Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ του Μιχαήλ Μπακούνιν

(από την έκδοση του Ελεύθερου Τύπου, 1987)

 

 ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ελευθερία, πραγμάτωση της ελευθερίας: ποιος μπορεί να αρνηθεί πως αυτές οι λέξεις βρίσκονται τώρα πρώτες- πρώτες στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας; Φίλοι κι εχθροί το αναγνωρίζουν θέλοντας και μη και κανείς δε θα τολμήσει καν να δηλώσει ανοιχτά και θαρραλέα ότι είναι αντίπαλος της ελευθερίας. Αλλά το να μιλάς για κάτι και να το αναγνωρίζεις δεν του δίνει πραγματική υπόσταση, κι αυτό το ξέρει και το Ευαγγέλιο [1] — πράγ­ματι, υπάρχει ακόμα δυστυχώς ένα πλήθος ανθρώπων που, για να πούμε την αλήθεια, δεν πιστεύουν, ενδόμυ­χα, στην ελευθερία. Αξίζει τον κόπο, μπροστά στο ενδιαφέρον αυτής της υπόθεσης, να ασχοληθούμε μαζί τους. Ανήκουν σε πολύ διαφορετικούς τύπους: πρώτα-πρώτα συναντάμε ανθρώπους υψηλά ιστάμενους, φορτωμένους χρόνια κι εμπειρία που, στα νιάτα τους, υπήρξαν ερασι­τέχνες της πολιτικής ελευθερίας – ένας πλούσιος και διακεκριμένος άνθρωπος βρίσκει πράγματι μια κάποια εκλεπτυσμένη απόλαυση μιλώντας για ελευθερία και ι­σότητα, πράγμα που εξάλλου τον κάνει διπλά ενδιαφέρο­ντα στις συναναστροφές του. Αλλά καθώς δεν μπορούν τώρα πια να απολαύσουν τη ζωή όπως στα νιάτα τους, ζητάνε να κρύψουν τη φυσική και διανοητική τους κατά­πτωση κάτω απ’ το πέπλο της “πείρας” – μια λέξη της ο­ποίας συχνά έγινε κατάχρηση. Χάνει κανείς τον καιρό του μιλώντας μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ποτέ δεν πή­ραν στα σοβαρά την ελευθερία, ποτέ η ελευθερία δεν υ­πήρξε γι’ αυτούς εκείνη η θρησκεία, που δεν οδηγεί στις μεγαλύτερες απολαύσεις και στην υπέρτατη ευτυχία παρά μόνο μέσα απ’ το δρόμο των πιο τρομερών αντιφάσεων, μέσα απ’ τις πιο πικρές θλίψεις και μέσα από μια ολική και ανεπιφύλακτη απάρνηση. Δεν υπάρχει στ’ αλήθεια κανένα ενδιαφέρον στη συζήτηση μαζί τους, γιατί είναι γέροι κι έτσι, καλώς ή κακώς, θα πεθάνουν σύντομα.

Αλλά δυστυχώς υπάρχουν και πολλοί νέοι άνθρωποι που συμμερίζονται τις ίδιες πεποιθήσεις μ’ αυτούς της πρώτης κατηγορίας, ή μάλλον την απουσία κάθε πεποί­θησης. Ανήκουν οι περισσότεροι σ’ αυτήν την αριστοκρα­τία που, απ’ τη φύση της έχει καταδικαστεί στη Γερμα­νία σε πολιτικό θάνατο, είτε στην εμπορευόμενη αστική τάξη, είτε σ’ αυτήν των υπαλλήλων. Μ’ αυτούς δεν έχου­με να κάνουμε τίποτα και μάλιστα ακόμα λιγότερο απ’ όσο με τους γνωστικούς και πεπειραμένους της πρώτης κατηγορίας που έχουν κιόλας το ένα πόδι στον τάφο. Αυτοί οι τελευταίοι διατηρούν τουλάχιστον μια επίφαση ζωής, ενώ οι άλλοι είναι από γεννησιμιού τους ανύπαρκτα όντα, νεκροί άνθρωποι. Είναι ολότελα βουτηγμένοι στα βρώμικα ενδιαφέροντά τους για ματαιότητες ή για χρήμα και απασχολούνται μόνο με τις καθημερινές τους επιτυ­χίες αγνοούν καθετί σχετικό με τη ζωή και με όσα συμ­βαίνουν γύρω τους’ τόσο που, αν δεν είχαν ακούσει στο σχολείο να λέγεται κάτι για την ιστορία και την εξέλιξη των ιδεών, θα πίστευαν πιθανότατα πως ο κόσμος ήταν πάντα όπως είναι και τώρα. Είναι θαμπές υπάρξεις, σκιές που δεν μπορούν να σταθούν ούτε χρήσιμες ούτε ενοχλη­τικές’ δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα απ’ αυτούς, γιατί μόνο ό,τι είναι ζωντανό μπορεί να δράσει και αφού πέρασε πια η συνήθεια να ‘χει κανείς σχέσεις με σκιές δε θέλουμε πια να χάνουμε την ώρα μας μαζί τους.

Αλλά υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία εχθρών της αρ­χής της Επανάστασης: είναι το αντιδραστικό κόμμα που εμ­φανίζεται λίγο μετά την Παλινόρθωση σ’ όλη την Ευρώπη και που ονομάζεται συντηρητισμός στην πολιτική, ιστορική σχολή στην επιστήμη του δικαίου, και θετική φιλοσοφία στις θεωρητικές επιστήμες. Έχουμε την πρόθεση να συ­ζητήσουμε μ’ αυτό το κόμμα και θα ήταν παράλογο απ’ τη μεριά μας να αγνοήσουμε την ύπαρξή του και να δείξουμε ότι τη θεωρούμε δίχως σημασία. Αντίθετα, αναγνωρίζουμε ειλικρινά ότι είναι τώρα παντού το κυρίαρχο κόμμα, και, ακόμα περισσότερο, είμαστε έτοιμοι να παραδεχτούμε πως η τωρινή του δύναμη δεν είναι ένα παιχνίδι της τύχης αλ­λά έχει τις βαθιές της ρίζες μέσα στην εξέλιξη του σύγ­χρονου πνεύματος. Γενικά, δεν αναγνωρίζω στο τυχαίο καμιά πραγματική επίδραση πάνω στην ιστορία. Η ιστορία είναι μία αβίαστη αλλά και ταυτόχρονα αναγκαία ανάπτυ­ξη της ελεύθερης σκέψης, έτσι που αν θεωρούσα υπεύθυ­νη την τύχη για την τωρινή επικράτηση του αντιδραστικού κόμματος θα πρόσφερα τις χειρότερες υπηρεσίες στην ο­μολογία της δημοκρατικής πίστης που στηρίζεται αποκλειστικά στην απόλυτη ελευθερία της σκέψης. Θα ήταν ακόμα πιο επικίνδυνο, για μας, να επαναπαυτούμε σ’ έναν ολέ­θριο και απατηλό εφησυχασμό, αφού, δυστυχώς ως τώρα, απέχουμε πολύ απ’ την κατανόηση της κατάστασής μας. Κίνδυνος ακόμα πιο μεγάλος αφού, μέσα στην παραγνώ­ριση, την τόσο συχνή, της αληθινής καταγωγής της δύνα­μής μας και της φύσης του εχθρού μας, απελπισμένοι απ’ το θλιβερό θέαμα της χυδαιότητας, μπορεί να χάσουμε το θάρρος μας, ή — κάτι ίσως χειρότερο — αφού η απελ­πισία δεν μπορεί να κρατήσει και πολύ σ’ ένα ον γεμάτο ζωή, να πέσουμε θύματα μιας αδικαιολόγητης, παιδικής και στείρας απερισκεψίας.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ

Τίποτα δεν μπορεί να σταθεί πιο χρήσιμο στο δημοκρατικό κόμμα απ’ τη γνώση της στιγμιαίας αδυναμίας του και της σχετικής δύναμης των αντιπάλων του. Αυτή η γνώση το κάνει καταρχήν να βγει απ’ την αοριστία της φαντασίας και να μπει στην πραγματικότητα όπου πρέπει να ζήσει, να υποφέρει και επιτέλους να νικήσει. Αυτή κάνει τον εν­θουσιασμό του στοχαστικό και σεμνό. Αφού, απ’ αυτή την οδυνηρή επαφή με την πραγματικότητα, θα ‘χει συνει­δητοποιήσει την ιερή και καθαγιασμένη αποστολή του, αφού θα ‘χει αντιμετωπίσει αναρίθμητες δυσκολίες που ορθώνονται παντού στο δρόμο του και που δεν έχουν την πηγή τους — όπως συχνά το δημοκρατικό κόμμα φαίνεται ότι πιστεύει — στο σκοταδισμό των αντιπάλων του, αλλά μάλλον στον πλούτο και στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης που αντιστέκεται στις αφηρημένες θεωρίες, αφού αυτές οι δυσκολίες θα το κάνουν να μάθει και στη συνέχεια να κατανοήσει τις ανεπάρκειες ολόκληρης της τωρινής του ύπαρξης και θα του έχουν δείξει πως ο εχθρός δεν είναι μόνο έξω απ’ αυτό, αλλά επίσης και κυρίως μέσα σ’ αυτό και πως πρέπει συνεπώς να πολεμήσει αυτόν τον εσωτερικό εχθρό, αφού θα ‘χει αποχτήσει την πεποίθηση πως η δημοκρατία δε συνίσταται μόνο σε μία αντίθεση στους κυβερνώντες, δεν είναι μια ιδιαίτερη συνταγματική, πολιτική ή οικονομική μεταρ­ρύθμιση, αλλά ότι αναγγέλλει έναν ολοκληρωτικό μετα­σχηματισμό της σύγχρονης δομής του κόσμου και μια ου­σιαστικά νέα ζωή, άγνωστη ως τώρα στην ιστορία, αφού όλα αυτά θα το έχουν πείσει πως η δημοκρατία είναι μία θρησκεία, αφού αυτή η αντίληψη θα το έχει κάνει το ίδιο θρησκευτικό, δηλαδή, όχι μόνο γοητευμένο απ’ την αρχή του στη σκέψη και στο συλλογισμό, αλλά και πιστό σ’ αυτήν την αρχή μέσα στην πραγματική ζωή, ως τις παραμικρότερες εκδηλώσεις του: τότε και μόνο τότε το δημο­κρατικό κόμμα θα έχει κερδίσει μια πραγματική νίκη πάνω στον κόσμο.

