Η πόλη ως πεδίο μάχης

από | 11 Νοέ, 2025

Η πόλη ως πεδίο μάχης

[Πρόλογος του Σωτήρη Λυκουργιώτη στο Βιβλίο της Μαρίας Μπουσδέκη «Gentrification στην Πάτρα;»]

Όσοι έζησαν τις μεγαλουπόλεις στις τελευταίες  δεκαετίες του 20ου αιώνα θυμούνται το ασφυκτικό αίσθημα του πολεοδομικού τους χάους: φρικτή κυκλοφοριακή συμφόρηση, αποπνικτική ατμόσφαιρα με δυσοίωνα επίπεδα αέριων ρύπων, πλήρης απουσία δημόσιου χώρου, θόρυβος και σκουπίδια. Για όσους δεν τα έζησαν, οι ταινίες των δεκαετιών του ’80 και του ’90 είναι αδιάψευστος μάρτυρας.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Τα αυτοκίνητα έγιναν καταλυτικά, τα μέσα μαζικής μεταφοράς επεκτάθηκαν, τα ιστορικά κέντρα των πόλεων εν μέρει πεζοδρομήθηκαν. Τις δεκαετίες εκείνες, το να μένει κανείς στο κέντρο μιας μεγαλούπολης θεωρείτο κατάρα, ενώ μια ζωή με στοιχειώδη ποιότητα μπορούσε να αναζητηθεί μόνο στα «ευγενή» προάστια.

Μια υπόγεια, όμως, διαλεκτική του εξευγενισμού έμελλε τις επόμενες δεκαετίες να αντιστρέψει τη σχέση κέντρου – προαστίου και να μετατρέψει τα κέντρα σε «ευγενικούς» και υγιέστερους προορισμούς, κατάλληλους για πλούσιους και τουρίστες, ανεβάζοντας κατακόρυφα τις τιμές και εξωθώντας στην έξοδο τους παλιούς τους κατοίκους. Και αν η τελευταία σπείρα αυτού του διαλεκτικού εκκρεμούς μπορεί να ξεκινά πριν από μερικές δεκαετίες, οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν πολύ παλαιότερα, στις απαρχές των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, στις απαρχές του ίδιου του καπιταλισμού.

Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι περισσότερες κοινωνίες της Ευρώπης ήταν κατεξοχήν αγροτικές. Οι άνθρωποι ζούσαν διάσπαρτοι σε χωριά, καλλιεργώντας τη γη τους και ανταλλάσσοντας τα προϊόντα τους σε μικρές, τοπικές αγορές. Από την Αγγλία, όμως, ξεκίνησε μια ιστορική τομή που έμελλε να αλλάξει τα πάντα: οι περιφράξεις. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες άρχισαν να οριοθετούν τις έως τότε κοινόχρηστες γαίες, μετατρέποντάς τες σε ιδιωτικά τους τσιφλίκια. Αυτό έδιωξε εκατομμύρια μικροκαλλιεργητές από τη γη τους. Οι ξεριζωμένοι αγρότες, που για αιώνες ζούσαν από την καλλιέργεια της γης, δεν είχαν πλέον κανένα μέσο επιβίωσης εκτός από το να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη. Έτσι ένα μεταναστευτικό τσουνάμι, πρωτοφανές στην παγκόσμια ιστορία, ξεκίνησε από την ύπαιθρο προς τις πόλεις.

Αυτό έδωσε την πρώτη ύλη, δηλαδή το απαραίτητο μεταβλητό κεφάλαιο, για την καλπάζουσα βιομηχανία. Την ίδια περίπου περίοδο, η Βιομηχανική Επανάσταση, που ξεκίνησε στην Αγγλία γύρω στο 1760 και χαρακτηρίστηκε από τις κλωστοϋφαντουργικές μηχανές, τον ατμό και τα πρώτα μεγάλα εργοστάσια, μετέτρεψε πόλεις όπως το Μάντσεστερ, το Μπέρμιγχαμ και το Λίβερπουλ σε βιομηχανικά κέντρα, υποβαθμίζοντας ριζικά το αστικό τους περιβάλλον.

