Για την απο-αποικιοποίηση του αναρχισμού
“Οι απαντήσεις στα ιστορικά προβλήματα δεν βρίσκονται μέσα στην κατασκευασμένη θεωρία, αλλά αντίθετα: οι απαντήσεις στα θεωρητικά προβλήματα βρίσκονται μέσα στην ιστορία”.
Π. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου
“Είδα στην Ισλαμική Αραβική ιστορία, την αρχαία όσο και τη σύγχρονη, ένα ευρύ πεδίο απ’ όπου μπορούσα να αντλήσω, χωρίς κάποιο σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στη δυτική, την αριστερόστροφη ή την νεοτερική παράδοση. Αυτό, κατά την άποψη μου, έχει γίνει το αληθινό μονοπάτι της επανάστασης. Και αυτή ήταν η πραγματική ουσία του μαρξισμού, όπως εγώ τουλάχιστον την καταλάβαινα”.
M. Shafiq, Journey Through the Embers
Υπάρχει λοιπόν μια αντιαποικιοκρατική αναρχία; Για τους αναρχικούς που αυτοπροσδιορίζονται ως εκφραστές της απο-αποικιοποίησης, τα αντιαποικιοκρατικά ρεύματα δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, ούτε συνεπάγονται μια ποιοτική μεταβολή των αρχών του αναρχικού προτάγματος. Ισοδυναμούν μάλλον με την αναγνώριση μιας υλικής συνθήκης την οποία εννοούν ως αφετηρία, όχι ως όριο. Την επίγνωση ότι η συλλογική πράξη των μαζών αναπτύσσεται μέσα σ’ ένα πλαίσιο που προϋπάρχει και με το οποίο οφείλει να αναμετρηθεί. Η αποικιοκρατία είναι μια τέτοια συνθήκη, ένα τέτοιο πλαίσιο. Η αντιαποικιοκρατική θέση την αναγνωρίζει κι επιχειρεί να βρει τις κατάλληλες απαντήσεις και να συγκρουστεί μετωπικά μαζί της. Σε συνθήκες αποικιοκρατικής καταπίεσης η αναρχική πολιτική θέση είναι εξορισμού η αντιαποικιοκρατία, αυτό είναι το βασικό αξίωμα της απο-αποικιοποίησης. Στα μάτια μου, είναι μια δέσμευση που απορρέει αντικειμενικά από το αξιακό υπόβαθρο του αναρχισμού. Μια άνευ όρων προλεταριακή αλληλεγγύη που σέβεται το συλλογικό δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση και αναδεικνύει το μέγεθος της ανηθικότητας που εμπεριέχεται στο αποικιοκρατικό σύστημα οργανωμένης βίας. Τα παραπάνω έχουν αξιωματική ισχύ, εκτός αν εν έτει 2026 μπούμε σε μια συζήτηση για τα “προτερήματα” της αποικιοκρατίας, όπως κάνουν οι ακροδεξιοί πολιτικοί τσαρλατάνοι και οι αναθεωρητές ιστορικοί στην Δύση.
Επιχειρώντας να εξειδικεύσουμε περισσότερο τη θέση μας, επικαλούμαστε τον ίδιο τον Μαρξ, που κάποτε έγραψε ότι η βία είναι κι αυτή μια οικονομική δύναμη. Η επιβολή της καπιταλιστικής εξουσίας με τη χρήση των όπλων είναι το έσχατο μέσο στο οποίο προσφεύγει το κεφάλαιο για να διευρύνει την κυριαρχία του. Ο πόλεμος και η κατοχή είναι το σημείο μηδέν της καπιταλιστικής συσσώρευσης και αποτελεί πάντοτε μια κατάσταση εξαίρεσης. Κι αυτό γιατί η κατοχή εξορισμού αποτελεί την άρνηση της θεμελίωσης των κοινωνικών σχέσεων σε κάποιο καθεστώς δικαίου, που στον πυρήνα του εμπεριέχει πάντοτε την τυπική αναγνώριση της ισότητας του υποκειμένου. Ή της ατομικής αξιοπρέπειας, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται στο πιο θρησκειοκεντρικό πολιτικό ιδίωμα κάποιων χωρών που βρίσκονται εκτός της πολιτισμικής σφαίρας επιρροής της Δύσης. Γράφει σχετικά ο Μαρξ:
“Η κλοπή των εκκλησιαστικών κτημάτων, η δόλια εκποίηση των κρατικών κτημάτων, η ιδιοποίηση των κοινοτικών περιουσιών, η αρπακτική μετατροπή – που πραγματοποιήθηκε κάτω από ένα καθεστώς τρομοκρατίας – των φεουδαρχικών και κολλεκτιβιστικών ιδιοκτησιών των πατριών σε νεότερες ατομικές ιδιοκτησίες, να οι τρυφερές μέθοδες της πρωταρχικής συσσώρευσης. Προετοίμασαν το έδαφος στην καπιταλιστική καλλιέργεια, προσάρτησαν το έδαφος και τη γη στο Κεφάλαιο και δημιούργησαν, για τη βιομηχανία των πόλεων, τη δυνατότητα να προμηθεύεται εργάτες μεταξύ αυτών των άστεγων και πεινασμένων προλετάριων”.
Και πιο κάτω:
“Αυτές οι μέθοδοι βασίζονται κατά μέρος στην απλή φυσική δύναμη-βία, όπως το αποικιακό σύστημα. Όλες στηρίζονται στη δύναμη-βία, στη συγκεντρωμένη οργανωμένη δύναμη-βία της κοινωνίας για να επιτείνουν στο ανώτατο όριο την μετατροπή του φεουδαρχικού συστήματος παραγωγής σε καπιταλιστικό σύστημα παραγψωγής και για να συντομεύσουν τις μεταβατικές φάσεις. Η βία, είναι η μάνα κάθε παλιάς κοινωνίας που υπάρχει. Αυτή η ίδια είναι μια οικονομική δύναμη”.i
Από την άλλη, η αντίσταση προκύπτει ως η αυτο-οργανωμένη, απο-τα-κάτω αντίδραση των μαζών στη σαδιστική βία του αποικιακού συστήματος και στρέφεται πρωτίστως ενάντια σε αυτήν. Αν κάποιος εναντιώνεται στην αντίσταση, τότε υποστηρίζει τη συνέχιση της κατοχής. Τόσο απλά και τόσο καθαρά. Αυτοί που παίρνουν τα όπλα δεν συνιστούν μια υπό εκκόλαψη καπιταλιστική άρχουσα τάξη, όπως κατά καιρούς ισχυρίζονται οι “αναλύσεις” των αντιπάλων της απο-αποικιοποίησης, διότι οι αντιστασιακές οργανώσεις βασίζονται στην αποδοχή της κοινωνίας για να επιβιώσουν. Αν η κοινωνία δεν εγκρίνει ή δεν συμπλέει με τη δράση τους, τότε είναι πολύ εύκολο να τους ξεφορτωθεί, π.χ. παραδίδοντας τους μαχητές στη δύναμη κατοχής. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα μονοπώλιο φυσικής βίας. Αυτό το έχει ο κατακτητής και οι δοσιλογικοί θεσμοί διακυβέρνησης. Αντίθετα, έχουμε να κάνουμε με μια μορφή λαϊκής αντιβίας που περνάει κάθε μέρα από δημοψήφισμα αναφορικά με τον βαθμό της αποδοχής της απ’ τα λαϊκά στρώματα, για να παραφράσουμε τον Ρενάν.