Αναγνωρίζουμε λοιπόν ειλικρινά πως η τωρινή ισχύς του αντιδραστικού κόμματος δεν είναι αποτέλεσμα του τυχαίου, αλλά μία ιστορική αναγκαιότητα. Δεν έχει τις ρί­ζες της στην ανεπάρκεια της δημοκρατικής αρχής: αυτή η τελευταία είναι η ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους που πραγματώνεται μέσα στην ελευθερία, αλλά είναι επίσης και η οντότητα του πνεύματος η πιο βαθιά, η πιο γενική, η πιο παγκόσμια, με μία λέξη αυτή η μοναδική οντότητα που εκδηλώνεται μέσα στην ιστορία. Αυτή η ισχύς του αντιδραστικού κόμματος είναι το αποτέλεσμα της ανεπάρ­κειας του δημοκρατικού κόμματος που δεν έφτασε ακόμα στην καταφατική συνείδηση της αρχής του και άρα δεν υπάρχει παρά μόνο σαν άρνηση της παρούσας πραγματι­κότητας. Αλλά όντας μόνο άρνηση, παραμένει καταρχήν αναγκαστικά ξένο προς τον πλούτο της ζωής, του οποίου βέβαια αδυνατεί ακόμα να συλλάβει την ανάπτυξη, στηριζόμενο σε μια αρχή που εμφανίζεται στα μάτια του με μία σχεδόν αποκλειστικά αρνητική μορφή. Γι’ αυτό ως τώρα υφίσταται απλά σαν ένα κόμμα και όχι ακόμα σαν η ζωντα­νή πραγματικότητα εκείνη που είναι το μέλλον και όχι το παρόν. Το ότι οι δημοκράτες αποτελούν μονάχα ένα κόμ­μα (και μάλιστα αν κρίνουμε από τις εξωτερικές εκδηλώ­σεις της ύπαρξής του ένα αδύναμο κόμμα), και το ότι για να υφίσταται απλά και μόνο σαν κόμμα προϋποθέτει ένα άλλο, ισχυρό κόμμα, που να τους αντιτίθεται, αυτό και μό­νο θα έπρεπε να διαφωτίσει τους δημοκράτες για τις ί­διες τις ανεπάρκειες που ουσιαστικά ενυπάρχουν σ’ αυ­τούς.

Σύμφωνα με τη φύση του και την αρχή του, το δημο­κρατικό κόμμα επιθυμεί το καθολικό και το παγκόσμιο, αλλά σύμφωνα με την ύπαρξή του σαν κόμμα είναι μόνο κάτι το μερικό — το αρνητικό — που αντιτίθεται σ’ ένα άλ­λο μερικό — το θετικό. Όλη η σπουδαιότητα κι όλη η ακαταμάχητη δύναμη του αρνητικού συντρέχουν στην εκμηδένιση του θετικού, αλλά, ταυτόχρονα με το θετικό, το αρνητικό βαδίζει προς την καταστροφή του, σύμφωνα με τη μερική, ατελή και ανάρμοστη στην ουσία του φύση του. Το δημοκρατικό κόμμα δεν υφίσταται σαν τέτοιο μέσα στον πλούτο της κατάφασής του, αλλά μόνο σαν άρνηση του θετικού: γι’ αυτό οφείλει να εξαφανιστεί σαν ανολοκλήρωτη μορφή ταυτόχρονα με το θετικό, για να ξαναγεννηθεί αυτόματα με μία ανανεωμένη μορφή και μέσα στη ζωντανή ολοκλήρωση του είναι του. Έτσι το δημοκρατικό κόμμα αλλάζει ενεαυτώ κι-αυτή η μεταμόρ­φωση δεν είναι μόνο ποσοτική, δεν είναι μια απλή διεύ­ρυνση της τωρινής ανεπαρκούς ύπαρξής του: ο Θεός να μας φυλάει! Γιατί μια τέτοια διεύρυνση θα οδηγούσε σε μια παγκόσμια ισοπέδωση και το τέλος της ιστορίας θα ήταν ένα απόλυτο μηδέν. Αυτή η μεταμόρφωση είναι αντίθετα ποιοτική, είναι μια ζωντανή αποκάλυψη που γεν­νάει τη ζωή, είναι ένας καινούριος ουρανός και μια νέα γη, ένας νέος και υπέροχος κόσμος, που μέσα του όλες οι σημερινές ασυμφωνίες θα συγκεραστούν σε μία αρμο­νική ενότητα.

Είναι αδύνατο να διορθώσουμε τις ατέλειες του δημο­κρατικού κόμματος εκμηδενίζοντας τον αποκλειστικό χα­ρακτήρα της ύπαρξής του σαν κόμμα διαμέσου μίας φαι­νομενικής συμφιλίωσής του με το θετικό: αυτές θα ήταν μάταιες προσπάθειες γιατί το θετικό και το αρνητικό πα­ραμένουν πάντα ασυμβίβαστα. Το αρνητικό, στο βαθμό που το απομονώνουμε απ’ την αντίθεσή του με το θετικό και το θεωρούμε καθαυτό, φαίνεται δίχως ουσία και δίχως ζωή. Αυτή η φαινομενική έλλειψη υπόστασης είναι και η σπουδαιότερη κατηγορία που οι θετικοί προσά­πτουν στους δημοκράτες. Αυτή η κατηγορία στηρίζεται σε μία παρανόηση, γιατί το αρνητικό δεν μπορεί να θεωρη­θεί απομονωμένα — τότε δε θα ήταν απολύτως τίποτα! — αλλά μόνο μέσα στην αντίθεσή του με το θετικό, όλο το είναι του, το περιεχόμενό του, η ζωτικότητά του τείνουν στην καταστροφή του θετικού. “Η επαναστατική προπα­γάνδα, λέει ο Πένταρχος [2], είναι απ’ την ενδόμυχη φύση της η άρνηση των υφιστάμενων θεσμών του Κράτους, γιατί ο πιο αυθεντικός χαρακτήρας της δεν μπορεί να κα­θορίζει άλλο πρόγραμμα παρά μόνο την καταστροφή ό­λων όσων υπάρχουν”. Αλλά είναι λοιπόν δυνατόν το αρ­νητικό, που όλη του η ζωή δεν έχει άλλη αποστολή απ’ την καταστροφή, να μπορέσει να συμφωνήσει φαινομε­νικά με αυτό που η ενδόμυχη φύση του το υποχρεώνει να καταστρέψει; Αυτό μπορούν να το σκεφτούν μόνο ε­κείνοι οι άνθρωποι, οι δίχως φλόγα και δίχως ενεργητικό­τητα, που δεν τρέφουν καμιά σοβαρή ιδέα για το θετικό και το αρνητικό.

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΓΝΗΣΙΟΥΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΥΣ

Στους κόλπους του αντιδραστικού κόμματος μπορούμε να διακρίνουμε σήμερα δύο βασικές ομάδες: στη μία ξε­χωρίζουν οι γνήσιοι και συνεπείς αντιδραστικοί, στην άλ­λη οι ασυνεπείς και οι συμφιλιωτικοί. Οι πρώτοι αντιλαμ­βάνονται την αντίθεση σε όλη της την καθαρότητα, ξέρουν καλά πως όσο αδύνατο είναι να συμφιλιωθούν η φωτιά και το νερό άλλο τόσο αδύνατο είναι να συμφιλιωθούν το αρνητικό και το θετικό. Βλέπουν στο αρνητικό την κα­ταφατική πλευρά της φύσης του και δεν μπορούν να πι­στεύουν παρά μόνο τούτο το σωστό τους συμπέρασμα: ότι το θετικό μπορεί να διατηρηθεί μόνο με την ολική συντριβή του αρνητικού. Ταυτόχρονα δεν καταλαβαί­νουν ότι το θετικό δεν είναι αυτό το θετικό που υπερα­σπίζουν παρά μόνο στο μέτρο που το αρνητικό του ανα­τίθεται ακόμα, δεν κατανοούν συνεπώς πως αν το θετικό κέρδιζε μια ολική νίκη πάνω στο αρνητικό, θα βρισκόταν τότε πια έξω απ’ την αντίθεση, δε θα ήταν πια τότε το θε­τικό αλλά μάλλον η τελείωση του αρνητικού: πρέπει να τους συγχωρήσουμε αυτήν την έλλειψη κατανόησης, για­τί η τύφλωση είναι το ουσιαστικό χαρακτηριστικό κάθε θετικού, ενώ η οξύνοια χαρακτηρίζει μόνο το αρνητικό. Στη θλιβερή και δίχως συνείδηση εποχή μας, πολλοί εί­ναι εκείνοι που από δειλία προσπαθούν να αποκρύψουν απ’ τον εαυτό τους τις ακριβείς συνέπειες των ίδιων των αρχών τους ελπίζοντας έτσι ότι δε θα διατρέξουν τον κίν­δυνο να ταρακουνηθεί το τεχνητό και εύθραυστο οικοδό­μημα των υποτιθέμενων πεποιθήσεών τους. Έτσι πρέπει να πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ σ’ αυτούς τους κύριους, τους γνήσιους αντιδραστικούς. Είναι ειλικρινείς, τίμιοι και θέλουν να ‘ναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Δεν μπορού­με να μιλήσουμε και πολύ μαζί τους, γιατί δε θέλουν πο­τέ ν’ ανταποκριθούν σε μία λογική συζήτηση και, τώρα πια που το αρνητικό σκόρπισε παντού το σπέρμα της α­ποσύνθεσης, είναι γι’ αυτούς δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να διατηρηθούν στο γνήσιο θετικό: σε τέτοιο σημείο που τους χρειάζεται να διαχωριστούν απ’ την ίδια τους τη λο­γική, να φοβούνται τους εαυτούς τους και να μην κάνουν την παραμικρή προσπάθεια να εκφράσουν τις πεποιθή­σεις τους, αφού θα προκαλέσουν σίγουρα την ανασκευή τους Έχουν τέλεια συνείδηση αυτού του γεγονότος: έ­τσι αντικαθιστούν το λόγο με τη βρισιά… Παρόλα αυτά είναι τίμιοι και ολοκληρωμένοι άνθρωποι, ή, για την ακρί­βεια, θέλουν να είναι. Τρέφουν όσο και εμείς μίσος για κάθε ημίμετρο, γιατί ξέρουν πως μόνο ένας ολοκληρω­μένος άνθρωπος μπορεί να ‘ναι καλός και πως τα ημίμετρα είναι η δηλητηριασμένη πηγή κάθε κακού.

Αυτοί οι φανατικοί αντιδραστικοί μας κατηγορούν για αίρεση, και, αν ήταν δυνατό, θα ανέσυραν απ’ το ο­πλοστάσιο της ιστορίας τη σκοτεινή δύναμη της Ιερός Εξέτασης για να τη χρησιμοποιήσουν εναντίον μας. Δε δέ­χονται ότι έχουμε οποιοδήποτε αγαθό και ανθρώπινο συ­ναίσθημα και μας βλέπουν σαν πορωμένους Αντίχριστους που είναι θεμιτό να τους πολεμήσουν με όλα τα μέσα. Θα τους ανταποδώσουμε αυτή τη συμπεριφορά; Όχι, αυτό θάταν ανάξιο για μας και για τη μεγάλη υπόθεση που υπερασπιζόμαστε. Η μεγάλη αρχή στην υπηρεσία της οποίας ταχθήκαμε μας δίνει, ανάμεσα σ’ άλλα πλεονεκτή­ματα, το ευγενές προνόμιο να είμαστε δίκαιοι και αμερό­ληπτοι χωρίς μ’ αυτό να βλάπτουμε την υπόθεσή μας. Ό,τι στηρίζεται σε μία αποκλειστική άποψη δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει σαν όπλο την αλήθεια, γιατί η αλήθεια βρίσκεται σε αντίφαση με κάθε αποκλειστική άποψη. Ό,τι είναι αποκλειστικό είναι αναγκαστικά μεροληπτικό και φα­νατικό στις διακηρύξεις του, γιατί δεν μπορεί να επιβε­βαιωθεί παρά μόνο με την ωμή κατάργηση όλων των άλ­λων αποκλειστικών απόψεων που του αντιτίθενται και που είναι εξίσου δικαιολογημένες μ’ αυτό. Μία αποκλει­στική άποψη, απ’ το απλό γεγονός της ύπαρξής της, προϋποθέτει ότι υπάρχουν κι άλλες που πρέπει, σύμφω­να με την ιδιαίτερη λογική της, να τις εξαφανίσει για να διατηρηθεί. Αυτή η αντίφαση είναι η κατάρα που βαραί­νει πάνω του, μια κατάρα που την φέρει μέσα του και που μετατρέπει σε μίσος την έκφραση των αγαθών συναισθη­μάτων, που είναι σύμφυτα σε κάθε άνθρωπο άξιο του ο­νόματος του.

