Η ταξική αντι-βία ως φυσιολογική αντίδραση μίας υγιούς, βιόφιλης, προλεταριακής χαρακτηροδομής.
Κριτική του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη για την κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη του Αντώνη Χαριστού «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία τού δικαίου: Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης»
«Δεν ήμουν κομμουνιστής. Δεν ήμουν μαρξιστής. Καταλάβαινα τον Μαρξ, αλλά έβλεπα ότι ο μαρξισμός δεν έφτανε για να λυθούν τα προβλήματα»
Βίλχελμ Ράιχ
Με αφορμή την κυκλοφορία της επιστημονικής μελέτης «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία τού δικαίου. Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης» (εκδόσεις Υψικάμινος, Αθήνα, 2025) οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας. Η μεγαλύτερη κερδισμένη μάχη της εξουσίας έναντι της κοινωνίας είναι η διαστρέβλωση της έννοιας της εκμετάλλευσης στην κοινή σκέψη. Για την κοινωνία-μάζα είναι «φυσιολογικό» να εργάζεται ένας άνθρωπος και να πληρώνεται με βάση τα όσα ορίζει ο νόμος του κράτους, γενικά και αόριστα, δηλαδή σύμφωνα με το τι εξυπηρετεί τους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς. Είναι φυσιολογικό να εκμεταλλεύονται οι άνθρωποι την έτοιμη ιδιοκτησία προς οικονομικό τους όφελος μετατρέποντας ακόμη μία βασική ανθρώπινη ανάγκη σε εμπόρευμα. Ως αποτέλεσμα αυτής της μόνιμης καταπίεσης και εκμετάλλευσης, το ενστικτώδες, ανθρώπινο ταξικό μίσος που αναζωπυρώνεται η κοινωνία-μάζα το εκλαμβάνει είτε ως αδικαιολόγητο και ανούσιο, είτε και ως απειλητικό προς την ίδια – όπου αυτή η άποψη αναπτύσσεται και συντηρείται πάντα στους φιλοεξουσιαστικούς και γραφειοκρατικούς κύκλους κάθε πολιτικού χρώματος. Η επαναστατική αντι-βία, που τόσο έντονα έχει συνδεθεί με την εργατική τάξη και το προλεταριάτο, δεν έχει κατόχους, δεν ανήκει αποκλειστικά και μόνο στους εργάτες και στους προλετάριους. Η επαναστατική αντι-βία είναι επί της ουσίας κοινωνική, είναι η φυσική αντίδραση ενός ψυχικά ισορροπημένου ανθρώπου που δεν έχει χάσει τα βιόφιλα ένστικτά του και αντιστέκεται σε ότι καταστρέφει τη ανθρώπινη ζωή – όπου το κράτος και το καπιταλιστικό σύστημα αποτελούν τους πιο ισχυρούς εχθρούς του ανθρώπου, της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τα λόγια του επαναστάτη κομμουνιστή Δημήτρη Κουφοντίνα κατά την απολογία του «ο ένοπλος επαναστάτης σέβεται τη ζωή, γι’ αυτό και παίρνει τα όπλα, για να την υπερασπίσει», δεν αποτελούν απλώς μία επαναστατική θέση. Είναι λόγια ενός ανθρώπου που το ένστικτό του δεν έχει διαστρεβλωθεί από την ηθική της εξουσίας –η οποία έρχεται κόντρα στην ανθρώπινη, έμφυτη ουμανιστική, αντιεξουσιαστική ηθική–, που αναγνωρίζει ότι σε μία ταξική, καταπιεστική κοινωνία υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεζόμενοι και, οι πρώτοι, αποτελούν το μεγαλύτερο αγκάθι για την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Η