Η αντιαποικιοκρατική αναρχία αναγνωρίζει επίσης τη σημασία της διάκρισης ανάμεσα στον δίκαιο και τον άδικο πόλεμο. Ανάμεσα στην επίθεση και την άμυνα. Έτσι, η εναντίωση μας στον πόλεμο δεν μπορεί να είναι απόλυτη, αφού κάποιες φορές ο πόλεμος αντανακλά τις αντικειμενικές αναγκαιότητες της ταξικής πάλης ως μιας μακρο-ιστορικής διαδικασίας. Δηλαδή ως τη διαδικασία μέσω της οποίας διαμορφώνεται το καθολικό θεσμικό πλαίσιο, οι αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες διεξάγεται η ταξική πάλη. Σε αυτό το σχήμα, γεωπολιτική και ταξική θεωρία δεν ανήκουν στους αντινομικούς πόλους μιας ασυμφιλίωτης κοινωνικής αντίθεσης, αλλά αποτελούν στιγμές της ίδιας ιστορικής διαλεκτικής και αλληλεπιδρούν οργανικά μεταξύ τους. Για τους αντιαποικιοκράτες αναρχικούς, η αλληλεγγύη που επιδεικνύουμε σε έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο δεν συνιστά ιδεολογική λιποταξία ή εγκατάλειψη των αρχών της αναρχίας, αλλά μια εύλογη θεωρητική μετουσίωση των αξιών του αναρχικού προτάγματος σε εντελώς διαφορετικά κοινωνικά περιβάλλοντα και αντικειμενικές συνθήκες.
Κάποιοι από τους θιασώτες της απο-αποικιοποίησης θεωρούν τις παραπάνω διαπιστώσεις τόσο αυταπόδεικτες ώστε φτάνουν στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη της αντιαποικιακής αναρχίας ως μιας ρήξης με τα καλά εδραιωμένα πρότυπα της “λευκής” αναρχικής ιδεολογίας. Προσωπικά, θεωρώ ότι όσο κι αν αυτή η στάση είναι αξιέπαινη, αφού δεν ρίχνει το βάρος στη ρήξη και την αντιπαράθεση, αλλά δίνει έμφαση στην ενότητα και τη λογική συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στις κατηγορίες της αναρχικής πολιτικής ανάλυσης από την μία, και της απο-αποικιοποίησης από την άλλη, στην πραγματικότητα η απόλυτη άρνηση της απο-αποικιακής στροφής χρησιμεύει μονάχα για να κρύψει κάτω απ’ το χαλί αυτή την κρίσιμη στιγμή ιδεολογικού μετασχηματισμού που συντελέστηκε στο εσωτερικό του αναρχικού χώρου. Κι αυτό γιατί το Ολοκαύτωμα της Γάζας, υπήρξε ο καταλύτης που προκάλεσε ένα τεράστιο ρήγμα στους κόλπους του αναρχικού κινήματος στην Δύση. Η γενοκτονία των Παλαιστίνιων στα χέρια του Αμερικανοσιωνιστικού Άξονα δημιούργησε ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα σε αυτούς που μπόρεσαν να αναγνωρίσουν το φρικτό έγκλημα που συντελέστηκε μπροστά στα μάτια τους και απ’ την πρώτη στιγμή ύψωσαν τις φωνές τους ενάντια σε αυτό. Από την άλλη , υπήρξε μια μερίδα του “χώρου” που αντιμετώπισε τις θηριωδίες των Σιωνιστών με αδιαφορία, τηρώντας ίσες αποστάσεις ανάμεσα στον θύτη και το θύμα, ή που προσπάθησε ακόμα και να υποβαθμίσει τις σφαγές, επιστρατεύοντας κάθε τύπου φιλοσιωνιστικά ιδεολογήματα. Ενδεικτικά θα αναφέρω εδώ την ύπουλη προπαγάνδα για τις “βαρβαρότητες” που διέπραξε η Αντίσταση κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Αλ-Ακσά, για τη δεσποτική εξουσία που άσκησε στα χρόνια του αποκλεισμού της Γάζας, ή για την ανευθυνότητα που επέδειξαν οι αντιστασιακές οργανώσεις της Γάζας, “παιρνοντας στον λαιμό τους” τον φιλήσυχο πληθυσμό της περιοχής.
Έτσι, η στιγμή της γενοκτονίας λειτούργησε σαν το σάλπισμα για μια διαδικασία ιδεολογικής ζύμωσης μέσα στο αναρχικό κίνημα, αφού με τη υλική βιαιότητα της θρυμμάτισε τις ιδεολογικές ψευδαισθήσεις που ήταν αρκετά διαδεδομένες γύρω απ’ την ύπαρξη ενός “φιλελεύθερου”, ή ακόμη χειρότερα, ενός “ελευθεριακού” Σιωνισμού. Συλλογικότητες που εδώ και χρόνια παρεπιδημούσαν στις παρυφές του αναρχικού χώρου και ήγειραν αξιώσεις “σοβαρού” αντιεξουσιαστικού θεωρητικού λόγου, ερμηνεύοντας εργολαβικά τις αναλύσεις της σχολής της Φρανκφούρτης για τις κοινωνικές ρίζες του Ολοκαυτώματος και του αντισημιτισμού, φάνηκαν εντελώς απρόθυμες να εφαρμόσουν τα διδάγματα που μπορεί κανείς να αντλήσει μέσα απ’ τη θεωρητική επεξεργασία του Ολοκαυτώματος ως αμιγώς ιστορικού συμβάντος για να ερμηνεύσουν την περίπτωση της εξόντωσης των Παλαιστίνιων. Αντ’ αυτού, μετατράπηκαν σε φανατικούς οπαδούς του “εβραϊκού κράτους” , ξεπλένοντας με τη χρήση μιας κούφιας ελευθεριακής φρασεολογίας τα κατά συρροή εγκλήματα της πιο αδίστακτης κρατικής τρομοκρατίας, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις πρακτικές συλλογικής τιμωρίας των ναζί.