Από μικρά εμπορικά κέντρα ή λιμάνια, οι πόλεις αυτές έγιναν τόποι μαζικής συγκέντρωσης εργατών, που στοιβάζονταν γύρω από τις μονάδες παραγωγής. Οι συνθήκες ζωής στις νέες αυτές βιομηχανικές πόλεις ήταν άθλιες: εργάτες και οικογένειες ζούσαν σε υγρά υπόγεια και παραπήγματα, ολόκληρες οικογένειες μοιράζονταν ένα δωμάτιο, οι δρόμοι δεν είχαν αποχέτευση, ενώ οι επιδημίες χολέρας, τύφου και φυματίωσης θέριζαν τον πληθυσμό.

Η εργασία στα εργοστάσια σήμαινε δεκαπέντε ώρες την ημέρα αδιάκοπου ωραρίου, με γυναίκες και παιδιά να δουλεύουν δίπλα στους άντρες με μισθούς πείνας. Η μετάβαση από την κοινότητα του χωριού στη μίζερη μάζα της πόλης έφερε αποξένωση και φτώχεια και διέσπασε τους δεσμούς της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς, στο έργο του Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845), περιέγραψε με ζοφερές εικόνες την εξαθλίωση που συνάντησε στο Μάντσεστερ. Αυτή η πραγματικότητα γέννησε για πρώτη φορά στην ιστορία ένα νέο κοινωνικό στρώμα: το βιομηχανικό προλεταριάτο. Άνθρωποι αποκομμένοι από τη γη, χωρίς κανένα άλλο μέσο επιβίωσης εκτός από την πώληση της εργασίας τους, ζούσαν εξαρτημένοι αποκλειστικά από τον πενιχρό μισθό τους.

Παρά τη δυστυχία τους, η μαζική συγκέντρωση τους έδωσε και μια νέα δύναμη: τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουν ότι μοιράζονταν κοινά συμφέροντα, να οργανωθούν σε σωματεία, να κάνουν απεργίες και να δημιουργήσουν τα πρώτα εργατικά κινήματα.

Οι βιομηχανικές πόλεις έγιναν έτσι κοιτίδες μιας αντίφασης: κέντρα παραγωγής πλούτου για το κεφάλαιο, επιστήμης, καινοτομίας και τεχνικής προόδου, αλλά και τόποι αθλιότητας και εκμετάλλευσης. Αυτή η αντίφαση τράβηξε την προσοχή των πρώτων σοσιαλιστών, που διέκριναν σε αυτήν το «σχολείο» μέσα στο οποίο η εργατική τάξη θα μάθαινε την αναγκαιότητα της συλλογικής πάλης.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, το Λονδίνο και το Παρίσι είχαν μετατραπεί σε μεγαπόλεις με εκατομμύρια κατοίκους. Αντίστοιχες εξελίξεις σημειώθηκαν στη Γερμανία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία. Οι εργατικοί αγώνες (απεργίες, εξεγέρσεις, συνδικάτα, σοσιαλιστικά κόμματα) πίεσαν για καλύτερες συνθήκες, για δημόσια υγεία, κατοικία και εκπαίδευση.

Μεγαλώνοντας με ξέφρενους ρυθμούς, οι βιομηχανικές πόλεις του 19ου και του 20ου αιώνα άρχισαν να συσσωρεύουν τα δικά τους προβλήματα. Η συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων σε περιορισμένους χώρους χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό δημιούργησε αξεπέραστα κυκλοφοριακά ζητήματα. Οι δρόμοι ήταν στενοί και γεμάτοι κάρα, ενώ με την έλευση του αυτοκινήτου στις αρχές του 20ου αιώνα, η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά: οι πόλεις, που είχαν σχεδιαστεί για πεζούς και άλογα, πνίγηκαν από μποτιλιαρίσματα, θόρυβο και καυσαέρια.

Ταυτόχρονα, η ίδια η βιομηχανία, που έδωσε ζωή σε αυτές τις πόλεις, τις σκέπασε με αιθαλομίχλη. Το Λονδίνο έγινε διαβόητο για τις «ομίχλες» του, που στην πραγματικότητα ήταν δηλητηριώδη σύννεφα καπνού από κάρβουνο· το 1952, μάλιστα, το Great Smog στοίχισε τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους.