Είμαστε απ’ αυτήν την άποψη άπειρα πιο ευτυχισμέ­νοι. Σίγουρα, σαν κόμμα, αντιτασσόμαστε στους θετικιστές, τους πολεμάμε, κι αυτός ο αγώνας ξυπνάει λοιπόν μέσα μας όλα τα κακά πάθη. Το γεγονός ότι ανήκουμε κι οι ίδιοι σ’ ένα κόμμα μας κάνει και μας συχνά μεροληπτι­κούς και άδικους. Αλλά δεν είμαστε μόνο αυτό το αρνητι­κό κόμμα που αντιτίθεται στο θετικό, η δική μας πηγή της ζωής είναι η παγκόσμια αρχή της απόλυτης ελευθερίας, μια αρχή που περικλείει ό,τι το καλό υπάρχει στο θετικό και που είναι πάνω απ’ το θετικό, όπως και πάνω από μας, αν θεωρηθούμε σαν κόμμα. Σαν κόμμα κάνουμε μόνο πο­λιτική, αλλά βρίσκουμε τη δικαίωσή μας μόνο στην αρχή μας, αλλιώς η υπόθεσή μας δε θάταν καλύτερη απ’ αυτή του θετικού, και μας χρειάζεται, για την ίδια τη συντήρη­σή μας, να παραμείνουμε πιστοί στην αρχή μας που είναι το μοναδικό θεμέλιο της δύναμης και της ζωής μας, που δηλαδή, μας ανυψώνει απ’ αυτήν την περιορισμένη και πολιτική μόνο ύπαρξη στη θρησκεία της παγκόσμιας και ανοιχτής στη ζωή αρχής μας. Πρέπει να δράσουμε όχι μόνο πολιτικά, αλλά και θρησκευτικά μέσα στην πολιτική μας. Αυτό σημαίνει να έχουμε σαν θρησκεία μας την ελευ­θερία, που η μόνη αυθεντική έκφρασή της είναι η δικαιο­σύνη και η αγάπη. Ναι, για μας — που θεωρούμαστε ε­χθροί της χριστιανικής θρησκείας — και μόνο σε μας μένει αυτό το έργο που το θεωρούμε ύψιστο χρέος: να ασκού­με ουσιαστικά την αγάπη ακόμα και στις πιο λυσσαλέες μάχες μας, αυτήν την αγάπη που είναι η ύψιστη εντολή του Χριστού και η μοναδική αρχή του αληθινού χριστια­νισμού.

Προσπαθούμε να είμαστε δίκαιοι ακόμα κι απέναντι στους εχθρούς μας, και αναγνωρίζουμε πρόθυμα ότι προ­σπαθούν να δεχτούν πραγματικά το καλό και, επιπλέον, ότι η φύση τους τους είχε προσανατολίσει στο καλό και σε μια παθιασμένη ζωή και πως μόνο ένα παράδοξο χτύ­πημα της μοίρας τους ξεστράτισε απ’ την αληθινή τους φύση. Δε μιλάμε γι’ αυτούς που έχουν προσχωρήσει στο κόμμα τους για να αφήσουν ελεύθερο το πεδίο στα κακά τους πάθη: τους ταρτούφους, υπάρχουν δυστυχώς πολ­λοί σε όλα τα κόμματα Μιλάμε μόνο για τους ειλικρινείς υπερασπιστές του συνεπούς θετικισμού, που προσπαθούν να φτάσουν στο καλό χωρίς να έχουν τη θέληση να το πραγματοποιήσουν: εδώ βρίσκεται η μεγάλη τους ατυχία και γι’ αυτό η συνείδησή τους είναι πληγωμένη. Στην αρ­χή της ελευθερίας βλέπουν μόνο μια ψυχρή και ευτελή αφαίρεση, στην οποία η ευτέλεια και η τραχύτητα πολ­λών υπερασπιστών αυτής της αρχής έχουν δραστικά συ­νεισφέρει, μια αφαίρεση που είναι στερημένη από κάθε ζωή, κάθε ομορφιά και κάθε ιερότητα. Δεν καταλαβαί­νουν πως δεν πρέπει να συγχέουν καθόλου αυτήν την αρ­χή με τη σημερινή, μέτρια και ολότελα αρνητική, μορφή της, και πως δεν μπορεί να νικήσει και να πραγματοποιη­θεί παρά μόνο αν γίνει η ζωντανή κατάφαση του εαυτού της καταργώντας τόσο το αρνητικό, όσο και το θετικό. Η γνώμη τους, που δυστυχώς είναι και γνώμη αρκετών μελών του αρνητικού κόμματος, είναι πως το αρνητικό προσπαθεί να διαδοθεί σαν τέτοιο, και σκέφτονται, ακρι­βώς σαν εμάς, πως η διάδοση του αρνητικού θα βυθίσει μέσα στην ευτέλεια ολόκληρη την πνευματική κοινωνία. Ταυτόχρονα τα αυθόρμητα συναισθήματά τους τους κά­νουν να επιθυμούν δικαιωματικά την πληρότητα μιας παθιασμένης ζωής και, αφού δε βρίσκουν στο αρνητικό παρά μόνο την ισοπέδωση αυτής της ζωής, επιστρέφουν στο παρελθόν, στο παρελθόν έτσι όπως υπήρξε πριν κά­νει την εμφάνισή της η αντίθεση ανάμεσα στο αρνητικό και το θετικό. Έχουν δίκιο στο βαθμό που αυτό το πα­ρελθόν ήταν ένα όλο εμψυχωμένο από μια δίκιά του ζωή και τους φαίνεται, σαν τέτοιο, πολύ πιο ζωντανό και πολύ πιο πλούσιο απ’ ότι το σπαρασσόμενο απ’ τις αντιφάσεις του παρόν. Αλλά κάνουν ένα μεγάλο λάθος όταν σκέφτονται ότι μπορούν να αναστήσουν αυτό το τό­σο ζωντανό παρελθόν. Ξεχνάνε πως η ολότητα του παρελ­θόντος δεν μπορεί να εμφανίζεται σ’ αυτούς παρά μόνο με τη μορφή μιας θαμπής και κομματιασμένης εικόνας μέσα στον καθρέφτη των σημερινών αντιφάσεων που γεννήθηκαν μοιραία απ’ αυτό — και πως αυτό το παρελ­θόν, που ανήκει στο θετικό, δεν είναι πια παρά ένα πτώ­μα — δίχως ψυχή εγκαταλειμμένο στους μηχανικούς και χημικούς νόμους της αντανάκλασης. ‘Όντας οπαδοί ενός τυφλού θετικισμού, δεν το καταλαβαίνουν, ενώ σαν ζωντανά όντα, σύμφωνα με τη φύση τους, αισθάνονται στην εντέλεια αυτήν την έλλειψη ζωής — και καθώς δεν ξέρουν πως, από μόνο το γεγονός ότι είναι θετικοί, φέρουν μέσα τους το αρνητικό, θεωρούν το αρνητικό υπεύθυνο γι’ αυτή την έλλειψη ζωής. Η ροπή τους προς τη ζωή και την αλήθεια, ανίκανη να ικανοποιηθεί, μετατρέπεται σε μίσος και φορτώνουν το βάρος αυτής της αποτυχίας στο αρνητικό. Τέτοια είναι αναγκαστικά, σε κάθε συνεπή θετικιστή, η εσωτερική εξέλιξη των συναισθημάτων του: γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, αξίζουν τον οίκτο, αφού οι προσπάθειές τους έχουν σχεδόν πάντα τίμια προέλευση.

ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩ­ΤΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟΥΣ

Οι συμφιλιωτικοί θετικιστές έχουν μια τελείως διαφορε­τική τοποθέτηση. Διακρίνονται απ’ τους συνεπείς θετικιστές με δύο τρόπους: όντας πιο διαβρωμένοι απ’ αυτούς εξαιτίας της λανθασμένης άποψης που έχουν για την ε­ποχή μας, όχι μόνο δεν απορρίπτουν απλά και ξεκάθαρα το αρνητικό σαν ένα απόλυτο κακό, αλλά του παρέχουν κιόλας μια σχετική και στιγμιαία δικαιολόγηση — απ’ την άλλη, δεν κατέχουν την ίδια, πλήρους καθαρότητας ενέρ­γεια, αυτήν την καθαρότητα που τουλάχιστον επιθυμούν οι συνεπείς και αδιάλλακτοι θετικιστές και που τη χαρα­κτηρίσαμε σαν σημάδι μιας ολοκληρωμένης, πλούσιας και τίμιας φύσης. Μπορούμε να ορίσουμε την άποψη των συμφιλιωτικών σαν την άποψη της ατιμίας στον τομέα της θεωρίας – και λέω της θεωρίας γιατί προτιμώ να αποφύ­γω κάθε κατηγορία ενάντια σε πράξεις ή σε πρόσωπα και γιατί δεν πιστεύω πως, στην εξέλιξη των πνευμάτων, μπορεί να παρέμβει μια κακή προσωπική θέληση για να την εμποδίσει. Πάντως πρέπει να παραδεχτούμε πως η θεωρητική ατιμία, σύμφωνα με την ίδια της τη φύση, οδηγεί σχεδόν πάντα και αναγκαστικά στην πρακτική ατιμία.