Εξάλλου, όπως μας υπενθυμίζει ο Enzo Traverso, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης ουδέποτε συναντήθηκαν με τα ρεύματα της αντι-αποικιοκρατίας. Τα “μεγάλα μυαλά” αυτής της, κατά βαση ολόλευκης, φιλοσοφικής παράδοσης προτίμησαν να αναλώνονται στη συγγραφή λεπτεπίλεπτων πραγματειών με θέμα την κοινωνιολογία της μουσικής (Adorno), ή την έννοια του δαιμονικού στη διαλεκτική (Lowenthal), αλλά αδιαφόρησαν επιδεικτικά μπροστά στο αίμα και τα σκατά της αποικιοκρατίας, τις εκατόμβες των νεκρών που παρήγαγε η κρεατομηχανή του ιμπεριαλισμού με θύματα τους “κατώτερους” λαούς της περιφέρειας. Ο Traverso φτάνει μάλιστα στο σημείο να μιλήσει για “το σύμπτωμα ενός αποικιακού ασυνείδητου της κριτικής θεωρίας, τουλάχιστον στην κλασική της μορφή, στην πρώιμη Σχολή της Φρανκφούρτης”.ii Με το πέρασμα του χρόνου, αυτές οι ομάδες μεταπραττών της εβραϊκής θυματοποίησης, υποχρεώθηκαν από τις περιστάσεις να εκδηλώσουν ανοιχτά τις σιωνιστικές συμπάθειες τους χωρίς το περίβλημα της δήθεν αντιεξουσιαστικής πολιτικής θεώρησης τους. Αρνήθηκαν ακόμα και την ύπαρξη του συστήματος απαρτχάιντ σε βάρος του κατεχόμενου Παλαιστινιακού πληθυσμού, ενώ εν τέλει συσπειρώθηκαν γύρω απ’ το πολιτικό συμπέρασμα που παράγεται αντικειμενικά από τις “αναλύσεις” τους για τον αντισημιτισμό. Μιλάω φυσικά για την υπεράσπιση με κάθε κόστος του μιλιταριστικού και εθνοφυλετικού κράτους του Ισραήλ ως μοναδικού αναχώματος ενάντια στον “παγκόσμιο αντισημιτισμό”, που αντί να αναλύεται ιστορικά και κοινωνικά ως στοιχείο ενός συγκεκριμένου μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης, γίνεται κατανοητός ως ένα υπεριστορικό φαιόμενο που έχει τις ρίζες του στις παθογένειες του πολιτισμού της νεοτερικότητας. Και φυσικά δεν αφορά κανέναν άλλον πέρα απ’ τους Εβραίους.
Πώς όμως θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τις πιο σοβαρές ενστάσεις όσων ασκούν κριτική στο ρεύμα της αποαποικιοποίησης από μια υποτιθέμενη αναρχική σκοπιά; Κατά την άποψη μου, θα πρέπει να σταθούμε κυρίως σε δύο σήμεία. Κατά πρώτο, στην άρνηση της αυτοτέλειας των αποικιακών ιεραρχιών στο όνομα μιας αφηρημένης αντίληψης περί της “ενότητας” του διεθνούς προλεταριάτου. Κατά δεύτερο, ιδιαίτερης μνείας χρήζει ο ισχυρισμός για την έμμεση υποστήριξη εκ μέρους των εκφραστών της αντιαποικιοκρατίας στις εγχώριες δομές εξουσίας που αναπτύσσουν οι αυτόχθονες, ή ακόμα και την προσχώρηση τους σε ένα απ’ τα δύο στρατόπεδα του “ενδοϊμπεριαλιστικού” πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αμφότερες οι δύο προαναφερόμενες κριτικές διατείνονται ότι ο αντι-αποικιακός αναρχικός στοχασμός είναι κάτι ουσιωδώς διαφορετικό από τον κοινωνικό αναρχισμό, στο βαθμό που αποκλίνει από τις αρχές και την μεθοδολογία του αναρχικού προτάγματος. Πιο συγκεκριμένα, καταλογίζεται στην αντιαποικιοκρατία ότι έχει εγκαταλείψει την ταξική ανάλυση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ότι την υποκαθιστά με μια ερμηνευτική προσέγγιση που παίρνει τις φυλετικές ιεραρχίες ως αφετηρία για να κατανοήσει τους επιμέρους ταξικούς διαχωρισμούς, αλλά και το ταξικό σύστημα στην ολότητα του. Η σημασία αυτής της διαπίστωσης δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί, διότι ακουμπά στον πυρήνα του συστήματος ιδεών ενός ορισμένου ακατέργαστου αναρχισμού που εξακολουθεί να έχει τους αμετανόητους οπαδούς του στον χώρο. Γι’ αυτό άλλωστε επισύρει το μένος εκείνων που δηλώνουν θιασώτες της “καθαρής” ταξικής ανάλυσης, η οποία στην παραγματικότητα δεν είναι παρά μια κανονιστική αναδιατύπωση της ευρωπαϊκής ιστορίας της ταξικής πάλης, ενδεδυμένης με τον μανδύα της οικουμενικής ισχύος.