Η απουσία δημόσιου – ελεύθερου χώρου ήταν μια άλλη πληγή. Η γη στα κέντρα των πόλεων απέκτησε τεράστια εμπορική αξία, και έτσι, αντί για πάρκα, πλατείες ή ανοιχτούς χώρους, χτίζονταν συνεχώς εργατικές κατοικίες, αποθήκες και εργοστάσια. Τα παλαιά διώροφα ή ισόγεια σπίτια γκρεμίζονταν και στη θέση τους χτίζονταν πολυόροφες οικοδομές, πολλαπλασιάζοντας τις αστικές πυκνότητες. Οι φτωχοί ζούσαν στρυμωγμένοι, χωρίς πρόσβαση σε καθαρό αέρα ή χώρους πρασίνου.

Σιγά σιγά, η εικόνα των κέντρων μετατράπηκε σε ένα σκηνικό βρωμιάς, ρύπανσης, φτώχειας και εξαθλίωσης. Όσοι μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά άρχισαν να εγκαταλείπουν τα κέντρα και να κινούνται προς τις περιφέρειες των πόλεων. Έτσι γεννήθηκαν τα πρώτα προάστια, με καλύτερες κατοικίες, καθαρότερο αέρα και περισσότερο ελεύθερο χώρο. Η τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα έντονη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα suburbs έγιναν το σύμβολο της μεσαίας τάξης μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· το ίδιο φαινόμενο, όμως, εμφανίστηκε και στην Ευρώπη.

Η εγκατάλειψη του κέντρου από τους εύπορους αστούς επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση των ίδιων των κέντρων. Στα αστικά κέντρα έμειναν κυρίως οι εργάτες και οι μετανάστες, σε περιοχές με ερειπωμένα σπίτια και ανεπαρκείς υποδομές. Οι πόλεις χωρίστηκαν σε «δύο κόσμους»: τον κόσμο των εύπορων προαστίων και τον κόσμο των εξαθλιωμένων κέντρων. Αυτή η διάκριση αποτέλεσε αντικείμενο έντονης κοινωνικής κριτικής από πολεοδόμους αλλά και από τα νέα κοινωνικά κινήματα πόλης και κατοικίας.

Σταδιακά, από τα μέσα του 20ου αιώνα, η πίεση των κοινωνικών κινημάτων πόλης για την αναβάθμιση των κέντρων (χαρακτηριστικότερα αυτά της Ολλανδίας και του Καναδά) έγινε έντονη. Η κριτική στις άθλιες συνθήκες, αλλά και η ανάγκη να ξαναγίνουν τα κέντρα ανθρώπινα, έφερε νέες πολιτικές: δημιουργία πάρκων και πράσινων χώρων, κατεδαφίσεις ερειπίων, κατασκευή μεγάλων λεωφόρων, εισαγωγή μέσων μαζικής μεταφοράς, όπως μετρό και τραμ, πεζοδρομήσεις και περιορισμοί στην κυκλοφορία των αυτοκινήτων.

Το κίνημα του «εξευγενισμού» (gentrification), που ξεκίνησε σε διάφορες πόλεις από τη δεκαετία του ’70, σήμαινε ότι περιοχές των κέντρων που είχαν εγκαταλειφθεί από την αστική τάξη άρχισαν να ξαναγίνονται ελκυστικές: παλαιά σπίτια ανακαινίστηκαν, εργοστάσια μετατράπηκαν σε πολιτιστικά κέντρα, καφέ και γκαλερί. Οι πόλεις επένδυσαν σε καθαρότερη ατμόσφαιρα, καλύτερη δημόσια συγκοινωνία, ποδηλατόδρομους και αναπλάσεις, δημιουργώντας μια νέα εικόνα για το κέντρο.

Ο «εξευγενισμός», που ξεκίνησε ως μια διαδικασία βελτίωσης της ποιότητας ζωής στα κέντρα, όντως έφερε καθαρότερο αέρα, πράσινους χώρους, πεζοδρομήσεις, καλύτερες συγκοινωνίες, περισσότερη ασφάλεια και μια πολιτιστική άνθηση. Οι πόλεις έγιναν πιο όμορφες και πιο βιώσιμες. Όμως αυτή η αναβάθμιση είχε ένα μεγάλο κοινωνικό τίμημα: τα κέντρα έγιναν υπερβολικά ακριβά. Τα ενοίκια και οι τιμές των ακινήτων εκτινάχθηκαν· η αγορά σπιτιών και διαμερισμάτων μετατράπηκε σε πεδίο κερδοσκοπίας και επενδύσεων, ενώ η βραχυχρόνια μίσθωση και η τουριστική βιομηχανία επιτάχυναν τον αποκλεισμό των κατοίκων.