Οι συμφιλιωτικοί θετικιστές έχουν περισσότερη ευ­φυΐα και διορατικότητα απ’ τους συνεπείς, είναι οι έξυ­πνοι και οι κατεξοχήν θεωρητικοί και στο μέτρο αυτό οι κύριοι εκπρόσωποι της σύγχρονης εποχής. Μπορούμε να εφαρμόσουμε στην περίπτωσή τους αυτό που είπε μια γαλλική εφημερίδα στις αρχές της επανάστασης του Ιου­λίου για το “Κέντρο”: “Η αριστερή πτέρυγα λέει: δυο φο­ρές το δύο κάνει τέσσερα, η δεξιά πτέρυγα: δυο φορές το δύο κάνει έξι… και το κέντρο λέει: δυο φορές το δύο κάνει πέντε”. Αλλά θα το έπαιρναν άσχημα! Ας προσπαθή­σουμε λοιπόν να μελετήσουμε τη δύσκολη και συγκεχυ­μένη φύση τους πολύ σοβαρά και με τον πιο βαθύ σεβα­σμό απέναντι στη σωφροσύνη τους. Είναι πολύ πιο δύσκο­λο να πείσεις τους συμφιλιωτικούς παρά τους συνεπείς. Οι τελευταίοι φανερώνουν στις πράξεις τους τη δύναμη των πεποιθήσεών τους, ξέρουν αυτό που θέλουν και μι­λάνε ξεκάθαρα γι’ αυτό, και μισούνε όσο και μείς κάθε αναποφασιστικότητα, κάθε ασάφεια γιατί οι ενεργητικές φύσεις τους μέσα στη δράση δεν μπορούν να αναπνέουν ελεύθερα παρά μόνο ένα καθάριο και διαυγή αέρα. Αλλά με τους συμφιλιωτικούς, πρόκειται για κάτι τελείως δια­φορετικό! είναι πονηροί άνθρωποι, ω, είναι ξύπνιοι και συ­νετοί! Δεν επιτρέπουν ποτέ, στην πρακτική, το πάθος της αλήθειας να καταστρέψει το τεχνητό οικοδόμημα των θεω­ριών τους. Είναι πολύ έμπειροι, πολύ έξυπνοι για να ακού­σουν καλοπροαίρετα την επιτακτική φωνή της απλής πρα­κτικής συνείδησης. Σίγουροι για την άποψή τους, την ατε­νίζουν γεμάτοι περηφάνεια, κι όταν λέμε πως μόνο ό,τι εί­ναι απλό είναι αληθινό και πραγματικό, γιατί μόνο αυτό μπορεί να παίξει ένα δημιουργικό ρόλο, αυτοί ισχυρίζο­νται αντίθετα πως μόνο το πολύπλοκο είναι αληθινό: πράγ­ματι, κουράστηκαν τόσο για να το κατασκευάσουν κι αυ­τό είναι το μόνο σημάδι που επιτρέπει να τους ξεχωρίσου­με, αυτούς, τους έξυπνους ανθρώπους απ’ τον ανόητο και αμόρφωτο όχλο (είναι πολύ δύσκολο να πείσει κανείς αυτούς τους ανθρώπους γιατί ακριβώς ξέρουν τα πάντα!). Άλλοι λόγοι για τη συμπεριφορά τους: όντας ικανοί πο­λιτικοί, θεωρούν σαν ασυγχώρητη αδυναμία το να αιφνιδιαστούν από κάποιο γεγονός, τέλος, βοηθούμενοι απ’ το στοχασμό τους, γλίστρησαν σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου της φύσης και του πνεύματος και, μετά απ’ αυτό το μακρύ και κουραστικό διανοητικό ταξίδι, κατέληξαν στην πεποί­θηση ότι δεν αξίζει τον κόπο να ‘χει κανείς στενές σχέσεις με τον πραγματικό κόσμο. Μ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι δύσκολο να αποσαφηνίσεις οτιδήποτε, γιατί, σαν τα γερμανικά συντάγματα, ξαναπαίρνουν με το δεξί χέρι αυ­τό που έδωσαν με το αριστερό, δεν απαντάνε ποτέ μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι, λένε: “Σε ένα κάποιο βαθμό έχετε δίκιο, αλλά όμως…”, κι όταν εξαντληθούν όλα τους τα επιχειρή­ματα, τότε λένε: “Ναι, είναι ένα λεπτό ζήτημα…”.

Παρόλα αυτά θα θέλαμε να προσπαθήσουμε να συζη­τήσουμε με το κόμμα των συμφιλιωτικών που, παρά την έλλειψη συνοχής του δόγματός του και την ανικανότητά του να παίξει ένα κυρίαρχο ρόλο, είναι τώρα ένα ισχυρό κόμμα και μάλιστα το πιο ισχυρό, αν πάρουμε υπόψη, εν­νοείται, τους αριθμούς κι όχι τις ιδέες. Η ύπαρξή του εί­ναι σημείο των καιρών, και μάλιστα ένα απ’ τα σπουδαιό­τερα: δεν επιτρέπεται λοιπόν να αγνοήσουμε αυτό το κόμ­μα ή ν’ αποσιωπήσουμε την ύπαρξή του.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΠΑ ΤΗ ΛΟΓΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΦΑΣΗΣ

Όλη η σωφροσύνη των συμφιλιωτικών βρίσκεται στον ισχυρισμό πως δύο αντιτιθέμενες τάσεις, απ’ το ίδιο το γε­γονός της αντίθεσής τους, είναι αποκλειστικές και κατά συνέπεια λανθασμένες, και πως αν οι δύο όροι της αντί­φασης, θεωρημένοι αφηρημένα, είναι λανθασμένοι, η αλή­θεια πρέπει λοιπόν να βρίσκεται κόπου ανάμεσα στις δυο, και πρέπει να συμφιλιώσουμε τα αντίθετα για να φτάσου­με στην αλήθεια. Εκ πρώτης όψεως αυτή η επιχειρηματο­λογία μοιάζει αναντίρρητη, κι εμείς οι ίδιοι παραδεχθήκα­με τον αποκλειστικό χαρακτήρα του αρνητικού, αφού αντιτίθεται στο θετικό και μέσα σ’ αυτήν την αντίθεση αναφέρεται άμεσα σ’ αυτό. Δεν προκύπτει αναγκαστικά πως το αρνητικό πραγματώνεται και ολοκληρώνεται ουσιαστι­κά μέσα στο θετικό; Κι οι συμφιλιωτικοί δεν έχουν τάχα δίκιο όταν θέλουν να συμφιλιώσουν το θετικό και το αρ­νητικό; Σύμφωνοι, αν αυτή η συμφιλίωση είναι δυνατή, αλλά είναι αληθινά δυνατή; Ο μοναδικός λόγος ύπαρξης του αρνητικού δεν είναι η καταστροφή του θετικού; Α­φού οι συμφιλιωτικοί θεμελιώνουν την άποψή τους πά­νω στη φύση της αντίφασης, δηλαδή, πάνω στο γεγονός ότι δύο αντιτιθέμενες αποκλειστικότητες προϋποτίθενται, σαν τέτοιες, αντίπαλες, πρέπει λοιπόν να παραδεχθούν και να αποδεχθούν αυτήν τη φύση σ’ όλη της την έκταση. Πρέπει επίσης, σύμφωνα με τις συνέπειες που αυτό θα έχει πάνω τους, να παραμείνουν πιστοί στη δική τους άποψη, αφού είναι δεδομένο πως η όψη της αντίφασης που τους είναι ευμενής είναι αξεχώριστη απ’ αυτήν που τους είναι δυσμενής. Μάλλον, το δυσμενές γι’ αυτούς είναι πως η ύπαρξη ενός όρου της αντίφασης προϋποθέτει την ύπαρξη ενός άλλου: κι αυτό δεν είναι κάτι το θετικό, αλλά βέβαια κάτι το αρνητικό, το καταστροφικό. Πρέπει να συστήσου­με σ’ αυτούς τους κύριους να προσέξουν τη Λογική του Χέγκελ όπου υπάρχει μια τόσο σπουδαία μελέτη της κα­τηγορίας της αντίφασης.

Η αντίφαση και η εσωτερική της ανάπτυξη είναι ένα απ’ τα βασικά σημεία ολόκληρου του χεγκελιανού συ­στήματος, και καθώς αυτή η κατηγορία είναι η βασική κατηγορία, το ουσιαστικό χαρακτηριστικό της εποχής μας, ο Χέγκελ είναι αναντίρρητα ο μεγαλύτερος φιλόσο­φος της εποχής μας, το υψηλότερο σημείο της σύγχρονης κουλτούρας, αν την εξετάσουμε μόνο απ’ τη θεωρητική άποψη. Και ακριβώς, επειδή είναι αυτή η κορυφή, επειδή κατανόησε αυτήν την κατηγορία και στη συνέχεια την ανέ­λυσε, βρίσκεται στη ρίζα μιας αναγκαίας αυτοαποσύνθε­σης της σύγχρονης κουλτούρας. Σίγουρα, αρχικά, ήταν ακόμα αιχμάλωτος της θεωρίας αλλά επειδή είναι αυτή το απόγειο, ξέφυγε απ’ αυτήν, βρίσκεται πάνω απ’ αυτήν και απαίτησε ένα νέο πρακτικό κόσμο — έναν κόσμο που δε θα πραγματοποιηθεί σε καμιά περίπτωση απ’ την τυπι­κή εφαρμογή και τη διάδοση έτοιμων θεωριών, αλλά μό­νο από μια αυθόρμητη δράση του αυτόνομου πρακτικού πνεύματος. Η αντίφαση είναι η πιο ενδόμυχη ουσία όχι μόνο κάθε προσδιορισμένης και μερικής θεωρίας, αλλά ακόμα και της θεωρίας γενικά, και έτσι είναι η στιγμή που η θεωρία γίνεται κατανοητή και ταυτόχρονα η στιγμή που ο ρόλος της ολοκληρώνεται. Διαμέσου αυτής της ολοκλή­ρωσης η θεωρία διαλύεται μέσα σ’ έναν πρακτικό κι αυ­θόρμητο κόσμο, με την πραγματική παρουσία της ελευθε­ρίας. Αλλά δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να ανα­πτύξουμε πιο εκτεταμένα αυτό το ζήτημα, και θέλουμε ακόμα μια φορά να επιστρέφουμε στη συζήτηση για τη λογική φύση της αντίφασης.

Η ίδια η αντίφαση, καθώς περικλείει τους δύο όρους που αποκλείονται αμοιβαία, είναι ολική, απόλυτη, αληθι­νή. Δεν μπορεί να κατηγορηθεί σαν αποκλειστική φύση που είναι αναγκαστικά συνδεδεμένη μ’ έναν τεχνητό και περιορισμένο χαρακτήρα, γιατί δεν είναι μόνο το αρνητικό, αλλά και το θετικό και, περικλείοντας το σύνολο, είναι η ολική, απόλυτη πληρότητα που δεν αφήνει τίποτα έξω απ’ αυτήν. Κι αυτό επιτρέπει στους συμφιλιωτικούς να απαι­τήσουν να μη συγκρατούμε αφηρημένα τον ένα μονάχα απ’ τους δύο αποκλειστικούς όρους, αλλά σεβόμενοι τον αναγκαίο κι άρρηκτο δεσμό που τους ενώνει, να τους συλλάβουμε στην ολότητά τους: “Μόνο η αντίφαση είναι αλη­θινή, λένε, και καθένας απ’ τους αντιτιθέμενους όρους, θεωρημένος καθαυτός, είναι αποκλειστικός, άρα λανθα­σμένος — συνεπάγεται ότι πρέπει να συλλάβουμε την α­ντίφαση στην ολότητά της για να κατέχουμε την αλήθεια.” Αλλά ακριβώς εδώ αρχίζει η δυσκολία: η αντίφαση είναι όντως η αλήθεια, αλλά δεν υπάρχει σαν τέτοια, δεν είναι καθόλου σ’ αυτή την περίπτωση ολότητα με την παραπάνω έννοια, είναι μόνο μια κρυμμένη, καθαυτή ολότητα, και

Π ύπαρξή της γεννιέται ακριβώς απ’ αυτήν την αντίθεση και απ’ αυτήν τη διαίρεση των δύο όρων της: του θετικού και του αρνητικού. Η αντίφαση, σαν ολική αλήθεια, είναι η αδιάρρηκτη ένωση της ακεραιότητάς της και της ίδιας της της διαίρεσης σε μία μοναδική αρχή. Εδώ βρίσκεται η φύση της καθαυτή, η κρυμμένη φύση της που, συνε­πώς, το πνεύμα δεν μπορεί αρχικά να συλλάβει, και επει­δή ακριβώς αυτή η ένωση είναι κρυμμένη, η αντίφαση υπάρχει μόνο κάτω απ’ τη μορφή της διαίρεσης των όρων της και δεν είναι πια παρά μόνο το άθροισμα του θετικού και του αρνητικού: αλλά αυτοί οι όροι αποκλείουν ο ένας τον άλλο τόσο κατηγορηματικά που αυτός ο αμοιβαίος αποκλεισμός αποτελεί ολόκληρη τη φύση τους. Αλλά λοιπόν πως να συλλάβουμε την αντίφαση στο σύνολό της; Φαίνεται ότι μας απομένουν δύο δρόμοι: είτε πρέπει να κάνουμε αυθαίρετα αφαίρεση της διαίρεσης και να καταφύγουμε σ’ αυτήν την ολότητα της αντίφασης, απλή ολότητα, που προηγείται της διαίρεσης — αλλά αυτό εί­ναι αδύνατο, γιατί αυτό που ξεφεύγει απ’ την κατανόηση δεν μπορεί ποτέ να συλληφθεί απ’ το πνεύμα, και γιατί η αντίφαση σαν τέτοια δεν έχει άμεση ύπαρξη παρά μόνο σαν διαίρεση των όρων της, και χωρίς αυτήν δεν υπάρ­χει — είτε πρέπει να επιδιώξουμε να συμφιλιώσουμε τους αντιτιθέμενους όρους με μία μητρική φροντίδα, και μ’ αυ­τό καταγίνεται η συμφιλιωτική σχολή: θα δούμε αν τα καταφέρνει πραγματικά!

ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΝΗΤΙΚΟΥ: ΕΠΙΚΡΑ­ΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΝΗΤΙΚΟΥ

Το θετικό μοιάζει αρχικά να είναι το γαλήνιο και ακίνητο στοιχείο, και μάλιστα είναι θετικό μόνο και μόνο γιατί σ’ αυτό δε βρίσκεται καμιά αιτία αναταραχής, δεν υπάρ­χει σ’ αυτό τίποτα που να μπορεί να είναι άρνηση, γιατί τέλος στο εσωτερικό του θετικού δεν υπάρχει καμιά κί­νηση, δεδομένου ότι κάθε κίνηση είναι μία άρνηση. Αλλά το θετικό είναι ακριβώς τέτοιο στο βαθμό που μέσα του η απουσία κίνησης έχει εδραιωθεί σαν τέτοια, είναι τέτοιο ώστε, θεωρημένο καθαυτό, έχει σαν εικόνα του την ολι­κή απουσία κίνησης. Όμως η εικόνα που επαναφέρει στη μνήμη μας η ακινησία είναι άρρηκτα δεμένη μ’ αυτή της κίνησης, ή μάλλον δεν είναι παρά μία και μόνη εικό­να, και έτσι το θετικό, απόλυτη αταραξία, δεν είναι θετικό παρά μόνο σε αντίθεση με το αρνητικό, απόλυτη αναταρα­χή. Η κατάσταση του θετικού σε σχέση με το αρνητικό εμφανίζεται έτσι με δύο όψεις: απ’ τη μια φέρει μέσα του την αταραξία, και αυτή η απαθής γαλήνη που το χα­ρακτηρίζει δεν έχει κανένα σημάδι του αρνητικού καθαυ­τού — απ’ την άλλη, για να συντηρήσει αυτήν την αταρα­ξία, απομακρύνει ενεργητικά απ’ τον εαυτό του το αρνη­τικό, σαν να έχει μέσα του κάτι που αντιτίθεται στο αρνη­τικό. Αλλά η δραστηριότητα που αναπτύσσει για να απο­κλείσει το αρνητικό είναι μία κίνηση, κι έτσι το θετικό, θεωρημένο καθαυτό και ακριβώς εξαιτίας της θετικότητάς του, δεν είναι πια το θετικό αλλά το αρνητικό. Εξαλείφοντας απ’ τον εαυτό του το αρνητικό εξαλείφει τον ίδιο του τον εαυτό και βαδίζει προς την εξαφάνισή του.

Το θετικό και το αρνητικό λοιπόν δεν έχουν ίσα δι­καιώματα όπως νομίζουν οι συμφιλιωτικοί, η αντίφαση δεν είναι μία ισορροπία αλλά μία επικράτηση του αρνη­τικού. Το αρνητικό είναι λοιπόν ο κυρίαρχος τομέας της αντίφασης, καθορίζει την ίδια την ύπαρξη του θετικού και μόνο αυτό περικλείει μέσα του την ολότητα της αντί­φασης: έτσι είναι το μόνο που θεμελιώνεται δικαιωματι­κά με έναν απόλυτο τρόπο. Πως! θα μου αντιτείνουν ίσως, δε συμφωνήσαμε πως το θεωρημένο αφηρημένα αρνητι­κό είναι εξίσου αποκλειστικό με το θετικό και πως η διεύ­ρυνση της τωρινής ατελούς ύπαρξής του θα οδηγούσε σε μία παγκόσμια ισοπέδωση; Ναι! αλλά μιλούσα μόνο για την τωρινή ύπαρξη του αρνητικού, μιλούσα για το αρνη­τικό που, απομακρυσμένο απ’ το θετικό, αναδιπλώνεται ήσυχα στον εαυτό του κι έτσι παίρνει το χαρακτήρα του θετικού. Σαν τέτοιο, δέχεται την άρνησή του απ’ το θε­τικό, και οι συνεπείς θετικιστές, αρνούμενοι την ύπαρξη του αρνητικού και την παθητική συμπεριφορά του, επιτελούν ταυτόχρονα ένα λογικό και ιερό έργο… χωρίς άλλω­στε να γνωρίζουν αυτό που κάνουν. Νομίζουν ότι απορρί­πτουν το αρνητικό, ενώ αντίθετα απορρίπτουν το αρνητικό μόνο στο βαθμό που ταυτίζεται με το θετικό. Ξυπνάνε το αρνητικό απ’ τον ύπνο του καλού αστού, για τον οποίο δεν προοριζόταν και το επαναφέρουν στο μεγάλο προορισμό του: στην αδιάκοπη και αμείλικτη καταστρο­φή όλων όσων έχουν μια θετική ύπαρξη.

Θα αναγνωρίζαμε πως το θετικό και το αρνητικό έ­χουν ίσα δικαιώματα, αν αυτό το τελευταίο αναδιπλωνό­ταν ήσυχα και εγωιστικά στον εαυτό του και γινόταν έ­τσι ανάξιο της αποστολής του. Αλλά το αρνητικό δεν πρέ­πει να ‘ναι εγωιστικό, πρέπει να δοθεί με έρωτα στο θετικό για να το απορροφήσει, για ν’ ανακαλύψει σ’ αυτή τη γε­μάτη πίστη και ζωή θρησκευτική πράξη καταστροφής, την ενδόμυχη, ανεξάντλητη και στραμμένη στο μέλλον φύση του. Το θετικό απορρίπτεται απ’ το αρνητικό και α­ντίστροφα το αρνητικό απ’ το θετικό, τι κοινό λοιπόν έ­χουν, ποιος κυριαρχεί και στα δύο; Το γεγονός της απόρριψης, της καταστροφής, της παθιασμένης απορρόφησης του θετικού, ακόμα κι αν αυτό γυρεύει με δόλο να κρυ­φτεί κάτω απ’ τα γνωρίσματα του αρνητικού. Το αρνητι­κό δε βρίσκει τη δικαίωσή του παρά μόνο όντας αυτή η ριζική άρνηση — και σαν τέτοιο είναι απόλυτα δικαιωμέ­νο: όντως, διαμέσου αυτού σαν τέτοιου δρα το σύγχρονο πρακτικό πνεύμα που αν και αθέατο είναι παρόν μέσα στην αντίφαση, το πνεύμα που, διαμέσου αυτής της καταστρο­φικής θύελλας, παροτρύνει θερμά στη μετάνοια τις αμαρ­τωλές ψυχές των συμφιλιωτικών και αναγγέλλει την ε­πικείμενη έλευσή του, την επικείμενη Αποκάλυψή του μέ­σα σε μία αληθινά δημοκρατική και ανοιχτή στην παγκό­σμια ανθρωπότητα εκκλησία της Ελευθερίας.

Αυτή η αυτοαποσύνθεση του θετικού είναι η μόνη δυ­νατή συμφιλίωση ανάμεσα στο θετικό και το αρνητικό, για­τί αυτό το τελευταίο είναι το ίδιο, μ’ έναν ολικό και ενυπόστατο τρόπο, η κίνηση και η ενέργεια της αντίφασης. Έ­τσι κάθε άλλος τρόπος συμφιλίωσης είναι αυθαίρετος, και όσοι τείνουν προς μια άλλη συμφιλίωση αποδεικνύουν, απ’ αυτό το γεγονός και μόνο, πως δεν εμφορούνται απ’ το πνεύμα των καιρών και πως είναι ή ηλίθιοι ή δίχως χαρακτήρα: πράγματι, αληθινά έξυπνος και αληθινά η­θικός είναι μόνο όποιος αφοσιώνεται ολοκληρωτικά σ’ αυτό το πνεύμα και γοητεύεται απ’ αυτό. Η αντίφαση εί­ναι ολική και αληθινή: οι ίδιοι οι συμφιλιωτικοί το αναγνωρίζουν. Όντας ολική είναι εμψυχωμένη από μία· έ­ντονη ζωή κι αυτή η ζωή που αγκαλιάζει τα πάντα αντλεί ακριβώς την ενέργειά της, όπως μόλις είδαμε, απ’ αυτήν τη διαρκή θυσία του θετικού που καίγεται μέσα στην κα­θάρια φλόγα του αρνητικού.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΜΦΙΛΙΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ

Τι κάνουν λοιπόν οι συμφιλιωτικοί; Παραδέχονται όλα αυ­τά, αναγνωρίζουν σαν και μας τον ολικό χαρακτήρα της αντίφασης, την απογυμνώνουν μόνο — ή μάλλον θέλουν να την απογυμνώσουν — απ’ την κίνησή της, απ’ τη ζωτι­κότητά της και από ολόκληρη την ψυχή της: αυτή η ζω­τικότητα πράγματι είναι μία πρακτική δύναμη, ασυμβίβα­στη με τις ανίσχυρες και ασήμαντες ψυχές τους, αλλά α­κριβώς γι’ αυτό ίσταται υπεράνω όσων μπορεί να επιχει­ρήσουν να την καταπνίξουν. Είπαμε και αποδείξαμε πως’ το θετικό, θεωρημένο καθαυτό, στερείται κάθε δικαιώ­ματος: δε δικαιώνεται παρά μόνο στο μέτρο που αντιτάσ­σει την απόρριψή του στην ηρεμία του αρνητικού και σε κάθε σχέση μαζί του, που απομακρύνει κατηγορηματικά και ανεπιφύλαχτα το αρνητικό απ’ τον εαυτό του, υπο­θάλποντας έτσι τη δραστηριότητά του, και τέλος στο μέ­τρο που μετασχηματίζεται σ’ ένα ενεργό αρνητικό. Αυτή τη δραστηριότητα που φέρει μέσα της την άρνηση, και στο επίπεδο της οποίας ανυψώνονται οι θετικιστές χάρη στην ακαταμάχητη ισχύ της αντίφασης και χάρη στην α­θέατη παρουσία της σ’ όλες τις ζωντανές υπάρξεις, αυτή τη δραστηριότητα που αποτελεί τη μόνη δικαίωση των θετικιστών και το μόνο σημάδι της ζωτικότητάς τους, αυ­τήν ακριβώς οι συμφιλιωτικοί θέλουν να την απαγορεύ­σουν σ’ αυτούς. Εξαιτίας μίας μοναδικής και ακατανόητης δυστυχίας, ή μάλλον σύμφωνα μ’ αυτήν την εντελώς κα­τανοητή δυστυχία που γεννιέται απ’ την έλλειψη χαρακτή­ρα κι απ’ την αδυναμία τους στην πρακτική ζωή, επιδοκι­μάζουν ανάμεσα στα στοιχεία του θετικού μονάχα ό,τι το νεκρό, ό,τι το σαπισμένο, ό,τι το προορισμένο για κα­ταστροφή υπάρχει σ’ αυτά, και αποδοκιμάζουν ό,τι ανάμεσά τους δημιουργεί όλη τους τη ζωτικότητα: τη ζωντα­νή πάλη με το αρνητικό, τη ζωντανή παρουσία της αντίφα­σης.