Αυτό βέβαια που αδυνατεί να καταλάβει η συγκεκριμένη μερίδα των “αδιάλλακτων” αναρχικών είναι ότι η αναθέωρηση κάποιων εννοιών της αναρχικής ερμηνείας των κοινωνικών συγκρούσεων, δεν οφείλεται στην “ηθική κατάπτωση” των εκφραστών της αντιαποικιοκρατίας, αλλά στην ανεπάρκεια αυτών των εννοιών για να περιγράψουν την σταδιακή μετάβαση του διεθνούς συστήματος στο νέο παράδειγμα της αποικιοκρατικής εξουσίας, ή στην επαναφορά των παραδοσιακών δομών αποικιοκρατικού τύπου απ’ τις οποίες θεωρούσαμε ότι είχαμε πια απαλλαγεί οριστικά. Ακόμα περισσότερο, θα έλεγα ότι δεν είναι οι κατηγορίες του αναρχισμού που ξεπεράστηκαν από τη συγκυρία, αλλά μια ορισμένη μονοσήμαντη ερμηνεία των οικονομικών κατηγοριών της ταξικής ανάλυσης του αναρχισμού, που ανάγει την οικονομική σχέση σε καθαρή και αδιαμεσολάβητη μορφή της κοινωνικής υποκειμενικότητας. Η δυσκολία άλλωστε του αναρχισμού να λειτουργήσει ως ένα πρόταγμα για τη συσπείρωση των προλεταριακών μαζών σε συνθήκες αποικιοκρατικής καταπίεσης δεν είναι κάτι καινούριο. Ο αναρχικός ακαδημαϊκός Lucien Van der Walt, συνέγραψε έναν ολόκληρο τόμο, όπου καταγράφει με αξιοζήλευτη σχολαστικότητα τη δραστηριότητα τεράστιων αναρχικών κινημάτων που αναπτύχθηκαν στις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, κυρίως μέσα απ’ τη σύνδεση των αναρχικών με τις συνδικαλιστικές ενώσεις του βιομηχανικού προλεταριάτου, προσπαθώντας να αποδείξει ότι ιστορικά ο αναρχισμός δεν αποτέλεσε μια παρέκκλιση στην ιστορία του οργανωμένου ταξικού κινήματος, αλλά την κύρια μορφή έκφρασης του.
Τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτει ο Van der Walt στο σύγγραμα του είναι πράγματι εντυπωσιακά, ωστόσο γίνεται επίσης φανερό απ’ τα γραφόμενα του, ότι η υποχώρηση της μαζικής απήχησης του αναρχισμού στις χώρες που βρίσκονταν υπό αποικιακή κατοχή κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, οφειλόταν κυρίως στην αδυναμία που επέδειξε το μαζικό αναρχικό κίνημα να πάρει θέση και να ενσωματώσει στην ανάλυση του το ζήτημα της στρατιωτικής κατοχής και της αποτίναξης του αποικιοκρατικού ζυγού. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να παραδεχτεί:
“Οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές που δεν εμπιστεύονταν τα κινήματα εθνικής απελευθέρωσης συχνά δεν κατόρθωναν να πουν κάτι ουσιαστικό για τα ζητήματα που αφορούσαν τον ιμπεριαλισμό, ούτε για εκείνα τα προβλήματα εθνικής εμβέλειας που επηρέαζαν άμεσα συγκεκριμένα τμήματα της εργατικής τάξης και των αγροτών. Έτσι, δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν αποτελεσματικά τους κομμουνιστές που έθιγαν με αμεσότητα αυτά τα ζητήματα”.iii
Σίγουρα, ο συγγραφέας καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες για να καταδείξει ότι οι αναρχικοί στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Ότι δεν έμειναν άπραγοι και συμμετείχαν ενεργά στα κινήματα για εθνική και κοινωνική απελεύθερωση που αναπτύχθηκαν σε αυτές τις υποδουλωμένες κοινωνίες, κυρίως κάτω απ’ την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία της λενινιστικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος. Όμως η συστράτευση αυτή έγινε κυρίως σε αποσπασματική βάση και με όρους ατομικής πρωτοβουλίας του ενός ή του άλλου κοινωνικού ακτιβιστή και ουδέποτε προσέλαβε τα χαρακτηριστικά μιας μαζικής πολιτικής “γραμμής”, που υιοθετήθηκε αυθόρμητα και καθολικά από τα αναρχικά συνδικάτα. Και προσπαθώντας να κάνουμε έναν απολογισμό, είναι πραγματικά δύσκολο να αποφανθεί κανείς αναφορικά με το ποιά ήταν τα χειροπιαστά αποτελέσματα αυτής της σύμπραξης των αναρχικών και κατά πόσο μπόρεσαν να επηρεάσουν με τη δράση τους το πρόγραμμα των αντι-αποικιοκρατικών κινημάτων.
Όπως και να ‘χει, η αναγωγή στο ταξικό συμφέρον των προλεταριακών στρωμάτων, αποτελεί το κατ’ εξοχήν μεθοδολογικό εργαλείο που έχουν στα χέρια τους οι αναρχικοί για να ερμηνεύουν κριτικά την κοινωνική πραγματικότητα και να διεμβολίζουν το ιδεολόγημα της “εθνικής ενότητας”, που στις μητροπόλεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού προτείνεται ως το πιο διαδεδομένο αντίδοτο για την καταστολή της ταξικής πάλης. Είναι επίσης ο άξονας γύρω απ’ τον οποίο δομούνται οι υπερεθνικές συμμαχίες των εργαζόμενων τάξεων και παίρνει σάρκα και οστά το πρόταγμα του προλεταριακού διεθνισμού. Από την άλλη, το μοντέλο της εκμετάλλευσης που υπάρχει στις κοινωνίες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού του παγκόσμιου Βορρά, δεν είναι ο μοναδικός μηχανισμός μέσω του οποίου το καπιταλιστικό σύστημα αποσπά υπεραξία. Ούτε είναι κάποια “πρότυπη” ταξική διάρθρωση προς την οποία τείνουν αναπόφευκτα όλες οι κοινωνίες, ή μέσα απ’ την οποία ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός δημιουργεί αποκλειστικά τις συνθήκες για την αναπαραγωγή του. Αν ο προλεταριακός διεθνισμός απορρέει από την ορθή διαύγαση του ταξικού συμφέροντος των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων, το ίδιο το ταξικό συμφέρον και οι συλλογικές επιθυμίες των προλετάριων προκύπτουν κάθε φορά από μια κριτική επισκόπηση των άμεσων προβλημάτων που αντιμετωπίζει το προλεταριάτο ως συλλογική ύπαρξη στην κοινωνική ολότητα της οποίας είναι μέρος. Δηλαδή, απορρέει από την ανάλυση κι ερμηνεία των συγκεκριμένων και ιδιαίτερων συνθηκών μέσα στις οποίες συντελείται η εκμετάλλευση του και υπαγωγή του στη σχέση κεφάλαιο. Έτσι, αν η υλιστική μέθοδος δεν θέλει να εκπέσει σε δόγμα, δεν μπορεί να αποδίδει a priori ένα μονοσήμαντο νόημα και περιεχόμενο στις συλλογικές επιθυμίες των προλετάριων που οφείλει να είναι πάντοτε και παντού ομοιογενές και απαράλλακτο.
