Το δικαίωμα στη βαρβαρότητα
“Η εξέγερση των φυλών ήταν πέρα για πέρα σοβαρή, αλλά καλύτερα να μην πω πολλά γι’ αυτήν. Οι Κανάκοι διεκδικούσαν την ίδια ελευθερία που είχαμε προσπαθήσει κι εμείς να αποκτήσουμε μέσα απ’ την Κομμούνα”.
Λουίζ Μισέλ, Απομνημονεύματα
Την ώρα που το Ισραήλ και οι ΗΠΑ σφυροκοπούν αδιάκοπα με τις βόμβες και τους πυραύλους τους το Ιράν, υπάρχουν ακόμη μερικοί αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί που επιμένουν να παίρνουν αποστάσεις από τη σύγκρουση, σαν να μην τους αφορά. Μάλιστα, δεν περιορίζονται σε αυτή την μοιρολατρική στάση, αλλά παριστάνουν τους θεματοφύλακες της ιδεολογικής καθαρότητας της αναρχίας, επιτιθέμενοι σε όσους από εμάς τασσόμαστε με τον λαό του Ιράν, τώρα που ήρθε η σειρά του να δοκιμάσει τα “ευεργετήματα” του πολιτισμού της Δύσης. Φυσικά, αυτή είναι μονάχα η πιο πρόσφατη εξέλιξη, το τελευταίο επεισόδιο σε μια παλιά ιδεολογική διαμάχη που μαίνεται εδώ και χρόνια στους κόλπους του αναρχικού κινήματος. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια μερίδα του αντιεξουσιαστικού χώρου αναλαμβάνει πρόθυμα να παίξει τον ρόλο της πέμπτης φάλαγγας, την ώρα που το διεθνοποιημένο κεφάλαιο επεκτείνει διαρκώς την κυριαρχία του κι επιδίδεται σε μια συστηματική εκστρατεία ερήμωσης όσων κοινωνιών της περιφέρειας δεν έχουν ενσωματωθεί πλήρως στις δομές αναπαραγωγής του.
Συνήθως, η συλλογιστική που ακολουθούν αυτά τα κομμάτια του χώρου είναι απλή. Κατά πρώτο, τα πολιτικά συστήματα των χωρών που γίνονται αντικείμενα των εκστρατειών για αλλαγή καθεστώτος που εξαπολύει η συλλογική Δύση από καιρό σε καιρό, είναι εξίσου καταπιεστικά, αν όχι περισσότερο, από τα καθεστώτα που υπάρχουν στις μητροπόλεις του παγκόσμιου Βορρά. Κάθε αλληλεγγύη μαζί τους αποτελεί αντανάκλαση ενός στείρου και κοντόφθαλμου αντι-αμερικανισμού, ή συνιστά στην πράξη λιποταξία από τις υψηλές αρχές του αναρχικού προτάγματος, τις οποίες οφείλουμε να διαφυλάξουμε. Υπάρχει όμως και μια πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή αυτού του απλοϊκού, ηθικολογικής υφής επιχειρήματος. Αναφέρομαι εδώ στον αντιπολεμικό θεωρητικό λόγο που πιο πρόσφατα εκφράστηκε συγκροτημένα μέσα απ’ το πολιτικό περιοδικό Misfit, το οποίο ουσιαστικά υιοθετεί την προσφιλή φουκωική μέθοδο της πλήρους αποπροσωποποίησης και αποκέντρωσης των δυνάμεων μέσω των οποίων ασκεί την εξουσία του ο καπιταλισμός, σε τέτοιον βαθμό ώστε να μην ξέρει τελικά κανείς από πού να φυλαχτεί.