Και να τι λένε στους θετικιστές: “Κύριοι, έχετε δίκιο να συντηρείτε τα σαπισμένα και αποξηραμένα υπολείμμα­τα της παράδοσης. Τι όμορφη και ευχάριστη πού ‘ναι η ζωή μέσα σ’ αυτά τα ερείπια, μέσα σ’ αυτόν τον παράλογο κό­σμο του ροκοκό που ο αέρας του είναι, για τα αναιμικά μας πνεύματα, τόσο υγιεινός όσο και ο αέρας ενός στάβλου για τα αναιμικά σώματα! Σ’ ότι μας αφορά, θα βο­λευόμαστε μια χαρά μέσα στον κόσμο σας, μέσα σ’ έναν κόσμο όπου το Αληθινό και το Ιερό δε μετριούνται στην κλίμακα της λογικής και των λογικών αποφάσεων της ανθρώπινης θέλησης, αλλά σ’ αυτήν της μεγάλης χρονι­κής διάρκειας και της ακινησίας, επομένως σ’ έναν κόσμο που θυμίζει ασφαλώς την Κίνα με τους μανδαρίνους της και τους ραβδισμούς της για την κατοχή της απόλυτης Αλήθειας. Αλλά τι πρέπει να κάνουμε τώρα κύριοι; Ζούμε σε θλιβερούς καιρούς, οι κοινοί μας εχθροί, οι αρνητι­κοί, κέρδισαν πολύ έδαφος. Το μίσος μας γι’ αυτούς εί­ναι εξίσου δυνατό με το δικό σας, αν όχι πιο δυνατό, για­τί εμάς μέσα στην υπερβολή τους μας περιφρονούν. Αλλά έχουν γίνει ισχυροί και χρειάζεται — θέλοντας και μη — να τους πάρουμε υπόψη μας, μπροστά στον κίνδυνο να καταστραφούμε ολοκληρωτικά απ’ αυτούς. Μην είσαστε λοιπόν τόσο φανατικοί, κύριοι, παραχωρείστε τους μια μικρή θέση στην κοινωνία σας. Τι σας πειράζει αν, στο ι­στορικό σας μουσείο, πάρουν τη θέση μερικών ερειπίων, τόσο σεβαστών, αλλά ολότελα φθαρμένων; Πιστέψτε μας: γοητευμένοι απ’ την τιμή που θα τους κάνετε, θα ε­νταχθούν στην αξιοσέβαστη κοινωνία σας με πολύ ηρε­μία και μετριοπάθεια. Στο κάτω-κάτω, δεν είναι παρά νεα­ροί που γίνονται τόσο μοχθηροί εξαιτίας της ανάγκης και της έλλειψης μιας θέσης απαλλαγμένης από έγνοιες: να ποια είναι η μοναδική αιτία των κραυγών τους και ό­λου του θορύβου που κάνουν, ελπίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να τους δοθεί κάποια σημασία και να κερδίσουν μια καλή θέση μέσα στην κοινωνία.”

Μετά απ’ αυτό στρέφονται στους αρνητικούς και τους λένε: “Κύριοι, οι προθέσεις σας είναι ευγενείς! Καταλα­βαίνουμε το νεανικό ενθουσιασμό σας για τις καθαρές αρχές και τρέφουμε για σας τη μεγαλύτερη συμπάθεια — όμως πιστέψτε μας, οι καθαρές αρχές είναι, μέσα στην καθαρότητα τους, ανεφάρμοστες στη ζωή. Είναι αναγκαίο για να ζήσετε να έχετε κάποια δόση εκλεκτικότητας’ ο κό­σμος δε δέχεται να κυβερνηθεί σύμφωνα με τους πόθους σας και πρέπει να κάνετε κάποιες παραχωρήσεις σε ορισμέ­να σημεία για να μπορέσετε ν’ ασκήσετε πάνω του μια α­ποτελεσματική δράση: αλλιώς θα χάσετε κάθε θέση μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο.” Οι συμφιλιωτικοί μοιάζουν μ’ εκεί­νους τους Πολωνοεβραίους που, στον τελευταίο πόλεμο της Πολωνίας, ήθελαν να βοηθήσουν και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, τόσο τους Πολωνούς όσο και τους Ρώσους, και τους κρεμούσαν και οι μεν και οι δε. Με τον ίδιο τρόπο αυτοί οι δυστυχισμένοι ταλαιπωρούνται με την αδύνατη επιχείρηση της εξωτερικής συμφιλίωσης και, για το ευχαριστώ, τους περιφρονούν και τα δύο μέρη. Είναι θλιβερό που η σημερινή εποχή στερείται τόσο πο­λύ τη δύναμη και την ενέργεια για να υιοθετήσει το νόμο του Σόλωνα. [3]

“Αυτά δεν είναι παρά λόγια! — θα μου αντιτείνουν — οι συμφιλιωτικοί είναι στην πλειοψηφία τους αξιοσέβαστοι άνθρωποι που έχουν μία επιστημονική κατάρτιση’ ανάμεσά τους υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από παγκό­σμια αναγνωρισμένα και υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, και σεις τους παρουσιάσατε σαν ανθρώπους δίχως κρίση και δίχως χαρακτήρα!” Τι μπορώ να κάνω, αν αυτή είναι η αλήθεια; Δε θέλω να αναμειχθώ σε καμιά προσωπική επίθεση, τα εσωτερικά αισθήματα ενός ατόμου είναι για μένα κάτι το ιερό και απαραβίαστο, κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί και κάτι πάνω στο οποίο δε θα επέτρεπα πο­τέ στον εαυτό μου να εκφέρει μία κρίση. Μπορεί να έχουν για το ίδιο το άτομο μια τεράστια αξία, αλλά, στην πραγ­ματικότητα, υπάρχουν για τον κόσμο μόνο στο βαθμό που εκδηλώνονται, και ο κόσμος τα βλέπει έτσι όπως εκδηλώνονται. Κάθε άνθρωπος δεν είναι πραγματικά πα­ρά μόνο αυτό που είναι μέσα στον πραγματικό κόσμο, και μου είναι αδύνατο να ονομάσω άσπρο αυτό που είναι μαύρο.

Ναι, θα μου απαντήσουν, οι επιθυμίες των συμφιλιω­τικών σας φαίνονται μαύρες ή ακριβέστερα γκρίζες, όμως θέλουν μόνο την πρόοδο, τείνουν προς αυτήν και την προωθούν περισσότερο από σας, δουλεύοντας με σύνεση κι όχι με την έπαρση των δημοκρατών που θέλουν να τι­νάξουν στον αέρα ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά έχουμε δει τι είναι αυτή η υποτιθέμενη πρόοδος που επιδιώ­κουν οι συμφιλιωτικοί, έχουμε δει πως κατά βάθος δε θέλουν τίποτα άλλο παρά να καταπνίξουν τη μόνη ζω­ντανή αρχή της εποχής μας, της τόσο άθλιας κατά τα άλλα, τη δημιουργική και γεμάτη μέλλον αρχή της κίνη­σης που διαλύει τα πάντα. Βλέπουν το ίδιο καλά με μας πως η εποχή μας είναι η εποχή της αντίφασης, παραδέ­χονται πως είναι μια δύσκολη και γεμάτη αλληλοσπα­ραγμούς κατάσταση, αλλά αντί να την αφήσουν να εξε­λιχθεί, με την επίδραση της αντίφασης που έχει αναπτυ­χθεί ως την έσχατη συνέπεια της, σε μια νέα, καταφατι­κή και οργανική πραγματικότητα, θέλουν να διατηρή­σουν αιώνια αυτήν την τόσο άθλια και τόσο αδύναμη στην τωρινή της ύπαρξη κατάσταση, διαμέσου αναρίθ­μητων σταδιακών μεταρρυθμίσεων. Είναι αυτό πρόοδος; Λένε στους θετικούς: “Διατηρήστε ότι είναι παλιό, αλλά αφήστε ταυτόχρονα τους αρνητικούς να το φθείρουν λίγο-λίγο”. Και στους αρνητικούς: “Καταστρέψτε ότι είναι παλιό, αλλά όχι μονομιάς ούτε ολοκληρωτικά, για να έχετε πάντα κάτι να κάνετε — δηλαδή, ας κρατήσει ο καθένας την ιδιαιτερότητα του, ενώ εμείς, οι Εκλεκτοί, θα κρατήσουμε για λογαριασμό μας την απόλαυση της ολότητας!” Άθλια ολότητα που μπορεί να ικανοποιήσει μονάχα άθλια πνεύματα! Απογυμνώνουν την αντίφαση απ’ την πρακτική και αεικίνητη ψυχή της και χαίρονται που μπορούν μετά να τη μεταχειριστούν κατά το κέφι τους. Η μεγάλη σύγχρονη αντίφαση δεν είναι γι’ αυτούς μια πρακτική δύναμη της τωρινής εποχής, στην οποία κάθε ζωντανό ον πρέπει να εγκαταλειφθεί για να διατη­ρήσει τη ζωτικότητά του, αλλά ένα απλό θεωρητικό παι­χνίδι. Δεν έχουν διαποτιστεί απ’ το πρακτικό πνεύμα της εποχής και είναι, γι’ αυτό το λόγο, άτομα χωρίς ηθι­κότητα, ναι, χωρίς ηθικότητα! αυτοί που καμαρώνουν τόσο για την ηθικότητά τους! Γιατί δεν υπάρχει ηθικότη­τα έξω απ’ αυτήν την εκκλησία της ελεύθερης ανθρωπότητας, έξω απ’ την οποία δεν υπάρχει καμιά σωτηρία. Πρέπει να τους επαναλάβουμε αυτό που ο συγγραφέας της Αποκάλυψης λέει στους συμφιλιωτικούς της εποχής του:

”Οίδά σου τα έργα ότι ούτε ψυχρός ει ούτε ζεστός όφειλον ψυχρός ης, ή ζεστός’ ούτως ότι χλιαρός ει και ούτε ζεστός, ούτε ψυχρός μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου’ ότι λέγεις ότι πλούσιος ειμί; και πεπλούτηκα και ουδέν χρείαν έχω, και ουκ οίδας ότι συ ει ο ταλαίπωρος και ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός.” [4]

“Αλλά, θα μου πουν, δεν ξαναπέφτετε, μ’ αυτόν τον απόλυτο διαχωρισμό των άκρων, στην αφηρημένη άποψη που ξεπεράστηκε απ’ τον Σέλλινγκ και τον Χέγκελ; Κι ο ίδιος ο Χέγκελ που τόσο τον εκτιμάτε, δεν παρατήρησε σωστά πως στο καθαρό φως βλέπουμε τόσο λίγο όσο και στο καθαρό σκοτάδι, και πως μόνο η συγκεκριμένη ένωση των δύο κάνει εν γένει την όραση δυνατή; Και η μεγάλη αρετή του Χέγκελ δεν είναι ότι απέδειξε πως κάθε ζωντα­νό ον δε ζει παρά μόνο αν κατέχει την άρνησή του, όχι έ­ξω απ’ αυτό αλλά μέσα του σαν μία ενυπόστατη ζωτική συνθήκη, και πως αν ήταν μόνο θετικό και είχε την άρνησή του έξω απ’ αυτό θάταν στερημένο από κάθε κίνηση και κάθε ζωή,” Το ξέρω πολύ καλά, κύριοι! Παραδέχομαι πως, λόγου χάρη, ένας ζωντανός οργανισμός ζει μονάχα αν φέ­ρει μέσα του το σπέρμα του θανάτου του. Αλλά αν θέλετε να αναφέρετε τον Χέγκελ, πρέπει να το κάνετε ολοκληρω­μένα. Θα δείτε τότε πως το αρνητικό είναι η ζωτική συνθή­κη αυτού του συγκεκριμένου οργανισμού μόνο όσο (το αρ­νητικό) εμφανίζεται σ’ αυτόν το συγκεκριμένο οργανισμό σαν ένας παράγοντας που διατηρείται μέσα στην ολότητά του. Θα δείτε πως φτάνει μια στιγμή όπου η σταδιακή δρά­ση του αρνητικού διακόπτεται απότομα, μεταμορφώνεται σε ανεξάρτητη αρχή, και πως αυτή η στιγμή σημαίνει το θάνατο αυτού του οργανισμού και πως η φιλοσοφία του Χέγκελ χαρακτηρίζει αυτήν τη στιγμή σαν το πέρασμα της φύσης σ’ έναν ποιοτικά νέο κόσμο, στον ελεύθερο κό­σμο του πνεύματος.