Μπορούμε εδώ να δεχτούμε ότι οι άμεσες υλικές ανάγκες του προλεταριάτου ως διακριτής κοινωνικής τάξης, είναι αντικειμενικές και σε μεγάλο βαθμό δεδομένες, εφόσον πρώτα και κύρια, έχουν να κάνουν με τις προϋποθέσεις για τη φυσική αναπαραγωγή του. Η πρόσβαση σε επαρκές φαγητό και καθαρό νερό, η στέγαση, η υγεία, η παροχή μόρφωσης και υγειονομικής περίθαλψης, αναμφίβολα συνιστούν τη ραχοκοκαλιά αυτής της αντίληψης και βρίσκονται πέρα απ’ τον εκάστοτε ορισμό της συλλογικής επιθυμίας, ως μιας μεταβλητής παραμέτρου της ταξικής πάλης που αλλάζει ανάλογα με τις επικρατούσες υποκειμενικές συνθήκες. Η αντίληψη ότι τα μέσα που αποκρυσταλλώνουν τη συλλλογική επιθυμία του προλεταριάτου σε ένα πολιτικό πρόταγμα που υπηρετεί τις άμεσες ανάγκες του, είναι παντού και πάντοτε ίδια, συνήθως συμπίπτει με τις μορφές πολιτικής υποκειμενικότητας που έχουν παραχθεί αντικειμενικά ως αποτέλεσμα της ιστορίας των ταξικών συγκρούσεων στην μητρόπολη. Εκεί όπου οι μακρο-ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες διεξάγεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις συνθήκες της περιφέρειας. Η ανισομέρια στις οικονομικές συνθήκες αντανακλάται αναπόφευκτα και στην “ανεπαρκή εξέλιξη” της ταξικής συνειδητοποίησης που τείνουν να αποδίδουν με αυστηρότητα τα “πλήρως χειραφετημένα” ταξικά υποκείμενα του κέντρου, στις “οπισθοδρομικές” μάζες των καταπιεσμένων της περιφέρειας, οι οποίες ασπάζονται μια πλημμελή και ανεπαρκή έννοια της ελευθερίας στις “χωματερές” του διεθνοποιημένου καπιταλισμού όπου έχουν την ατυχία να ζουν. Αν η ανάπτυξη των οικονομικών συνθηκών στις μητροπόλεις έχει δημιουργήσει το αντικειμενικό υπόβαθρο για την ανάδειξη ριζοσπαστικών υποκειμένων που αυτοπροσδιορίζονται ως οι προνομιακοί φορείς της πιο απόλυτης χειραφετικής αντίληψης, η ανυπαρξία παρόμοιων δομών παραγωγής και παραγωγικών σχέσεων στην περιφέρεια καθηλώνει τους αυτόχθονες προλετάριους σε μορφές υποκειμενικότητας που προσβάλλουν την εκλεπτυσμένη αισθητική των δυτικών “ριζοσπαστών”. Που στα μάτια τους φαντάζουν σαν βάρβαρες και αναχρονιστικές.
Κάπως έτσι παράγεται μια ιεραρχική, αυταρχική αντίληψη, ακόμα και μέσα στο διανοητικό σύμπαν της αντι-ιεραρχίας. Η αντίληψη αυτή συναρτά την αλληλεγγύη μας προς τους φτωχοδιάβολους των κατεστραμμένων κοινωνιών στις παρυφές του συστήματος, από την προθυμία τους να συνδέσουν τη συλλογική τους τύχη με τα έτοιμα θεωρητικά σχήματα που έχουμε εμείς κατά νου σχετικά με το πώς πρέπει να εκδηλώνεται και τι μορφές πρέπει να παίρνει η ταξική πάλη τους. Εμείς άλλωστε είμαστε αυτοί που έχουμε την πιο οξυμένη πολιτική αντίληψη. Που έχουμε καταπιεί χιλιάδες σελίδες επαναστατικών συγγραμμάτων και κατανοούμε καλύτερα τις βασικές αρχές και τα αξιώματα του ταξικού ανταγωνισμού. Από όποια πλευρά κι αν το δει κάποιος, είμαστε μια πρωτοπορία στην οποία οι “άλλοι” οφείλουν να υποτάξουν τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις τους. Ας θυμηθούμε σε αυτό το σημείο την περίπτωση του Εμέ Σεζέρ, του κομμουνιστή ακτιβιστή από την γαλλική αποικία της Μαρτινίκας, ο οποίος το 1956 αποχώρησε αηδιασμένος απ’ το ΚΚ Γαλλίας. Ο Σεζέρ κατηγόρησε τους γάλλους κομμουνιστές ότι δεν κατανοούσαν το αποικιακό ζήτημα, ότι υποβάθμιζαν τη σημασία του ενώ χρησιμοποιούσαν τον αντι-αποικιακό αγώνα του προλεταριάτου της Μαρτινίκας σαν διαπραγματευτικό χαρτί για την ενίσχυση της θέσης της γαλλικής εργατικής τάξης στο σύστημα εξουσίας της μητρόπολης. Έγραφε χαρακτηριστικά:
“Εκείνο που επιθυμώ είναι ο Μαρξισμός και ο κομμουνισμός να τεθούν στην υπηρεσία των μαύρων λαών, και όχι οι μαύροι λαοί να υπηρετούν στον Μαρξισμό και το κομμουνισμό. Το δόγμα και το κίνημα θα πρέπει να προσαρμοστούν για να ταιριάζουν με τους ανθρώπους, όχι οι άνθρωποι να ταιριάξουν στο δόγμα και στο κίνημα. Και, για να είμαστε σαφείς, αυτό δεν ισχύει μόνο για τους κομμουνιστές. Αν ήμουν Χριστιανός ή Μουσουλμάνος θα έλεγα ακριβώς το ίδιο πράγμα. Θα έλεγα ότι δεν αξίζει να ασχολούμαστε με καμιά θεωρία αν δεν κάνουμε τον κόπο να την αναθεωρήσουμε και να την ξανασκεφτούμε κατά τέτοιον τρόπο ώστε να ταιριάζει στα δικά μας μέτρα”.iv
Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, ότι εδώ δεν μιλάμε για μια άρνηση της πρωτοκαθεδρίας της ταξικής αντίθεσης ως προς την λειτουργία και αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος, ούτε για μια εγκατάλειψη του διαλεκτικού υλισμού προς όφελος μιας πολιτικής των ταυτοτήτων. Πώς θα μπορούσε να ισχύει άλλωστε κάτι τέτοιο, όταν στις αποικίες το ζήτημα της φτώχειας και της ταξικής ανισότητας που εκπορεύεται απ’ τον ιεραρχικό καταμερισμό της εργασίας στον καπιταλισμό, εκφράζεται με φυλετικούς όρους και συνυφαίνεται με φυλετικές διαφοροποιήσεις που είναι ορατές με γυμνό μάτι. Στην πραγματικότητα, η δογματική ερμηνεία που αναπαράγει μια ορισμένη μορφή της αντίθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία εκεί όπου αυτή δεν υπάρχει, δεν κάνει τίποτε άλλο απ’ το να δανείζεται στοιχεία του πιο χοντροκομμένου φιλελεύθερου οικονομικού ντετερμινισμού και να τα επαναλαμβάνει μαζί με λίγο καρύκευμα από ριζοσπαστική ανάλυση. Ο χυδαίος αυτός οικονομισμός ήταν αναμφίβολα παρών στις πρώιμες αναλύσεις του Μαρξ για το αποικιακό ζήτημα, όταν διέβλεπε στη διεθνοποίηση του καπιταλιστικού συστήματος έναν καταλύτη που θα μεταμόρφωνε τις “οπισθοδρομικές” κοινωνίες της περιφέρειας σε προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες και θα επέβαλλε παντού πανομοιότυπες συνθήκες εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού ανάμεσα στις τάξεις.v Φυσικά, ο Μαρξ έπεσε έξω στην πρόβλεψη του και υποχρεώθηκε να αναθεωρήσει αυτή τη θετική αποτίμηση του ιστορικού ρόλου της αποικιοκρατίας στα μεταγενέστερα έργα του. Παρ’ όλα αυτά, η αντιδραστική πίστη στα προτερήματα που έφερε εντός της η στρατιωτική επέκταση της παγκόσμιας κυριαρχίας των Ευρωπαίων αστών, παρέμεινε καμουφλαρισμένη στην απροθυμία να προσαρμοστούν και να εμπλουτιστούν οι κατηγορίες της μαρξικής θεωρίας με περιεχόμενα και σημασίες που μπορεί κανείς να αντλήσει από την ιστορία της ταξικής πάλης στις αποικιοκρατούμενες κοινωνίες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.
Η καταπίεση που ασκείται στον εργάτη ως συστατικό στοιχείο της παραγωγής είναι οικονομική που τείνει προς το καθολικό. Αντίθετα, η καταπίεση που ασκείται σε συνθήκες αποικιοκρατίας και στρατιωτικής κατοχής είναι καθολική, που τείνει προς το μερικό/οικονομικό. Στην περίπτωση αυτή, όταν έχουμε να κάνουμε με ριζικά ανόμοια καθεστώτα εττεροκαθορισμού κι εκμετάλλευσης, το καθήκον που απορρέει από τις αξιακές δεσμεύσεις του προλεταριακού διεθνισμού σίγουρα δεν είναι η αφ’ υψηλού απαξίωση των ταξικών αγώνων της περιφέρειας ως δήθεν παραφωνίες ή αποκλίσεις απ’ τον απαράβατο κανόνα που έχει θέσει η ιστορική εμπειρία της ταξικής πάλης στη Δύση, αλλά η προσπάθεια κατανόησης, αναγνώρισης και αποδοχής των ιθαγενικών μορφών πάλης και ταξικής οργάνωσης που απορρέουν απ’ τις συνθήκες μέσα στις οποίες δρουν συλλογικά τα πληβειακά στρώματα της περιφέρειας. Αν αποδειχτεί ότι δεν είμαστε ικανοί να κάνουμε κτήμα μας αυτή την απλή ιστορική αλήθεια, τότε διατρέχουμε τον κίνδυνο να καταλήξουμε σαν εκείνους τους εξόριστους Κομμουνάρους αντιφρονούντες, οι οποίοι συμμάχησαν με τους στρατιώτες δεσμοφύλακες τους, για να καταπνίξουν την εξέγερση των “βάρβαρων” αυτοχθόνων κατοίκων της Πολυνησίας, στο όνομα πάντοτε της προστασίας των ανώτερων αξιών του πολιτισμού της γαλλικής αποικιοκρατίας.vi
Ας προσπαθήσουμε τώρα εν συντομία να ξεκαθαρίσουμε το τοπίο γύρω απ’ τη δεύτερη κριτική που απευθύνουν προς τα ρεύματα της απο-αποικιοποίησης οι υποτιθέμενοι φονταμενταλιστές αναρχικοί. Αυτήν της έμμεσης υποστήριξης προς τα καταπιεστατικά, αντιμπεριαλιστικά καθεστώτα του Τρίτου Κόσμου, που ουσιαστικά ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της θεμελιακής αρχής του αναρχισμού για την ενότητα μέσω και σκοπών, θεωρίας και πράξης. Η στάση αυτή των φονταμενταλιστών παριστάνει ότι διαπνέεται από έναν αδιάλλακτο αντικρατισμό, τη στιγμή που το μόνο που κάνει είναι να υποστηρίζει έμμεσα τον κρατισμό του ισχυρού, του επιτιθέμενου. Ένας συνήθης ισχυρισμός της πλευράς αυτής είναι ότι η αλληλεγγύη των επαναστατών θα πρέπει να έχει ως αποδέκτη τον έναν ή τον άλλο “λαό” (π.χ. Παλαιστίνη, Λίβανος, Ιράν, κλπ), αλλά ποτέ τις πολιτικές οργανώσεις που έχουν συγκροτήσει από-τα-κάτω οι λαοί αυτοί για να διεκδικήσουν το συλλογικό δικαίωμα τους στην αυτοδιάθεση (π.χ. Χαμάς, Χεζμπολά), ή την εκάστοτε κρατική δομή που προέκυψε από τις κολοσσίαιες επαναστατικές διεργασίες που έλαβαν χώρα στις κοινωνίες της περιφέρειας (π.χ. Ιράν, Λιβύη). Αναρωτιέται κανείς ποιός είναι αλήθεια ο τρόπος με τον οποίον οι αναρχικοί συμπαραστέκονται π.χ. στους Παλαιστίνιους, την ώρα που δεν αναγνωρίζουν στην πράξη το δικαίωμα τους στην αυτοάμυνα και παίρνουν ίσες αποστάσεις ανάμεσα στις δυνάμεις του φιλοσιωνιστικού μπλοκ κι εκείνες που υποστηρίζουν ποικιλοτρόπως το κίνημα για την απο-αποικιοποίηση της Παλαιστίνης. Ή στην περίπτωση του Ιράν, πώς αλήθεια αντιτίθενται στη δολοφονική μανία που έχει κυριεύσει τους αμερικανοσιωνιστές, τη στιγμή που απορρίπτουν με τον ίδιο φανατισμό την μόνη δύναμη που αυτή τη στιγμή μάχεται για να προστατέψει τους ιρανούς από τις βόμβες που πέφτουν αδιακρίτως πάνω στα κεφάλια τους και να αποτρέψει την παλινόρθωση της δυτικής αποικιοκρατίας στο Ιράν. Για να γίνει αυτό που λέω πιο κατανοητό ας χρησιμοποιήσω εδώ μια μεταφορά. Είναι σαν να αναγνωρίζουμε σε κάποιον την ελευθερία να ταξιδέψει, αλλά ταυτόχρονα να του απαγορεύουμε την πρόσβαση σε κάθε μέσο που έχει διαθέσιμο για να μετακινηθεί.