Ο πόλεμος μέσα σε αυτή την προβληματική εμφανίζεται ως ένα τεράστιο πείραμα κοινωνικής μηχανικής, που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός μέσα από δίπολα όπως θύτης/θύμα, αποικιοκράτης/αποικιοκρατούμενος, κυρίαρχος και κυριαρχούμενος. Εκκινώντας από την αφετηρία του Misfit, η γενοκτονία της Γάζας δεν στρεφόταν πρωτίστως ενάντια σε αυτούς που επί δύο ολόκληρα χρόνια διαμελίζονταν και ψήνονταν ζωντανοί από τις βόμβες των Σιωνιστών, αλλά αφορούσε πιο πολύ την “πειθάρχηση των σωμάτων” των προλετάριων εντός του Ισραήλ. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Ν. Σπυρόπουλος στο κείμενο του για τον πόλεμο και τις μεταμορφώσεις του δικαίου υπό το πρίσμα της φουκωικής αναλυτικής μεθόδου, “Οι πειθαρχικές μέθοδοι αποτέλεσαν το λανθάνον υπόστρωμα των νομικο-πολιτικών σχηματισμών και εντοπίζονται στο μικροεπίπεδο των κοινωνικών σχέσεων, αποτελώντας τη μικροφυσική της εξουσίας, διαπερνώντας τις διατάξεις και τις δυνάμεις των σωμάτων και οργανώνοντας την καθυπόταξη τους”.i Έτσι, η γενοκτονική επιχείρηση στη Γάζα είχε σαν στόχο να ενισχυθεί η ηγεμονία του μιλιταριστικού φαντασιακού στις ισραηλινές κατώτερες τάξεις, να παγιωθεί εκ νέου ο καταμερισμός εργασίας ανάμεσα στα φύλα και να παγιωθεί ο κρατικός έλεγχος πάνω “στα σώματα” των προλετάριων. Φαίνεται πως οι άτυχοι Παλαιστίνιοι ήταν απλώς τα μέσα για έναν σκοπό που ούτε καν τους αφορούσε.
Αν προεκτείνουμε την ίδια γραμμή σκέψης σε ότι αφορά την Γάζα, συμπεραίνει κανείς ότι πρωταρχικό μέλημα των Παλαιστίνιων δεν θα έρπεπε να είναι η συλλογική αντίσταση τους απέναντι στην κρεατομηχανή της κατοχής που τους πετσοκόβει αδιακρίτως. Τουναντίον, οι Παλαιστίνιοι καλά θα κάνουν να φυλάγονται από τις δικές τους πολιτικές οργανώσεις, τις ομάδες των ανταρτών που αντιστέκονται με τα όπλα στην γενοκτονική μηχανή. Αυτές οι ομάδες επουδενί δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως οχήματα που συμπυκνώνουν μια έκφραση της συλλογικής βούλησης των καταπιεσμένων της Γάζας. Που ενεργούν με γνώμονα την επιβίωση του λαού της Γάζας με όρους κοινότητας και την κατοχύρωση των συλλογικών δικαιωμάτων του πάνω στη γη και την ζωή τους. Το αντίθετο, η Χαμάς, η Ισλαμική Τζιχάντ, το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ή “Jabha”, όπως το αποκαλούν για συντομία οι Παλαιστίνιοι) είναι απλώς οι μορφές που λαμβάνει η πολιτική συγκρότηση μιας υπολανθάνουσας, εγχώριας “αστικής τάξης”. Είναι εξουσιαστές που καραδοκούν για να κατασπαράξουν τους ανυποψίαστους Παλαιστίνιους. Ευτυχώς, θα λέγαμε, που υπάρχουν οι αναρχικοί υποψήφιοι διδάκτορες στα παν/μια της Ελλάδας και του εξωτερικού για να τους ανοίξουν τα μάτια. Να τους νουθετήσουν ως προς τα ορθά θεωρητικά μοντέλα που είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν, όταν διεξάγουν την ταξική τους πάλη κόντρα στο σιδερένιο τέρας που προσπαθεί εδώ και τρία χρόνια να τους εξαφανίσει απ’ το πρόσωπο της γης.
