαν, μπορούν πάλι μέσα από τους αγώνες του παρόντος, τις προσδοκίες και τις αντιφάσεις τους, να αναδυθούν. Κάτι που πιστοποιείται στην Παλαιστινιακή Αντίσταση.
Ο αγώνας του Παλαιστινιακού λαού για αυτοπροσδιορισμό μετέχει αυτής της πλούσιας εμπειρίας αντιαποικιοκρατικών αγώνων, τόσο στην μορφή του διεθνούς κομμουνισμού όσο και του Πανισλαμισμού. Η Παλαιστινιακή Αντίσταση δεν ήταν και δεν είναι μόνο “εθνικιστική” (παρακάμπτοντας ότι ακόμα κι αυτός ο όρος δεν είναι άκαμπτος)· ήταν και είναι διεθνιστική με έναν πολύ απτό τρόπο – τί είναι άλλωστε η δράση των Χούθι και της Χεζμπολάχ αν όχι πρακτικός διεθνισμός; Η ηγεμονία της Χαμάς, όπως και των παραπάνω οργανώσεων στην Υεμένη και τον Λίβανο, δείχνει σαφώς ότι στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία ο Ισλαμισμός έχει επικρατήσει, αν και υπάρχουν ένοπλες ομάδες που συμμέτεχουν στην Αντίσταση και έχουν αναφορά στην παράδοση του διεθνούς κομμουνισμού. Όσο λιγότερο σημαντική και αν είναι η επίδραση τους σε σχέση με αυτή της Χαμάς, εδαφικοποιούν την κομμουνιστική παράδοση και διατηρούν ένα πρακτικό μέλλον – που δεν μπορεί να προεξοφληθει – για αυτήν. Ωστόσο, η αναλυση νωρίτερα ήθελε να υπογραμμίσει ότι αν η ηγεμονία της Χαμάς θεωρείται λόγος μη-συστράτευσης ή αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Αντίσταση, η απόρριψη δεν έχει να κάνει με το αντικείμενο καθαυτό, όσο με τις μεσολαβήσεις, όπως η Ισλαμοφοβία, που καθορίζουν την πρόσληψη του.
Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική ένδειξη ότι η Χαμάς επιδιώκει τον λιμό παρακρατώντας τροφή ή ότι διέταξε να σφαχτεί μαζικά άμαχος πληθυσμός την 7η Οκτωβρίου. Ενώ όντως υπήρξαν ενέργειες που εμπίπτουν στα εγκλήματα πολέμου, καλό θα ήταν οι ηθικές μας τοποθετήσεις, αν θέλουμε να πάψουν να είναι απόλυτες κρίσεις όσων έχουν την υλική δυνατότητα να τις διατυπώνουν, να κοιτάξουν την ολότητα που παράγει τόσο μίσος, οργή ή και μνησικακία στους καταπιεσμένους. Έτσι θα μεταβούμε και από την αφηρημένη ηθική στο πρόβλημα της δικαιοσύνης. Εξίσου σημαντικά, οι μελέτες που έχουν ασχοληθεί επισταμένα με το θέμα,15 και δεν αντλούν πληροφορίες από την Wikipedia, συγκλίνουν στα ακόλουθα σημεία: η Χαμάς δεν είναι οι φανατικοί, θρησκόληπτοι δολοφόνοι που παρουσιάζει η Σιωνιστική προπαγάνδα και αναπαριστά το δυτικό φαντασιακό. Είναι μια οργάνωση με διαφορετικές τάσεις, ικανής να τροποποιεί το πρόγραμμα της, ανοιχτή σε συνεργασίες, με ισχυρή λαϊκή βάση (αν μη τι άλλο, ο εκτεταμένος ανταρτοπόλεμος δειχνει μαζικότητα και ικανότητα ένταξης και στρατολόγησης, κυρίως από τους νεαρούς προλετάριους της Παλαιστίνης)· ούτε εθνικιστική με όρους άκρας Δεξιάς ούτε φονταμενταλιστική με όρους ISIS, η Χαμάς ισορροπεί μεταξύ εθνικοαπελευθερωτικού πατριωτισμού και ισλαμικού διεθνισμού.
Σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχουν σημεία που χρήζουν προσδιορισμένης κριτικής από μια αριστερή και ακόμα περισσότερο αντιεξουσιαστική και/ή κομμουνιστική οπτική; Φυσικά όχι… πέρα από διάφορα δομικά ζητήματα δικαιωμάτων, φύλου, οικονομικού προγράμματος, η ίδια η απόφαση για την επιχείρηση “Πλημμύρα” είναι εκ του αποτελέσματος συζητήσιμη, καθώς μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι υποτιμήθηκε η αντίδραση του Ισραήλ και υπέρ-τιμήθηκε η δυνατότητα του “Άξονα της Αντίστασης” να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην τεράστια βοήθεια που λαμβάνει το Σιωνιστικό καθεστώς σε εξοπλισμό και χρηματοδότηση. Από την άλλη, κάθε πολιτική απόφαση που έχει βαρύτητα έχει και ρίσκο, καθόσον λαμβάνεται σε αντικειμενικές συνθήκες που υπερβαίνουν το υποκείμενο. Εν προκειμένω, οφείλουμε να λάβουμε υπόψη τις εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις, αφενός από την λαϊκή βάση μπροστά στο αδιέξοδο του να ζεις σε μια υπαίθρια φυλακή – γιατί αυτό είναι η Γάζα, όπου όλες οι ροές (αγαθών, ενέργειας, κεφαλαίου, ανθρώπων) ελέγχονται από το Ισραήλ,16 αφετέρου από την σύγκλιση του Ισραήλ με κάποια αραβικά έθνη που επικυρωθηκε στις “συμφωνίες του Αβραάμ”. Κανένας πολιτικός συσχετισμός και συμμαχία ωστόσο δεν αναιρεί την πολιτική υποκειμενικότητα της Χαμάς ως εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση που ανήκει σε μια μακρά παράδοση αντιαποικιοκρατικών αγώνων, οι οποίοι με την σειρά τους βρίσκουν την έννοια τους στον αυτοπροσδιορισμό – στην ελευθερία ως αυτοπροσδιορισμό – συγκεκριμενοποιημένο εδω στο επίπεδο ενός λαού, δηλαδή της συλλογικής φιγούρας που είτε προσδιοριστεί εθνικά, πολιτειακά, φυλετικά (με την διττή έννοια του tribal ή του racial) ή και ταξικά (με όρους συμμετοχής στην εργασία/παραγωγική δραστηριότητα) αποτελεί την απαραίτητη υποκειμενική μορφή μιας κοινότητας.17 Τούτου δοθέντος, η Χαμάς δεν είναι κάποιο κατάλοιπο ενός προ-νεωτερικού παρελθόντος, αποτελεί μια πολιτική μορφή που εμφανίζεται μέσα στους αγώνες για αυτοδιάθεση αυτών που η καθ αυτή δυνατότητα αυτοδιάθεσης τους στερείται· αγώνες που ξεκινώντας από την επανάσταση στην Αϊτή προσδιορίζουν έκτοτε τον νεωτερικό κόσμο. Όπως κάθε μορφή, έχει και αυτή τα όρια της, όρια που υπάρχουν εν γένει στους αντιαποικιοκρατικούς αγώνες. Η κατοχύρωση του δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού για τον Παλαιστιακό λαό σίγουρα δεν θα αποτελούσε κάποιο απόλυτο τέλος, θα δημιουργούσε νέα πεδία αγώνων και εσωτερικών αντιπαραθέσεων, στα οποία η Χαμάς ίσως να ήταν στην θέση του καταπιεστή. Άλλωστε υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να παίξει τον ρόλο του κρατικού εγγυητή καπιταλιστικής συσσώρευσης για μια ντόπια αστική τάξη. Μα πως μπορεί ένα ενδεχόμενο μέλλον να κρίνει το καθόλα συγκεκριμένο παρόν;