Η θέση αυτή που προσιδιάζει σε έναν ιμπεριαλισμό με ελευθεριακό περίβλημα, γίνεται ακόμα πιο έκδηλη όταν λάβουμε υπόψη τον ισχυρισμό ότι ο αντιμπεριαλισμός ενός καθεστώτος δεν εκφράζει κάποια υπαρκτή ταξική αντίθεση. Ότι δεν διαθέτει αντικειμενικό υλικό υπόβαθρο, αλλά είναι μόνο ένα ιδεολογικό πρόσχημα που επιτρέπει στις εγχώριες πολιτικές ελίτ να συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλο και περισσότερες εξουσίες και να απαγορεύουν την έκφραση κάθε οργανωμένης αντιπολίτευσης στο εσωτερικό τους. Με άλλα λόγια, οι αναρχικοί απολογητές της αποικιοκρατίας μας λένε ότι ο αντι-ιμπεριαλισμός δεν είναι μια παράδοση γεωπολιτικής σκέψης και δράσης που γεννήθηκε μακρο-ιστορικά από την ανάγκη να καταπολεμηθεί η αποικιοκρατία και να αποκρουστούν οι επεκτατικές βλέψεις του συστήματος του διεθνοποιημένου καπιταλισμού πάνω στις κοινωνίες της περιφέρειας. Στην πραγματικότητα, είναι τα λεγόμενα αντιμπεριαλιστικά κράτη που επιλέγουν να βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση εμπόλεμης κινητοποίησης των κοινωνιών τους, ως υποκατάστατο της “πραγματικής” ταξικής πάλης προκειμένου να αναπαράγουν ανεμπόδιστα το αυταρχικό μοντέλο της διακυβέρνησης τους. Έτσι, π.χ. στην περίπτωση του Ιράν, φτάνει κανείς να πιστεύει ότι ο Σάχης δεν υπήρξε υποχείριο των δυτικών οικονομικών συμφερόντων και ότι οι συντριπτικές ταξικές ανισότητες της περιόδου της μοναρχίας, είναι απλώς ένα τέχνασμα της κακόγουστης προπαγάνδας των μουλάδων. Αν η φιλοπόλεμη θεοκρατία καταρρεύσει επιτέλους, ένας “χρυσός αιώνας” ειρήνης, ευημερίας κι ελευθερίας περιμένει τους Ιρανούς, που μπορούν μάλιστα να υπολογίζουν στην αμέριστη οικονομική, πολιτική και διπλωματική συμπαράσταση των Σιωνιστών σε αυτό το νέο τους ξεκίνημα. Εδώ πια η λογική του ελευθεριακού ιμπεριαλισμού, μασκαρεμένου ως “αντικρατισμού”, ολοκληρώνει τον κύκλο της και φτάνει σε μια πλήρη ταύτιση θέσεων κι απόψεων με την προπαγάνδα του αμερικανοσιωνιστικού άξονα.
Μια δεύτερη παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε αφορά τον τύπο της εκστρατείας που διεξάγει ο αμερικανοσιωνιστικός άξονας ενάντια στους λαούς της Παλαιστίνης, του Ιράν και του Λιβάνου. Η ορολογία της “αλλαγής καθεστώτος” ακούστηκε πολύ στα αρχικά στάδια της απρόκλητης επίθεσης ενάντια στο Ιράν, ώστοσο τα δεδομένα για την εξέλιξη των επιχειρήσεων στο πεδίο δείχνουν προς έναν στρατηγικό ορίζοντα πολύ πιο ζοφερό. Αυτόν της επιβολής συνθηκών ολοκληρωτικής διάλυσης στις κοινωνίες που δέχονται την επίθεση των αμερικανοσιωνιστών. Οι ισραηλινοί ήδη έχουν προβεί στη συστηματοποίηση του γενοκτονικού παροξυσμού τους από μια θεωρητική σκοπιά, μιλώντας λίγο, πολύ απροκάλυπτα για το στρατιωτικό “δόγμα της Γάζας”.vii Φαίνεται ότι το καθεστώς ατιμωρησίας μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκε το προηγούμενο της γενοκτονίας στη Γάζα , μέθυσε τους ιθύνοντες του ισραηλινού κράτους και τους έπεισε ότι η γεωπολιτική συγκυρία είναι ευνοϊκή για να φέρουν σε πέρας τους πιο ενδόμυχους πόθους του σιωνιστικού κινήματος, από την εποχή της ίδρυσης του. Μιλάω εδώ για τη δημιουργία του Μεγάλου Ισραήλ, με την πλήρη προσάρτηση της Γάζας και της Δυτικής Όχθης, μαζί με την απορρόφηση εδαφών στον νότιο Λίβανο, ακόμη και πέρα απ’ τον ποταμό Λιτάνι, αλλά και τη Συρία, μέχρι το στρατηγικής σημασίας όρος Ερμών.viii
Στον Λίβανο έχουν ήδη εκτοπιστεί από τα σπίτια τους 1,2 εκατομμύρια Σιίτες , την ώρα που οι πόλεις και τα χωριά τους κατεδαφίζονται με τρόπο συστηματικό και προσχεδιασμένο από τις ισραηλινές βόμβες, μεταμορφώνοντας τα σε έναν έρημο τόπο γεμάτο συντρίμια και χαλάσματα. Ο ισραηλινός στρατός εξέδωσε διαταγή με την οποία απαγορεύει στους πρόσφυγες να επιστρέψουν, ενώ προειδοποίησε τις γειτονικές κοινότητες των χριστιανών του Λιβάνου ότι θα υποστούν κι αυτές την ίδια μεταχείριση αν τολμήσουν να προσφέρουν έστω προσωρινό καταφύγιο στους ξεριζωμένους σιιτικούς πληθυσμούς.ix Την ίδια στιγμή, στο Ιράν η συστηματική αποδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού μέσω της εκτεταμένης