Η σκληρή υλική πραγματικότητα της γενοκτονίας και το παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος που προϋποθέτει η σχέση αποικιοκράτη και αποικιοκρατούμενου, εξαϋλώνεται μέσα σε αυτό το αφηρημένο θεωρητικό πλαίσιο. Τη στιγμή που το Ισραήλ επιδίδεται σε μεθοδική εθνοκάθαρση, τόσο στη Γάζα όσο και στη Δυτική Όχθη, οι δύο ετερόνομες οντότητες, το Ισραήλ και η κατεχόμενη Παλαιστίνη, στο αναλυτικό σχήμα του Misfit φαίνεται απλώς ότι συνυπάρχουν. Κινούνται παράλληλα, αλλά πουθενά δεν συναντώνται. Για να το πούμε διαφορετικά, δεν λαμβάνεται υπόψιν η διαλεκτική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα δύο μέρη της αποικιοκρατικής εξίσωσης. Έτσι, ο περιορισμός της μιλιταριστικής φρενίτιδας που έχει κυριεύσει το σύνολο της ισραηλινής κοινωνίας δεν συναρτάται από την αποτυχία του ισραηλινού στρατού στα πεδία των μαχών και τη συνακόλουθη ικανότητα της Παλαιστινιακής αντίστασης να δημιουργήσει τους στρατιωτικούς όρους εκείνους που είναι απαραίτητοι για μια τέτοια αποτυχία. Αυτό θα σήμαινε στην πράξη την υποστήριξη από μέρους μας των Παλαιστινιακών ένοπλων οργανώσεων, πράγμα που θα επέφερε τον αυτόματο αναθεματισμό από τους φιλοσιωνιστές αναρχικούς μας. Αντίθετα, οι Παλαιστίνιοι θα έπρεπε να προσφέρουν λουλούδια στα άγρια θηρία που έρχονται για να τους κατασπαράξουν. Θα έπρεπε να τραγουδούν διεθνιστικούς παιάνες και να κάνουν επικλήσεις στην αδελφοσύνη των λαών. Κι αν είναι τίποτα βαζιβουζούκοι που δεν σκαμπάζουν από προλεταριακό διεθνισμό, όπως τον φανταζόμαστε, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς. Θα έχουν αποδείξει πως είναι ανάξιοι της αλληλεγγύης μας και αναμφίβολα τους αξίζει να εξοντωθούν από τα πολιτισμένα όπλα της Δύσεως.
Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η Παλαιστίνη, ή ακόμη και το Ιράν που βρίσκεται σήμερα στο μάτι του κύκλωνα του νεο-αποικιακού επεκτατισμού, απουσιάζουν ολοκληρωτικά από τον τόμο του Misfit που εξετάζουμε εδώ. Δεν υπάρχει δηλαδή κάποιο κείμενο με ταξική ανάλυση ειδικά για την κοινωνία της κατεχόμενης Παλαιστίνης, ή του Ιράν. Μια ιστορική αναδρομή για την ταξική πάλη στις κοινωνίες αυτές, τις πολιτικές μορφές που γεννήθηκαν μέσα απ’ τον κοινωνικό ανταγωνισμό και, το κυριότερο, τη σχέση ανάμεσα στην ταξική μορφολογία αυτών των κοινωνιών και της συνθήκης ριζικού ετεροκαθορισμού που τους έχει επιβληθεί από την δυτική αποικιοκρατία, η οποία παίρνει την μορφή της άμεσης κατοχής στην Παλαιστίνη, ή των καταστροφικών οικονομικών κυρώσεων στην περίπτωση του Ιράν. Με άλλα λόγια, η περιφέρεια δεν χρήζει ανάλυσης μιας και δεν της αναγνωρίζεται το δικαίωμα να δρα αυτόνομα και να επιτελεί έναν ξεχωριστό ρόλο στην διεθνή ταξική πάλη. Θα πρέπει να κρατάει το στόμα της κλειστό και να περιμένει παθητικά να “σωθεί” από τον Τραμπ, ή ακόμη καλύτερα, από τους εμβριθείς καθηγητές στη Δύση που παίζουν στα δάχτυλα τις κοινωνικές επιστήμες του προλεταριάτου.