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΟΞΕΙΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΗ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΚΑΙ ΚΡΑΤΩΝ

Τα ίδια γεγονότα αναπαράγονται στην ιστορία: λόγου χάρη, η αρχή της θεωρητικής ελευθερίας ξύπνησε μέσα στον καθολικό κόσμο του παρελθόντος απ’ τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής του. Αυτή η αρχή ήταν η πηγή όλων των αι­ρέσεων, των τόσο πολυάριθμων στον καθολικισμό. Δίχως αυτήν την αρχή, ο καθολικισμός θα είχε μείνει στάσιμος, ήταν λοιπόν ταυτόχρονα η αρχή της ζωτικότητάς του, αλλά μόνο όσο διατηρήθηκε μέσα στην ολότητά του σαν ένας απλός παράγοντας. Και έτσι ο προτεσταντισμός έκα­νε σιγά-σιγά την εμφάνισή του. Η καταγωγή του ανάγεται στην ίδια την καταγωγή του καθολικισμού, αλλά μια μέ­ρα η πρόοδός του σταμάτησε απότομα να είναι σταδιακή και η αρχή της θεωρητικής ελευθερίας ανυψώθηκε τόσο ώστε να γίνει μια αυτόνομη και ανεξάρτητη αρχή. Τότε μόνο η αντίφαση εμφανίστηκε μέσα στην καθαρότητά της, και ξέρετε καλά, κύριοι, εσείς που λέγεστε προτεστάντες, τι απάντησε ο Λούθηρος στους συμφιλιωτικούς του και­ρού του όταν θέλησαν να του προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.

Όπως βλέπετε, η ιδέα που έχω για τη φύση της αντί­φασης στηρίζεται σε μία επικύρωση όχι μόνο λογική αλλά και ιστορική. Ξέρω καλά πως καμιά απόδειξη δεν έχει α­ποτέλεσμα πάνω σας, γιατί, όντας δίχως ζωή, έχετε σαν αγαπημένη ασχολία την κυριάρχηση της ιστορίας, και δεν είναι δίχως λόγο που σας χρησιμοποίησαν σαν αποστεωμένους διευθετητές «Δε νικηθήκαμε ακόμα», θα μου απαντή­σουν ίσως οι συμφιλιωτικοί, όλα όσα λέτε για την αντίφα­ση είναι αληθινά αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε να το παραδεχθούμε: πως η κατάσταση στην εποχή μας είναι τόσο άσχημη όσο ισχυρίζεστε. Υπάρχουν στην εποχή μας πολλές αντιφάσεις, αλλά δεν είναι τόσο επικίνδυνες όσο βεβαιώνετε. Βλέπετε, παντού βασιλεύει η ηρεμία, παντού η αναταραχή έχει κοπάσει, κανένας δε σκέφτεται τον πό­λεμο και η πλειοψηφία των εθνών και των ανθρώπων σή­μερα εντείνουν τις προσπάθειές τους για να διατηρηθεί η ειρήνη: επειδή ξέρουν καλά πως, δίχως ειρήνη, δεν μπο­ρούν να ευνοηθούν αυτά τα υλικά συμφέροντα που φαίνε­ται ότι έγιναν η κύρια υπόθεση της πολιτικής και του πο­λιτισμένου κόσμου. Πόσες εξαιρετικές ευκαιρίες δεν πα­ρουσιάστηκαν για να ξεσπάσει ο πόλεμος και για να κα­ταστραφεί το υφιστάμενο καθεστώς, απ’ την επανάσταση του Ιουλίου ως τις μέρες μας! Στη διάρκεια αυτών των δώ­δεκα χρόνων εμφανίστηκαν τέτοιες περιπλοκές που δε θα θεωρούσαμε ποτέ πιθανή την ειρηνική τους λύση και υπήρ­ξαν τόσες στιγμές που μια γενική σύγκρουση φαινόταν αναπόφευκτη και οι πιο τρομερές θύελλες μας απειλού­σαν: και παρόλα αυτά οι δυσκολίες σιγά-σιγά εξαφανίστη­καν, όλα γαλήνεψαν και η ειρήνη φαίνεται ότι εγκαταστά­θηκε για πάντα πάνω στη γη!”

Η ειρήνη, λέτε: αν μπορεί κανείς να το ονομάσει αυτό ειρήνη! Υποστηρίζω αντίθετα πως ποτέ άλλοτε οι αντιφά­σεις δεν ήταν τόσο οξυμένες όσο τώρα, βεβαιώνω πως η αιώνια αντίφαση που υπήρχε ανέκαθεν, αλλά που, στην πορεία της ιστορίας, πάντα μεγαλώνει και αναπτύσσεται, αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην ελευθερία και στη μη ελευ­θερία αναδύθηκε στην εποχή μας, που μοιάζει τόσο με την περίοδο αποσύνθεσης του αρχαίου κόσμου, και έφθασε στο απόγειό της! Δε διαβάσατε στη μετώπη του ναού της Ελευθερίας που ανέγειρε η Επανάσταση αυτές τις μυστη­ριώδεις και τρομερές λέξεις: Ελευθερία, Ισότητα, Αδελ­φοσύνη; Δεν ξέρετε και δε νιώθετε πως αυτές οι λέξεις σημαίνουν την ολοκληρωτική καταστροφή της υφιστάμε­νης πολιτικής και κοινωνικής τάξης; Δεν ακούσατε ποτέ να μιλάνε για τις θύελλες της Επανάστασης; Δεν ξέρετε πως ο Ναπολέοντας, αυτός που υποτίθεται ότι καταστρα­τήγησε τις δημοκρατικές αρχές, σκόρπισε, σαν αντάξιος γιος της Επανάστασης, σε ολόκληρη την Ευρώπη, με το νικηφόρο χέρι του, αυτές τις αρχές της ισότητας; Ίσως αγνοείτε τα πάντα για τον Καντ, τον Φίχτε, τον Σέλλινγκ και τον Χέγκελ, και δεν ξέρετε τίποτα στ’ αλήθεια για μια φιλοσοφία που, μέσα στον κόσμο της νόησης καθιέρωσε αυτήν την αρχή της αυτονομίας του πνεύματος, ταυτόση­μη με την αρχή της ισότητας της Επανάστασης; Δεν κατα­λαβαίνετε πως αυτή η αρχή βρίσκεται σε απόλυτη αντί­θεση με όλες τις σημερινές θετικές θρησκείες, με όλες τις υπάρχουσες εκκλησίες;

“Ναι, θα μου απαντήσετε, αλλά αυτές οι αντιφάσεις είναι παλιά ιστορία’ στην ίδια τη Γαλλία η επανάσταση ηττήθηκε απ’ τη συνετή διακυβέρνηση του Λουδοβίκου- Φίλιππου, και ο ίδιος ο Σέλλινγκ καταρρίφθηκε πολύ πρόσφατα απ’ τη σύγχρονη φιλοσοφία, αν και υπήρξε ένας απ’ τους σπουδαιότερους θεμελιωτές της. Παντού τώρα και σ’ όλες τις σφαίρες της ζωής η αντίφαση έχει λυθεί!” Και πιστεύετε αληθινά σ’ αυτή τη λύση, σ’ αυτή τη νίκη πάνω στο επαναστατικό πνεύμα; Είσαστε λοιπόν τυφλοί και κουφοί; Δεν έχετε ούτε μάτια, ούτε αυτιά για να καταλάβετε αυτό που αναπτύσσεται γύρω σας; Όχι, κύριοι, το επαναστατικό πνεύμα δε νικήθηκε. Η πρώ­τη του εμφάνιση συντάραξε ολόκληρο τον κόσμο συθέ­μελα, αλλά μετά αναδιπλώθηκε μονάχα στον εαυτό του, κλείστηκε μονάχα στον εαυτό του ώστε σύντομα, ξανά, να εμφανιστεί σαν η καταφατική και δημιουργική αρχή, και σκάβει τώρα κάτω απ’ τη γη σαν ένας τυφλοπόντι­κας, σύμφωνα με την έκφραση του Χέγκελ. Και δε δου­λεύει ανώφελα, το δείχνουν όλα αυτά τα ερείπια που κα­λύπτουν το έδαφος μέσα στο θρησκευτικό, πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα. Και σεις μιλάτε για λύση της α­ντίφασης και για επανασυμφιλίωση! Κοιτάχτε γύρω σας και πείτε μου τι έμεινε ζωντανό απ’ τον καθολικό και προτεσταντικό παλιό κόσμο; Μιλάτε για νίκη πάνω στην αρχή του αρνητικού! Δε διαβάσατε ποτέ τον Στράους, τον Φόυερμπαχ και τον Μπρούνο Μπάουερ και δεν ξέρετε πως τα βιβλία τους βρίσκονται στα χέρια όλων; Δε βλέπετε πως ολόκληρη η γερμανική λογοτεχνία, όλα τα βιβλία, οι εφημερίδες κι οι μπροσούρες, έχουν διαποτιστεί απ’ αυ­τό το αρνητικό πνεύμα και πως ακόμα και τα έργα των θετικιστών επηρεάστηκαν ασυνείδητα και ακούσια απ’ αυ­τό; Κι αυτό σεις το ονομάζετε ειρήνη και επανασυμφιλίωση!