Έτσι, φτάνουμε στο παράδοξο: οι άνθρωποι που υπέστησαν για δεκαετίες τις άθλιες συνθήκες των παλιών βιομηχανικών κέντρων, που πάλεψαν για να γίνουν πιο βιώσιμα και ανθρώπινα, τώρα που το πέτυχαν δεν μπορούν να απολαύσουν αυτή την αλλαγή. Οι φτωχοί, οι εργάτες, οι μετανάστες και γενικότερα όσοι ζούσαν στα κέντρα επί δεκαετίες, εξωθούνται στην περιφέρεια. Οι ίδιες οι γειτονιές τους γίνονται απλησίαστες. Οι άνθρωποι που ανέχθηκαν την ατμοσφαιρική ρύπανση, το θόρυβο, την εγκληματικότητα και την έλλειψη υποδομών, βλέπουν τώρα να τους διώχνει η «επιτυχία» της ανάπλασης.

Τη θέση τους στα κέντρα καταλαμβάνουν τουρίστες, που γεμίζουν τα Airbnb και τα boutique hotels, καθώς και οι πολύ πλούσιοι, που αγοράζουν ακίνητα ως επενδυτικά «χαρτιά» ή ως σύμβολα κύρους. Το αποτέλεσμα είναι πως πολλά κέντρα μεγαλουπόλεων χάνουν το χαρακτήρα της καθημερινής, ζωντανής αστικής ζωής και μετατρέπονται σε θεματικά πάρκα: τόπους κατανάλωσης, διασκέδασης και τουρισμού, χωρίς τους (πραγματικούς) κατοίκους που θα μπορούσαν να τα κρατήσουν ζωντανά και να νοηματοδοτήσουν το χώρο.

Η σύγχρονη τάση καθιστά εμφανέστερη τη θεώρηση της πόλης ως πεδίου ενός αδιόρατου αλλά διαρκούς κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού – ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, ανάμεσα στους ανθρώπους και το κέρδος. Σε πόλεις όπως το Παρίσι, το Βερολίνο, το Τόκιο, την Κωνσταντινούπολη ή το Λονδίνο, το παράδοξο είναι εμφανές: ο τουρίστας βλέπει μόνο άλλους τουρίστες ή εργάτες του τουρισμού. Ο ίδιος ο «ντόπιος κάτοικος» μοιάζει να εξαφανίζεται. Οι άλλοτε χαρακτηριστικές γειτονιές γίνονται απλά σκηνικά κατανάλωσης για φωτογράφηση. Η πόλη αλλοτριώνεται· μετατρέπεται σε κάτι ξένο προς τον ίδιο της τον πληθυσμό: ένα «προϊόν» προς πώληση στην παγκόσμια τουριστική αγορά της εμπειρίας.

Έτσι, η ουσία του ταξικού ανταγωνισμού στην πόλη θέτει επιτακτικά το ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να κατοικεί, ποιος έχει πρόσβαση στο χώρο, ποιος μπορεί να ζήσει και να απολαύσει την πόλη του; Μπορεί να υπάρχει ζωντανή πόλη ή ζωντανή εμπειρία της χωρίς τους κατοίκους της;

Ο Ανρί Λεφέβρ, στο κλασικό του έργο Le Droit à la Ville (1968), έθεσε το ζήτημα με τρόπο που παραμένει σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ. Υποστήριξε ότι η πόλη δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό ή πολεοδομικό πλαίσιο, αλλά το αποτέλεσμα κοινωνικών σχέσεων, αγώνων και καθημερινών πρακτικών. Η πόλη είναι ένας «τρόπος ζωής», ένας χώρος που παράγεται και αναπαράγεται από αυτούς που τον ζουν.