Πόσο αλήθεια απέχει αυτή η ψευτο-διανοουμενίστικη στάση από εκείνη της Λουίζ Μισέλ, της αναρχικής αγωνίστριας που είχε πάρει μέρος στην εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας κι εξορίστηκε γι’ αυτό στη σωφρονιστική αποικία της Νέας Καληδονίας, κάπου στον Ειρηνικό, μαζί με πολλούς άλλους συντρόφους της επαναστάτες Κομμουνάρους. Οι Γάλλοι είχαν καταφτάσει στο νησί το 1853 κι αμέσως έβαλαν μπρος την εντατική εκμετάλλευση των ανεξάντλητων φυσικών πόρων αυτού του νησιωτικού συμπλέγματος. Αρχικά, οι ιθαγενείς που οι Γάλλοι τους βάφτισαν Κανάκ, καλοδέχτηκαν τους νεοφερμένους και υπόγραψαν συνθήκη ειρήνης με την γαλλική αυτοκρατορία. Ωστόσο, η απληστία των εποίκων και η διαρκής επέκταση των καπιταλιστικών δραστηριοτήτων σε ολόκληρο το νησί, είχε αφήσει όλο και λιγότερο χώρο στις κοινότητες των ιθαγενών για να καλλιεργήσουν τη γη, να κυνηγήσουν, να ψαρέψουν και να επιβιώσουν. Την εποχή που η Λουίζ μεταφέρθηκε εκεί με τη βία από το αστικό κράτος, η σύγκρουση με τους Γάλλους ήδη σιγόβραζε και οι αντιθέσεις της αποικιοκρατικής κοινωνίας ήδη οδηγούσαν σε όλο και πιο συχνές τριβές με τους ιθαγενείς.ii Μετά την έλευση τους στο νησί, οι εξόριστοι Κομμουνάροι αφήνονταν σε μεγάλο βαθμό να βρουν οι ίδιοι τα μέσα για να επιβιώσουν. Η γαλλική φρουρά που ήταν εγκατεστημένη στο νησί δεν τους παρείχε κάποιο είδος τροφής ή στέγασης και λίγο, πολύ, αδιαφορούσε για τις συνθήκες διαβίωσης τους. Έτσι, οι Κομμουνάροι σε πολλές περιπτώσεις αναγκάστηκαν να αντιγράψουν τις τεχνικές των αυτοχθόνων και να δανειστούν την τεχνογνωσία τους, πχ. για να κατασκευάσουν τα παραπήγματα από φύλλα και ξύλο όπου διέμεναν στην παραλία, ή για να ψήνουν το φαγητό τους χωρίς να χρησιμοποιούν τις συσκευές και τα σύνεργα των Ευρωπαίων.
Παρ’ όλα αυτά, έχοντας γαλουχηθεί με μια βαθιά πίστη στις έννοιες του “πολιτισμού” και της “προόδου”, οι εξόριστοι κρατούσαν αποστάσεις από τους αυτόχθονες, τους οποίους περιφρονούσαν ως ημι-άγριους και γενικά κατώτερους από τους ίδιους.iii Η Μισέλ ήταν η πρώτη απ’ τους εξόριστους που προσπάθησε να χτίσει ουσιαστικές γέφυρες επικοινωνίας με τους Κανάκους και να κατανοήσει την κουλτούρα και τον πολιτισμό τους. Στα απομνημονεύματα της κάνει λόγο για τον εκνευρισμό και τη δυσφορία που δημιουργούσε αυτή η φιλική της διάθεση προς τους Κανάκους στον κύκλο των ευρωπαίων συντρόφων της. Δεν παραλείπει ακόμα να αναφέρει την κατάπληξη που ένιωσε όταν συνειδητοποίησε ότι η λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Κανάκοι για αναφέρονται στις γυναίκες τους, ήταν “nemo”, που επί λέξη σημαίνει “τίποτα”, ή “popinee” που μπορεί να μεταφραστεί κι ως “χρήσιμο αντικείμενο”.iv Σίγουρα, η αντίληψη τους αυτή δεν συμβάδιζε με την ιδέα που είχε η πρωτοπόρα αναρχο-φεμινίστρια Μισέλ για τον ρόλο της γυναίκας.