Σήμερα η Χαμάς κουβαλάει το κύριο βάρος μιας αντίστασης που αξίζει τουλάχιστον σεβασμό για την επιμονή και το θάρρος της μπροστά σε ένα πανοπτικό καθεστώς ελέγχου και έναν στρατό που εξοπλίζεται και χρηματοδοτείται μαζικά από τις δυτικές Μεγάλεις Δυνάμεις. Εξίσου σημαντικά, στον φαινομενικά παλιομοδίτικο νεωτερισμό ενός εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, η Χαμάς και η Παλαιστινιακή Αντίσταση έχουν διάφορα πράγματα να διδάξουν σε μας, τα υπερ-δικτυωμένα υποκείμενα του ύστερου καπιταλισμού: πάνω απ’ όλα, πως μια οργάνωση μπορεί να δράσει αποτελεσματικά σε συνθήκες κοινωνικής απαξίωσης και, εξίσου σημαντικά, πως συγκροτείται μία συλλογική βούληση που παράγει πολιτική και επιχειρησιακή ικανότητα μείζονος κλίμακας. Όσο για το πρόταγμα καθαυτό, ενός ενοποιημένου δημοκρατικού κράτους από το ¨ποτάμι ως την θαλασσα”, ακόμα κι αν οι παρόντες συσχετισμοί δύναμης το καθιστούν μη-ρεαλιστικό, παραμένει ένα πρόταγμα που εκφράζει, αναδύεται και εδαφικοποιείται στους μακροχρόνιους αγώνες του Παλαιστινιακού λαού. Ένα πρόταγμα, επίσης που, σε αντίθεση με μία αφηρημένη διακήρυξη κατάργησης του “κράτους και του κεφαλαίου”, θέτει έναν πρακτικό ορίζοντα όπου συγκεκριμένες συζητήσεις και συμβιβασμοί μπορούν να συντελεστούν – σε μία συγκυρία όπου η λύση των δύο κρατών έχει καταστεί εξίσου ανεδαφική (ακόμα κι αν δεν ληφθεί υπόψη η επιχειρούμενη κατάληψη της Γάζας ή ο συστηματικός εποικισμός της Δυτικής Όχθης, κράτος χωρίς στρατό και δυνατότητα να ορίζει το ίδιο τους πολιτικούς δρώντες του δεν είναι κράτος). Στην τελική, ακόμα κι αν η Παλαιστινιακή Αντίσταση ηττηθεί και ο εναπομείναντας πληθυσμός στην Γάζα εκτοπιστεί, αφήνοντας την Δυτική Όχθη στο μαρτύριο του σταδιακού εποικισμού – σενάριο που δυστυχώς αποκτά υπόσταση – το θεωρητικό επίδικο δεν αλλάζει. Ένα Herrenvolk κράτος (ακόμα και όταν το πολίτευμα του είναι ήδη δημοκρατικό) εκδημοκρατίζεται, δηλαδή γενικεύει, εμπλουτίζει, επεκτείνει πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, μόνο μέσα από την εξέγερση των πληβειακών μαζών που αναιρούν έμπρακτα την νομικό-ταξική τους ανισότητα. Κι αυτό αφορά άμεσα την δυνατότητα των αντιφρονούντων μέσα στο Ισραήλ να γίνουν πιο επιδραστικοί, καθώς όσο αφελής μοιάζει η προοπτική μιας στρατιωτικής επικράτησης της Αντίστασης εξίσου αφελές είναι να θεωρούμε ότι μπορεί να υπάρξει αυτήν την στιγμή εσωτερική ήττα του Σιωνιστικού καθεστώτος χωρίς μία στρατηγική ήττα του Σιωνιστικού πρότζεκτ στην Παλαιστίνη. Οι αγώνες εντός του Ισραήλ για μετασχηματισμό βρίσκονται σε διαλεκτική ενότητα με τον αγώνα των Παλαιστινίων για αυτοπροσδιορισμό. Για αυτό η Παλαιστινιακή Αντίσταση είναι αντικειμενικός φορέας εκδημοκρατισμού ενός κράτους που στερεί σε έναν λαό την δυνατότητα να ονομαστεί όπως βούλεται και, οψίμως, το δικαίωμα στον τόπο του και την ζωή.
Αναζητώντας την καθολικότητα στην μερικότητα και την ενότητα στην διαφορά
“Όταν η νόηση παραμένει [προσκολλημένη] στην καθολικότητα των Ιδεών […] μπορεί να συμβεί να προσλαμβάνονται μόνο οι αφηρημένες προτάσεις και προσδιορισμοί […] και αυτοί μόνο να επαναλαμβάνονται ενόψει και του επιμέρους. […] Αν εκλάβουμε το καθολικό μορφικά και το παραθέσουμε δίπλα στο επιμέρους, τότε καθίσταται και το ίδιο επιμέρους. Στα αντικείμενα της καθημερινής ζωής, μια τέτοια παράθεση θα ξεχώριζε από μόνη της ως αταίριαστη και άστοχη – όπως, π.χ., κάποιος που ζητάει φρούτα απορρίπτει τα κεράσια, τα αχλάδια, τα σταφύλια κ.τ.λ. επειδή αυτά είναι κεράσια, αχλάδια, σταφύλια αλλά όχι φρούτα.”
