1) Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Και το απρόβλεπτο δεν ελέγχεται. Τούτο βέβαια δεν αναιρεί τη σύνδεση της ταχύτατης εξάπλωσης της επιδημίας/πανδημίας με τη διεθνοποίηση της οικονομίας, την ακραία αστικοποίηση και την τουριστικοποίηση του πλανήτη ούτε και τη σχέση του ίδιου του ιού με την βιομηχανοποιημένη, μαζική αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή. Αλλά άλλο σχέση και/ή σύνδεση και άλλο ευθεία ή πλάγια αναγωγή.

2) Οι ειδικοί έχουν περιορισμένη γνώση ή, αλλιώς, γνώσιμη άγνοια. Τους εμπιστευόμαστε στον βαθμό που μπορούμε να εκφέρουμε έλλογες κρίσεις επί των πορισμάτων τους, των οδηγιών τους, των συμβουλών τους, στον βαθμό που μπορούμε να συγ-κρίνουμε. Σε αντίθετη περίπτωση, είτε τους αποθεώνουμε είτε τους χλευάζουμε (ή εντοπίζουμε ανάμεσά τους και υπερπροβάλλουμε όσους αυτάρεσκα και φιλόδοξα πασχίζουν να διακριθούν από τον μέσο όρο, τους πιο ριζοσπάστες με άλλα λόγια) – αμφότερες στάσεις αποφευκτέες.

3) Ο αντικοινωνικός θόρυβος και η –δήθεν προλεταριακή– καγκουρίλα, ο ξερολισμός, ο σταλεγακισμός, ο ελιτισμός, οι ακλόνητες ιδεολογικές βεβαιότητες, η συνωμοσιολογία, ο καταστροφισμός, ο αρνητισμός, η προφητεία δεινών, ο νοσταλγικός επιστροφισμός και ο ριζοσπαστικός συντηρητικός προστατευτισμός –όλα τους «παιδικές ασθένειες» του ριζοσπαστισμού (ή μήπως εγγενή του γνωρίσματα ως έναν, δύσκολα προσδιορίσιμο, βαθμό;), από τις οποίες όλοι μας πάσχουμε κατά το μάλλον ή ήττον– μάς εμποδίζουν να δούμε καθαρά, δεν γονιμοποιούν τη σκέψη μας, μας κρατούν καθηλωμένους.

4) Δεν μας λείπουν οι κοινές αναλύσεις και οι κοινές μεγα-αφηγήσεις, μας λείπει η κοινότητα του πνεύματος και της κατανόησης (ως άλμα της πίστης χωρίς καμία απολύτως υπερβατικότητα, ως άλμα της πίστης εντός-ενάντια-και πέρα από τις άπειρες επιμέρους γνώμες και πεποιθήσεις). Δεν μας λείπει η διαλεκτική ιδεών και πράξεων, μας λείπει η πραγμάτωση. Δεν μας λείπει η βούληση, μας λείπει η οριοθέτησή της και η υπό όρους προ-εκτασιμότητα αυτής ακριβώς της οριοθετημένης βούλησης.

5) Όλες οι γραμμές σκέψης και πράξης, και καθεμία ξεχωριστά, είναι ατελείς. Το ατελές είναι η δεύτερη φύση μας. Η κήρυξη πολέμου ενάντια στο ατελές δεν μπορεί παρά να είναι/αποβεί αυτοκαταστροφική. Η αναγνώριση του ατελούς και η συμβίωση με αυτό είναι/αποβαίνει αντιθέτως ευεργετική ως χαρούμενο πάθος.