Ο πολιτισμός των Κανάκων δεν ήταν ιδιαίτερα προηγμένος σύμφωνα με τις προδιαγραφές των πιο “προοδευτικών” ευρωπαίων, ήταν όμως ο δικός τους πολιτισμός. Σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον τους, με την ιστορία, τη συλλογική σοφία και τα έθιμα τους. Ήταν ο τρόπος που είχαν να κατανοούν τον κόσμο γύρω τους, να αγαπούν, να ζουν και να πεθαίνουν. Η γαλλική αποικιοκρατία δεν τους δίδαξε τις υψηλές αρχές του δικού της πολιτισμού, ούτε άνοιξε για αυτούς “γραμμές φυγής” και νέα “πεδία απελευθέρωσης”. Το μόνο που έκανε ήταν να τους μετατρέψει σε καταπιεσμένους κι εξαθλιωμένους σκλάβους. Σε κατώτερα πλάσματα, που δεν προστατεύονταν από κανένα δίκαιο. Τους αφαίρεσε τα μέσα που είχαν παραδοσιακά για να συντηρούν τις κοινότητες τους και τους φυλάκισε μέσα στην ίδια τους την γη. Έτσι, όταν οι Κανάκοι πήραν τα όπλα κι εξαπέλυσαν τον ανταρτοπόλεμο τους ενάντια στην γαλλική κατοχική δύναμη, η Λουίζ Μισέλ δεν έβαλε στον ζύγι τους πολιτισμούς ώστε ν’ αποφασίσει ποια στάση θα κρατήσει. Ούτε συμμάχησε με τους δεσμοφύλακες της, όπως έκανα αρκετοί απ΄τους συντρόφους της στο όνομα της πολιτισμικής ανωτερότητας των Ευρωπαίων. Διέκρινε αμέσως ότι ο αγώνας των Κανάκων ήταν για “ψωμί κι ελευθερία” και ότι δεν διέφερε επί της ουσίας σε τίποτα απ’ τον μεγαλειώδη ξεσηκωμό των προλετάριων του Παρισιού.
Στα απομνημονεύματα της , η Λουίζ περιγράφει τους ομηρικούς καυγάδες με τους οποίους υποδέχτηκαν τη στάση της οι άλλοι εξόριστοι , οι οποίοι της καταλόγιζαν πως “είχε γίνει πιο Κανάκ, κι απ’ τους Κανάκους”. Σε αντίθεση με τους άλλους εκτοπισμένους, η Μισέλ κατανοούσε πολύ καλά ότι ένα πρόταγμα που έχει ως κεντρική ιδέα και πρωταρχική αξιακή δέσμευση του την εξάλειψη κάθε είδους βίας κι εξουσίας από την μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να υιοθετήσει την οργανωμένη βία ή την επιβολή με στρατιωτικά μέσα ως την ενδεδειγμένη μέθοδο για την επιβολή των θεμελιακών αρχών του. Αν είχε ένα καθήκον ο προλετάριος επαναστάτης/τρια, αυτό δεν ήταν να δείξει στους αυτόχθονες πόσο “βάρβαρα”, “οπισθοδρομικά” ή “ηλίθια” ήταν τα ήθη και τα έθιμα τους, αλλά να τους συμπαρασταθεί στην πιο δύσκολη ώρα τους. Να χτίσει δεσμούς αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας μαζί τους, απέναντι στον κοινό ταξικό εχθρό και να αποκαταστήσει με αυτόν τον τρόπο την χαμένη τιμή της Ευρώπης στις συνειδήσεις και στα μυαλά αυτών των κολασμένων ψυχών που υπέφεραν (και υποφέρουν ακόμη) τα πάνδεινα από την αποικιοκρατία. Από αυτή την άποψη, η Μισέλ είχε μια πολύ πιο ξεκάθαρη αντίληψη για την ταξική πάλη, από τους σύγχρονούς ψευτοκουλτουριάρηδες “αγωνιστές”, οι οποίοι αδυνατούν να σκεφτούν έξω απ’ τα όρια του λευκού προνομίου που απορρέουν από την ταξική τους θέση.
i Misfit, τεύχος 5 (Μάρτιος 2026), σελ. 46.
ii Carolyn J. Eichner, Civilization vs Solidarity: Louise Michel and the Kanaks, Salvage (2017).
iii Louise Michel in New Caledonia, Crimethinc.com.
iv Ed. N. Maclellan, Rebel Lives: Louise Michel (Ocean Press), σελ. 95-97.