επαναστατική αντι-βία είναι η μόνη κοινωνική δύναμη ικανή να κινήσει την ανθρωπότητα προς τη σωστή πλευρά της εξέλιξης, να την οδηγήσει δηλαδή προς το δρόμο δόμησης της αταξικής, ακρατικής, εξισωτικής κοινωνίας και στην επαναφορά της φυσικής, μη εκχρηματισμένης οικονομίας. Καθότι μόνο η εργατική τάξη είναι αυτή που γνωρίζει πώς λειτουργεί η ληστρική καπιταλιστική οικονομία και είναι και η μόνη που καθημερινά έρχεται αντιμέτωπη με όλες τις επιπτώσεις της, η «δική της» επαναστατική αντι-βία είναι και η μόνη που μπορεί να οδηγήσει στην κοινωνική απελευθέρωση. Διότι η ένοπλη αντίσταση δεν είναι ένα πυροτέχνημα, δεν είναι μία πρακτική που ξεσπά σε μία συγκεκριμένη στιγμή λόγω κάποιων οικονομικών και πολιτικών συνθηκών που την ευνοούν. Η ένοπλη αντίσταση έχει όραμα, έχει από πίσω της ένα επαναστατικό σχέδιο –αυτό της κοινωνικής χειραφέτησης και της δόμησης της αταξικής κοινωνίας– που επιζητά την εκπλήρωσή του και μόνο με την εκπλήρωσή του ολοκληρώνεται ο κύκλος της.
Αν η πρακτική της ένοπλης αντίστασης, της αντανακλαστικής φυσικής αντι-βίας, είχε κατοχυρωθεί στην κοινή σκέψη –και ειδικότερα στην εργατική-προλεταριακή– και δεν είχε εξαφανιστεί από τα βάθη της ανθρώπινης χαρακτηροδομής, τότε κράτος και καπιταλισμός θα είχαν καταρρεύσει προ πολλού. Mε αυτόν τον τρόπο επανέρχεται διαρκώς το ερώτημα για ποιόν ή ποιούς λόγους η εργατική τάξη συνεχίζει να είναι συμβιβασμένη με τη δυστυχία της; Γιατί οι εργάτες δεν βάζουν ένα οριστικό τέλος στο μαρτύριό τους, αλλά και στο μαρτύριο της κοινωνίας; Η απάντηση σε τέτοιου είδους γνωστά ερωτήματα έχει δοθεί από την επιστήμη τής ψυχανάλυσης, όπως και έχει επεξηγηθεί γιατί η κοινωνική αντι-βία είναι επαναστατική, καθότι εμφανίζεται μόνο σε περιπτώσεις ύπαρξης εξουσιαστικών κοινωνιών – γι’ αυτό και αποτελεί μία απολύτως φυσική αντίδραση. Το άτομο που ζει στο πετσί του τις σχέσεις εξουσίας, και εδώ η εργατική τάξη αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι και το πρώτο που θα αντισταθεί με κάθε τρόπο και μέσο στους καταπιεστές του. Υπάρχει όμως μία σημαντική λεπτομέρεια που κάνει την επαναστατική αντι-βία τόσο αναγκαία σε μία τσαλαπατημένη από την μπότα της εξουσίας κοινωνία. Η επαναστατική αντι-βία δεν τροφοδοτείται μόνο από το ατομικό ταξικό μίσος – κανένας εργάτης-προλετάριος με ταξική συνείδηση δεν βλέπει στις εργοδοσίες συμμάχους ή καλά και τίμια αφεντικά. Τροφοδοτείται από όλες τις κοινωνικές αδικίες και ένας συνειδητοποιημένος εργάτης με ισχυρή ταξική συνείδηση θα οδηγηθεί στο να πάρει τα όπλα για να εκδικηθεί για τον πόνο που βλέπει παντού, και μοναδικός υπεύθυνος γι’ αυτό είναι το κράτος και όλοι οι έμμεσα και άμεσα υποστηρικτές του συστήματος. Θα εκδικηθεί και, προ πάντων, θα αντισταθεί για τα παιδιά που δεν βρίσκουν αγάπη σε διαλυμένες από τον καπιταλισμό οικογένειες, για τις φτωχές εργάτριες-προλετάριες που δουλεύουν