Το «δικαίωμα στην πόλη» δεν είναι, λοιπόν, μόνο το δικαίωμα να κατοικείς σε αυτήν. Είναι κάτι βαθύτερο: το δικαίωμα να συμμετέχεις στη διαμόρφωση του χώρου, να έχεις πρόσβαση σε όλες τις λειτουργίες της πόλης, να συνδιαμορφώνεις την καθημερινότητά της. Και για τον Λεφέβρ, όπως και για τα κινήματα πόλης, αυτό είναι ένα συλλογικό – όχι ατομικό – δικαίωμα· αφορά τις τάξεις που παράγουν τον πλούτο και ζουν την πόλη.

Στη δεύτερη αυτή εργασία της για το φαινόμενο του gentrification, η Μαρία Μπουσδέκη επεκτείνει την προβληματική για την πόλη και τον εξευγενισμό, στην πόλη όπου ζει και αγωνίζεται, την πόλη της Πάτρας. Μια μικρομέγαλη πόλη που μπορεί να μη βίωσε την ξέφρενη μοίρα των βιομηχανικών μεγαλουπόλεων ή των τερατωδών τουριστικών αποβάσεων, ωστόσο σήμερα, αργά αλλά σταθερά, διώχνει και αυτή τους κατοίκους της από τις κεντρικές πολεοδομικές της εστίες.

Η ένταξη αυτής της προβληματικής στο πεδίο της ταξικής πάλης και του πολιτικού ανταγωνισμού είναι επίσης πολύ σημαντική. Η Ελλάδα, για λόγους που ανάγονται στις ιστορικές και κοινωνικές της ιδιαιτερότητες, δεν είχε την εμπειρία των ριζοσπαστικών κινημάτων πόλης και κατοικίας που αναπτύχθηκαν κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Έτσι, οι όποιες εξευγενιστικές μεταμορφώσεις των κέντρων γίνονται σήμερα «από τα πάνω», χωρίς κοινωνικό έλεγχο και συμμετοχή, χωρίς τη διαλεκτική πίεση των κοινωνικών κινημάτων πόλης, χωρίς τις αξιακές και ηθικές προτεραιότητες της ζωής.

Για το λόγο αυτό, η εργασία της Μαρίας – δουλειά συστηματική και τεκμηριωμένη – είναι διπλά σημαντική. Γιατί, εκτός από τον εντοπισμό και την ανάδειξη του φαινομένου, αναδεικνύει ορισμένες πτυχές του τρόπου με τον οποίο η κοινωνική διεκδίκηση πρέπει να αρθρωθεί· όχι ως ένα κίνημα not in my back yard, αλλά ως μια ανοιχτή, κοινωνική και δημόσια κινητοποίηση των κατοίκων για την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου και των πόλεών τους.

Φυσικά, τα πεδία που ανοίγουν το σύγχρονο διάλογο είναι πολλά. Σε μια εποχή που ο δημόσιος χώρος, αν και φαινομενικά αυξάνεται, στην πραγματικότητα εξευγενίζεται για να παραδοθεί στην αγοραία εκμετάλλευση· σε μια ιστορική καμπή όπου η κατοικία γίνεται ξανά προνόμιο των λίγων, τα ποσοστά ιδιοκατοίκησης μειώνονται ραγδαία, ενώ οι κατοικίες (προς τουριστική και άλλη εκμετάλλευση) αυξάνονται εξίσου ραγδαία, το αίτημα για δημόσιο – κοινωνικό χώρο, για δημόσια – κοινωνική οργάνωση και διαχείριση των υποδομών και των δικτύων, αλλά και για κοινωνική κατοικία, θα τεθεί αναγκαστικά στην ημερήσια διάταξη.

Σωτήρης Λυκουριώτης

 

Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης… Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ

Να φοβάσαι αυτούς που καταδικάζουν τη βία. Είναι αδίστακτοι (Βίντεο)

Να φοβάσαι αυτούς που καταδικάζουν τη βία. Είναι αδίστακτοι (Βίντεο) Να φοβάσαι αυτούς που καταδικάζουν τη βία στα λόγια, ενώ στην πράξη την ασκούν, την καλύπτουν ή την αιτιολογούν ως απαραίτητο κρατικό μονοπώλιο. Είναι οι ίδιοι που θεωρούν τη ζωή ενός αυτιστικού...

Παρέμβαση – καταπέλτης του ΟΗΕ ενάντια στο πλάνο εκκένωσης των Προσφυγικών Λ. Αλεξάνδρας

Παρέμβαση - καταπέλτης του ΟΗΕ ενάντια στο πλάνο εκκένωσης των Προσφυγικών Λ. Αλεξάνδρας. Η χθεσινή συνέντευξη τύπου της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών, που πραγματοποιήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, ξεκίνησε με μια απαραίτητη και κρίσιμη...