Ξέρουμε καλά πως η ανθρωπότητα, σύμφωνα με την ευγενή της αποστολή, δεν μπορεί να βρει την ικανοποίηση και την ηρεμία της παρά μόνο σε μία παγκόσμια πρακτική αρχή, σε μία αρχή που εγκολπώνεται τις χιλιάδες διαφορε­τικές εκδηλώσεις της πνευματικής ζωής. Αλλά που είναι αυτή η αρχή, κύριοι; Όμως συμβαίνει κάποτε, στη διάρ­κεια της τόσο θλιβερής τυπικής σας ύπαρξης, να ζήσετε κάποιες στιγμές γεμάτες ζωή και ανθρωπιά, αυτές τις στιγ­μές που απορρίπτετε τα ελεεινά κίνητρα που κυριαρχούν στην καθημερινή σας ζωή, αυτές τις στιγμές που επιθυ­μείτε την αλήθεια, όλα όσα είναι υψηλά και ιερά — απα­ντήστε μου λοιπόν ειλικρινά με το χέρι στην καρδιά: βρή­κατε πουθενά κάτι ζωντανό; Ανακαλύψατε ποτέ, ανάμε­σα στα ερείπια που μας περιτριγυρίζουν, αυτόν τον τόσο ποθητό κόσμο όπου θα μπορούσατε να ξαναγεννηθείτε σε μία καινούρια ζωή μέσα σε μία ολοκληρωτική εγκατά­λειψη και μέσα σε μία τέλεια κοινότητα με όλη την ανθρω­πότητα; Μήπως τάχα αυτός είναι ο κόσμος του προτεσταντισμού; Αλλά αυτός έπεσε θύμα της πιο φοβερής αταξίας και σε πόσες διαφορετικές σέχτες δεν έχει κομματιαστεί; “Δίχως ένα μεγαλειώδη γενικό ενθουσιασμό”, λέει ο Σέλλινγκ, “υπάρχουν μονάχα σέχτες όχι όμως και κοινή γνώ­μη”. Κι ο σύγχρονος προτεσταντικός κόσμος απέχει πολύ απ’ τη συγκίνηση ενός τέτοιου ενθουσιασμού, γιατί είναι βέβαια ο πιο πεζός και χυδαίος κόσμος που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μήπως τάχα είναι ο καθολικισμός; Μα πού είναι η παλιά του δόξα; Αυτός, που ήταν ο αφέ­ντης του κόσμου, έγινε το πειθήνιο όργανο μιας ανήθικης και ξένης προς τις αρχές του πολιτικής. Ή μήπως βρί­σκετε την παρηγοριά μέσα στο Κράτος έτσι όπως είναι σήμερα; Βέβαια! Αυτό θάταν μια όμορφη παρηγοριά! Το Κράτος βρίσκεται τώρα παγιδευμένο στις πιο ακραίες εσωτερικές αντιφάσεις, γιατί το Κράτος δίχως θρησκεία και δίχως σταθερές κοινές αρχές δεν μπορεί να επιβιώσει. Αν θελήσετε να πειστείτε, κοιτάξτε μόνο τη Γαλλία και την Αγγλία: προτιμώ να μη μιλήσω για τη Γερμανία.

Στραφείτε τέλος στους εαυτούς σας, κύριοι, και πείτε μου ειλικρινά αν είσαστε ευχαριστημένοι απ’ αυτούς κι αν είναι δυνατόν να είσαστε; Δε μοιάζετε όλοι, δίχως εξαίρεση, με θλιβερά και άθλια φαντάσματα της θλιβερής και άθλιας εποχής μας; Δεν είσαστε γεμάτοι αντιφάσεις; Είσαστε μήπως ολοκληρωμένοι άνθρωποι; Πιστεύετε αληθινά σε κάτι; Ξέρετε τι θέλετε και κυρίως είσαστε ικανοί να θέ­λετε οτιδήποτε; Η σύγχρονη σκέψη, αυτή η επιδημία της εποχής μας, άφησε ζωντανό ένα τουλάχιστον κομμάτι απ’ τον εαυτό σας, δε σας διάβρωσε ως τα τρίσβαθα, δε σας παρέλυσε και δε σας τσάκισε; Αλήθεια, κύριοι, πρέπει να ομολογήσετε πως η εποχή μας είναι μια άθλια εποχή και πως εμείς είμαστε τα ακόμα πιο άθλια παιδιά της!

ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΘΑ ΞΕΠΗΔΗΣΕΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΤΑΞΗ

Αλλά από αλλού φανερώνονται γύρω μας προφητικά φαι­νόμενα: είναι το σημάδι πως το Πνεύμα, αυτός ο γέρο-τυφλοπόντικας [5] ολοκλήρωσε την υποχθόνια εργασία του και σύντομα θα ξαναεμφανιστεί για να αποδώσει τη δικαιο­σύνη του. Συγκροτεί παντού, και κύρια στη Γαλλία και στην Αγγλία, ενώσεις σοσιαλιστικού και θρησκευτικού τύπου ταυτόχρονα, που, όντας εξολοκλήρου στο περιθώ­ριο του σύγχρονου πολιτικού κόσμου, αντλούν τη ζωτι­κότητά τους από νέες και άγνωστες πηγές, αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται μυστικά. Ο λαός, η τάξη των φτω­χών που αποτελεί αναμφίβολα τη συντριπτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας, [6] αυτή η τάξη που ήδη της ανα­γνωρίστηκαν τα δικαιώματα θεωρητικά, αλλά που η γέν­νησή της και η κατάστασή της την καταδίκασαν ως τώρα στη μιζέρια και την άγνοια, και εξαιτίας αυτού ουσιαστι­κά στη σκλαβιά, αυτή η τάξη που αποτελεί στην κυριολε­ξία το λαό, παίρνει παντού μία απειλητική στάση — αρχί­ζει να μετράει τους εχθρούς της, που οι δυνάμεις τους είναι κατώτερες απ’ τις δικές της, και να απαιτεί να ασκή­σει έμπρακτα τα δικαιώματά της που της αναγνωρίστη­καν ήδη από όλους. Όλοι οι λαοί κι όλα τα άτομα νιώ­θουν ένα αόριστο προαίσθημα, και κάθε φυσιολογική ύπαρξη περιμένει με αγωνία αυτό το επικείμενο μέλλον, όπου θα προφερθούν τα απελευθερωτικά λόγια. Ακόμα και στη Ρωσία, αυτή την αχανή αυτοκρατορία με τις χιο­νοσκεπείς στέπες που τόσο λίγο γνωρίζουμε και για την οποία ανοίγεται ίσως ένα μεγάλο μέλλον, ακόμα και σ’ αυτή τη Ρωσία συσσωρεύονται σκοτεινά σύννεφα, προάγγελοι της θύελλας. Ω, η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρή και μυ­ρίζει καταιγίδα!

Γι’ αυτό φωνάζουμε στους τυφλωμένους αδελφούς μας: μετανοείτε! μετανοείτε! Ήγγηκε γαρ η βασιλεία των Ουρανών!

Λέμε στους θετικιστές: ανοιχτέ τα μάτια του πνεύμα­τος, αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους, και πειστείτε επιτέλους πως δεν πρέπει να ψάχνετε μέσα στη σκόνη των ερειπίων για να βρείτε το Πνεύμα, το αιώ­νια νέο, αιώνια αναγεννώμενο Πνεύμα! Και παροτρύνουμε τους συμφιλιωτικούς να ανοίξουν την καρδιά τους στην αλήθεια και να απελευθερωθούν απ’ την άθλια και τυφλή σωφροσύνη τους, απ’ τη δογματική υπεροψία τους και απ’ αυτό το δουλικό φόβο που μαραίνει τις καρδιές τους και παραλύει τις κινήσεις τους.

Ας έχουμε λοιπόν εμπιστοσύνη στο αιώνιο Πνεύμα που δεν καταστρέφει και δεν εκμηδενίζει παρά μόνο γιατί αυτό είναι η ανεξάντλητη πηγή, που αιώνια δημιουργεί κάθε ζωή. Η ηδονή της καταστροφής είναι ταυτόχρονα μια δημιουργική ηδονή!

Μ. Μπακούνιν, 1842

Σημειώσεις

 

[1] Ο Μπακούνιν αναφέρεται αναμφίβολα σε μια περικοπή απ’ τα “κατά Ματθαίο” Ευαγγέλια. “Κανείς δε θα κερδίσει τη βασιλεία των ουρανών λέγο­ντας μου Κύριε! Κύριε! αλλά μόνα πραγματοποιώντας τη θέληση του πατέρα μου που είναι στους ουρανούς”

[2] Σύμφωνα με μία σημείωση του Rainer Bear (Μπακούνιν – “Φιλοσοφία της δράσης”, εκδόσεις Hegner, Κολωνία) αυτά το ψευδώνυμο αναφέρεται α’ ένα θεωρητικά του Δικαίου, τον Frederic Julius Stahl. Ο Stahl (1802 – 1861) είναι ένας απ’ τους πρωτεργάτες αυτής της χριστιανικoσυντηρητικής αντίλη­ψης που αποδίδει στο Κράτος και στο Δίκαιο μια θετική καταγωγή

[3] Γύρω στα 594 π.Χ ο Σόλωνας θέσπισε ένα νόμο στην Αθήνα που τιμω­ρούσε με μερική ή ολική στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων τους πο­λίτες εκείνους που ήταν ένοχοι πολιτικής αδιαφορίας και αποχής σε περίπτω­ση ταραχών ή γενικού κίνδυνου.

[4] «Την ξέρω τη συμπεριφορά σου: δεν είσαι μήτε κρύος, μήτε ζεστός –ενώ όφειλες να είσαι είτε το ένα είτε το άλλο! Έτσι επειδή δεν είσαι μήτε κρύος, μήτε ζεστός, παρά είσαι χλιαρός, δεν έχω παρά να σε ξεράσω απ’ το στόμα μου. Λες, είμαι πλούσιος, πλούτισα και δεν έχω πια ανάγκη από τίποτα –που να καταλάβεις ότι στην πραγματικότητα είσαι ταλαίπωρος και ελεεινός και φτωχός και τυφλός και γυμνός.»

[5] Υπαινιγμός για το ακόλουθο απόσπασμα του Χέγκελ: “Συχνά το πνεύμα μοιάζει να ξεχνιέται, να χάνεται, αλλά στο εσωτερικό βρίσκεται πάντα σε α­ντίθεση με τον ίδιο τον εαυτό του. Πρόκειται για εσωτερική πρόοδο, όπως είπε ο Άμλετ για το πνεύμα του πατέρα του: ‘Καλά δούλεψες, γέρο-τυφλοπόντικα!, ώσπου βρίσκει στον εαυτό του αρκετή δύναμη για να σπάσει το γήινο φλοιό που το χωρίζει απ’ τον ήλιο”. Ο Μαρξ θα χρησιμοποιήσει την ίδια εικόνα: “Όταν η επανάσταση θα ολοκληρώσει την υποχθόνια εργασία της, η Ευρώπη θα αναπηδήσει και θα φωνάξει: Καλά έσκαψες γέρο-τυφλοπόντικα!”

[6] Πρβλ Προυντόν (“Φιλοσοφία της Προόδου”, 1853): “… Η μισθωτή τά­ξη, η πιο πολυάριθμη και η πιο φτωχή, και μάλιστα τόσο πιο φτωχή όσο πιο πολυάριθμη είναι.


Το alerta.gr αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια διαρκούς παρουσίας και παρέμβασης, επιδιώκει να γίνει κόμβος στο πολύμορφο δικτυακό τοπίο για την διασπορά ριζοσπαστικών αντιλήψεων, δράσεων και σχεδίων στην κατεύθυνση της κοινωνικής απελευθέρωσης... Η συνεισφορά είναι ξεκάθαρα ένα δείγμα της κατανόησης της φύσης του μέσου και της ανάγκης που υπάρχει για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει και να μεγαλώνει. Για όποιον/α θέλει να συνδράμει ας κάνει κλικ εδώ