διάλυσης των υλικών υποδομών και των εγκαταστάσεων του, αποτελεί τον έναν απ’ τους δύο βασικούς στρατηγικούς πυλώνες της στρατιωτικής επιχείρησης, με τον άλλον να αφορά το καθαρά τεχνικό-στρατιωτικό σκέλος της σύγκρουσης. Τη στιγμή που οι Αμερικανοί ανέλαβαν να κάμψουν την αντίσταση της ισλαμικής δημοκρατίας χτυπώντας αμιγώς στρατιωτικούς στόχους, το Ισραήλ επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα στο να επιλέγει στόχους που αφορούν την ίδια τη δυνατότητα της ιρανικής κοινωνίας να υπάρχει, να αναπαράγεται και να διατηρεί ένα στοιχειώδες επίπεδο ζωής για τους πολίτες της.x Μοιάζει σαν το Ισραήλ να μην διεξάγει απλώς έναν πόλεμο, αλλά μια μάχη ενάντια στον χρόνο. Ή μάλλον σαν μια απόπειρα να γυρίσει τον χρόνο πίσω και να εξαφανίσει το αποτύπωμα δεκαετιών τεχνολογικής εξέλιξης και προόδου, που μετέτρεψε το Ιράν σε μια ανεπτυγμένη και σύγχρονη κοινωνία. Ο Ένγκελς είχε γράψει ότι η στρατιωτική ισχύς ενός κράτους είναι συνυφασμένη με το επίπεδο της τεχνικής εξέλιξης στο οποίο έχει φτάσει ο πολιτισμός του.xi Φαίνεται πως οι Ισραηλινοί παίρνουν πολύ στα σοβαρά τούτο το αξίωμα και κάνουν ότι είναι δυνατό για να παρεμποδίσουν την περαιτέρω ανάπτυξη της ιρανικής κοινωνίας και οικονομίας, ή ακόμα και για να την υποχρεώσουν σε μια κυριολεκτική οπισθοδρόμηση, προκειμένου το Ιράν να μην μπορέσει ποτέ να μεταφράσει τους καρπούς της οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης του σε στρατιωτικό πλεονέκτημα απέναντι στο Σιωνιστικό μόρφωμα.
Μπροστά σε αυτή τη θύελλα, την υπαρξιακή απειλή για τους λαούς της Παλαιστίνης, του Λιβάνου και του Ιράν, όποιος επιμένει σε μια συμβατική ταξική ερμηνεία της σύγκρουσης και παρουσιάζει τον πόλεμο σαν μια υπόθεση όπου τίποτα δεν διακυβεύεται για το προλεταριάτο του Ιράν, είτε είναι ένας χρήσιμος ηλίθιος που άθελα του συμβάλλει στην υλοποίηση των πιο σκοτεινών οραμάτων της εβραϊκής αποικιοκρατίας, ή είναι αμετανόητος ρατσιστής που παριστάνει ότι γνωρίζει τι είναι καλύτερο για τους “ιθαγενείς” καλύτερα απ’ τους ίδιους. Σε τελευταία ανάλυση, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος διεξάχθηκε ανάμεσα σε τακτικούς, συμβατικούς στρατούς με στολές και παραδοσιακή ιεραρχία και είχε σαν αποτέλεσμα εκατόμβες νεκρών προλετάριων κι απ’ τις δύο πλευρές. Παρ’ όλα αυτά, όπως έχει γράψει ο D. Losurdo, αποτέλεσε ίσως την κορυφαία στιγμή στην ιστορία της ταξικής πάλης του παγκόσμιου προλεταριάτου, με την έννοια ότι η ναζιστική ορδή συντρίφτηκε και το προλεταριάτο της ανατολικής Ευρώπης γλίτωσε απ’ τα σχέδια των θεωρητικών του εθνικοσοσιαλισμού, που ήθελαν να τους μετατρέψουν σε φυλετικούς σκλάβους.xii Απο αυτή την άποψη, ο πόλεμος μπορεί πολλές φορές να λειτουργήσει ως μια εξωτερική δύναμη που αλλάζει αποφασιστικά τους συσχετισμούς ανάμεσα στις τάξεις. Ως ένας καταλύτης για την ιστορική επιτάχυνση των διαδικασιών της ταξικής πάλης. Αν δεν είχε ηττηθεί η Βέρμαχτ στα πεδία των μαχών, πόσες δεκαετίες αλήθεια θα είχε χρειαστεί η εργατική τάξη της Γερμανίας για να ανακτήσει την αυτονομία της και να αποτινάξει από πάνω της την τυραννία των χιτλερικών;
– Στην φωτογραφία Εβραίοι “κιμπουτσίμ” χορεύουν ξέγνοιαστοι σε μια από τις γιορτές που οργάνωνε η κοινότητα για να συσφιχτούν τις σχέσεις των μελών της κολλεκτίβας. Καθόλου δεν απασχολούσε τους Εβραίους έποικους των κιμπούτς ότι οικοδομούσαν τη “σοσιαλιστική ουτοπία” τους πάνω στην γη που είχαν κλέψει απ’ τους εκτοπισμένους αυτόχθονες Παλαιστίνιους.
i Κ. Μαρξ, Η Γένεση του Κεφαλαίου (Εκδόσεις Κορόντζη), σελ. 51 & 86.
ii E. Traverso, Αριστερή Μελαγχολία (21ος Παράλληλος), σελ. 223.
iii L. Van der Walt, Black Flame (AK Press), σελ. 313.
iv Aime Cesaire, Letter to Maurice Thorez.
v K. Anderson, Marx at the Margins (University of Chicago Press).
vi Ed. N. McLellan, Louise Michel (Rebel Lives).
viii Israeli army settles in for “long-term occupation’ of Syria’s Mt Hermon.
xi Π. Κονδύλης, Η Θεωρία του Πολέμου (Θεμέλιο), σελ. 175-207.
xiiΝτ. Λοσούρντο, Η Πάλη των Τάξεων (Εκδόσεις Ασυνέχεια).