Στάση εργασίας από τους διανομείς κατά τη διάρκεια του τελικού του Μουντιάλ

Στάση εργασίας από τους διανομείς κατά τη διάρκεια του τελικού του Μουντιάλ. Στάση εργασία έχει προκηρύξει τα Σωματείο Εργαζομένων Efood και τα Σωματεία Εργαζομένων Wolt σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του τελικού του Μουντιάλ και ζητούν από τους καταναλωτές...

Η Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης παύει τη λειτουργία της

Η Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης παύει τη λειτουργία της. ΕΝΑΣ ΚΥΚΛΟΣ ΚΛΕΙΝΕΙ, Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ! «Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος· ο δρόμος χαράζεται περπατώντας» Antonio Machado Τον Ιανουάριο του 2013 μια ομάδα ανθρώπων αποφάσισε να δημιουργήσει μια νέα...

Οι ένοικοι του χθεσινού κόσμου: Το μακρύ απόγευμα των ’90s

Οι ένοικοι του χθεσινού κόσμου: Το μακρύ απόγευμα των '90s. Ο θαυμασμός του Θοδωρή Αθερίδη προς τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη δεν είναι τυχαίος. Είναι ο ναρκισσιστικός αυτοθαυμασμός μιας παρακμασμένης αυτοεικόνας, μιας αποτυχημένης μετριότητας που υπήρξε απολύτως επιτυχημένη...

Η παρακμή της ελληνικής επαρχίας

Η παρακμή της ελληνικής επαρχίας. Οι πρόσφατες δηλώσεις του δημάρχου Άργους και η δημόσια στήριξη στους δύο δολοφόνους του 20χρονου μας λένε πολλά και είναι χρησιμότατες γιατί αποκαλύπτουν αυτό που πολλοί κάνουν ότι δεν βλέπουν: Μιλάω για την ευρύτερη εικόνα που...

FIFA: Η αποθέωση της διαφθοράς

FIFA: Η αποθέωση της διαφθοράς. Αναδημοσίευση από Ουλτρας - 𝐒𝐜𝐨𝐮𝐭 - 𝐌𝐚𝐭𝐜𝐡 𝐀𝐧𝐚𝐥𝐲𝐬𝐭. Ο Γάλλος ερευνητικός δημοσιογράφος Ρομέν Μολίνα, ένα όνομα με τεράστια αξιοπιστία στη χώρα του, έριξε μια πραγματική "βόμβα" στα θεμέλια του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Ο αντίκτυπος της...

Λευκός τρόμος, ή μια σύντομη ιστορία της μεταμνημονιακής Ελλάδας

Λευκός τρόμος, ή μια σύντομη ιστορία της μεταμνημονιακής ελλάδας “Ο μνημονιακός κύκλος που άνοιξε για την χώρα το 2010 φτάνει σήμερα στο επέκεινα της αναπόφευκτης παρακμής του. Μία χώρα που πηγαίνει προς τις εκλογές με υπουργούς, δημοσιογράφους και αντιπολίτευση...

Νέες απολύσεις, λογοκρισία και τρομοκρατία στην Εφημερίδα των Συντακτών – Κήρυξη απεργίας ζητούν οι εργαζόμενοι

Νέες απολύσεις, λογοκρισία και τρομοκρατία στην Εφημερίδα των Συντακτών – Κήρυξη απεργίας ζητούν οι εργαζόμενοι. Αναταραχή επικρατεί και πάλι στην Εφημερίδα των Συντακτών, έπειτα από δύο νέες απολύσεις που πραγματοποιήθηκαν μέσα σε μια εβδομάδα, ανεβάζοντας τον...

Καταγγελία της πλατφόρμας Χαρδαλιά για το φακέλωμα των Προσφυγικών

Καταγγελία της πλατφόρμας Χαρδαλιά για το φακέλωμα των Προσφυγικών. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΠΛΑΤΦΟΡΜΑΣ ΧΑΡΔΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ Μετά το μεγάλο φιάσκο του υποτιθέμενου σχεδίου εκκένωσης για «ανάπλαση» των...