G.W.F. Hegel, “Εισαγωγή” στην Εγκυκλοπαίδεια των Φιλοσοφικών Επιστημών18
Η θεωρητική αντιπαράθεση περί δικαίου και αδίκου στο Παλαιστινιακό ζήτημα, του κατά πόσο (ή αν) μία πλευρά έχει δικαίωμα να αμύνεται και/ή η άλλη να εξεγείρεται, μετέχει μιας πολύ πραγματικής αντιπαράθεσης, της μακράς διαλεκτικής εποικισμού/αντίστασης που διεξάγεται μεταξύ του Ισραηλινού κράτους και του Παλαιστινιακού λαού, στιγμή της οποίας είναι και η 7η Οκτωβρίου. Επειδή αυτή η αντίσταση με την σειρά της μετέχει στην ευρύτερη διαλεκτική κυριαρχίας/χειραφέτησης που προσδιορίζει τον νεωτερικό κόσμο – της οποίας τα δυσμενή αποτελέσματα αποτυπώνονται στην ιστορική πραγματικότητα του ύστερου καπιταλισμού – το πώς τοποθετούμαστε “στο Παλαιστινιακό ζήτημα” αποτελεί εν τέλει δείκτη για το που τοποθετούμαστε γενικότερα. Η ήττα της Αντίστασης και μαζί της η γενοκτονία και ο εκτοπισμός εκατομμυρίων (εφόσον ολοκληρωθούν) είναι συγχρόνως τεράστια ήττα του διεθνούς δικαίου – στην πραγματικότητα αποκάλυψη της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στην έννοια του – μα και όσων επί της αρχής εναντιώνονται στην δυνατότητα ενός κράτους να διαπράττει τέτοιας κλίμακας συστηματική βία. Είναι μία ήττα, επίσης, την οποία σε μία εποχή τεκτονικών αλλαγών και μεγάλων πληθυσμιακών μετατοπίσεων θα βρούμε μπροστά μας, καθώς το κράτος του Ισραήλ παρέχει ακόμα μία τεχνογνωσία στους Ισχυρούς του κόσμου: πως αντιμετωπίζεται ένας πληθυσμός που θεωρείται πλεονάζον.
Σε μία τέτοια ιστορική συγκυρία, αν η μορφή της δικαιοσύνης που μας προσανατολίζει ως πολιτικά υποκείμενα βρίσκει τις έννοιες της στον αυτοπροσδιορισμό, στην ισότητα, και στην αξιοπρέπεια, η όποια κριτική στάση προς την Παλαιστινιακή Αντίσταση έπεται και υπάγεται της αναγνώρισης του δίκαιου χαρακτήρα της, και όλων αυτών που, μέσα από τα πάθη της, μπορεί να μας μάθει. Γιατί σε πείσμα όσων θεωρούν ότι τα σύμβολα, όπως αντίστοιχα οι ιδέες και οι έννοιες, έχουν πάγιο και αμετάβλητο νόημα, σήμερα η Παλαιστινιακή σημαία, το όνομα Παλαιστίνη, έχει γίνει σύμβολο της ανθρώπινης κτηνωδίας μα και σύμβολο της ανθρώπινης ικανότητας να αντιστέκεσαι, να πολεμάς για την ελευθερία, και να δίνεσαι σε έναν σκοπό.
“Που πετάει το γεράκι; Το γεράκι πετάει πάνω από τις πληγές, Πάνω από τη μοναξιά σου, Πετάει πετάει το γεράκι, Πάνω από το μποστάνι του πατέρα σου.
Που πετάει το γεράκι; Το γεράκι πετάει πάνω από τη γυναίκα σου, Πάνω από το δάκρυ σου, Πετάει πετάει το γεράκι, Πάνω από την επιθυμία σου.
Που πετάει το γεράκι; Πετάει πάνω από το μυδράλιο, Πάνω από τις προδοσίες, Πετάει πετάει το γεράκι, Πάνω στα σφιγμένα δόντια σου.
Που πετάει το γεράκι; Το γεράκι πετάει πάνω από τα παιδιά σου, Πάνω από το σπίτι σου, Πετάει το γεράκι, Πάνω από την Παλαιστίνη σου”.
Sante Notarnicola, “Fedayn”
Φυλακή S. Vittore, Μιλάνο, 12 Σεπτεμβρίου 1970
– Ο πίνακας ζωγραφικής που συνοδεύει το κείμενο είναι “Η σφαγή των Αθώων”, του Guido Reni, 1611.
1 Μτφρ. Δ. Θεοδωράκη, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2022.
2 Για μία ραφιναρισμένη έκφραση αυτής της οπτικής βλ. Douglas Murray, On Democracies and Death Cults: Israel, Hamas and the Future of the West, Broadside Books, 2025.
3 Προς αυτό το σημείο βλ. Duncan Bell, Reordering the World: Essays on Liberalism and Empire, Princeton University Press, 2016.
4 Για μια οξυδερκή ανάλυση της Ισλαμοφοβίας και του ρόλου της βλ. Ghassan Hage, Είναι ο Ρατσισμός Περιβαλλοντική Απειλή;, μτφρ. Σ. Παπασταθόπουλος, Εκδόσεις Gutenberg, 2023.