στις πιο απάνθρωπες συνθήκες εργασίας –βλέπε και σεξεργασία /ερωταριάτο–, για όλους τους ανθρώπους που αργοπεθαίνουν μέσα στο απάνθρωπο, αντιαισθητικό, καταθλιπτικό αστεακό περιβάλλον των καπιταλιστικών πόλεων. Τη δεκαετία του 1930, όταν ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Βίλχελμ Ράιχ είχε βρεθεί σε μία εργατική πορεία στην οποία οι αστυνομικοί πυροβόλησαν το εργατικό πλήθος δολοφονώντας αρκετούς εργάτες, ανέφερε για την αδυναμία των εργατών να εκδικηθούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο για τον θάνατο των συναδέλφων τους: «Πολλούς αστυνομικούς τους έγδυσαν από τη στολή και τους ανάγκασαν να προσπαθήσουν να φύγουν ντροπιασμένοι με τα εσώρουχα. Οι στολές κρέμονταν συμβολικά από κοντάρια. Απορούσα με την καλοσύνη του πλήθους. Υπήρχαν τόσοι άνθρωποι, που μπορούσαν να κάνουν κομμάτια τους αστυνομικούς, κι όμως ήταν ακόμη ήσυχοι και συγκαταβατικοί. Η αστυνομία περνούσε ανενόχλητη ανάμεσά τους, αν και λίγο πιο πέρα άνθρωποι είχαν πυροβοληθεί σαν τα σπουργίτια. Δεν μπορούσα να το καταλάβω κάτι τέτοιο. Πώς μπορούσε το πλήθος να τα βλέπει αυτά και να μην κάνει τίποτε, απολύτως τίποτε για να προλάβει την αιματοχυσία; Σαδισμός των μαζών; Η είδηση ότι το Δικαστικό Μέγαρο ήταν στις φλόγες έγινε δεκτή απ’ όλους με ενθουσιώδεις πανηγυρισμούς. Τέτοιο άξιζε στο ρημάδι. Η δικαιοσύνη υπήρχε βέβαια μόνο για τους πρίγκιπες και τους πλούσιους» (βλ. Άνθρωποι σε μπελάδες, μτφρ. Νίκος Σιδέρης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1979, σελ. 42).
Η επαναστατική αντι-βία υπενθυμίζει στην κοινωνία ότι δεν πρέπει να συνηθίσουμε τον θάνατο. Μία κοινωνία που φτάνει στο σημείο αυτό είναι μία νεκρόφιλη α-κοινωνία που απλώς μετρά κάθε μέρα τους νεκρούς της. Από τα παιδιά που πηδούν από τις ταράτσες επειδή δεν αντέχουν την ψυχολογική πίεση και το μαύρο μέλλον που τους προσφέρει απλόχερα η νεκρόφιλη εξουσιαστική κοινωνία, μέχρι τις εργάτριες που ανατινάζονται μέσα στα εργοστάσια –βλέπε εργοστάσιο Βιολάντα–, η ταξική αντι-βία είναι το μοναδικό μέσο για την σωτηρία της ανθρωπότητας από το αδηφάγο τέρας με τα πολλά χέρια και τα πολλά κεφάλια. Η εργατική πρωτοπορία απέδειξε ιστορικά ότι αποτελεί τη μοναδική κοινωνική ομάδα που λειτουργεί ως φύλακας άγγελος της κοινωνίας, που μάχεται για την επαναφορά της ανθρωπότητας στο πολυπόθητο σημείο μηδέν. Στο σημείο όπου χωρίς αφέντες και δούλους, χωρίς ισχυρούς και ανίσχυρους, χωρίς έθνη και κράτη, οι κοινωνίες του κόσμου θα ανασυγκροτηθούν και θα αναδομηθούν εκ νέου με όρους αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού και αλληλοθαυμασμού, από όλους για όλους.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υψικάμινος η κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη του Αντώνη Χαριστού «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία τού δικαίου: Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης».