6) Κάθε ον τείνει στην αυτοσυντήρησή του και εμμένει στο είναι του. Η «γυμνή ζωή» δεν παύει να είναι ζωή. Και η έμβια ζωή, η επι-βίωση, είναι η πρώτη ύλη για το οτιδήποτε, είναι όρος δυνατότητας του οτιδήποτε. Ο φόβος του θανάτου δεν είναι παρά αντεστραμμένη αγάπη για τη ζωή, την οιαδήποτε ζωή, ακόμα και για τη «γυμνή ζωή». Τα κλασικά αναρχοαυτόνομα μότο «πόλεμος ενάντια στον φόβο» και «ζωή όχι επιβίωση» γίνονται έτσι, έστω και άθελά τους ενίοτε, αντεστραμμένος πόλεμος ενάντια στην επι-βίωση και κατ’ επέκταση ενάντια στην ίδια τη ζωή.

7) Η αναγνώριση της απόλυτης αλληλεξάρτησης των κοινωνικών όντων είναι ο μόνος άξιος του ονόματός του κομμουνισμός. Η επιβολή του αυταρχισμού των κρατούντων είναι αντιστρόφως ανάλογη με την ένταση και την έκταση αυτής ακριβώς της αναγνώρισης. Όσο περισσότερο εντείνεται και εκτείνεται αυτή η αναγνώριση τόσο πιο δύσκολα επιβάλλεται αυτός ο αυταρχισμός –γιατί απλούστατα αδυνατεί να βρει πεδίο εφαρμογής– και αντιστρόφως. Συγχρόνως, ο ίδιος ο αυταρχισμός είναι ανάλογος με την ένταση και την έκταση αυτής της αναγνώρισης. Όσο περισσότερο εντείνεται και εκτείνεται αυτή η αναγνώριση τόσο λιγότερο μειλίχιος γίνεται αυτός ο αυταρχισμός και αντιστρόφως. Γνωρίζουμε όμως ότι κανείς δεν κυβερνά επί μακρόν το πλήθος μόνο με ξιφολόγχες. Τέτοια καθεστώτα καταρρέουν συνήθως με πάταγο λόγω της ίδιας τους της αντίφασης.

8) Ο δογματισμός μας ως ριζοσπαστών είναι αντιστρόφως ανάλογος με την εγγύτητά μας στο common sense. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από αυτό τόσο πιο δογματικοί γινόμαστε. Τούτο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το common sense είναι η υπέρτατη λύση για/σε όλα τα προβλήματα, αλλά ότι είναι η απαραίτητη αφετηρία για κάθε έλλογο κοινωνικό ον, έστω και αν στην πορεία –μετά από ελεύθερο, δυναμικό και ανοιχτό στοχασμό, μετά από έρευνα και περίσκεψη– ενδέχεται να διαψευστεί, εν μέρει και μόνο και ποτέ καθ’ ολοκληρίαν (πάντα κάτι διασώζεται από το common sense ακόμα και στην πλέον ανεπτυγμένη σκέψη και διάνοια).

9) Όταν όλα τα σώματα είναι δυνάμει επι-κίνδυνα, τότε κανένα δεν είναι ενεργεία επι-κίνδυνο και ο κίνδυνος αυτοακυρώνεται. Όταν όλα τα σώματα εξισώνονται ενώπιον του κινδύνου, τότε δεν τίθεται καν ζήτημα δια-κινδύνευσης. Αναγκαία συνεπαγωγή από τον συνδυασμό/τη συσχέτιση των δύο παραπάνω προτάσεων: η στάση μας σε σχέση με τον ιό ή, αλλιώς, ως προν τον ιό (και όχι απ-έναντι στον ιό) δεν μπορεί παρά να είναι η δι-ατομική (στωική) προσοχή και εγρήγορση.

10) Η αναγνώριση της ατομικής ευθύνης είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πολιτικής κοινότητας, της κάθε κοινότητας. Η ευθύνη κάθε ενικού, μοναδικού ατόμου αυξάνει τη δύναμη της πολιτικής κοινότητας, της κάθε κοινότητας. Η ατομική, ενική υπευθυνότητα δεν είναι παρά το flipside της δύναμης του πλήθους και όχι καπιταλιστική (ή όποια άλλη) ιδεολογία.