5 Anat Matar, The Poverty of Ethics, Verso, 2022, σ.36.
6 Για αυτό το ζήτημα βλ. Shourideh C. Molavi, Environmental Warfare in Gaza Colonial Violence and New Landscapes of Resistance, Pluto Press, 2024.
7 Σημείο που έχει αναγνωρίσει ευκρινώς και ο Κέλσεν. Βλ. Hans Kelsen, Τι είναι δικαιοσύνη;, μτφρ. Θ. Δρίτσας, Εκδόσεις Αντίποδες, 2019.
8 Istvan Meszaros, Social Structures and Forms of Consciousness Vol.1, Monthly Review Press, 2012. Για τον Χέγκελ βλ. τις Εισαγωγές στην Φαινομενολογία του Πνεύματος και την Εγκυκλοπαίδεια των Φιλοσοφικών Επιστημών, στο G.W.F. Hegel, Προλογοι και Εισαγωγές, επιμ. & μτφρ. Π. Θανασάς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021 .
9 Κατά πόσο πρέπει να μιλάμε ακόμα για πόλεμο και όχι για γενοκτονία στην οποία συνεχίζεται να υπάρχει αντίσταση από αυτούς που την υπόκεινται, είναι συζητήσιμο.
10 Το έργο του Ιλάν Παππέ είναι κατατοπιστικό ως ιστορική ανάλυση που γκρεμίζει όλους τους Σιωνιστιοκούς μύθους, για τους “Άραβες που φταίνε γιατί δεν ήθελαν την ειρηνική λύση δύο κρατών”. Π.χ. Ilan Pappe, Για την Παλαιστίνη, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Εκδόσεις Καλλιστός, 2024· Η Εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, μτφρ. Κ. Κουσιάντας, Εκδόσεις Κάλλιστος, 2025.
11 Πέρα από το έργο του Παπέ κατατοπιστικό είναι επίσης το βιβλιο του Αμερικάνου ιστορικού, εξειδικευμένου στην ιστορία της Μέσης Ανατολής, Rashid Khalidi, The Hundred Years War On Palestine: A History of Settler Colonialism and Resistance 1917-2017, Metropolitan Books, 2021.
12 Αν και προϋπήρχε, η έννοια αυτή έχει τυποποιηθεί εύστοχα από τον Domenico Losurdo, π χ. στο Liberalism A Counter-History, μτφρ, G, Eliot, Verso Books, 2014.
13 Βλ. A. R. Shalev, “Hamas’ October 7th Genocide: Legal Analysis and the Weaponisation of Reverse Accusations – A Study in Modern Genocide Recognition and Denial’, Israel Law Review. Published online 2025: 1-40.
14 Για μία συνοπτική μια εξαιρετική μελέτη που καταδεικνύει το συγκεκριμένο σημείο βλ. Heather Streets-Salter, “International and Global Anti-Colonial Movements”, στο Antoinette Burton και Tony Ballantyne (eds.), World Histories from Below: Disruption and Dissent, 1750 to the Present, Bloomsbury Academic, 2022.
15 Βλ. Sara Roy, Hamas and Civil Society in Gaze: Engaging the Islamic Social Sector, Princeton University Press, 2013; Tareq Baconi, Hamas Contained: The Rise and Pacification of Palestinian Resistance, Stanford University Press, 2018; Helena Cobban και Rami G. Khouri (eds.), Understanding Hamas and Why that Matters, OR Books, 2024.
16 Για δύο πολύ καλές αναλύσεις βλ. Eyal Weizman, Hollow Land: Israel’s Architecture of Occupation, Verso Books: 2024l Antony Loewenstein, The Palestine Laboratory: How Israel Exports the Technology of Occupation Around the World, Verso Books, 2024.
17 Η ετερογένεια ενός λαού καθαυτή δεν λέει και πολλά, αφού είναι ίδιον καθε συλλογικής ταυτότητας. Ένας λαός (όπως ακριβώς και μία κοινωνική τάξη) συγκροτείται συμβολικά, φαντασιακά και θεσμικά, αλλά όσο σφιχτοί να είναι οι όροι της συγκρότησης και δεσμοί που δημιουργούνται, πάντα υπάρχει μια απόκλιση/διαφορά μεταξύ αυτών των επιπέδων με την υλική πολλαπλότητα που εντάσσεται σε αυτά. Σε σημαντικό βαθμό, αυτό που ονομάζουμε πολιτική ή πολιτικό αποτελεί την μη-αναγώγιμη διαμεσολάβηση αυτής της διαφοράς/απόκλισης.
18 Προλογοι και Εισαγωγές, §12/13.