Στη μελέτη του Αντώνη Ε. Χαριστού τίθεται επί τάπητος το ζήτημα των αιτιών που οδήγησαν το πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης να αναμετρηθεί ένοπλα με το καπιταλιστικό σύστημα, σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ξεγυμνώνοντας τον ρόλο του μονοπωλιακού κεφαλαίου στις σχέσεις εξάρτησης της Ελλάδας από το δυτικό κεφάλαιο, και ειδικότερα το αμερικάνικο, τον βαθμό διείσδυσης των μηχανισμών εξουσίας στην καθημερινή αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου, τη σημασία που απέκτησε η κατασκευή του ενδιάμεσου χώρου των μικροαστών, τόσο ως νοοτροπίας, όσο και ως οικονομικό πεδίο αναφοράς για τη στερέωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης σε όλο το φάσμα της συλλογικής ζωής. Παράλληλα, εξετάζεται ο συμβιβαστικός ρόλος των συνδικαλιστικών ηγεσιών και η προδοσία των Κ.Κ. (Κ.Κ.Ε. – «Κ».Κ.Ε. Εσ.) στην απονεύρωση του διεκδικητικού κινήματος στα χρόνια της μεταπολίτευσης, οι εξαγγελίες, οι πράξεις και τα έργα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όχι μόνο στη διαταξική ενσωμάτωση των αιτημάτων της «αλλαγής», αλλά ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο ποδηγετήθηκε μία ολόκληρη προοπτική μεταβολής στα όρια του αστικού συστήματος δεσμεύσεων. Τέλος, εξετάζεται το κρατικό μονοπώλιο της βίας, όχι μόνο στη φυσική του παρουσία (βλ. παραστρατιωτική οργάνωση της αστυνομίας – ΜΑΤ), αλλά στη μετατροπή του ριζοσπαστικού λόγου σε φιλολογικού τύπου αντιστοιχίες, δίχως πρακτικές εφαρμογές, διαμορφώνοντας ένα πρότυπο συλλογικής συνείδησης πλήρως νομιμοποιημένο στο νομικό οπλοστάσιο του αστικού κράτους, καλύπτοντας ταυτόχρονα, μέσω της επαναστατικής φρασεολογίας, την απαραίτητη ενσωμάτωση των συλλογικών διεκδικήσεων στην ύπαρξη των ιδεολογικών αιτιών ύπαρξης των ίδιων αυτών συλλογικοτήτων. Η επαναστατική αντι-βία δεν υπήρξε αυθόρμητη έκφραση απονενοημένων πράξεων ανθρώπων του περιθωρίου, όπως επιθυμούσε να κατασκευάσει ο κυρίαρχος λόγος των Μ.Μ.Ε., ούτε ετεροπροσδιορισμένη αναφορά μυστικών υπηρεσιών και ξένων κέντρων, αναδεικνύοντας ενδογενείς αντιθέσεις των πυλώνων εξουσίας. Αντίθετα, υπήρξε η αυθεντική θέση της εργατικής τάξης που αρνήθηκε τον συμβιβασμό, την υποτέλεια και τον καριερισμό στα αστικά όργανα διαχείρισης, θέτοντας ανάμεσα στην ηθική της αστικής εξουσίας και την ηθική του προλεταριάτου το όριο της ευθύνης έναντι της ιστορίας με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο.