11) Η πολιτισμική-ανθρωπολογική κριτική τότε μόνο γίνεται γόνιμη όταν δείχνει σαφώς και ενεργά πέρα από την κριτική, προς συγκεκριμένες πρακτικές, πραγματικές, γειωμένες κατευθύνσεις. Αλλιώς, καθίσταται μάλλον μια αυτάρεσκη, ναρκισσιστική κριτική διανοούμενων ή wannabe διανοούμενων και επιτείνει την απραξία, ενισχύει την απόγνωση.

12) Η ταξική ανάλυση, θεωρία και πρακτική τότε μόνο γίνεται γόνιμη όταν αναδεικνύει τις αντιφάσεις του κόσμου μας, ακόμα και τις δικές της (και ίσως κυρίως τις δικές της), καθώς και όταν δείχνει σαφώς και ενεργά πέρα από αυτές τις αντιφάσεις, προς συγκεκριμένες πρακτικές, πραγματικές και οπωσδήποτε καθολικές κατευθύνσεις. Αλλιώς, καθίσταται μάλλον κι αυτή με τη σειρά της μια αυτάρεσκη, ναρκισσιστική θεωρία και πράξη αγωνιστών ή wannabe αγωνιστών και επιτείνει τη σύγχυση, ενισχύει την απόγνωση.

13) Η πολιτική των ταυτοτήτων (όπως και η ταξική πολιτική ως πολιτική της ταυτότητας, καθώς και η υπεράσπιση των μειονοτήτων ως πολιτική της ταυτότητας) είναι ελάχιστα παραγωγική και/ή δημιουργική πολιτικά (με την έννοια ότι ελάχιστα κατατείνει σε πραγματικούς –μερικούς, πόσο μάλλον καθολικούς– κοινωνικούς μετασχηματισμούς). Είναι όμως σε πολύ μεγάλο βαθμό ψυχο-κοινωνικά επωφελής, εξού και έχει στις μέρες μας μεγάλη πέραση στην –υποψιασμένη αλλά και βουτηγμένη μέχρι τα μπούνια στην μεταμοντέρνα παράνοια, κρίση και εξατομίκευση– νεολαία. Το αναγκαίο ξεπέρασμά της τότε μόνο θα καταστεί εφικτό όταν θα πάψει να αποβαίνει ψυχο-κοινωνικά επωφελής και/ή όταν ένα άλλο πάθος/συναίσθημα (affect), πολύ πιο δυνατό και πλούσιο, θα ωριμάσει και θα την παραμερίσει συμπεριλαμβάνοντάς την διαλεκτικά.

14) Η απόδοση θεϊκών ιδιοτήτων στο υποστασιοποιημένο Κράτος και Κεφάλαιο από ορισμένους ριζοσπάστες (όπως ότι είναι παντοδύναμα, ότι μας κινούν σαν μαριονέτες, ότι έχουν Σχέδιο-Στρατηγική-Πλάνο, ότι προβλέπουν και προλέγουν κλπ.) είναι αντιστρόφως ανάλογη όχι με τη γνώση και την κατανόησή τους αλλά με την πίστη και το πνεύμα τους. Όσο βαθύτερη, όσο πιο μύχια η δυσ-πιστία τους τόσο πιο γιγάντια και πολυπλόκαμα ορθώνονται ενώπιόν τους το Κράτος και το Κεφάλαιο.

15) Η απόδοση θεϊκών ιδιοτήτων στον υποστασιοποιημένο κοινωνικό-ταξικό ανταγωνισμό, στην τάξη ή στο πλήθος από ορισμένους ριζοσπάστες είναι αντιστρόφως ανάλογη όχι με την πίστη και το πνεύμα τους αλλά με τη γνώση και την κατανόησή τους. Όσο πιο περιορισμένη, κοντόφθαλμη και εμμονική η κατανόησή τους τόσο πιο ισχυρός τούς φαντάζει ο κοινωνικός-ταξικός ανταγωνισμός, τόσο πιο «θεϊκή» η ταξική βία, τόσο πιο τέλειο το συντακτικό ή απο-συντακτικό πλήθος.

για το παραλήρημα

π.

13-14/5/2020