Βιογραφικό
O Αντώνης Ε. Χαριστός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Είναι ο ιδρυτής του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, του οποίου διατελεί πρόεδρος, ενώ, παράλληλα, έχει εισηγηθεί, επεξεργαστεί και διαμορφώσει τους όρους της τεχνοτροπίας του «δομημένου ρεαλισμού» στη λογοτεχνία. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά. Ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δημοσιεύει τακτικά αναφορές σε διαδικτυακούς χώρους πολιτισμού και έντυπες εκδόσεις. Είναι επίσημος επιμελητής, ποίησης και πεζογραφίας, των εκδόσεων «Γράφημα», καθώς και διευθυντής των εκδόσεων «Υψικάμινος», επίσημες εκδόσεις του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. Είναι αρχισυντάκτης στο τριμηνιαίο «Λογοτεχνικό Δελτίο» όργανο του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, συλλογική έκδοση πεζογραφικού, ποιητικού και κριτικού λόγου αντίστοιχα. Αρχισυντάκτης των περιοδικών «Η σπορά», όργανο του Μετώπου Αριστερών Συγγραφέων. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας, δύο θεατρικά έργα («Ο δακτυλογράφος» και «Έμπορος κατά συνείδηση»), καθώς και τις λογοτεχνικές μελέτες «Ο πεσιμισμός είναι ανθρωπισμός. Η περίπτωση του ποιητού Κώστα Καρυωτάκη» και «Η λογοτεχνία τής ευθύνης. Ιστορία και ταυτότητα στη λογοτεχνική κίνηση του ’30. Ο ρόλος τού Άγγελου Τερζάκη», ενώ συμμετείχε ως συγγραφέας και επιμελητής στην έκδοση του θεωρητικού έργου «Μανιφέστο. Δυο σχολές τού ρεαλισμού» του Φιλολογικού Ομίλου. Ακόμη, είναι συγγραφέας του θεωρητικού δοκιμίου «Τί είναι ο δομημένος ρεαλισμός. Εισαγωγή στην τεχνοτροπία». Ακόμη, έχει κυκλοφορήσει την ποιητική συλλογή με τίτλο «Φίλωνος & Νοταρά. Τα στιχάκια τής Τρούμπας, 1950-1970». Έχει επιμεληθεί το σενάριο και τα κείμενα στις ταινίες μικρού μήκους «Επιθυμώ», «Πολφός αίματος», καθώς και σενάριο-σκηνοθεσία στην ταινία μικρού μήκους «Ομ/φαλλός Κολπορραγίας». Είναι ο αρχισυντάκτης του ετήσιου τόμου επιθεώρησης τέχνης «Παράθυρο στην Τέχνη» του Φιλολογικού Ομίλου και του επίσης ετήσιου τόμου επιστημονικών μελετών «Κριτική τής κριτικής κριτικής» του τμήματος Φιλοσοφίας και Ιστορίας του Φιλολογικού Ομίλου. Επιπλέον, συμμετείχε ως συγγραφέας και επιμελητής στην έκδοση του θεωρητικού έργου «Οπλίζοντας τις κάμερες. Μανιφέστο τής Φράξιας Κινηματογραφιστών 2 Νοέμβρη», καθώς και των συλλογικών έργων «Πατησίων & Βερανζέρου γωνία. Αθήνα, 1960-1970», «Σιδηρά βελόνη στην ουρήθρα. ΕΑΤ-ΕΣΑ, 1967-1973», «Άφησέ με νἂρθω μαζί σου. Σανατόριο Σωτηρία, 1902-1930». Τέλος, συμμετείχε ως συγγραφέας και επιμελητής στο έργο «Το φουστάνι τής Ευδοξίας», τεχνική και ιδεολογική ανάλυση της ομότιτλης ταινίας μικρού μήκους της «Φράξιας Κινηματογραφιστών 2 Νοέμβρη» (της οποίας υπήρξε σκηνοθέτης). Επιμελήθηκε ως ανθολόγος τους συλλογικούς τόμους «Στιγμές. Ο ποιητής Τόλης Νικηφόρου» και «Η ποίηση στη ντιβάνι. Ανθολογία. Σωτήρης Παστάκας». Τέλος, έχει εκδώσει τον τόμο επιστημονικής φιλοσοφικής μελέτης «Η βαρβαρότητα του διαφωτισμού. Ιδιοκτησία και αναγκαιότητα».








